Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020


Λίγο πιο βαθιά, πιο βαθιά.
( Μια ιστορία του Osho )



Ένας άνθρωπος, χωρίς οικογένεια, για να ζήσει, δούλευε σκληρά, κόβοντας ξύλα στο δάσος, τα οποία τα πουλούσε. Τα χρήματα που έπαιρνε ίσα που του έφταναν, για να επιβιώσει.
Κάθε μέρα στο δάσος περνούσε από έναν μυστικιστή που καθόταν κάτω από ένα δένδρο. Και όπως συμβαίνει στην ανατολική παράδοση, άγγιζε τα πόδια του μυστικιστή, έπαιρνε την ευλογία του. και πήγαινε στη δουλειά του.
Ο μυστικιστής άρχισε να λυπάται τον άνδρα. Μια μέρα είπε:
- Αν πας λίγο πιο βαθιά μέσα στο δάσος, μπορείς να βρεις ένα ορυχείο χαλκού. Και μόνο η δουλειά μιας ημέρας, βγάζοντας τον χαλκό, θα είναι αρκετή, για να εξασφαλίσεις φαγητό για επτά ημέρες. Έχε την περιέργεια και προχώρησε λίγο πιο μέσα στο δάσος.
Ο άνδρας γνωρίζοντας πως ο μυστικιστής ήταν πάντα κάτω από το δένδρο, ήταν επιφυλακτικός στο να πιστέψει την πληροφορία της ύπαρξης του ορυχείου χαλκού. Τελικά όμως περίεργος προχώρησε μέσα στο δάσος, βρήκε το ορυχείο, δούλεψε για μια μέρα και τον χαλκό που έβγαλε, τον πούλησε κι εξασφάλισε τροφή για επτά μέρες.
Ξεκουράστηκε και μετά από μια βδομάδα όταν επέστρεψε, έδειχνε λίγο καλύτερα, πιο υγιής, λίγο πιο νέος. Άγγιξε τα πόδια του μυστικιστή και είπε:
- Αυτή τη φορά αγγίζω τα πόδια σου όχι μόνο λόγω παράδοσης, αλλά επειδή είμαι πραγματικά ευγνώμων για την αποκάλυψη του ορυχείου σε εμένα!
- Αν πας λίγο πιο βαθιά στο δάσος, θα βρεις ένα ορυχείο ασημιού. Η δουλειά μιας ημέρας θα είναι αρκετή ώστε να σου εξασφαλίσει φαγητό για έναν μήνα, του είπε ο μυστικιστής.
Ο μυστικιστής είχε αποδειχτεί σωστός την πρώτη φορά και ο άνδρας είχε λιγότερες επιφυλάξεις, σε σχέση με αυτό, που του αποκάλυψε. Πήγε λίγο πιο βαθιά, και βρήκε ένα ορυχείο ασημιού. Μάζεψε λίγο ασήμι, και ήταν στα αλήθεια αρκετό, ώστε να του εξασφαλίσει φαγητό για έναν μήνα.
Μετά από έναν μήνα ήρθε και έπεσε στα πόδια του μυστικιστή και είπε:
- Είμαι πραγματικά ευγνώμων και λυπάμαι που υπήρξαν στιγμές, που αμφισβήτησα την ορθότητα, όσων μου είπες.
- Ακόμη δεν με έχεις καταλάβει. Πήγαινε λίγο πιο βαθιά στο δάσος, του είπε πάλι ο μυστικιστής.
- Για ποιο λόγο; Με δουλειά μιας ημέρας εξασφαλίζω πολυτελή ζωή ενός μήνα!
- Δεν ξέρεις τι είναι η πολυτέλεια. Προχώρησε λίγο πιο πέρα και θα βρεις ένα χρυσωρυχείο, τον προέτρεψε ο μυστικιστής..
Ο ξυλοκόπος προχώρησε πιο βαθιά στο δάσος και πραγματικά βρήκε το χρυσωρυχείο. Με το χρυσάφι που έβγαλε με δουλειά μιας μέρας, εξασφάλιζε την διαβίωσή του για έναν ολόκληρο χρόνο!
Όταν ο πρώην ξυλοκόπος ήρθε στον μυστικιστή μετά από έναν χρόνο, έμοιαζε με έναν τελείως διαφορετικό άνθρωπο, όμορφα ρούχα, όμορφα παπούτσια και σίγουρα φαινόταν πιο νέος και πιο υγιής. Ο μυστικιστής χρειάστηκε λίγη ώρα για να αναγνωρίσει, πως αυτός ήταν ο γέρο-ξυλοκόπος. Είπε:
- Λοιπόν, τα πράγματα πηγαίνουν καλά;
- Πηγαίνουν τρομερά καλά, απάντησε ο άνδρας, αλλά χθες το βράδυ σκέφτηκα, πως ίσως να υπάρχει κάτι ακόμη πιο πολύτιμο βαθύτερα μέσα στο δάσος.
- Τώρα, επιτέλους, κατάφερα να φτάσω στην καρδιά σου, είπε ο μυστικιστής. Τώρα έχεις ελπίδα, τώρα έχεις ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Ναι, υπάρχει κάτι πιο βαθιά στο δάσος, ένα αδαμαντωρυχείο!.
- Μα γιατί δεν το είπες από την αρχή, ώστε να μη χάσω τον χρόνο μου με τον χαλκό, το ασήμι και τον χρυσό;
- Δεν θα με είχες πιστέψει, δεν θα με είχες εμπιστευτεί, είπε ο μυστικιστής. Δεν θα είχες πάει αν σου έλεγα για διαμάντια. Έπρεπε να σε οδηγήσω σιγά-σιγά. Τώρα ήρθες από μόνος σου να με ρωτήσεις και αυτό είναι καλό σημάδι, επειδή δείχνει, πως παρά το γεγονός ότι ζεις πολυτελέστατα, δεν είσαι ικανοποιημένος, ευχαριστημένος.
Ο ξυλοκόπος προχώρησε ακόμη πιο βαθιά στο δάσος, ανακάλυψε το αδαμαντωρυχείο κι επιστρέφοντας στον μυστικιστή, άγγιξε τα πόδια του και του είπε:
- Ίσως είναι η τελευταία φορά που αγγίζω τα πόδια σου, επειδή μάλλον δεν πρόκειται να έρθω σε σένα άλλη φορά. Αυτά τα διαμάντια μου φτάνουν για να ζήσω πλούσια κι άνετα όλη μου τη ζωή!
Ο μυστικιστής είπε:
- Πίστεψέ με πως υπάρχει κάτι ακόμη καλύτερο από τα διαμάντια, ακόμη περισσότερο βαθιά στο δάσος. Μπορείς να έρθεις, τουλάχιστον ακόμη μια φορά να με δεις και θα σου αποκαλύψω και θα σου δώσω αυτό που υπάρχει, χωρίς να χρειαστεί να πας εσύ στο δάσος!
Ο ξυλοκόπος απομακρύνθηκε. Εκείνο το βράδυ όμως δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι, σκεπτόμενος αυτά που του είπε ο μυστικιστής. Παρά το γεγονός πως πλέον είχε τα μέσα, για να περάσει όλη του την ζωή με πλούτη, τον έκαιγε η περιέργεια για αυτό που του υποσχέθηκε να του αποκαλύψει ο μυστικιστής.
Μόλις ξημέρωσε η επόμενη ημέρα ήρθε. Ο μυστικιστής καθόταν με τα μάτια του κλειστά, αυτό γινόταν για πρώτη φορά. Ο ξυλοκόπος άγγιξε τα πόδια του, αλλά ο μυστικιστής έμοιαζε με άγαλμα. Δεν κουνήθηκε, δεν έλαβε την ευγνωμοσύνη του, δεν τον ευλόγησε!
Ο ξυλοκόπος ταρακούνησε τον μυστικιστή.
- Τι συμβαίνει, υποσχέθηκες πως θα μου αποκάλυπτες, κάτι που βρίσκεται πιο πέρα.
- Αυτό σου δείχνω. Πέρα από τα διαμάντια βρίσκεται το ίδιο σου το είναι, λίγο πιο πέρα. Αν δεν ανακαλύψεις το ορυχείο του είναι σου, δεν έχεις βρει τίποτε!
Ο ξυλοκόπος είπε:
- Τώρα καταλαβαίνω γιατί κάθεσαι πάντα εδώ, κάτω από αυτό το δένδρο, χωρίς να ασχολείσαι ποτέ με διαμάντια. Τώρα θα καθίσω δίπλα σου κάτω από αυτό το δένδρο, μέχρι να βρω αυτό το ορυχείο, για το οποίο μιλάς. Είναι πολύ δύσκολο να πηγαίνω λίγο πιο βαθιά, λίγο πιο βαθιά μέσα μου. Ήταν πολύ εύκολο να προχωράω λίγο πιο βαθιά μέσα στο δάσος, αλλά τώρα αλλάζεις όλη την κατεύθυνση.
Ενώ ο ξυλοκόπος καθόταν σιωπηλά στο δάσος μαζί με τον μυστικιστή και διαποτιζόταν με την παρουσία του, τη σιωπή του, τη στοργικότητά του πέρασε όλη η ημέρα και όταν ο ήλιος έδυε ο άνδρας σάστισε. Άνοιξε τα μάτια του. Είπε:
- Έπρεπε να μου το είχες πει νωρίτερα όταν περνούσα από εδώ. Για χρόνια έκοβα ξύλα, κουβαλούσα το φορτίο στους ώμους μου και εσύ απλά καθόσουν εδώ και απολάμβανες αυτήν την εσωτερική αίσθηση, αυτήν την εσωτερική χαρά, και δεν μου το έλεγες!
- Δεν θα με είχες ακούσει. Πρώτα χρειάζονται τα διαμάντια.Τα διαμάντια χρειάζονται για να μπορείς να ικανοποιείς τις ανάγκες του σώματος και του πνεύματος, επειδή χωρίς υλικά αγαθά αδυνατείς να καλύψεις τις ανάγκες σου. Τώρα μπορείς να πας σπίτι, επειδή αντιλήφθηκες πως το ορυχείο των θησαυρών σου βρίσκεται μέσα σου. Απλά να θυμάσαι ένα πράγμα, να προχωράς συνεχώς, μη σταματήσεις ποτέ. Δεν υπάρχει τέρμα, επειδή κάθε τέρμα είναι θάνατος!
Ίσως να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε κάτι καλύτερο από εκείνο, που έχουν ονειρευτεί όλες οι ουτοπίες του κόσμου, αλλά η ουτοπία θα υπάρχει πάντα στον ορίζοντα, ο οποίος μοιάζει να βρίσκεται τόσο κοντά, ώστε θα μπορούσαμε να φτάσουμε αυτή τη στιγμή, μέσα στην επόμενη ώρα, στο σημείο που η γη αγγίζει τον ουρανό. Αλλά καθώς πλησιάζουμε τον ορίζοντα, ο ορίζοντας συνεχώς απομακρύνεται, η απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τον ορίζοντα παραμένει πάντα η ίδια.
Και αυτό είναι όλο το μυστικό της ανάπτυξης και της εξέλιξης!

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Το άγνωστο κρύβει κινδύνους


Ζούσε κάποτε σε μια όμορφη ακρογιαλιά ένας νεαρός κάβουρας. Η ζωή του κυλούσε γαλήνια κι ασφαλής. Μπαινόβγαινε στη θάλασσα, έβρισκε εύκολα την τροφή του, χωνόταν στη ζεστή άμμο και προστατευόταν από τους εχθρούς του, έπαιζε με τα αδέρφια και τους φίλους του, τα άλλα καβουράκια αλλά και τα ψαράκια και τα στρείδια κι όλα τα θαλασσινά ζωάκια.
Ένα πρωινό όμως αισθάνθηκε πολύ βαριεστημένος. «Πάλι τα ίδια θα κάνω σήμερα; Πάλι με το νερό θα παίζω;» σκέφτηκε. «Τι καλά θα ήταν να κάνω μια εκδρομή μακριά από τη θάλασσα! Να γνωρίσω τι βρίσκεται πίσω από τους αμμόλοφους! Ίσως συναντήσω καινούριους φίλους! Ίσως ανακαλύψω κάτι πολύ όμορφο και συναρπαστικό! Κι ύστερα θα γυρίσω και θα τα διηγούμαι στα άλλα καβουράκια κι όλοι θα με θαυμάζουν, για το θαρραλέο κατόρθωμά μου! Αλλά δεν θα το πω σε κανέναν δικό μου. Σίγουρα θα προσπαθήσουν να με εμποδίσουν οι φοβητσιάρηδες!».
Μ΄ αυτές τις σκέψεις άρχισε να απομακρύνεται από τη θάλασσα. Με πολλή δυσκολία σκαρφάλωνε στα βουναλάκια της αμμουδιάς. Σε λίγο η θάλασσα είχε χαθεί από τα μάτια του. Δεν πατούσε πια σε έδαφος αμμουδερό, αλλά σε έδαφος τραχύ με πέτρες και χόρτα. Τα φυτά γύρω του ψήλωναν. Το τοπίο ήταν πρωτόγνωρο.
Ο κάβουρας στην αρχή ήταν ενθουσιασμένος. Σιγά-σιγά όμως οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Τα στραβοποδαράκια του ήταν κατάκοπα. Δεν έβρισκε τίποτα να φάει. Δεν έβρισκε νερό να δροσιστεί. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, αισθάνεται ένα απότομο σφίξιμο κι έναν φοβερό πόνο. Το καύκαλό του σπάζει, καθώς μια αλεπού τον χώνει βιαστικά στο στόμα της, ευτυχισμένη από τον ανέλπιστο μεζέ, που βρέθηκε μπροστά της.
Πριν ξεψυχήσει, ο κάβουρας μουρμούρισε: «Καλά να πάθω! Άφησα την ασφάλεια της θάλασσάς μου και ξεκίνησα να εξερευνήσω τη στεριά!».
Στο καινούριο και στο άγνωστο κρύβονται συχνά κίνδυνοι θανάσιμοι. Ας μην ξεφεύγουμε εύκολα κι απερίσκεπτα από την ασφάλεια του γνωστού περιβάλλοντός μας, στο οποίο είναι περισσότερο εξασφαλισμένη η προστασία μας.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Οι δυο ζητιάνοι


Στην είσοδο μιας εκκλησίας, κάθε Κυριακή, κάθονταν δύο ζητιάνοι, ένας σε κάθε πλευρά της εντυπωσιακής πρόσοψης του παλιού κτιρίου.
Γύρω στο μεσημέρι, όταν οι ενορίτες έβγαιναν από τη λειτουργία, οι δύο κακομοίρηδες άρχιζαν τις ικεσίες,  ο καθένας τη δική του.
- Λίγη ελεημοσύνη για τον φτωχό χριστιανό, που δεν έχει να φάει, έλεγε ο ένας.
- Λίγη ελεημοσύνη για τον φτωχό Εβραίο, που πεινάει και κρυώνει, κλαψούριζε ο άλλος, είκοσι μέτρα μακρύτερα.
Σχεδόν όλοι όσοι έβγαιναν από την εκκλησία, μόλις άκουγαν τους θρήνους και τις ικεσίες τους, πλησίαζαν τον χριστιανό ζητιάνο και, με πολλή φυσικότητα, άφηναν ένα νόμισμα στο καπέλο του. Ελάχιστοι μόνο άφηναν από ένα νόμισμα στα καπέλα και των δύο.
Αυτό επαναλαμβανόταν κάθε Κυριακή. Ήταν προφανές, ότι ο χριστιανός ζητιάνος έπαιρνε πολύ περισσότερη βοήθεια από τον άλλον.
Ο παπάς της εκκλησίας ήταν άνθρωπος με πολύ καλή καρδιά και είχε παρατηρήσει με θλίψη, αυτό που συνέβαινε.
Στο κυριακάτικο κήρυγμά του είχε παρακαλέσει πάνω από μία φορά, αυτούς που μπορούσαν να προσφέρουν βοήθεια, να το έκαναν χωρίς διακρίσεις. Έτσι, προσπαθούσε να βοηθήσει όχι μόνο την ενορία του στην πνευματική της εξέλιξη, αλλά και τους ζητιάνους του ναού.
Μια Κυριακή, όταν όλος ο κόσμος είχε φύγει, ο ίδιος ο παπάς βγήκε στην πόρτα και πλησιάζοντας τον χριστιανό, του άφησε ένα νόμισμα στο καπέλο, καθώς έκανε το σημάδι του σταυρού. Μετά, διέσχισε την πρόσοψη κι άφησε ένα νόμισμα και στο καπέλο του Εβραίου.
- Ευχαριστώ πολύ, πάτερ, είπε ο άνθρωπος.
- Μπορώ να σου πω κάτι γιε μου;

- Ναι πάτερ.
- Εμένα δεν με πειράζει, να ζητάς ελεημοσύνη στην πόρτα του ναού και είμαι βέβαιος,ότι ούτε και τους ενορίτες μου τους πειράζει. Δε θα ήταν καλύτερα για σένα αν ζητιάνευες έξω από μία συναγωγή; Ή, τουλάχιστον, δε θα ήταν καλύτερα, όταν είσαι εδώ, να ζητάς ελεημοσύνη χωρίς να αναφέρεις τη θρησκεία σου;
-  Θα το σκεφτώ, πάτερ, ευχαριστώ!
- Παρακαλώ , γιε μου, είπε ο παπάς,  ο Θεός να σε ευλογεί!
Ο παπάς μπήκε στο ναό κλείνοντας πίσω του την παλιά ξύλινη πόρτα.
Ο χριστιανός στράφηκε στον άλλον και του είπε:

- Καλός  άνθρωπος, ε;
Ο άλλος ζητιάνος τον κοίταξε δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού προς την πόρτα που είχε μόλις κλείσει και του είπε:

- Ναι , Σαμουέλ. Αλλά δε θα μας μάθει εμάς πώς να στήνουμε επιχειρήσεις… ε;

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

Το πεζοδρόμιο του γείτονα


Έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα στο πεζοδρόμιο του γείτονα. Γεμάτο χώμα, ξερά φύλλα, πεταμένα χαρτάκια, σβησμένες γόπες. Και ύστερα με κρυφό καμάρι γύρισε στο δικό του, καθαρό, φρεσκοσκουπισμένο, νοικοκυρεμένο πεζοδρόμιο. Θαύμασε την διαφορά.
Ο καθένας κάνει τις επιλογές του, σκέφτηκε. Δεν μπορεί να κάνει με το ζόρι νοικοκύρη τον γείτονα! Μάζεψε τη σκούπα και το φαράσι με ιδρωμένο μέτωπο αλλά με την συνείδηση ήσυχη.
Λίγη ώρα αργότερα ένα ελαφρύ καλοκαιρινό βοριαδάκι έφερε τα πάνω, κάτω. Όλα τα σκουπίδια από το πεζοδρόμιο του γείτονα στροβιλίστηκαν λίγο και ύστερα στρογγυλοκάθισαν αναπαυτικά στο δικό του πεζοδρόμιο! Άδικα το καμάρι, άδικος ο κόπος και ο χρόνος που έχασε. Τι κρίμα!
Προβληματίστηκε. Για να είναι καθαρό το πεζοδρόμιο μπροστά στο σπίτι μου, σκέφτηκε, δεν αρκεί μόνο να το σκουπίσω. Δεν είναι περιφραγμένο, για να εξαρτάται η καθαριότητά του αποκλειστικά από εμένα. Υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, που μπορεί να ανατρέψουν ότι εγώ με τόση επιμέλεια φρόντισα. Κι αυτούς είναι καλό να τους έχουμε πάντα υπόψη μας. Να τους ερευνούμε, να επιδιώκουμε κατά το δυνατόν, να τους αντιμετωπίζουμε. Διαφορετικά θα βρισκόμαστε συχνά μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις.
Κι ας έχουμε στο νου μας ότι, όπως τα πεζοδρόμια δεν είναι απομονωμένα και η καθαριότητα του ενός επηρεάζει την καθαριότητα του άλλου, έτσι συμβαίνει και στην ζωή.
Αρκεί ένα ελαφρύ βοριαδάκι για να μεταφέρει τα ξένα σκουπίδια στην δική μας καρδιά και τότε άδικα το καμάρι, κρίμα στον κόπο μας!
Ας διευρύνουμε τους ορίζοντες μας. Κι ας συνειδητοποιήσουμε ότι δουλεύοντας για την αναβάθμιση του συνόλου, δουλεύουμε συγχρόνως για την οικογένειά μας και για εμάς τους ίδιους. Προσφέροντας στην κοινωνία, ευεργετούμε το δικό μας σπίτι. Σκορπώντας φως και αγάπη στον κόσμο, η ωφέλεια έρχεται πρώτα σε εμάς. Ανεβάζοντας το επίπεδο της τοπικής ή ευρύτερης κοινωνίας μας, βοηθάμε τα δικά μας παιδιά να ζήσουν σε καλύτερες συνθήκες.
Η κοινωνία και εμείς είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία, δίνουμε και ταυτόχρονα παίρνουμε, προσφέρουμε και ταυτόχρονα εισπράττουμε.

Κυριακή 12 Ιουλίου 2020

Ο Ψευτογιατρός


Ο Νώντας από μικρό παιδί ήθελε να σπουδάσει ιατρική. Σαν μαθητής όμως δεν είχε κλίση στις θετικές επιστήμες και λόγω του ότι ο πατέρας του ήταν μεγαλοδικηγόρος, τελικά αναγκάσθηκε να δώσει εξετάσεις στη νομική σχολή και να διαδεχθεί στο επάγγελμα τον πατέρα, συνεχίζοντας έτσι την οικογενειακή παράδοση.
Το μεράκι όμως για ιατρική του έμεινε. Δεν άφηνε ιατρικό άρθρο ή είδηση στις εφημερίδες, που να μη τα μελετούσε με ιδιαίτερη προσοχή. Κρατούσε αρχειοθετημένα όλα τα ένθετα των εφημερίδων και τα περιοδικά με ιατρικό περιεχόμενο, που έπεφταν στα χέρια του. Έτρεχε σε ιατρικές διαλέξεις για το κοινό και παρακολουθούσε με θρησκευτική ευλάβεια όλες τις εκπομπές για την υγεία στη τηλεόραση και ραδιόφωνο. 

Η έλευση του διαδικτύου τον είχε ενθουσιάσει. Ανακάλυψε όλες τις διευθύνσεις με ιατρικές πληροφορίες για το κοινό αλλά και μερικές για επαγγελματίες υγείας και ρουφούσε κυριολεκτικά την επεξεργασμένη γνώση, που ήταν διαθέσιμη.
Ο Νώντας με τη πάροδο του χρόνου με τις γνώσεις που είχε αποκτήσει, ένοιωσε αρκετά σοφός και έμπειρος και άρχισε να συμβουλεύει τους γύρω του για διάφορα προβλήματα υγείας με την αυτοπεποίθηση και το κύρος ενός επαγγελματία λειτουργού του Ιπποκράτη. Αυτό είχε σαν άμεση συνέπεια πολλοί γνωστοί του να προστρέχουν στις «ιατρικές» του γνώσεις και ο Νώντας να αποκτήσει το προσωνύμιο «Ο γιατρός», που όταν το άκουγε ένοιωθε πολύ μεγαλύτερη ικανοποίηση, απ’ ότι όταν τον αποκαλούσαν με την πραγματική επαγγελματική του ιδιότητα του δικηγόρου.
Ο Νώντας παρ’ όλο ότι ασχολιόταν με τα ιατρικά, δεν ήταν υποχόνδριος σε θέματα υγείας. Πέρα από τα μικροκρυολογήματα δεν είχε αρρωστήσει ποτέ σοβαρά μιας, όπως και ο ίδιος έλεγε σε φίλους και γνωστούς, ακολουθούσε ένα εξαιρετικά υγιεινό τρόπο ζωής «προλαμβάνοντας παρά θεραπεύοντας», όπως τόνιζε σε κάθε ευκαιρία.
Εκείνο το πρωί ο Νώντας ξύπνησε με ένα έντονο πόνο στο στήθος. Έτρεξε στο μπάνιο, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του, ότι ήταν κάτι παροδικό. Ο πόνος όμως δεν υποχωρούσε, παρά το ζεστό μπάνιο που έκανε. Σκέφθηκε εντατικά τις πιθανές διαγνώσεις και ο φόβος για κάποιο καρδιακό επεισόδιο, άρχισε να φωλιάζει μέσα του.
Η ανησυχία του ήταν μεγάλη και δεν μπορούσε να σκεφθεί καθαρά. Αυτός που είχε συμβουλεύσει χιλιάδες γνωστούς του, τώρα δεν μπορούσε να βοηθήσει τον εαυτό του!
Χαιρέτισε βιαστικά τη γυναίκα του, χωρίς να της πει τίποτε και στο αυτοκίνητο πήρε από το κινητό του ένα φίλο του γιατρό και έκλεισε ένα ραντεβού, να εξετασθεί άμεσα.
Ο Νώντας μπήκε στο ιατρείο με φούρια.
-Γεια σου γιατρέ, χαιρέτισε το φίλο του.
-Γεια σου κ. συνάδελφε, του απάντησε ειρωνικά αυτός. Τι συμβαίνει;
- Είναι ένας νυγμώδης πόνος στο αριστερό ημιθωράκιο , περιοδικός, εντοπισμένος, που πολλές φορές επιτείνεται με την αναπνοή και μου προκαλεί ένα αίσθημα επικείμενου θανάτου, περιέγραψε με επαγγελματική ακρίβεια το σύμπτωμά του ο Νώντας. Νομίζω συνέχισε, ότι μπορεί να οφείλεται σε ισχαιμία του μυοκαρδίου, σε περιαρθρίτιδα του αριστερού ώμου η σε υποκλινικό ακόμη έρπη ζωστήρα.
Ο γιατρός δεν απάντησε. Τον εξέτασε προσεκτικά, του πήρε τη πίεση και του έκανε και ένα καρδιογράφημα. Ο Νώντας γεμάτος αγωνία τον ρώτησε όταν τελείωσε.
-Τι είναι απ’ όλα αυτά γιατρέ μου.
-Μεσοπλεύριος νευραλγία και οπωσδήποτε τίποτα απ’ αυτά τα σοβαρά που μου αράδιασες, του απάντησε ο γιατρός. Περιόρισε τους καφέδες και την ένταση στη ζωή σου.
Στην επιστροφή ο Νώντας ένοιωθε σαν παιδάκι. Άρχισε να σιγοτραγουδάει περπατώντας με βήμα ζωηρό που εναλλασσόταν με μικρά πηδηματάκια. Σταμάτησε όταν άκουσε το όνομά του. Ήταν ο γείτονας του ο Βρασίδας, που φαινόταν χλωμός και ανήσυχος.
– Νώντα μου ευτυχώς που σε βρήκα του είπε. Ξέρεις, από εχθές το βράδυ έχω αυτό το πόνο στη κοιλιά, που με βασανίζει και…
Ο Νώντας τον διέκοψε λέγοντάς του:
-Δεν υπάρχουν γιατροί ρε Βρασίδα; Τι τα λες σ’ εμένα; Τρελάθηκες; Άντε σε κάνα γιατρό της προκοπής να σ' εξετάσει, να βρεις κι εσύ την υγειά σου!

Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

Ο Τάκης


Όταν ήμουν στην Έκτη Δημοτικού έγινε κάτι μαγικό, γνώρισα τον Τάκη! Ο Τάκης ήταν ένα παιδί με ειδικές ανάγκες, κάποια χρόνια μεγαλύτερος μου. Ήταν η μασκότ της περιοχής με την κακή, κάκιστη έννοια. Τα παιδιά τον κορόιδευαν, Οι μεγάλοι τον κορόιδευαν, όλοι τον κορόιδευαν και τον περιγελούσαν κι έκαναν πλάκα με τον Τάκη!
Με τον τρόπο που μιλούσε ή προσπαθούσε να μιλήσει, με τις άναρθρες κραυγές του, με τις άτσαλες κινήσεις και τους μανιερισμούς του, με το γέλιο του και το ορθάνοιχτο στόμα του.
Κι εκείνος γελούσε ακόμη περισσότερο, προκαλώντας ακόμη περισσότερο τις κοροϊδίες και τα πειράγματα.
Ήταν η πρώτη ημέρα στην Έκτη τάξη και θυμάμαι την μαμά του Τάκη, να τον κρατά από το χέρι ολόκληρο άντρα και να μιλά με το δάσκαλο.
Έκλαιγε, έκλαιγε γοερά και θυμάμαι μια φράση που άκουσα στα κλεφτά “Θα γονατίσω εδώ μπροστά σας, να σας φιλήσω τα πόδια. Σας ικετεύω, σας παρακαλώ, σας παρακαλώ”….
Δεν το ήξερα τότε, μα έβλεπα μια Ικέτιδα.
Αμέσως μετά ο Τάκης μπήκε στην τάξη με το δάσκαλο κι έγινε χαμός. Γέλια, φωνές, λες κι ήρθε το τσίρκο.
Ο δάσκαλος δεν μας μάλωσε, δεν είπε τίποτε, έβαλε τον Τάκη να καθίσει στο πρώτο θρανίο και μας ανακοίνωσε, πως κάθε λίγες ημέρες ένα νέο παιδί από όλους εμάς θα καθόταν δίπλα στον Τάκη και θα είχε την ευθύνη του, έτσι ώστε ο Τάκης να μην χάνει τα μαθήματα, να βρίσκει τα μολύβια και να μαζεύει τα πράγματα του, να έχει βοήθεια στο διάβασμα.
Φρίξαμε!
Θα καθόμασταν μαζί με τον Τάκη;
Μα ο Τάκης έχει σάλια. “Θα του μάθετε να τα σκουπίζει.”
Μα ο Τάκης μας πειράζει, μας χτυπάει, μας ενοχλεί.
“Θα σταματήσετε να τον πειράζετε, να τον χτυπάτε, να τον ενοχλείτε.”
Μα ο Τάκης δεν ξέρει να διαβάζει καν…
”Θα τον βοηθήσετε εσείς, να μάθει να διαβάζει.”
Κι έτσι εκείνη η τάξη στην Έκτη Δημοτικού εκείνη την αξέχαστη χρονιά ανέλαβε τον Τάκη.
Κάθισα κι εγώ μαζί του σαν ήρθε η σειρά μου και τον θυμάμαι τόσο χαρούμενο και γελαστό, τόσο γενναιόδωρο για τη βοήθεια, τόσο αγωνιστή και τόσο ευτυχισμένο για πρώτη φορά!
Θυμάμαι να προσπαθώ να τον κάνω να πει το όνομα μου κι όταν τα κατάφερε τι απίθανο ήταν εκείνο το χειροκρότημα και το άναρθρο δυνατό του γέλιο με το λαμπερό πρόσωπο, θα μου μείνει αξέχαστο!
Στο τέλος της χρονιάς ο Τάκης είχε μάθει να διαβάζει, μάζευε τα πράγματα του και πάντα ερχόταν προετοιμασμένος για την επόμενη ημέρα και το πιο σημαντικό, είχε φίλους.
Έπαιζε μαζί με τα αγόρια ποδόσφαιρο και με τα κορίτσια κυνηγητό κι αν και ήταν άτσαλος και αργός, πάντα ήταν μαζί μας στα ομαδικά παιχνίδια. Έκανε για πρώτη φορά παρέλαση, περήφανος κι όλοι τον χειροκροτούσαν, παρόλο που έχανε το βήμα του, επιτέλους αποδεκτός μπροστά σε όλους εκείνους, που τον είχαν σαν παιχνίδι.
Στο τέλος της χρονιάς ο Τάκης ήταν ο προστατευόμενος μας, κανείς δεν τον πείραζε, κανείς δεν τον ενοχλούσε, δεν ανεχόμασταν λέξη για εκείνον.
Ο Τάκης είχε γίνει από ιδιαίτερος, ξεχωριστός, σπάνιος κι ήταν δικός μας και νιώθαμε κι εμείς ξεχωριστοί μαζί του!
Την τελευταία ημέρα στο σχολείο, θυμάμαι την μαμά του Τάκη. Κρατούσε στα χέρια της τα χέρια του δασκάλου, είχε το πρόσωπο της κολλημένο σε εκείνα τα ντροπαλά του χέρια, τα φιλούσε κι έκλαιγε κι έκλαιγε με λυγμούς, ψιθυρίζοντας. “ευχαριστώ, ευχαριστώ”.
Ήταν η τελευταία του χρονιά στο σχολείο, η Έκτη Δημοτικού.
Δεν πήγε ποτέ στο γυμνάσιο ο Τάκης.
Η μαμά μου ακόμη τον θυμάται και κλαίει κι ακόμη θυμόμαστε εκείνον το δάσκαλο, τον καταπληκτικό εκείνο άνθρωπο που μας έκανε το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσε να κάνει ένας δάσκαλος…
Μας έκανε υπεύθυνους ανθρώπους.
Μας έκανε ανθρώπους!!!
Εκείνον τον απίθανο μπουρλοτιέρη που έβαλε φωτιά στα όνειρα μας, νέος, ξανθός, μουσάτος, ψηλός, αδύνατος κι όμορφος, σαν το Χριστό τον ίδιο.
Όπου κι αν είσαι δάσκαλε, καλή σου ώρα και σε ευχαριστώ!

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Στην τάξη του Δημοτικού


Άφωνη άφησε δασκάλα σε Δημοτικό Σχολείο ένας οκτάχρονος μαθητής, όταν τυχαία, ανακάλυψε το μυστικό του.
Μέχρι εκείνη τη μέρα, το υπέροχο μυστικό, μοιραζόταν ο οκτάχρονος με συνομήλικο συμμαθητή και φίλο του. Ο φίλος του οκτάχρονου είχε πατέρα άνεργο και φαίνεται ότι μια μέρα, είπε στον οκτάχρονο φίλο του, πως σε λίγες μέρες, του είπε η μάμα του, δεν θα είχε υλικά να του φτιάχνει σάντουιτς για το σχολείο και ήταν στεναχωρημένη.
Ο οκτάχρονος, όπως είπε στη δασκάλα του, χωρίς να πει στη μητέρα του το γιατί, της ζήτησε να του μοιράζει το σάντουιτς από τη μέση, για να μπορεί να το τρώει πιο εύκολα.
Στην πραγματικότητα όμως, εδώ και βδομάδες, κάθε μέρα ο οκτάχρονος έδινε το μισό του σάντουιτς στο φίλο του. Κάθονταν στο παγκάκι στην πίσω μεριά του σχολικού γηπέδου το διάλειμμα, μοίραζαν το σάντουιτς και έτρωγαν μαζί.
Μια μέρα η δασκάλα τους, το πρόσεξε και τις επόμενες δυο μέρες τα παρακολούθησε. Την τρίτη μέρα, την περασμένη Δευτέρα, δεν κρατήθηκε. Τους πλησίασε και απλά τους έσφιξε στην αγκαλιά της.
Η δασκάλα κράτησε το μυστικό των δύο οκτάχρονων και ένιωσε μεγάλη χαρά, που έχει στην τάξη της ένα τέτοιο μαθητή!