Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

Το άγαλμα του Δαυίδ στη Φλωρεντία


Ο Μιχαήλ-Άγγελος μόλις είχε φτιάξει ένα νέο αριστούργημα πέντε μέτρων, τον Δαυίδ, αλλά ο ηγεμόνας της Φλωρεντίας θεώρησε, πως η μύτη του αγάλματος ήταν μεγάλη και ζήτησε από τον καλλιτέχνη να την μικρύνει!
Ο Μιχαήλ-Άγγελος θεώρησε παράλογη την απαίτηση, αλλά γνώριζε πολύ καλά, πως αν δεν υπάκουε, ίσως ο ηγεμόνας τον έδιωχνε από την πόλη. Από την μια μεριά ο καλλιτεχνικός εγωισμός του γλύπτη δεν συμφωνούσε με την υπόδειξη, από την άλλη μεριά όμως ήξερε, πως ο διωγμός του από την πόλη θα τον διέσυρε και θα ατίμαζε το όνομά του!
Η αδυναμία του να αποφασίσει, στενοχωρούσε τον Μιχαήλ-Άγγελο και επηρέαζε την σωματική υγεία. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα, παλλόταν σαν αγριοκάτσικο που χοροπηδούσε. Ένιωθε να την τσιμπάνε μυριάδες μικρές μέλισσες. Παρά το γεγονός πως στο τζάκι φούντωνε η φωτιά, αυτός έτρεμε από το κρύο. Οι ιατροί που τον είχαν δει πριν λίγο, δεν βρήκαν κάτι κι έφυγαν χωρίς να του προσφέρουν ανακούφιση. Φοβόταν πολύ ότι είχε αρρωστήσει. Σκεφτόταν έναν νεαρό ιατρό, που βγαίνοντας από το δωμάτιο, του είχε ψιθυρίσει:
- Νομίζω ότι είστε μπερδεμένος άρχοντά μου και νομίζω πως ότι νιώθετε, ο φόβος το γεννά. Το μυαλό άρχοντά μου, φτιάχνει τις σκέψεις του για να αμυνθεί, σαν κύκλους από τείχη, τον έναν μέσα στον άλλον. Εσείς πολεμάτε το εξωτερικό τείχος, που είναι ο φόβος για την υγεία σας. Όμως αυτός άρχισε, όταν σας ζήτησαν να κάνετε κάτι, που δεν θέλετε να κάνετε. Ενώ πρέπει πρώτα να γκρεμίσετε το εσωτερικό τείχος, πως δεν είναι ντροπή, αν δεν κάνετε αυτό, που σας ζητά ο ηγεμόνας. Εσείς φτιάξατε τον Δαυίδ, όπως μπορούσατε πιο όμορφο. Ο ηγεμόνας θα μπορούσε να σας ζητήσει να χαμηλώσετε το ύψος του, εσείς όμως τότε δεν θα μπορούσατε να το κάνετε, ακόμη και να το θέλατε. Τώρα όμως καταλαβαίνετε, πως δεν μπορείτε να προφασιστείτε αδυναμία, οπότε ο ηγεμόνας θα αντιληφθεί την πρόθεσή σας να μην του κάνετε το χατίρι και για τον λόγο αυτόν θα σας διώξει από την Φλωρεντία. Ο φόβος της ντροπής μήπως σας διώξει από την Φλωρεντία, γεννά τα συμπτώματα του σώματος σας!
Το μεσημέρι της επόμενης μέρας ο Μιχαήλ-Άγγελος βγήκε μπροστά στο πολύβουο πλήθος και τον ηγεμόνα, σκαρφάλωσε την σκάλα, που οδηγούσε στο κεφάλι του πανύψηλου αγάλματος, για να μικρύνει την αποκαλούμενη μεγάλη μύτη του. Κάτι κρατούσε στο χέρι του, μα κανείς δεν κατάλαβε τι. Άρχισε να σμιλεύει το πρόσωπο του Δαυίδ, μα υποκρινόταν ότι το άγγιζε. Στην ουσία, άφηνε να πέφτει πάνω στον ηγεμόνα αυτό, που είχε ανεβάσει μαζί του για να τον ξεγελάσει, ένα σακούλι μαρμαρόσκονη. Μετά από κάποια λεπτά κατέβηκε, και ό άρχοντας κοίταξε με ικανοποίηση το γλυπτό:
- Πραγματικά, είπε ο ηγεμόνας χαμογελώντας, τώρα η μύτη του δείχνει πολύ πιο σωστή!
Ο Μιχαήλ-Άγγελος χαμογέλασε κι αυτός με ικανοποίηση.
Το ανθρώπινο μυαλό από την παιδική ηλικία, αποθηκεύει κανόνες ηθικής, τους οποίους μαθαίνουμε από τους γονείς μας. Αυτοί αφορούν, το τί είναι «σωστό» ως ηθική αξία, στη ζωή και στην συμπεριφορά μας γενικότερα.
Με βάση το πόσο ανταποκρινόμαστε σε αυτούς τους κανόνες, μετράμε εν μέρει και την αξία του εαυτού μας. Αν για παράδειγμα δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε σε κάποια υποχρέωση, τους παραβιάζουμε και το μυαλό μας μπορεί να νιώσει τύψεις και ενοχές, επειδή βιώνει την παραβίαση σαν εσωτερική απειλή κατά της καλής εικόνας, που θέλουμε να έχουμε για τον εαυτό μας.
Έτσι μπορεί να νιώθουμε έντονο άγχος, χωρίς να ξέρουμε το γιατί, καθώς αυτοί οι ηθικοί κανόνες είναι στην πλειοψηφία τους αποθηκευμένοι στο μη συνειδητό κομμάτι του μυαλού μας και είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθούμε, ποιον ηθικό κανόνα μας παραβιάσαμε. Το έντονο άγχος δημιουργεί και ψυχοσωματικά συμπτώματα, με τα οποία καταπιάνεται η σκέψη μας, καθώς το άγχος για την υγεία, είναι πιο απλό για το μυαλό μας, να ασχοληθεί μαζί του, από το να επανεξετάσει αξίες βαθιά θεμελιωμένες.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Η νεράιδα και ο δράκος


Ήταν κάποτε ένας δράκος.
Ποτέ δεν είχε τη συντροφιά κάποιου και περιπλανιόταν σε βουνά και σε σπηλιές. Άλλωστε το μόνο που ήξερε να κάνει, ήταν να πετά από το ένα βουνό στο άλλο, να σκίζει τα βράχια με τα νύχια του, να φυσά φλόγες και καμιά φορά να συλλογίζεται για την ύπαρξή του!
Μια μέρα λοιπόν μια Νεράιδα ήρθε και κάθισε στη μύτη του. Ο δράκος ξαφνιάστηκε.
Την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε:
– Δε φοβάσαι μήπως σε φάω;
– Όχι, είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις.
– Δε φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα;
– Όχι, όποτε θέλω εξαφανίζομαι.
– Δε φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω;
Η Νεράιδα σάστισε, δεν περίμενε αυτή την ερώτηση, όμως του απάντησε:
– Όχι, όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.
Ο δράκος ένιωσε έντονα την επιθυμία να την αγκαλιάσει, όμως τα νύχια του κάρφωσαν τη μικρή Νεράιδα.
Θέλησε να τη φιλήσει, η καυτή ανάσα του έκαψε τα φτερά της.
Ο δράκος δάκρυσε, όμως τα δάκρυά του την έπνιγαν.
Η μικρή Νεράιδα πέθαινε στην αγκαλιά του, ψιθυρίζοντας στα αυτιά του:
Δε φτάνει να θέλεις να αγαπήσεις, πρέπει και να μπορείς!

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

Δεν είναι όλα όπως φαίνονται


Ήταν κάποτε δύο άγγελοι, που ταξίδευαν και σταμάτησαν, για να περάσουν τη νύχτα τους στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας. Η συμπεριφορά της πλούσιας οικογένειας ήταν αγενής απέναντι τους και δεν παραχωρήθηκε στους αγγέλους κάποιο από τα δωμάτια του αρχοντικού, για να φιλοξενηθούν, αλλά εστάλησαν, να περάσουν την νύκτα τους σε ένα μικρό χώρο στο υπόγειο του σπιτιού.
Καθώς έστρωναν για να κοιμηθούν πάνω στο κρύο πάτωμα, ο γηραιότερος άγγελος είδε μια τρύπα στον τοίχο και την επισκεύασε, σφραγίζοντάς την. Όταν ο νεαρότερος άγγελος τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό, ο άλλος του απάντησε, ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως δείχνουν.
Την επόμενη νύχτα, οι δύο άγγελοι θέλησαν να ξεκουραστούν στο σπίτι μιας πολύ φτωχής, αλλά φιλόξενης οικογένειας αγροτών. Αφού μοιράστηκαν με την οικογένεια το φτωχικό φαγητό τους, το ζευγάρι των αγροτών τους παραχώρησε το κρεβάτι τους, για να ξαπλώσουν και να ξεκουραστούν. Μόλις βγήκε ο ήλιος το άλλο πρωί, οι άγγελοι είδαν τον αγρότη και τη γυναίκα του να κλαίνε, γιατί η μοναδική τους αγελάδα είχε ψοφήσει κατά τη διάρκεια της νύχτας!
Ο νεαρός άγγελος θύμωσε πολύ και ρώτησε το γηραιότερο, γιατί να συμβαίνει αυτή η αδικία στους καλούς και φτωχούς αυτούς ανθρώπους.
- Η πρώτη οικογένεια είχε τα πάντα και τη βοήθησες, τον κατηγόρησε. Η δεύτερη οικογένεια είχε τόσα λίγα και ήταν τόσο πρόθυμη να τα μοιραστεί και εσύ άφησες την αγελάδα τους να ψοφήσει.
- Τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως δείχνουν, του απάντησε ο γηραιότερος άγγελος. Όταν μείναμε στο υπόγειο του πλούσιου αρχοντικού, παρατήρησα ότι υπήρχε χρυσάφι μέσα σε εκείνη την τρύπα, που είχε ανοίξει στον τοίχο. Επειδή όμως, ο ιδιοκτήτης ήταν τόσο φιλάργυρος, άπληστος και δεν ήθελε να μοιραστεί την καλοτυχία του με άλλους, εγώ σφράγισα τον τοίχο, για να μη μπορεί να ανακαλύψει το χρυσάφι. Τη χτεσινή νύχτα που κοιμηθήκαμε στο κρεβάτι των φτωχών αγροτών, ήρθε ο άγγελος του θανάτου για να πάρει τη γυναίκα. Εγώ του έδωσα την αγελάδα για αντάλλαγμα. Τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως δείχνουν!
Τα πράγματα δεν εξελίσσονται πάντα όπως φαίνονται. Αν έχουμε πίστη, αυτό που χρειάζεται να κάνουμε, είναι να εμπιστευόμαστε, ότι κάθε αποτέλεσμα θα είναι πάντα για το καλό το δικό μας. Μπορεί να μην το γνωρίζουμε, πριν περάσει ένα αρκετά μεγάλο διάστημα.
Η ζωή μας είναι όμορφη γιατί είναι απρόβλεπτη. Πολλές φορές βγάζουμε συμπεράσματα, μόνο από αυτά που φαίνονται, από αυτά που βλέπουμε και όχι από όλα όσα, τελικά, συμβαίνουν.
Την πραγματικότητα θα πρέπει να την ανακαλύψουμε οι ίδιοι. Θα πρέπει να είμαστε περισσότερο υπεύθυνοι, με όλα αυτά που φανταζόμαστε, προκειμένου να πάρουμε μια σοβαρή απόφαση.
Αυτό που προηγείται μιας απόφασης, είναι η σκέψη. Η σκέψη δημιουργεί εικόνες μέσα στο μυαλό και αυτό ονομάζεται φαντασία.
Αν θέλουμε να είμαστε σε θέση, να παίρνουμε καλύτερες αποφάσεις, ας είμαστε προσεκτικότεροι, περισσότερο υπεύθυνοι με τις σκέψεις, που κάνουμε.
Γιατί διαφορετικά βγάζουμε λάθος συμπεράσματα, που μας οδηγούν στα λάθος βήματα, στις λάθος σχέσεις, με τους λάθος ανθρώπους.
Κι αυτό πονάει. Πονάει πολύ!

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Διάκριση


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ιερωμένος, που έκρινε τις πράξεις των ανθρώπων και τους έβαζε να μετανοούν. Έφτασε να πιστεύει, πως ξέρει τι είναι το καλό και το κακό.
Ένα πρωί, εμφανίστηκε ένας άγγελος.
- Ο Θεός με έστειλε για να σου δείξω κάτι, του είπε.
Τον πήρε και τον μετέφερε με θαυμαστό τρόπο πίσω από ένα θάμνο και τον ρώτησε:
- Πες μου τι βλέπεις;
- Βλέπω έναν πλάτανο με παχύ ίσκιο και μια βρύση με δροσερό νερό να ρέει πλάι του.
- Τώρα θα πρέπει να μου υποσχεθείς, πως ότι και να δεις να συμβαίνει, δεν θα επέμβεις, είπε ο άγγελος.
Ο ιερέας συμφώνησε. Μετά από λίγο, εμφανίστηκε ένας πλούσιος με το άλογό του και σταμάτησε να πιει νερό και να ξαποστάσει. Ήπιε νερό και ξάπλωσε για λίγο κάτω από το δροσερό ίσκιο του πλάτανου, όπου πήρε έναν υπνάκο. Ύστερα ξύπνησε, ανέβηκε στο άλογό του και συνέχισε το δρόμο του, αφήνοντας όμως πίσω του ένα πουγκί παραγεμισμένο με χρυσές λίρες, που έπεσε από τη σέλλα του αλόγου του.
Μετά από λίγη ακόμη ώρα, ένας δεύτερος άνθρωπος εμφανίστηκε πεζός και σταμάτησε να πιει νερό. Ξαφνικά, είδε το πουγκί με τις λίρες, το σήκωσε και άρχισε να χοροπηδά από χαρά. Έβαλε το πουγκί στην τσέπη του και χωρίς να χάσει καιρό, έτρεξε να εξαφανιστεί.
Λίγο αργότερα, ένας τρίτος άνθρωπος, έφτασε κι αυτός στη βρύση. Την ώρα όμως που έπινε νερό, επέστρεψε ο πλούσιος, ο οποίος είχε στο μεταξύ αντιληφθεί, ότι είχε χάσει το πουγκί του και γύρισε να το αναζητήσει. Μόλις λοιπόν είδε τον άλλο άνθρωπο, υπέθεσε πως εκείνος βρήκε το πουγκί με τις λίρες και του ζήτησε να του τις επιστρέψει. Άρχισαν να καυγαδίζουν και πάνω στον καυγά, ο πλούσιος έσπρωξε απότομα τον άλλο, εκείνος έπεσε στο έδαφος κι έσπασε το σβέρκο του σε μια απ’ τις ρίζες του πλάτανου. Ο πλούσιος πανικόβλητος, ανέβηκε στο άλογό του κι εξαφανίστηκε!
- Πες μου τώρα, είπε ο άγγελος στον ιερέα. Από όσα είδες τι συμπέρασμα βγάζεις;
- Καλέ μου άγγελε, απάντησε εκείνος, η ψυχή μου είναι βαριά από το κακό, που είδα να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω. Ο ένας βρήκε και κράτησε το πουγκί που δεν ήταν δικό του, ο άλλος κατηγόρησε άδικα έναν αθώο άνθρωπο και από πάνω τον σκότωσε, χωρίς μάλιστα να τιμωρηθεί.
- Δεν γνωρίζεις όμως ακριβώς την ιστορία, αποκρίθηκε ο άγγελος. Ο πλούσιος που ήρθε πρώτος στη βρύση, είχε καταπατήσει τα χωράφια του δεύτερου και τα δικαστήρια είχαν δικαιώσει τον πλούσιο, όπως κάνει πάντοτε η ανθρώπινη δικαιοσύνη, ν’ αδικεί τους φτωχούς και να αθωώνει τους πλούσιους. Η θεία δικαιοσύνη όμως απαιτούσε ο πλούσιος να πληρώσει το χρέος του και αυτός ήταν ο τρόπος, που επέλεξε ο Θεός για να συμβεί αυτό.
Ο τρίτος άνθρωπος, αυτός που σκοτώθηκε, είχε δολοφονήσει τον αδελφό του, χωρίς να το υποψιαστεί κανείς, ούτε και να τον κατηγορήσει. Οι τύψεις του όμως ήταν τέτοιες, που γονατιστός παρακάλεσε το Θεό, να τον απαλλάξει απ’ το βάρος που κουβαλούσε. Αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε ο Θεός, για ν’ ανταποκριθεί στην προσευχή του!
Ο ιερέας κοίταξε τον άγγελο εμβρόντητος, μην ξέροντας τι να πει.
- Πήγαινε λοιπόν, τον αποχαιρέτησε ο άγγελος και να θυμάσαι πόσο λίγα γνωρίζεις, ώστε να μπορείς ν’ αποφασίσεις τι είναι καλό και τι κακό!

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

Ο ξεχωριστός μαθητής


Καθώς στεκόταν μπρος στην τάξη της Ε’ δημοτικού, την πρώτη ημέρα του σχολείου η νέα Δασκάλα του σχολείου, η κυρία Τζοβάνα είπε στα παιδιά ένα ψέμα. Όπως οι περισσότερες δασκάλες, κοίταξε τους μαθητές της και είπε ότι τους αγαπούσε όλους το ίδιο. Ότι όλοι τους ήταν καλά παιδιά. Αλλά αυτό δεν ήταν αλήθεια. Ένα παιδί ήταν διαφορετικό και της προξενούσε απέχθεια.
Κάπου στο βάθος, μόνο του, με χαμηλωμένο το κεφάλι ήταν ένα μικρό αγόρι, ο Μανούσος. Ο Μανούσος δεν έπαιζε με τα άλλα παιδιά. Ήταν παραμελημένος με τσαλακωμένα πάντα ρούχα. Ανέδιδε διάφορες οσμές, σημάδι ότι χρειαζόταν μπάνιο. Δεν μιλούσε ποτέ, δεν απαντούσε στις ερωτήσεις. Η πρώτη σκέψη της Δασκάλας ήταν «Τι μπελάς μου φορτώθηκε φέτος. Αυτό το χαζό παιδί μου χαλάει την αρμονία της τάξης. Τι μου το φέρανε εδώ; Άντε τώρα, εγώ πρέπει να κανονίσω να πάει σε κανένα ίδρυμα.»
Φερόταν όσο μπορούσε καλύτερα στο Μανούσο, επιστρατεύοντας το ψεύτικο χαμόγελο και την υπομονή της. Αλλά αυτός ποτέ δεν μιλούσε. Η Τζοβάνα το αποφάσισε, δεν μπορούσε να γίνει τίποτε άλλο. Ο Μανούσος έπρεπε να φύγει από τη τάξη της. Με αυτό το σκοπό λοιπόν, θα έπρεπε να συντάξει τα απαραίτητα έγγραφα για το μπελά που την βρήκε, για να καλέσει την κοινωνική υπηρεσία να τον πάνε κάπου αλλού.
Μία συγκεκριμένη παράγραφος της αναφοράς ζητούσε το ιστορικό του μαθητή. «Ω Θεέ μου, πρέπει να κοιτάξω και τον ατομικό φάκελο και όλα τα χαρτιά αυτού του χαζού. Αυτό σημαίνει, ότι ένα απόγευμα πρέπει να το χαραμίσω για αυτόν. Τι να κάνω, αφού είναι για το καλό της τάξης και τη δική μου ψυχική ηρεμία, θα πρέπει να το κάνω.»
Ένα απόγευμα λοιπόν αποφάσισε να κάνει αυτή την αγγαρεία. Σε ένα σκονισμένο αρχείο, μπόρεσε και βρήκε την πρώτη αναφορά. Η δασκάλα της Α’ δημοτικού έγραφε: «Ο Μανούσος είναι ένα φωτεινό παιδί, πανέξυπνο, με έτοιμο πάντα το χαμόγελο. Κάνει τις εργασίες του σωστά και προσεγμένα, και έχει καλούς τρόπους. Είναι χαρά να τον έχουμε κοντά μας».
Με περιέργεια έψαχνε να βρει τη δεύτερη αναφορά. Σε μία ντουλάπα βρέθηκε. Η δασκάλα της Β’ δημοτικού έγραφε: «Ο Μανούσος είναι άριστος μαθητής. Αγαπητός από τους συμμαθητές του, αλλά φαίνεται προβληματισμένος εξ αιτίας της μητέρας του, που έχει μια ανίατη ασθένεια, η ζωή στο σπίτι θα είναι δύσκολη».
Με αγωνία έψαχνε τη τρίτη αναφορά. Θα υπήρχε άραγε; Σε ένα άσχετο φάκελο, τελικά βρέθηκε. Η δασκάλα της Γ’ δημοτικού έγραφε: «Η μητέρα του δεν έχει επαφή με τη πραγματικότητα εδώ και μήνες στο νοσοκομείο, ο πατέρας του είναι χαμένος, ο Μανούσος ώρες – ώρες κοιτάζει απόμακρα το ταβάνι και δεν δείχνει το ίδιο ενδιαφέρον να κάνει τις σχολικές του εργασίες όπως παλαιότερα. Του φέρομαι με επιείκεια και προσπαθώ να μην τον ζορίζω».
Η Τζοβάνα έψαξε σε όλο το αρχείο για τη τέταρτη αναφορά. Η δασκάλα της Δ’ δημοτικού έγραφε: «Ο Μανούσος έχασε τη μητέρα του και ο πατέρας του πίνει. Ο Μανούσος έκλαιγε συχνά και έλεγε: «Που είναι η μανούλα μου; Που είναι η μανούλα μου;» Του εξηγήθηκε πως έχει η κατάσταση, αλλά δεν φαίνεται να το καταλαβαίνει. Δεν δείχνει πια ενδιαφέρον για το σχολείο.»
Η κυρία Τζοβάνα τακτοποίησε όπως-όπως το ανάστατο αρχείο και πήγε σπίτι της. Έσκισε τα χαρτιά αποπομπής του Μανούσου, που ετοίμαζε. Εκείνο το βράδυ αισθανόταν περισσότερο ζωντανή από ότι συνήθως, αλλά και πολύ μα πολύ πιο μόνη. Αναρωτήθηκε τι αληθινή χρησιμότητα είχε το να μαθαίνει γραφή, ανάγνωση και αριθμητική στα παιδιά.
Την επόμενη μέρα, στο διάλλειμα, όλα τα παιδιά βγήκαν για να παίξουν. Όλα εκτός από το διαφορετικό παιδί. «Μανούσο, του είπε, η μανούλα σου πήγε στον ουρανό, αλλά αν σου λείπει, μπορείς να θεωρείς εμένα σαν μανούλα σου από εδώ και πέρα.» Αγκάλιασε με δύναμη το παιδί. Ο Μανούσος δεν είπε τίποτα.
Από εκείνη τη μέρα η κυρία Τζοβάνα συνειδητά, δεν αγαπούσε το ίδιο όλα τα παιδιά της τάξης της. Ένα από τα παιδιά το αγαπούσε περισσότερο, το θεωρούσε πια δικό της και δεν έχανε ευκαιρία να το δείξει. Του μιλούσε πια όπως ακριβώς και στα υπόλοιπα, το κράταγε μία ώρα παραπάνω, για να του μαθαίνει νέα πράγματα, του αγόραζε πράγματα, το πήγαινε με τα πόδια μέχρι το σπίτι του, του έκανε μπάνιο, του σιδέρωνε τα ρούχα σε ένα σπίτι, όπου ο πατέρας έλειπε, και οι γειτόνισσες πότε η μια, πότε η άλλη φέρνανε φαγητό.
Σιγά-σιγά το παιδί αντιδρούσε και ξαναγινόταν ομιλητικό και ζωντανό. Ενδιαφερόταν και πάλι για τα μαθήματά του. Στο τέλος της χρονιάς ήταν έθιμο, οι γονείς των παιδιών να δίνουν ένα δώρο στη Δασκάλα. Όλα ήταν διπλωμένα σε πολύχρωμα χαρτιά με ωραίους φιόγκους, και η Δασκάλα τα άνοιγε με ευχαρίστηση και όλα τα παιδιά χειροκροτούσανε για το κάθε δώρο, το οποίο το κάθε ένα συναγωνιζότανε το άλλο. Αφού τελείωσε η γιορτή, η κυρία Τζοβάνα πήγε το Μανούσο στο σπίτι για τελευταία φορά. Ένας θείος του θα τον έπαιρνε μακριά, για πάντα.
Η κυρία Τζοβάνα φίλησε το Μανούσο για τελευταία φορά. Το παιδί, δειλά, της έδωσε κάτι που είχε τυλιγμένο σε μία χαρτοσακούλα του μανάβη. Ακολούθησαν οι αποχαιρετισμοί και οι ευχαριστίες των συγγενών. Η κυρία Τζοβάνα θυμήθηκε το πακετάκι, μόνο αφού έφτασε σπίτι της. Το άνοιξε και βρήκε μέσα ένα βραχιόλι, τίποτα ιδιαίτερο, ένα φτηνό χιλιοφορεμένο βραχιόλι, που λείπανε μερικές χάντρες του και ένα χρησιμοποιημένο μπουκαλάκι παλιομοδίτικο άρωμα. Και μία καρτούλα ζωγραφισμένη. Ήταν η παιδική ζωγραφιά μιας δασκάλας, που η κυρία Τζοβάνα αναγνώρισε τα χαρακτηριστικά της και μία επιγραφή: «Η μανούλα μου».
Από τότε κάθε χρόνο, στο τέλος της χρονιάς, η κυρία Τζοβάνα λάμβανε μία κάρτα από το Μανούσο. Κάποιες φορές με φωτογραφία, με τα νέα του να της λέει τους βαθμούς του στο Λύκειο, στο Πανεπιστήμιο. Άλλες φορές νέα από τα ταξίδια του και δώρα, γιατί πια ο Μανούσος είχε γίνει ένας σπουδαίος επιστήμονας.
Μία χρονιά όμως, το γράμμα ήταν διαφορετικό. Ήταν προσκλητήριο γάμου και αεροπορικά εισιτήρια για έναν μακρινό προορισμό στο εξωτερικό. Η κυρία Τζοβάνα μεγάλη πια έφτασε στη πολυτελή δεξίωση του γάμου. Ο σερβιτόρος που ήταν στην είσοδο, της έκανε ιδιαίτερες φιλοφρονήσεις. «Oh, Welcome Mrs. Johanna» και την οδήγησε στο πιο ξεχωριστό τραπέζι. Η κυρία Τζοβάνα ένιωσε κάπως άβολα εκεί. Δεν είχε και κανέναν γνωστό να μιλήσει.
Κάποια στιγμή μπήκε ο γαμπρός με μία επίσημη ενδυμασία. Ήταν φανερό ότι ο Μανούσος ήταν πια ένα σημαίνον πρόσωπο της κοινωνίας εκεί. Από όλους τους ανθρώπους που τον περιτριγύριζαν, αυτός ξεχώρισε με πολύ ιδιαίτερο τρόπο την κ. Τζοβάνα. Την αποκάλεσε με σεβασμό μητέρα και την έπιασε αγκαζέ, για να προχωρήσουν για τη τελετή.
- Εσύ ήσουν η πιο ξεχωριστή μου δασκάλα, γιατί με έκανες ικανό, να γίνω ένας καλός μαθητής.
– Εσύ ήσουν ο πιο ξεχωριστός μου μαθητής, γιατί με έκανες να γίνω μια καλή δασκάλα, του απάντησε η κ. Τζοβάνα, που φορούσε ένα χιλιοφορεμένο φτηνό βραχιόλι και ένα ξεχασμένο πια, παλιομοδίτικο άρωμα!

Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Ο μεγάλος Δάσκαλος


Οι γονείς ήταν εργάτες και οι δύο, εργαζόμενοι από την εφηβεία τους. Γνωρίστηκαν στη Γερμανία, διπλοβάρδιες στα εργοστάσια, αιματηρές οικονομίες για να αγοράσουν οικόπεδο, να χτίσουν σπίτι και να επιστρέψουν στην πατρίδα, όπου δεν είχαν τίποτα.
Τα δυο κορίτσια της οικογένειας μεγαλώσανε σχεδόν μόνες τους. Από την πρώτη Δημοτικού φτιάχνανε το πρωινό τους (όχι σαν αυτό το διαφημίσεων), κλειδώνανε το σπίτι, περπατούσανε 15 λεπτά ως τη στάση του λεωφορείου και πηγαίνανε στο σχολείο. Επιστρέφανε, ζεσταίνανε το φαγητό τους και στρωνότανε αμέσως στο διάβασμα. Οι γονείς έλειπαν από τα ξημερώματα και επέστρεφαν αργά το απόγευμα.
Η μητέρα μόλις επέστρεφε, πάντα έκανε την ίδια ερώτηση στις δυο κόρες της:
- Διαβάσατε τα μαθήματά σας;
Ήταν αγράμματη, οπότε δεν μπορούσε και να τις ελέγξει. Αν απαντούσανε τα κορίτσια καταφατικά, τους άφηνε να παίξουνε τον υπόλοιπο χρόνο που έμενε, μέχρι να πάνε για ύπνο. Αν καταλάβαινε, ότι δεν είχανε ακριβώς τελειώσει τα μαθήματα, έλεγε την φράση που έμεινε παροιμιώδης στην οικογένεια:
- Να καθίσετε να τελειώσετε το διάβασμα, εκτός αν θέλετε, να πάω να πλύνω τα κατσαρόλια!
Ο μύθος, που τα κορίτσια σαν παιδιά είχανε πιστέψει, ήταν πως η γονείς είχαν αγοράσει από ένα κατσαρόλι για την κάθε μία τους. Το κατσαρόλι ήταν ένα μεταλλικό σκεύος, στο οποίο οι γονείς έβαζαν το φαγητό τους, για να φάνε το μεσημέρι στο εργοστάσιο. Γιατί βέβαια δεν ξόδευαν δεκάρα, για να αγοράσουν οτιδήποτε από τις καντίνες. Είχαν πει λοιπόν οι γονείς στα κορίτσια, πως αν κάποια στιγμή καταλάβαιναν, πως δεν παίρνανε τα γράμματα, θα έπλεναν τα ωραία κατσαρόλια και την επόμενη μέρα θα πήγαιναν τα κορίτσια για μεροκάματο στο εργοστάσιο!
Τα κορίτσια μπορεί να μην γνώριζαν, τι διαφορά θα είχε η δουλειά, που θα έκαναν τελειώνοντας το σχολείο, από αυτή που έκαναν οι δικοί μου στο εργοστάσιο, αλλά ήξεραν, πως ο πατέρας τους όταν ήταν στο σπίτι, δεν ήταν σε θέση να κάνει τίποτε άλλο, εκτός από το να πέσει για ύπνο. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί όταν δεν μπορούσε να κοιμηθεί, τα νεύρα του ήταν σε τέτοιο χάλι, που τα κορίτσια κρατούσανε την αναπνοή τους, για να μην ακουστεί κιχ. Τα παπούτσια του πατέρα ήταν γεμάτα μεταλλικά ρινίσματα, (γρέζια τα έλεγε) και τα κορίτσια μαζί με τη μητέρα, τα βγάζανε ένα-ένα, για να μη χαλάσουν τα παπούτσια. Τα χέρια της μητέρας είχαν ρόζους και έτριβε κάθε βράδυ τα μπράτσα και τα δάχτυλά της βογκώντας.
Κάθε φορά λοιπόν που ακούγανε τα κορίτσια την απειλή για το κατσαρολάκι, ακόμη κι αν είχαν τελειώσει τα μαθήματά τους, έριχναν άλλη μια ματιά για καλό και για κακό!
Ακόμα κι όταν εκείνο το όνειρο της επιστροφής στην πατρίδα πραγματοποιήθηκε, τα πράγματα δεν άλλαξαν και πολύ. Πάλι η μικρή κόρη φορούσε τα ρούχα της μεγάλης αδελφής, πάλι τρώγανε παγωτό μία φορά την εβδομάδα (από το φτηνό), πάλι οι γονείς δούλευαν όλη μέρα και δεν ξεκουράζονταν ποτέ. Και τα κορίτσια το ίδιο!
Από 12 χρονών τα κορίτσια είχαν μάθει να μαγειρεύουνε, να καλλιεργούνε το περιβολάκι, να φροντίζουνε τα ζώα, να διορθώνουνε τις ελαφριές ηλεκτρικές και υδραυλικές βλάβες, να βάφουνε, μέχρι και να χτίζουνε, όταν ο πατέρας αποφάσισε, να σηκώσει άλλον έναν όροφο. Μόνοι τους. Εργάτης, τεχνίτης δεν πάτησε κανείς.
Στο μικρό, συνοικιακό χρωματοπωλείο, που είχανε οι γονείς , τα κορίτσια μάθανε να ζυγίζουνε, να τιμολογούνε, να συναλλάσσονται με τους πελάτες, να παραλαμβάνουνε από τους προμηθευτές.
Η μοναδική πολυτέλεια των κοριτσιών και στη Γερμανία και στην Ελλάδα ήταν το ποδήλατο. Μόνο που δεν είχανε πολύ χρόνο να το χαρούνε, γιατί ακόμα κάθε απόγευμα η μητέρα κράδαινε το κατσαρόλι! Και τα κορίτσια έπρεπε να είναι εντάξει με το σχολείο. Και λέξεις όπως φροντιστήριο ήταν απαγορευμένες.
- Αν είναι να θες σαράντα πέντε μάστορες κι εξήντα μαθητάδες, άστο! Πάρε το κατσαρόλι σου, να έχεις και το κεφάλι σου ήσυχο, έλεγε η μητέρα
Το κατσαρόλι, λοιπόν, όσο και αν λεγότανε σαν απειλή, έμαθε πολλά πράγματα στα κορίτσια, περισσότερα από όσα μπορούσαν να φανταστούν οι γονείς. Ακόμη κι όταν έφυγαν οι γονείς πρόωρα από την ζωή, τα κορίτσια, γυναίκες πλέον, συνέχιζαν να ακούνε τον μεταλλικό του ήχο!
Το κατσαρολάκι έμαθε στα κορίτσια να εκτιμούν τους ανθρώπους, που εργάζονται καταπονώντας το σώμα τους και να τους σέβονται απεριόριστα. Εξοικείωσε τα κορίτσια με την ιδέα της χειρονακτικής εργασίας και όταν χρειάστηκε να εργαστούν, για να τελειώσουν το σχολείο και να σπουδάσουν, δεν δίστασαν και δεν ένιωσαν άσχημα να κάνουν την μαγείρισσα, την καθαρίστρια, την εργάτρια σε θερμοκήπιο και σε βιοτεχνία.
Η ιδέα του κατσαρολιού κρατούσε το μυαλό των κοριτσιών προσηλωμένο στον στόχο, σε αυτό που ήθελαν να κάνουν και βοήθησε να το πετύχουν, έστω και μερικά χρόνια αργότερα από το κανονικό. Τα έμαθε να εκτιμούν, αυτά που κερδίζει κανείς με τον ιδρώτα του, είτε εργάζεται σωματικά είτε πνευματικά, να μην τα σπαταλούν και να τα διαχειρίζονται ισορροπημένα. Δίδαξε στα κορίτσια να αποφεύγουν τον συγχρωτισμό τους με τους ανέντιμους ανθρώπους, που δεν ντρέπονται να κερδίζουν χρήματα χωρίς να εργάζονται ή που εκμεταλλεύονται την αγνότητα ανθρώπων όπως οι γονείς των κοριτσιών, για να κερδίζουν από τον κόπο τους, παριστάνοντας τους προστάτες τους.
Γέννησε μέσα στα κορίτσια τον έρωτα για την Παιδεία! Όχι την άγρα πτυχίων. Την αληθινή. Την αγάπη για την εργασία και την προσφορά. Την επιδίωξη της αξιοπρέπειας και της αυτάρκειας. Αυτά ονειρεύτηκαν τα κορίτσια να μεταδώσουν, σε όσους θα γινότανε μαθητές τους.
Το κατσαρόλι είναι το σύμβολο της πραγματικής ζωής. Θα νόμιζε κανείς πως ένα παιδί, ακούγοντας με τη φαντασία του τον μεταλλικό του ήχο, θα αποκτούσε φοβίες για τη φτώχεια, την χειρωνακτική εργασία, την ταπεινή καταγωγή. Θα έκανε όμως λάθος!
Για τα κορίτσια το κατσαρόλι είπε αυτά, που οι αγράμματοι γονείς δεν είχαν την ικανότητα, να εκφράσουν. Ο μοναδικός αξιοπρεπής τρόπος ζωής είναι να εργάζεσαι, να παράγεις, να προσφέρεις. Με κάποιον τρόπο χρειάζεται μόνος σου να γεμίζεις το κατσαρόλι σου, να κερδίσεις τη ζωή σου. Καθήκον σου είναι να το γεμίζεις. Δική σου απόφαση αν θα καταπονήσεις το πνεύμα ή το σώμα. Κάθε επιλογή αποδεκτή, αρκεί να είναι αυτό που ταιριάζει στον καθένα!

Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Εγκλωβισμός στο μεταλλείο


Έξι μεταλλωρύχοι εργάζονται σε μια πολύ βαθιά σήραγγα, για να βγάλουν ορυκτά από τα έγκατα της γης. Ξαφνικά, μια κατολίσθηση φράζει την έξοδο της σήραγγας και τους απομονώνει από τον έξω κόσμο. Μόλις γίνεται αυτό, με μια γρήγορη ματιά, χωρίς να πουν λέξη, εκτιμούν την κατάσταση.
Είναι όλοι τους πολύ έμπειροι και καταλαβαίνουν αμέσως, πως το μεγάλο πρόβλημα θα είναι το οξυγόνο. Με μια σχετική οικονομία ίσως το οξυγόνο τους φτάσει για τρεις, το πολύ τρεισήμισι ώρες εγκλωβισμού τους.
Ο κόσμος απέξω ξέρει πως είναι εκεί εγκλωβισμένοι, μια τέτοια κατολίσθηση όμως σημαίνει, ότι θα πρέπει να ανοίξουν τη σήραγγα από την αρχή, για να κατέβουν να τους βρουν. Θα προφτάσουν πριν τους τελειώσει ο αέρας;
Οι έμπειροι μεταλλωρύχοι αποφασίζουν, πως πρέπει να εξοικονομήσουν όσο γίνεται περισσότερο οξυγόνο.
Συμφωνούν να κάνουν την ελάχιστη δυνατή σωματική δαπάνη. Σβήνουν τις λάμπες που κρατούν και ξαπλώνουν στο πάτωμα, χωρίς να μιλάνε.
Βουβοί λόγω της κατάστασης και ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι, είναι δύσκολο να υπολογίσουν το πέρασμα του χρόνου. Συμπτωματικά, ένας μόνο έχει ρολόι. Σ’ αυτόν λοιπόν απευθύνονται όλες οι ερωτήσεις: Πόση ώρα πέρασε; Πόση απομένει;
Ο χρόνος αρχίζει να τους φαίνεται πως κυλάει αργά, τα δύο λεπτά τους φαίνονται μία ώρα. Η απελπισία πριν από κάθε απάντηση κάνει ακόμη μεγαλύτερη την ένταση που νιώθουν. Ο επικεφαλής των μεταλλωρύχων συνειδητοποιεί, πως αν συνεχίσουν έτσι, η αγωνία θα τους κάνει να αναπνέουν πιο γρήγορα κι αυτό μπορεί να τους σκοτώσει. Δίνει εντολή , λοιπόν, εκείνον που έχει το ρολόι, να ελέγχει, εκείνος μόνο, το πέρασμα της ώρας. Κανένας πλέον δεν θα κάνει ερωτήσεις, θα τους ενημερώνει εκείνος κάθε μισή ώρα.
Αυτός, εκτελώντας τη εντολή, παρακολουθεί το ρολόι του. Και μόλις περνάει η πρώτη μισή ώρα, λέει πέρασε μισή ώρα. Ένα μουρμουρητό ακούγεται, η αγωνία τους πλανιέται στον αέρα.
Ο κάτοχος του ρολογιού καταλαβαίνει, πως όσο περνάει η ώρα, θα είναι όλο και πιο φοβερό να τους ανακοινώνει, ότι πλησιάζει το τελευταίο λεπτό. Χωρίς να το συζητήσει με κανέναν, αποφασίζει πως δεν τους αξίζει να βασανίζονται, μέχρι να πεθάνουν. Έτσι, την επόμενη φορά που τους ανακοινώνει τη μισή ώρα, έχουν στην πραγματικότητα περάσει 45 λεπτά.
Δεν υπάρχει τρόπος να καταλάβουν τη διαφορά κι έτσι δεν αμφιβάλλει κανείς.
Αφού βλέπει ότι πέτυχε το τέχνασμα, την τρίτη ενημέρωση την κάνει μία ώρα μετά. Έτσι συνεχίζει αυτός με το ρολόι, κάθε μία ολόκληρη ώρα να τους ενημερώνει, πως έχει περάσει μόνο μισή.
Στο μεταξύ, η ομάδα που επιχειρεί το έργο της διάσωσης, ξέρει σε ποιον θάλαμο έχουν παγιδευτεί και ξέρουν, επίσης, ότι θα είναι πολύ δύσκολο να φτάσουν εκεί, πριν περάσουν τουλάχιστον τέσσερις ώρες.
Φτάνουν, τελικά, μετά από τεσσερισήμισι ώρες. Το πιθανότερο είναι να βρουν τους έξι μεταλλωρύχους νεκρούς. Βρίσκουν ζωντανούς τους πέντε.
Ένας πέθανε από ασφυξία, εκείνος που είχε το ρολόι!
Να τι δύναμη έχουν οι πεποιθήσεις στη ζωή μας.
Να τι μπορούν να μας κάνουν οι εξαρτήσεις μας.
Κάθε φορά που κατασκευάζουμε τη βεβαιότητα, ότι κάτι ανεπανόρθωτα καταστρεπτικό θα μας συμβεί κι ας μην ξέρουμε πώς, αλλά ακόμη κι αν γνωρίζουμε τον τρόπο, αυτό που στην ουσία κάνουμε, είναι ότι προκαλούμε, πάμε γυρεύοντας, βοηθάμε και σίγουρα δεν κάνουμε το παραμικρό για να μη μας συμβεί στ’ αλήθεια κάτι, έστω και λίγο από το κακό, που είχαμε προβλέψει.
Παρεμπιπτόντως, όπως στην παραπάνω ιστορία, ο μηχανισμός λειτουργεί και αντίστροφα. Όταν νομίζουμε, ή μάλλον έχουμε την πεποίθηση, ότι με κάποιον τρόπο μπορούμε να πάμε μπροστά, οι πιθανότητες να προχωρήσουμε, πολλαπλασιάζονται.
Είναι φανερό, πως αν η ομάδα διάσωσης είχε κάνει 12 ώρες να φτάσει, δεν θα μπορούσαν ούτε να διανοηθούν, πως θα έβρισκαν ζωντανούς τους μεταλλωρύχους. Δεν υποστηρίζει κανείς, πως από μόνη της η θετική στάση είναι ικανή, να αποτρέψει το μοιραίο ή να αποφύγει μια τραγωδία. Αυτό που γίνεται φανερό είναι, πως οι πεποιθήσεις μας καθορίζουν χωρίς αμφιβολία τον τρόπο, που ο καθένας μας αντιμετωπίζει τις δυσκολίες.
Άλλωστε είτε πιστεύουμε πως μπορούμε, είτε πιστεύουμε πως δεν μπορούμε, δίκιο έχουμε!