Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Ο διάδοχος του βασιλιά λιονταριού


Κάποτε το λιοντάρι ήταν άρρωστο και βρισκόταν στη σπηλιά του. Εκεί του κρατούσε παρέα η αλεπού.
Κάποια στιγμή το λιοντάρι πείνασε και της λέει:
- Κυρά Μάρω για να μπορέσω να γίνω καλά πρέπει να μου φέρεις να φάω τον μεγάλο όνο, που τριγυρνάει στο δάσος.
Αυτή μη θέλοντας να τον κακοκαρδίσει ξεκίνησε για το δάσος και κάποια στιγμή συνάντησε τον γάιδαρο, δίπλα σε ένα ρυάκι να τρώει.
- Θα έμαθες του λέει ότι ο βασιλιάς είναι στα τελευταία του. Αποφάσισε λοιπόν να σε κάνει διάδοχό του. Έλα λοιπόν μαζί μου στη σπηλιά του για να σου το ανακοινώσει.
Ο γάιδαρος χάρηκε και πράγματι ξεκίνησε για τη σπηλιά του λιονταριού. Αυτό πεινασμένο καθώς ήταν, μόλις ο όνος έκανε να μπει μέσα της, όρμησε αλλά δεν κατάφερε να τον πιάσει, παρά μόνο με τα νύχια του τού γρατσούνισε το αυτί!
Μόλις το είδε αυτό η αλεπού απογοητεύτηκε.
- Κρίμα τον κόπο μου βασιλιά μου! Βιάστηκες, έπρεπε να περιμένεις, να μπει για τα καλά μέσα στη σπηλιά.
Το λιοντάρι που είχε εξαντληθεί από τη πείνα, της λέει:
- Δεν σε φοβάμαι εσένα αλεπού. Είσαι πασίγνωστη για την εξυπνάδα και την πονηριά σου. Είμαι σίγουρος, πως θα βρεις τρόπο να τον ξαναφέρεις στη σπηλιά. Και έννοια σου, μόλις γίνω καλά θα σου το ανταποδώσω.
Πράγματι η αλεπού ξεκίνησε πάλι, για να βρει τον γάιδαρο.
Τον βρίσκει σε ένα ξέφωτο να τρώει χορτάρι και με ύφος θιγμένου του λέει :
- Καλά τι έπαθες εσύ και έφυγες έτσι ξαφνικά;
- Φύγε από εδώ, της λέει εκνευρισμένος ο γάιδαρος. Με κορόιδεψες! Με παγίδευσες για να με φάει το λιοντάρι.
- Το λιοντάρι, του λέει η αλεπού, ήθελε απλώς να σου πει στο αυτί κάποια κρατικά μυστικά. Αλλά εσύ το παρεξήγησες. Τώρα θα κάνει βασιλιά το λύκο, που θα είναι ένας τύραννος. Αν θέλεις να προλάβουμε το κακό, έλα μαζί μου στη σπηλιά, μόλις που προλαβαίνουμε.
- Μου λες αλήθεια, της λέει ο γάιδαρος, μου το ορκίζεσαι;
- Σου ορκίζομαι, του λέει η αλεπού, στο χορτάρι που τρως.
Ο γάιδαρος πείστηκε και ξεκίνησαν για τη σπηλιά.
Το λιοντάρι είχε πάρει το μάθημά του και περίμενε, το γαϊδούρι να μπει για τα καλά μέσα στη σπηλιά του κι όταν αυτό έγινε, του όρμηξε.
Την ώρα που το έτρωγε, κύλησε το μυαλό του γαϊδάρου κι η αλεπού το άρπαξε κρυφά και το έφαγε.
Όταν το λιοντάρι έψαξε και δεν βρήκε το μυαλό, ρώτησε την αλεπού, μήπως αυτή το είχε πάρει και η αλεπού του απάντησε:
-Περιμένεις να βρεις μυαλό βασιλιά μου σε ένα ζώο, που μπήκε στη φωλιά σου δυο φορές για να το φας;
Αν με κοροϊδέψεις την πρώτη φορά, ντροπή σου! Αλλά αν με κοροϊδέψεις και δεύτερη φορά, ντροπή μου!

Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Η Εντεκάδα Της Αλάνας


Πριν πολλά χρόνια, όταν ο καιρός έφτιαχνε, όταν το καλοκαίρι άρχιζε να πλησιάζει, με την έναρξη και της θερινής ώρας, οι μέρες ήταν πλέον μεγαλύτερες!
Και τι σήμαινε όταν ήμασταν 10-15 χρονών, ότι οι μέρες ήταν μεγαλύτερες;
Περισσότερη μπάλα!
Το παιχνίδι λοιπόν κρατούσε περισσότερο. Οι μανάδες έβγαιναν πιο αργά, έξαλλες, στις εξώθυρες των σπιτιών, για να μας φωνάξουν να μαζευτούμε.
Και παρόλο που εκείνα τα ματς δεν έληγαν ποτέ ισόπαλα, ας όψεται «η τελευταία φάση» και το «όποιος το βάλει», πάντοτε τελείωναν, όταν έπεφτε το σκοτάδι!
Μισό λεπτό όμως. Τι γινόταν μέχρι να τσουλήσει η μπάλα στο χώμα/το γαρμπίλι/το τσιμέντο ή τέλος πάντων οποιαδήποτε επιφάνεια διέθετε το αυτοσχέδιο τότε γήπεδο;
Πως λυνόταν το πρόβλημα της απουσίας προπονητή;
Και πως επιλεγόταν το ποιος θα παίξει πού;
Ας κάνουμε λοιπόν «βηματάκια» να δούμε ποιος θα διαλέξει πρώτος, ας συμφωνήσουμε πρώτα, αν θα παίξουμε «με τους παλιούς ή τους καινούργιους» και ας θυμηθούμε τον τρόπο, που βγάζαμε σε ποια θέση θα παίξει ποιος.
Τερματοφύλακας (Νο 1): Ο χοντρός (ή ο πιο πιτσιρικάς)
Δεν χρειαζόταν να το παιδέψουμε. Πριν καν ξεκινήσει η κουβέντα, ο φαγανός της παρέας είχε πάρει ήδη θέση κάτω από τα δοκάρια, ή μάλλον ανάμεσα στις σχολικές τσάντες, ή στις στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη πέτρες. «Πού να τρέχεις», σκεφτόταν και από μέσα μας όλοι συμφωνούσαμε μαζί του. Αν δεν υπήρχε μπουλούκος, η αγγαρεία έπεφτε συνήθως στον μικρότερο. Με ψεύτικες παραινέσεις του τύπου «σ’ έχω δει, είσαι καλός» και τη δέσμευση «κάθε τρία γκολ θα αλλάζουμε», που ποτέ δεν επρόκειτο να τηρηθεί!
Δεξί μπακ (Νο 2): Ο πιο τεμπέλης
Δεν πολύ-τρελαινόταν κιόλας να παίξει. Βαριόταν να κινείται, αλλά επειδή θα βαριόταν περισσότερο αν καθόταν μόνος του, ερχόταν «για την παρέα». Ράθυμος, νωχελικός και χωρίς καμία διάθεση να «σκιστεί», δεν επρόκειτο να κάνει σπριντ ούτε για συμπαίκτη, που του είχε γυρίσει η γλώσσα. Τα πόδια του δεν έμπαιναν ποτέ στη φωτιά, πήγαινε πάντα σαν μη μου άπτου στις φάσεις και ήταν ο μοναδικός που γυρνώντας στο σπίτι, η μάνα του δεν φώναζε για τα ματωμένα του γόνατα!
Αριστερό μπακ (Νο 3): Ο πιο άμπαλος
Υπό κανονικές συνθήκες δεν θα έπρεπε να περνάει ούτε έξω από την αλάνα. Χωρίς ίχνος ταλέντου και με καμία μυρωδιά από μπάλα, δεν μπορούσε να κοντρολάρει ούτε τη μεγάλη φουσκωτή της NIVEA. Έλα όμως που ήταν φιλαράκι και δεν μας έκανε καρδιά, να τον αφήσουμε έξω. Ή ακόμα κι αν μας  έκανε καρδιά, έλα που δεν συμπληρώναμε. Οπότε τον βάζαμε σε μια θέση με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος. Και κάναμε τον σταυρό μας να μην παίζει ο «καλός» των άλλων από δεξιά!
Κόφτης (Νο 4): Το «τσεκούρι»
Μπορεί να ήταν ο νταής της παρέας. Μπορεί να ήταν εκείνος που μανούριαζε ευκολότερα. Μπορεί να ήταν εκείνος ο γορίλας ξάδερφός σου που είχε μείνει 3-4 τάξεις και φρόντιζε, αν κάποιοι άλλοι είχαν προλάβει, να πάνε πριν από εσάς στην αλάνα, να τους διώξει για χατίρι σας. Μπορεί και όλα αυτά μαζί! Σημασία δεν είχε ο (οξύθυμος) χαρακτήρας του. Σημασία είχε ότι ο αντίπαλος το σκεφτόταν δυο φορές να πλησιάσει, και καμιά να τον ντριπλάρει, υπό τον φόβο να πάρει τα πόδια στη σάκα του. Ή ο παίκτης περνάει ή η μπάλα, ποτέ και τα δύο μαζί!
Στόπερ (Νο 5): Ο «εγώ παίζω μόνο άμυνα»
Ο ανάποδος της υπόθεσης. Ενώ όλα τα παιδάκια ονειρεύονταν να βάζουν γκολ, εκείνος ονειρευόταν αποκρούσεις πάνω στη γραμμή. Ενώ όλοι τσακώνονταν, ποιος θα παίξει μπροστά, εκείνος έκανε ήδη διατάσεις στα μετόπισθεν. Μετρημένος και σοβαρός, απέφευγε τις περιττές ενέργειες. Σε κατάσταση κινδύνου έστελνε χωρίς ενδοιασμό την μπάλα στα περιστέρια. Και πάντα έτοιμος να θυσιαστεί, θα έτρωγε χώμα ή θα έσερνε τα μπούτια του στο γαρμπίλι, αν χρειαζόταν, για ένα σωτήριο τάκλιν!
Αμυντικό χαφ (Νο 6): Αυτός με τη μεγαλύτερη αντοχή
Το παιδί-λάστιχο. Ο υπερκινητικός που δεν έβαζε κώλο κάτω. Λεπτός και ξερακιανός, ο καλύτερος (μακράν) στο κυνηγητό και μονίμως ιδρωμένος στην ανάπαυλα! Δεν τον ενδιέφερε τόσο να δημιουργήσει ή να σκοράρει, όσο το να βρίσκεται συνέχεια στις φάσεις. Δίνοντας την εντύπωση στον αντίπαλο, ότι είχε έρθει να παίξει με τα τρίδυμα αδέρφια του, βρισκόταν παντού. Κι ήταν λυτρωτικός για την ομάδα στις συχνές περιπτώσεις, που χανόταν η επίθεση και κανείς δεν γυρνούσε πίσω!
Δεξί εξτρέμ (Νο 7): Ο πιο γρήγορος
Δεν είχε σημασία αν ήξερε πολλή μπάλα. Αν τελείωνε καλά τις φάσεις. Είχε ένα τεράστιο προσόν. Και έπρεπε οπωσδήποτε να το εκμεταλλευτούμε! Με φάτσα σκανδαλιάρη και ταχύτητα Βέγγου, μπορούσε να προλάβει ακόμα και μπαλιά του άμπαλου (βλέπε αριστερό μπακ). Μπορούσε να καλύψει τα κενά του τεμπέλη (βλέπε δεξί μπακ). Και βάζοντας το κεφάλι κάτω, το μόνο που είχε να φοβηθεί, διότι του συνέβαινε συχνά, ήτανε να τελειώσει κάποια στιγμή το γήπεδο!
Επιθετικό χαφ ( Νο 8): Ιδιοκτήτης μπάλας
Δεν του κουνιόταν κανένας. Τον είχαν όλοι με το καλό. Στις εποχές όπου η μπάλα δεν ήταν καθόλου δεδομένη και εναλλακτική λύση ήταν το πατημένο κουτάκι, ο ιδιοκτήτης ήταν σχεδόν ιερό πρόσωπο. Ο απόλυτος νταβατζής. Όπου ήθελε παίζαμε, όποτε ήθελε ξεκινούσαμε, όποια θέση ήθελε έπαιρνε κι αν τσατιζόταν, έπαιρνε την μπάλα κι έφευγε! Καταπιέζοντας λοιπόν την οργή που νιώθαμε για την εξάρτηση από εκείνον, κάναμε τα στραβά μάτια. Και τον αφήναμε να βολοδέρνει «κάπου στην επίθεση», με την ελπίδα κάποιου συγκυριακού γκολ, που θα τον κρατούσε ικανοποιημένο.
Σέντερ-φορ (Νο 9): Πάντοτε φορούσε φανέλα γνωστού παίκτη.
Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις, αν ήταν περισσότερο «λεζάντας» ή «απατεώνας». Όσο τον έβλεπες να «παίζει», τόσο πειθόσουν, ότι τελικά ήταν και τα δυο. Σαν βιδωμένος με ούπα στην αντίπαλη περιοχή και με το χέρι μόνιμα υψωμένο, για να ζητάει την μπάλα, παραμόνευε για κάποια προβολή τεράστιας δυσκολίας πάνω στη γραμμή, για να πανηγυρίσει έξαλλα το γκολ, δείχνοντας το όνομα στη φανέλα του και υπονοώντας, χωρίς ίχνος τσίπας, ότι είχε οποιαδήποτε ομοιότητα με εκείνον, που έγραφε η φανέλα του!
Δεκάρι ( Νο 10): Ο καλύτερος παίκτης
Ο ηγέτης της ομάδας. Αυτός που όλοι του έβγαζαν το καπέλο και κατά βάθος τον ζήλευαν και λίγο. Εννοείται ότι έπαιζε σε ομάδα και εννοείται, ότι φρόντιζε να το υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία! Πριν ξεκινήσει το παιχνίδι, έπαιρνε την μπάλα, έκανε μερικά «ποδαράκια» και με περισπούδαστο ύφος έβγαζε το πόρισμα, «καλή είναι». Κι αφότου γινόταν η σέντρα, έκανε πλάκα στα άλλα παιδάκια, επιχειρώντας, αν επρόκειτο περί τσόγλανου, να τα ντριπλάρει και με ταπεινωτικό τρόπο.
Αριστερό εξτρέμ ( Νο 11): Ο μοναδικός αριστεροπόδαρος
Εδώ τα κουκιά ήταν μετρημένα. Εκείνοι που είχαν το αριστερό και για άλλες χρήσεις, πέραν του να περπατάνε, ήταν ελάχιστοι. Οπότε ο σπάνιος  αριστεροπόδαρος κέρδιζε χωρίς ιδιαίτερο ανταγωνισμό τη θέση. Όχι ότι δεν την άξιζε βέβαια. Γιατί στην πλειοψηφία τους τα παιδάκια που την κλωτσούσαν μ’ αυτό το ευλογημένο πόδι, ήξεραν, πού να στείλουν την μπάλα, με στιλ και χωρίς φόβο, ότι θα πάει στο τζάμι κάποιου γείτονα, που θα απειλεί να τη σκίσει!

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

Στην πύλη του Παραδείσου


Μια μέρα, στις πύλες του ουρανού συγκεντρώθηκαν μερικές εκατοντάδες ψυχές. Ήταν οι ψυχές των αντρών και γυναικών, που είχαν πεθάνει εκείνη την ίδια μέρα.
Ο Άγιος Πέτρος, που λένε ότι είναι ο φύλακας της εισόδου του Παραδείσου, ρύθμιζε την κυκλοφορία.
Σύμφωνα με τις εντολές του «Προϊσταμένου» οι φιλοξενούμενοι θα χωρίζονταν σε τρεις ομάδες, με κριτήριο τις δέκα εντολές.
Στην πρώτη ομάδα θα πήγαιναν, όσοι είχαν παραβιάσει όλες τις εντολές, τουλάχιστον μία φορά.
Στην δεύτερη ομάδα, όσοι είχαν παραβιάσει τουλάχιστον μία εντολή, έστω και μία μόνο φορά.
Και η Τρίτη ομάδα, με την ελπίδα πως θα ήταν και η πολυπληθέστερη, θα απαρτιζόταν απ’ αυτούς, που ποτέ δεν παραβίασαν καμία από τις δέκα εντολές!
- Λοιπόν, συνέχισε ο Άγιος Πέτρος, όσοι παραβίασαν όλες τις εντολές να έρθουν στα δεξιά.
Πάνω από τις μισές ψυχές πέρασαν στη δεξιά μεριά.
- Τώρα, φώναξε, από τους υπόλοιπους, όσοι παραβίασαν έστω και μία εντολή να περάσουν αριστερά.
Όλες οι υπόλοιπες ψυχές πήγαν αριστερά.
Δηλαδή, σχεδόν όλες, εκτός από μία.
Στο κέντρο είχε μείνει μια ψυχή, ένας καλός άνθρωπος. Σε όλη του τη ζωή είχε βαδίσει στο δρόμο των αγνών αισθημάτων, των αγαθών σκέψεων και των καλών πράξεων.
Ο Άγιος Πέτρος ξαφνιάστηκε. Μονάχα μία ψυχή στην ομάδα των καλύτερων ψυχών!
Αμέσως, έτρεξε να ενημερώσει το Θεό.
- Κοίταξε: αν συνεχίσουμε με το αρχικό μας σχέδιο, αυτός ο φουκαράς που έμεινε μόνος του στο κέντρο, αντί να επιβραβευτεί για την καλοσύνη του, θα νιώσει απέραντη ανία μέσα στην απόλυτη μοναξιά. Νομίζω ότι κάτι πρέπει να κάνουμε.
Ο Θεός εμφανίστηκε πάνω από την ομάδα και είπε:
- Όσοι μετανοήσουν τώρα, θα συγχωρεθούν και οι αμαρτίες τους θα ξεχαστούν. Όσοι μετανοήσουν, μπορούν να πάνε πάλι στο κέντρο, με τις αγνές και άψογες ψυχές».
Σιγά σιγά, όλοι άρχισαν να κινούνται προς το κέντρο.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια φωνή:
- Ε, για μια στιγμή! Αδικία! Προδοσία!
Ήταν η φωνή του αναμάρτητου.
- Αυτό δεν είναι δίκαιο! Αν το ήξερα ότι θα με συγχωρούσαν, δε θα χαράμιζα όλη μου τη ζωή, πιεζόμενος να μην κάνω πράγματα, που ήθελα!

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020


Λίγο πιο βαθιά, πιο βαθιά.
( Μια ιστορία του Osho )



Ένας άνθρωπος, χωρίς οικογένεια, για να ζήσει, δούλευε σκληρά, κόβοντας ξύλα στο δάσος, τα οποία τα πουλούσε. Τα χρήματα που έπαιρνε ίσα που του έφταναν, για να επιβιώσει.
Κάθε μέρα στο δάσος περνούσε από έναν μυστικιστή που καθόταν κάτω από ένα δένδρο. Και όπως συμβαίνει στην ανατολική παράδοση, άγγιζε τα πόδια του μυστικιστή, έπαιρνε την ευλογία του. και πήγαινε στη δουλειά του.
Ο μυστικιστής άρχισε να λυπάται τον άνδρα. Μια μέρα είπε:
- Αν πας λίγο πιο βαθιά μέσα στο δάσος, μπορείς να βρεις ένα ορυχείο χαλκού. Και μόνο η δουλειά μιας ημέρας, βγάζοντας τον χαλκό, θα είναι αρκετή, για να εξασφαλίσεις φαγητό για επτά ημέρες. Έχε την περιέργεια και προχώρησε λίγο πιο μέσα στο δάσος.
Ο άνδρας γνωρίζοντας πως ο μυστικιστής ήταν πάντα κάτω από το δένδρο, ήταν επιφυλακτικός στο να πιστέψει την πληροφορία της ύπαρξης του ορυχείου χαλκού. Τελικά όμως περίεργος προχώρησε μέσα στο δάσος, βρήκε το ορυχείο, δούλεψε για μια μέρα και τον χαλκό που έβγαλε, τον πούλησε κι εξασφάλισε τροφή για επτά μέρες.
Ξεκουράστηκε και μετά από μια βδομάδα όταν επέστρεψε, έδειχνε λίγο καλύτερα, πιο υγιής, λίγο πιο νέος. Άγγιξε τα πόδια του μυστικιστή και είπε:
- Αυτή τη φορά αγγίζω τα πόδια σου όχι μόνο λόγω παράδοσης, αλλά επειδή είμαι πραγματικά ευγνώμων για την αποκάλυψη του ορυχείου σε εμένα!
- Αν πας λίγο πιο βαθιά στο δάσος, θα βρεις ένα ορυχείο ασημιού. Η δουλειά μιας ημέρας θα είναι αρκετή ώστε να σου εξασφαλίσει φαγητό για έναν μήνα, του είπε ο μυστικιστής.
Ο μυστικιστής είχε αποδειχτεί σωστός την πρώτη φορά και ο άνδρας είχε λιγότερες επιφυλάξεις, σε σχέση με αυτό, που του αποκάλυψε. Πήγε λίγο πιο βαθιά, και βρήκε ένα ορυχείο ασημιού. Μάζεψε λίγο ασήμι, και ήταν στα αλήθεια αρκετό, ώστε να του εξασφαλίσει φαγητό για έναν μήνα.
Μετά από έναν μήνα ήρθε και έπεσε στα πόδια του μυστικιστή και είπε:
- Είμαι πραγματικά ευγνώμων και λυπάμαι που υπήρξαν στιγμές, που αμφισβήτησα την ορθότητα, όσων μου είπες.
- Ακόμη δεν με έχεις καταλάβει. Πήγαινε λίγο πιο βαθιά στο δάσος, του είπε πάλι ο μυστικιστής.
- Για ποιο λόγο; Με δουλειά μιας ημέρας εξασφαλίζω πολυτελή ζωή ενός μήνα!
- Δεν ξέρεις τι είναι η πολυτέλεια. Προχώρησε λίγο πιο πέρα και θα βρεις ένα χρυσωρυχείο, τον προέτρεψε ο μυστικιστής..
Ο ξυλοκόπος προχώρησε πιο βαθιά στο δάσος και πραγματικά βρήκε το χρυσωρυχείο. Με το χρυσάφι που έβγαλε με δουλειά μιας μέρας, εξασφάλιζε την διαβίωσή του για έναν ολόκληρο χρόνο!
Όταν ο πρώην ξυλοκόπος ήρθε στον μυστικιστή μετά από έναν χρόνο, έμοιαζε με έναν τελείως διαφορετικό άνθρωπο, όμορφα ρούχα, όμορφα παπούτσια και σίγουρα φαινόταν πιο νέος και πιο υγιής. Ο μυστικιστής χρειάστηκε λίγη ώρα για να αναγνωρίσει, πως αυτός ήταν ο γέρο-ξυλοκόπος. Είπε:
- Λοιπόν, τα πράγματα πηγαίνουν καλά;
- Πηγαίνουν τρομερά καλά, απάντησε ο άνδρας, αλλά χθες το βράδυ σκέφτηκα, πως ίσως να υπάρχει κάτι ακόμη πιο πολύτιμο βαθύτερα μέσα στο δάσος.
- Τώρα, επιτέλους, κατάφερα να φτάσω στην καρδιά σου, είπε ο μυστικιστής. Τώρα έχεις ελπίδα, τώρα έχεις ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Ναι, υπάρχει κάτι πιο βαθιά στο δάσος, ένα αδαμαντωρυχείο!.
- Μα γιατί δεν το είπες από την αρχή, ώστε να μη χάσω τον χρόνο μου με τον χαλκό, το ασήμι και τον χρυσό;
- Δεν θα με είχες πιστέψει, δεν θα με είχες εμπιστευτεί, είπε ο μυστικιστής. Δεν θα είχες πάει αν σου έλεγα για διαμάντια. Έπρεπε να σε οδηγήσω σιγά-σιγά. Τώρα ήρθες από μόνος σου να με ρωτήσεις και αυτό είναι καλό σημάδι, επειδή δείχνει, πως παρά το γεγονός ότι ζεις πολυτελέστατα, δεν είσαι ικανοποιημένος, ευχαριστημένος.
Ο ξυλοκόπος προχώρησε ακόμη πιο βαθιά στο δάσος, ανακάλυψε το αδαμαντωρυχείο κι επιστρέφοντας στον μυστικιστή, άγγιξε τα πόδια του και του είπε:
- Ίσως είναι η τελευταία φορά που αγγίζω τα πόδια σου, επειδή μάλλον δεν πρόκειται να έρθω σε σένα άλλη φορά. Αυτά τα διαμάντια μου φτάνουν για να ζήσω πλούσια κι άνετα όλη μου τη ζωή!
Ο μυστικιστής είπε:
- Πίστεψέ με πως υπάρχει κάτι ακόμη καλύτερο από τα διαμάντια, ακόμη περισσότερο βαθιά στο δάσος. Μπορείς να έρθεις, τουλάχιστον ακόμη μια φορά να με δεις και θα σου αποκαλύψω και θα σου δώσω αυτό που υπάρχει, χωρίς να χρειαστεί να πας εσύ στο δάσος!
Ο ξυλοκόπος απομακρύνθηκε. Εκείνο το βράδυ όμως δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι, σκεπτόμενος αυτά που του είπε ο μυστικιστής. Παρά το γεγονός πως πλέον είχε τα μέσα, για να περάσει όλη του την ζωή με πλούτη, τον έκαιγε η περιέργεια για αυτό που του υποσχέθηκε να του αποκαλύψει ο μυστικιστής.
Μόλις ξημέρωσε η επόμενη ημέρα ήρθε. Ο μυστικιστής καθόταν με τα μάτια του κλειστά, αυτό γινόταν για πρώτη φορά. Ο ξυλοκόπος άγγιξε τα πόδια του, αλλά ο μυστικιστής έμοιαζε με άγαλμα. Δεν κουνήθηκε, δεν έλαβε την ευγνωμοσύνη του, δεν τον ευλόγησε!
Ο ξυλοκόπος ταρακούνησε τον μυστικιστή.
- Τι συμβαίνει, υποσχέθηκες πως θα μου αποκάλυπτες, κάτι που βρίσκεται πιο πέρα.
- Αυτό σου δείχνω. Πέρα από τα διαμάντια βρίσκεται το ίδιο σου το είναι, λίγο πιο πέρα. Αν δεν ανακαλύψεις το ορυχείο του είναι σου, δεν έχεις βρει τίποτε!
Ο ξυλοκόπος είπε:
- Τώρα καταλαβαίνω γιατί κάθεσαι πάντα εδώ, κάτω από αυτό το δένδρο, χωρίς να ασχολείσαι ποτέ με διαμάντια. Τώρα θα καθίσω δίπλα σου κάτω από αυτό το δένδρο, μέχρι να βρω αυτό το ορυχείο, για το οποίο μιλάς. Είναι πολύ δύσκολο να πηγαίνω λίγο πιο βαθιά, λίγο πιο βαθιά μέσα μου. Ήταν πολύ εύκολο να προχωράω λίγο πιο βαθιά μέσα στο δάσος, αλλά τώρα αλλάζεις όλη την κατεύθυνση.
Ενώ ο ξυλοκόπος καθόταν σιωπηλά στο δάσος μαζί με τον μυστικιστή και διαποτιζόταν με την παρουσία του, τη σιωπή του, τη στοργικότητά του πέρασε όλη η ημέρα και όταν ο ήλιος έδυε ο άνδρας σάστισε. Άνοιξε τα μάτια του. Είπε:
- Έπρεπε να μου το είχες πει νωρίτερα όταν περνούσα από εδώ. Για χρόνια έκοβα ξύλα, κουβαλούσα το φορτίο στους ώμους μου και εσύ απλά καθόσουν εδώ και απολάμβανες αυτήν την εσωτερική αίσθηση, αυτήν την εσωτερική χαρά, και δεν μου το έλεγες!
- Δεν θα με είχες ακούσει. Πρώτα χρειάζονται τα διαμάντια.Τα διαμάντια χρειάζονται για να μπορείς να ικανοποιείς τις ανάγκες του σώματος και του πνεύματος, επειδή χωρίς υλικά αγαθά αδυνατείς να καλύψεις τις ανάγκες σου. Τώρα μπορείς να πας σπίτι, επειδή αντιλήφθηκες πως το ορυχείο των θησαυρών σου βρίσκεται μέσα σου. Απλά να θυμάσαι ένα πράγμα, να προχωράς συνεχώς, μη σταματήσεις ποτέ. Δεν υπάρχει τέρμα, επειδή κάθε τέρμα είναι θάνατος!
Ίσως να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε κάτι καλύτερο από εκείνο, που έχουν ονειρευτεί όλες οι ουτοπίες του κόσμου, αλλά η ουτοπία θα υπάρχει πάντα στον ορίζοντα, ο οποίος μοιάζει να βρίσκεται τόσο κοντά, ώστε θα μπορούσαμε να φτάσουμε αυτή τη στιγμή, μέσα στην επόμενη ώρα, στο σημείο που η γη αγγίζει τον ουρανό. Αλλά καθώς πλησιάζουμε τον ορίζοντα, ο ορίζοντας συνεχώς απομακρύνεται, η απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τον ορίζοντα παραμένει πάντα η ίδια.
Και αυτό είναι όλο το μυστικό της ανάπτυξης και της εξέλιξης!

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Το άγνωστο κρύβει κινδύνους


Ζούσε κάποτε σε μια όμορφη ακρογιαλιά ένας νεαρός κάβουρας. Η ζωή του κυλούσε γαλήνια κι ασφαλής. Μπαινόβγαινε στη θάλασσα, έβρισκε εύκολα την τροφή του, χωνόταν στη ζεστή άμμο και προστατευόταν από τους εχθρούς του, έπαιζε με τα αδέρφια και τους φίλους του, τα άλλα καβουράκια αλλά και τα ψαράκια και τα στρείδια κι όλα τα θαλασσινά ζωάκια.
Ένα πρωινό όμως αισθάνθηκε πολύ βαριεστημένος. «Πάλι τα ίδια θα κάνω σήμερα; Πάλι με το νερό θα παίζω;» σκέφτηκε. «Τι καλά θα ήταν να κάνω μια εκδρομή μακριά από τη θάλασσα! Να γνωρίσω τι βρίσκεται πίσω από τους αμμόλοφους! Ίσως συναντήσω καινούριους φίλους! Ίσως ανακαλύψω κάτι πολύ όμορφο και συναρπαστικό! Κι ύστερα θα γυρίσω και θα τα διηγούμαι στα άλλα καβουράκια κι όλοι θα με θαυμάζουν, για το θαρραλέο κατόρθωμά μου! Αλλά δεν θα το πω σε κανέναν δικό μου. Σίγουρα θα προσπαθήσουν να με εμποδίσουν οι φοβητσιάρηδες!».
Μ΄ αυτές τις σκέψεις άρχισε να απομακρύνεται από τη θάλασσα. Με πολλή δυσκολία σκαρφάλωνε στα βουναλάκια της αμμουδιάς. Σε λίγο η θάλασσα είχε χαθεί από τα μάτια του. Δεν πατούσε πια σε έδαφος αμμουδερό, αλλά σε έδαφος τραχύ με πέτρες και χόρτα. Τα φυτά γύρω του ψήλωναν. Το τοπίο ήταν πρωτόγνωρο.
Ο κάβουρας στην αρχή ήταν ενθουσιασμένος. Σιγά-σιγά όμως οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Τα στραβοποδαράκια του ήταν κατάκοπα. Δεν έβρισκε τίποτα να φάει. Δεν έβρισκε νερό να δροσιστεί. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, αισθάνεται ένα απότομο σφίξιμο κι έναν φοβερό πόνο. Το καύκαλό του σπάζει, καθώς μια αλεπού τον χώνει βιαστικά στο στόμα της, ευτυχισμένη από τον ανέλπιστο μεζέ, που βρέθηκε μπροστά της.
Πριν ξεψυχήσει, ο κάβουρας μουρμούρισε: «Καλά να πάθω! Άφησα την ασφάλεια της θάλασσάς μου και ξεκίνησα να εξερευνήσω τη στεριά!».
Στο καινούριο και στο άγνωστο κρύβονται συχνά κίνδυνοι θανάσιμοι. Ας μην ξεφεύγουμε εύκολα κι απερίσκεπτα από την ασφάλεια του γνωστού περιβάλλοντός μας, στο οποίο είναι περισσότερο εξασφαλισμένη η προστασία μας.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Οι δυο ζητιάνοι


Στην είσοδο μιας εκκλησίας, κάθε Κυριακή, κάθονταν δύο ζητιάνοι, ένας σε κάθε πλευρά της εντυπωσιακής πρόσοψης του παλιού κτιρίου.
Γύρω στο μεσημέρι, όταν οι ενορίτες έβγαιναν από τη λειτουργία, οι δύο κακομοίρηδες άρχιζαν τις ικεσίες,  ο καθένας τη δική του.
- Λίγη ελεημοσύνη για τον φτωχό χριστιανό, που δεν έχει να φάει, έλεγε ο ένας.
- Λίγη ελεημοσύνη για τον φτωχό Εβραίο, που πεινάει και κρυώνει, κλαψούριζε ο άλλος, είκοσι μέτρα μακρύτερα.
Σχεδόν όλοι όσοι έβγαιναν από την εκκλησία, μόλις άκουγαν τους θρήνους και τις ικεσίες τους, πλησίαζαν τον χριστιανό ζητιάνο και, με πολλή φυσικότητα, άφηναν ένα νόμισμα στο καπέλο του. Ελάχιστοι μόνο άφηναν από ένα νόμισμα στα καπέλα και των δύο.
Αυτό επαναλαμβανόταν κάθε Κυριακή. Ήταν προφανές, ότι ο χριστιανός ζητιάνος έπαιρνε πολύ περισσότερη βοήθεια από τον άλλον.
Ο παπάς της εκκλησίας ήταν άνθρωπος με πολύ καλή καρδιά και είχε παρατηρήσει με θλίψη, αυτό που συνέβαινε.
Στο κυριακάτικο κήρυγμά του είχε παρακαλέσει πάνω από μία φορά, αυτούς που μπορούσαν να προσφέρουν βοήθεια, να το έκαναν χωρίς διακρίσεις. Έτσι, προσπαθούσε να βοηθήσει όχι μόνο την ενορία του στην πνευματική της εξέλιξη, αλλά και τους ζητιάνους του ναού.
Μια Κυριακή, όταν όλος ο κόσμος είχε φύγει, ο ίδιος ο παπάς βγήκε στην πόρτα και πλησιάζοντας τον χριστιανό, του άφησε ένα νόμισμα στο καπέλο, καθώς έκανε το σημάδι του σταυρού. Μετά, διέσχισε την πρόσοψη κι άφησε ένα νόμισμα και στο καπέλο του Εβραίου.
- Ευχαριστώ πολύ, πάτερ, είπε ο άνθρωπος.
- Μπορώ να σου πω κάτι γιε μου;

- Ναι πάτερ.
- Εμένα δεν με πειράζει, να ζητάς ελεημοσύνη στην πόρτα του ναού και είμαι βέβαιος,ότι ούτε και τους ενορίτες μου τους πειράζει. Δε θα ήταν καλύτερα για σένα αν ζητιάνευες έξω από μία συναγωγή; Ή, τουλάχιστον, δε θα ήταν καλύτερα, όταν είσαι εδώ, να ζητάς ελεημοσύνη χωρίς να αναφέρεις τη θρησκεία σου;
-  Θα το σκεφτώ, πάτερ, ευχαριστώ!
- Παρακαλώ , γιε μου, είπε ο παπάς,  ο Θεός να σε ευλογεί!
Ο παπάς μπήκε στο ναό κλείνοντας πίσω του την παλιά ξύλινη πόρτα.
Ο χριστιανός στράφηκε στον άλλον και του είπε:

- Καλός  άνθρωπος, ε;
Ο άλλος ζητιάνος τον κοίταξε δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού προς την πόρτα που είχε μόλις κλείσει και του είπε:

- Ναι , Σαμουέλ. Αλλά δε θα μας μάθει εμάς πώς να στήνουμε επιχειρήσεις… ε;

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

Το πεζοδρόμιο του γείτονα


Έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα στο πεζοδρόμιο του γείτονα. Γεμάτο χώμα, ξερά φύλλα, πεταμένα χαρτάκια, σβησμένες γόπες. Και ύστερα με κρυφό καμάρι γύρισε στο δικό του, καθαρό, φρεσκοσκουπισμένο, νοικοκυρεμένο πεζοδρόμιο. Θαύμασε την διαφορά.
Ο καθένας κάνει τις επιλογές του, σκέφτηκε. Δεν μπορεί να κάνει με το ζόρι νοικοκύρη τον γείτονα! Μάζεψε τη σκούπα και το φαράσι με ιδρωμένο μέτωπο αλλά με την συνείδηση ήσυχη.
Λίγη ώρα αργότερα ένα ελαφρύ καλοκαιρινό βοριαδάκι έφερε τα πάνω, κάτω. Όλα τα σκουπίδια από το πεζοδρόμιο του γείτονα στροβιλίστηκαν λίγο και ύστερα στρογγυλοκάθισαν αναπαυτικά στο δικό του πεζοδρόμιο! Άδικα το καμάρι, άδικος ο κόπος και ο χρόνος που έχασε. Τι κρίμα!
Προβληματίστηκε. Για να είναι καθαρό το πεζοδρόμιο μπροστά στο σπίτι μου, σκέφτηκε, δεν αρκεί μόνο να το σκουπίσω. Δεν είναι περιφραγμένο, για να εξαρτάται η καθαριότητά του αποκλειστικά από εμένα. Υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, που μπορεί να ανατρέψουν ότι εγώ με τόση επιμέλεια φρόντισα. Κι αυτούς είναι καλό να τους έχουμε πάντα υπόψη μας. Να τους ερευνούμε, να επιδιώκουμε κατά το δυνατόν, να τους αντιμετωπίζουμε. Διαφορετικά θα βρισκόμαστε συχνά μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις.
Κι ας έχουμε στο νου μας ότι, όπως τα πεζοδρόμια δεν είναι απομονωμένα και η καθαριότητα του ενός επηρεάζει την καθαριότητα του άλλου, έτσι συμβαίνει και στην ζωή.
Αρκεί ένα ελαφρύ βοριαδάκι για να μεταφέρει τα ξένα σκουπίδια στην δική μας καρδιά και τότε άδικα το καμάρι, κρίμα στον κόπο μας!
Ας διευρύνουμε τους ορίζοντες μας. Κι ας συνειδητοποιήσουμε ότι δουλεύοντας για την αναβάθμιση του συνόλου, δουλεύουμε συγχρόνως για την οικογένειά μας και για εμάς τους ίδιους. Προσφέροντας στην κοινωνία, ευεργετούμε το δικό μας σπίτι. Σκορπώντας φως και αγάπη στον κόσμο, η ωφέλεια έρχεται πρώτα σε εμάς. Ανεβάζοντας το επίπεδο της τοπικής ή ευρύτερης κοινωνίας μας, βοηθάμε τα δικά μας παιδιά να ζήσουν σε καλύτερες συνθήκες.
Η κοινωνία και εμείς είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία, δίνουμε και ταυτόχρονα παίρνουμε, προσφέρουμε και ταυτόχρονα εισπράττουμε.