Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Στο δωμάτιο του Νοσοκομείου


Δύο άνδρες και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Ο ένας άνδρας για θεραπευτικούς λόγους σηκωνότανε όρθιος δίπλα στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα.
Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου.
Ο άλλος άνδρας έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του βασανιστικά ξαπλωμένος.
Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες αδιάκοπα. Μιλούσαν για τις γυναίκες τους και τις οικογένειές τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στο στρατό, που πήγαν διακοπές.
Κάθε απόγευμα, ο άνδρας που ήτανε δίπλα στο παράθυρο, επειδή μπορούσε να σηκωθεί, σηκωνότανε και περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον «συγκάτοικό» του, όλα όσα μπορούσε να δει έξω από το παράθυρο.
Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι που άκουγε, άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους, άρχιζε να χαίρεται την ώρα αυτή της περιγραφής και έτσι μπορούσε να ανοιχτεί και να αναζωογονηθεί ο δικός του κόσμος από όλη τη δραστηριότητα και χρώμα από τον «έξω» κόσμο, που τόσο γλαφυρά του περιέγραφε ο «συγκάτοικός» του.
Το παράθυρο ,όπως του έλεγε, έβλεπε σε ένα πάρκο με μια όμορφη λιμνούλα.
Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά, ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια και μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης μπορούσε να ειδωθεί στο βάθος.
Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλο αυτό το θέαμα με θεσπέσια λεπτομέρεια, ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό. Έκλεινε τα μάτια του και ένοιωθε τον εαυτόν του εκεί έξω.
Ένα ζεστό απόγευμα, ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε μία παρέλαση που περνούσε. Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική , μπορούσε να τη δει μα τα μάτια του μυαλού του, καθώς ο κύριος δίπλα στο παράθυρο την απεικόνιζε με παραστατικές λέξεις .
Μέρες, βδομάδες και μήνες πέρασαν. Ο ένας σηκωνότανε και περιέγραφε στον άλλο που δεν μπορούσε να σηκωθεί, ότι έβλεπε έξω.
Ένα πρωί, η πρωινή νοσοκόμα στην επίσκεψή της στο δωμάτιο των ασθενών αντίκρισε το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο, ο οποίος πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του.
Λίγες μέρες μετά, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί στη θέση που άφησε κενή ο «συγκάτοικος» του, δίπλα στο παράθυρο. Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή και εφόσον σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο.
Σιγά, επώδυνα, στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα να δει για πρώτη φορά του τον έξω κόσμο.
Πάσχισε να γείρει, να δει έξω από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι.
Όμως, αντίκρισε ένα λευκό τοίχο.
Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα, αν ήτανε καλά στα μυαλά του ο συχωρεμένος συγκάτοικός του και τι τον ανάγκαζε, να του περιγράφει τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο κάθε απόγευμα.
Η νοσοκόμα αποκρίθηκε, πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο. Πρόσθεσε, πως ίσως ο τυφλός ήθελε απλά να εμψυχώσει τον συγκάτοικό του.
Υπάρχει πελώρια ευτυχία στο να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους, ακόμη κι όταν εσύ βρίσκεσαι σε δύσκολη κατάσταση.
Μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη, αλλά η ευτυχία, όταν μοιράζεται, διπλασιάζεται.
Αν θες να νιώθεις πλούσιος, απλά μέτρα όλα τα πράγματα που έχεις, τα οποία δεν αγοράζονται με χρήματα και χαμογέλα από τη καρδιά σου, για να φανεί και στο πρόσωπο σου.
Η κλήση για υπερβολική ταχύτητα


Ο Ιάκωβος έριξε μία ματιά στο κοντέρ του αυτοκινήτου του, πριν κόψει ταχύτητα, Πήγαινε με 100 σε περιοχή με όριο ταχύτητας 50. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, αλλά όχι εντελώς έξω από το ρεύμα κυκλοφορίας. Άσε τον αστυνομικό να ανησυχεί για την παρεμπόδιση της κυκλοφορίας, σκέφτηκε.
Ο αστυνομικός βγήκε από το περιπολικό. Ο Ιάκωβος δεν πίστευε στα μάτια του, ήταν ο Στέφανος από την εκκλησία! Ο Ιάκωβος βούλιαξε στο κάθισμά του. Αυτό ήταν χειρότερο από πρόστιμο, ένας πιστός αστυνομικός να πιάνει έναν αδελφό από την εκκλησία και μάλιστα για υπερβολική ταχύτητα.
Βγήκε από το αμάξι του και πλησίασε, ενώ αυτό δεν επιτρέπεται, τον άνθρωπο που έβλεπε κάθε Kυριακή και που δεν τον είχε δει ποτέ με στολή.
- Γεια σου, Στέφανε.
- Γεια σου, Ιάκωβε.
- Μάλλον με έπιασες στα πράσα, βιαζόμουν, ξέρεις να πάω στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου.
- Μάλλον, απάντησε μονολεκτικά ο αστυνομικός.
- Άστα βρε παιδί μου τελευταία καθόμουν μέχρι αργά στο γραφείο. Φοβάμαι, πως έτρεχα λίγο παραπάνω στο δρόμο.
- Καταλαβαίνω, ότι γενικά το πατάς το γκάζι του είπε ο αστυνομικός.
Ωχ. Αυτό δεν ήταν και τόσο καλό. Ώρα να αλλάξουμε σκέφτηκε ο Ιάκωβος και άλλαξε τακτική.
- Δηλαδή με πόσο λες ότι πήγαινα;
- Με 90. Κάθισε πάλι στο αυτοκίνητό σου, παρακαλώ, είπε σοβαρά ο αστυνομικός.
- Να σου πω Στέφανε, περίμενε λίγο. Το κοίταξα ακριβώς πριν με σταματήσεις. Σχεδόν άγγιζα τα 65.
- Σε παρακαλώ, Ιάκωβε μπες μέσα.
Θυμωμένος ο Ιάκωβος μπήκε απότομα στο αυτοκίνητο και έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Έμεινε έτσι κοιτάζοντας εκνευρισμένος μπροστά. Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι του. Είδε τον Στέφανο με ένα διπλωμένο χαρτί στο χέρι.
Ο Ιάκωβος άνοιξε ελάχιστα το παράθυρο ίσα-ίσα για να χωρέσει η κλήση.
- Ευχαριστώ πολύ!
Δεν μπόρεσε να μην το πει με ειρωνεία.
Ο Στέφανος γύρισε στο περιπολικό χωρίς άλλη κουβέντα, καθώς ο Ιάκωβος ξεδίπλωνε το χαρτί που του είχε δώσει, για να δει πόσο θα του κόστιζε η κλήση που πήρε.
Άρχισε να διαβάζει:
« Αγαπητέ μου Ιάκωβε, κάποτε είχα μία κόρη. Ήταν έξι χρονών όταν σκοτώθηκε, επειδή την χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Καλά το μάντεψες, ο οδηγός του αυτοκινήτου έτρεχε υπερβολικά .
Ο οδηγός πλήρωσε το πρόστιμο, έκανε τρεις μήνες στη φυλακή και μετά ήταν ελεύθερος. Ελεύθερος να αγκαλιάσει τις τρεις κόρες του. Εγώ είχα μόνο μία και θα πρέπει να περιμένω να πάω στον ουρανό, για να την αγκαλιάσω. Προσπάθησα χίλιες φορές να συγχωρέσω αυτόν τον άνθρωπο, που σκότωσε την κόρη μου. Χίλιες φορές νόμιζα, ότι τα κατάφερα. Ίσως να τα κατάφερα, αλλά το χρειάζομαι ξανά. Ακόμη και τώρα. Προσευχήσου για μένα. Και πρόσεχε. Ο γιος μου είναι το μόνο, που μου έχει μείνει. Στέφανος. »
Ο Ιάκωβος γύρισε το κεφάλι του. Μόλις που πρόλαβε να δει το περιπολικό, που είχε ήδη απομακρυνθεί. Το κοιτούσε, μέχρι που εξαφανίστηκε. Ένα ολόκληρο τέταρτο μετά έφυγε και εκείνος, οδηγώντας πολύ αργά και ζητώντας από τον Θεό, να τον συγχωρέσει !
Η πιο καλή πράξη


Ένας πατέρας, όταν γέρασε, μοίρασε την περιουσία του στους γιους του.
Έξω όμως από την μοιρασιά άφησε ένα πολύτιμο δαχτυλίδι με ένα τεράστιο διαμάντι, δεμένο επάνω του.
« Αυτό, » είπε στα παιδιά του , « θα το δώσω σε εκείνον, που έχει κάμει την πιο καλή πράξη. »
« Έμενα, » του είπε ο ένας, μου είχε εμπιστευθεί ένας φίλος μου ένα τεράστιο χρηματικό ποσό. Χωρίς κανένα χαρτί. Χωρίς καμιά απόδειξη. Μπορούσα να τον γελάσω. Και να τα κρατήσω όλα! Μα του τα επέστρεψα όλα! Δεν είναι σπουδαία πράξη αυτό; »
« Καλή είναι η πράξη σου, παιδί μου. Αλλά αλίμονο αν δεν το έκανες αυτό. Δεν θα ήσουν έντιμος άνθρωπος. Θα ήσουν απατεώνας και καταχραστής. Αν ενεργούσες αλλιώς, θα έπρεπε να ντρέπεσαι σε όλη σου την ζωή. »
« Εγώ, » είπε ο δεύτερος, « είδα μια φορά ένα παιδάκι, πού είχε πέσει στην θάλασσα και από στιγμή σε στιγμή θα πνιγόταν. Βούτηξα λοιπόν στη θάλασσα με τα ρούχα και το έσωσα! Δεν είναι σπουδαία η πράξη αυτή; »
« Έκαμες, παιδί μου, απλώς το χρέος σου. Τίποτε περισσότερο! Αλλοίμονο να άφηνες το μικρό παιδί να πνιγεί! Αυτό δεν το κάνουν ούτε οι άνθρωποι του υποκόσμου! »
« Εγώ, » είπε ο τρίτος, « βρήκα τον εχθρό μου να κοιμάται σε ένα απόκρημνο βράχο. Είχε στον ύπνο του μετακινηθεί λίγο και κινδύνευε να πέσει κάτω στον γκρεμό και να σκοτωθεί. Τον ξύπνησα λοιπόν και τον τράβηξα μακριά από τον βράχο. Και έτσι 

σώθηκε. »
Γεμάτος χαρά και με όψη που έλαμπε, είπε ο γέρος πατέρας:
« Μπράβο, παιδί μου! Αυτή είναι αληθινά σπουδαία πράξη. Να κάνεις πάντοτε το καλό , αδιαφορώντας αν το καρπώνεται ακόμη κι ο εχθρός σου. Ακόμη περισσότερο, όταν με την πράξη σου αυτή, τον γλυτώνεις από τη συμφορά που θα πάθαινε , αν δεν ήσουν εσύ εκεί πρόθυμος, να τον σώσεις. »
Αυτό που θέλεις δεν είναι πάντα κι αυτό που χρειάζεσαι


Μια φορά κάποιος ζήτησε απ’ το Θεό ένα λουλούδι και μια πεταλούδα.
Ο Θεός όμως αντί γι’ αυτά του έδωσε ένα κάκτο και μια κάμπια.
Αυτό στεναχώρησε τον άνθρωπο. Δεν μπόρεσε να καταλάβει, γιατί δεν πήρε, αυτό που ζήτησε.
Είπε μέσα του λοιπόν:
-Ο Θεός έχει να νοιαστεί για τόσους ανθρώπους.
Και αποφάσισε, να μην ζητήσει εξηγήσεις.
Μετά από λίγο καιρό πήγε να κοιτάξει αυτά, που του είχαν δοθεί και τα είχε ξεχάσει.
Προς έκπληξή του, απ’ τον αγκαθωτό και άσχημο κάκτο είχε φυτρώσει ένα όμορφο λουλούδι.
Και η άσχημη κάμπια είχε μεταμορφωθεί σε μια υπέροχη πεταλούδα.
Ο Θεός τα κάνει πάντα όλα σωστά!
Ο τρόπος που ενεργεί είναι πάντοτε ο καλύτερος, ακόμα κι αν σε μας φαίνεται λανθασμένος.
Αν ζήτησες από το Θεό κάτι και πήρες κάτι διαφορετικό, δείξε Του εμπιστοσύνη.
Μπορείς να είσαι σίγουρος, πως Αυτός θα σου δίνει πάντοτε, αυτό που χρειάζεσαι τη κατάλληλη στιγμή.
Αυτό που θέλεις, δεν είναι πάντα κι αυτό που χρειάζεσαι!
Το αγκάθι του σήμερα, είναι το λουλούδι του αύριο!
Ο Θεός σου δίνει πάντοτε, αυτό που χρειάζεσαι !

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Το μπαρ ναυάγιο


«Κάποτε ένας τυφλός, ένας χωλός κι ένας ρακένδυτος βρέθηκαν σε πανηγύρι. Αφού ήπιαν αρκετό κρασί, υψώνει ο τυφλός το ποτήρι και λέει: 
- Ελάτε να ξαναπιούμε απ’ το κρασάκι αυτό, που ‘ναι διάφανο σαν κεχριμπάρι. 
Ακούγοντάς τον ο χωλός είπε: 
- Να σου δώσω μια, που περνάς για λευκό το υπέροχο αυτό μπρούσκο, και πήγε να τον κλωτσήσει, μα παραπάτησε. 
Βλέποντάς τους, ο φτωχός αναφώνησε: 
- Σπάστε τα όλα φίλοι μου, θα τα πλερώσω εγώ! 
Ένας καλόγερος που είδε το συμβάν αναρωτήθηκε: Αυτό δεν είναι κρασί, είναι θαύμα! Τυφλοί αναβλέπουσι, χωλοί περιπατούσι και πτωχοί γίνονται πλούσιοι» 
Ένας από τους σημαντικότερους μοναστές της Αθωνικής πολιτείας, ο γέροντας Ιερόθεος Καρυώτης. Λέγεται πως είναι ο άνθρωπος, που ενέπνευσε την Αρλέτα να γράψει το τραγούδι '' Το μπαρ ναυάγιο. ''
Νικόλαος Πλαστήρας


Ο Νικόλαος Πλαστήρας ( 1883 - 1953) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός. Κυβέρνησε την Ελλάδα τρεις φορές, μία το 1945 και άλλες δύο στα 1950-1952.
Παρακάτω μερικά από τα πολλά αξιόλογα συμβάντα της ζωής του, τα οποία χαρακτηρίζουν τον άνδρα και τον καθιστούν πρότυπο, παράδειγμα προς μίμηση για παλιότερους αλλά και σημερινούς, δεδομένου ότι, τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι, έμπαιναν πλούσιοι στην πολιτική και έβγαιναν πάμφτωχοι.
Ο αείμνηστος Ανδρέας Ιωσήφ ,πιστός φίλος του , αναφέρει:
- Ο στρατηγός είχε απαγορεύσει στους δικούς του να χρησιμοποιούν το όνομα "Πλαστήρας", όπου κι αν πήγαιναν. Ο αδελφός του ήταν άνεργος. Το εργοστάσιο ζυθοποιίας «ΦΙΞ» ζητούσε οδηγό κι εκείνος έκανε αίτηση. Ο αρμόδιος υπάλληλος τον ρώτησε πώς λέγεται κι επειδή αυτός δίσταζε να πει το όνομά του, ενθυμούμενος την εντολή του στρατηγού, τον ξαναρώτησε και δυο και τρεις φορές, ώσπου αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι τον λένε Πλαστήρα. Παραξενεμένος ο υπεύθυνος ζητάει να μάθει, αν συγγενεύει με το στρατηγό και πρωθυπουργό. Μετά από πολύ δισταγμό του αποκαλύπτει, ότι είναι αδελφός του. Αφού η αίτηση, ικανοποιήθηκε, παρακάλεσε να μη το μάθει ο αδελφός του. Ο στρατηγός το έμαθε κι αφού τον κάλεσε αμέσως στο σπίτι του τον επέπληξε και του απαγόρευσε να αναλάβει αυτή την εργασία λέγοντάς του: 
« Αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου. » 
Και δεν πήγε.
- Ο Πλαστήρας ήταν άρρωστος ,έπασχε από φυματίωση  κι έμενε σ' ένα μικρό σπιτάκι στο Μετς, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Του πρότειναν να του βάλουν ένα τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι, αλλά αυτός αρνήθηκε λέγοντας:
« Μα τι λέτε; Η Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο; »
- Πολλές φορές με τρόπο έστελνε και αγόραζαν ψωμί, ελιές και λίγη φέτα. Τότε οι γύρω του, του υπενθύμιζαν, ότι είχε ανάγκη καλύτερου φαγητού λόγω της αρρώστιας κι εκείνος με απλότητα τους απαντούσε:
« Τι κάνω. σκάβω για να καλοτρώγω; »
Ο Βάσος Τσιμπιδάρος, δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Ακρόπολη», περιγράφει το εξής περιστατικό:
Κάποτε, ο στενός του φίλος Γιάννης Μοάτσος, είχε πάρει την πρωτοβουλία να του εξασφαλίσει μόνιμη στέγη, για να μην περιφέρεται εδώ και εκεί σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πήγε λοιπόν σε μια Τράπεζα και μίλησε με τον διοικητή.
« Τι; », απόρησε εκείνος. « Δεν έχει σπίτι ο κύριος πρωθυπουργός Πλαστήρας; Βεβαίως και θα του δώσουμε ότι δάνειο θέλει και μάλιστα με τους καλύτερους όρους! »
Ο Μοάτσος έτρεξε περιχαρής στον Πλαστήρα, του το ανήγγειλε και εισέπραξε την αντίδραση:
« Άντε ρε Γιάννη, με τι μούτρα ρε θα βγω στο δρόμο, αν μαθευτεί, πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι; ».
Έσκισε το έντυπο στα τέσσερα και το πέταξε.
Ο Δημήτρης Λαμπράκης « δώρισε » κάποια στιγμή στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στυλό κι αφού ο στρατηγός κάλεσε τον φίλο του Ανδρέα, του λέει:
- Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στυλουδάκι μου. Να το στείλεις πίσω.
- Μα θα προσβληθεί.
- Δεν πειράζει. Ας μου κόψει το νερό από το κτήμα. Δεν θέλω δώρα Ανδρέα. Γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα!
Το 1952, πρωθυπουργός ακόμη ο Πλαστήρας, ήταν κατάκοιτος από την αρρώστια που τον βασάνιζε, όταν μία μέρα δέχθηκε την επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Μπαίνοντας εκείνη στο λιτό ενοικιαζόμενο διαμέρισμά του, εξεπλάγη όταν είδε τον πρωθυπουργό να χρησιμοποιεί ράντζο για τον ύπνο του, και τον ρώτησε με οικειότητα :
« Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;» και η απάντηση ήρθε αφοπλιστική.
«Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ.».
Ο στρατηγός Νικόλαος Σαμψών, φίλος του Πλαστήρα, σε επιστολή του περιγράφει, το παρακάτω:
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας, δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες. Η κληρονομιά που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν 216 δρχ., ένα δεκαδόλλαρο και μια λακωνική διαθήκη: « Όλα για την Ελλάδα! ».
Βρέθηκε επίσης στα ατομικά του είδη ένα χρεωστικό του Στρατού (ΣΥΠ 108) για ένα κρεβάτι, που είχε χάσει κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία και 8 δρχ. με σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού, ώστε να μην χρωστά στην Πατρίδα».
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας στις 26/7/1953 τον έντυσαν το νεκρικό κοστούμι, που το αγόρασε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ , γιατί ο ίδιος τον μισθό του τον πρόσφερε διακριτικά σε άπορους και ορφανά παιδιά, ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο κορμί του 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα.

Έκθεση μαθητή Δημοτικού


« Θεέ μου, απόψε σου ζητάω κάτι, που το θέλω πάρα πολύ. Θέλω να με κάνεις τηλεόραση! Θέλω να πάρω τη θέση της τηλεόρασης, που είναι στο σπίτι μου. Να έχω το δικό μου χώρο. Να έχω την οικογένειά μου γύρω από μένα.
Να με παίρνουν στα σοβαρά όταν μιλάω. Θέλω να είμαι το κέντρο της προσοχής και να με ακούνε οι άλλοι χωρίς διακοπές ή ερωτήσεις.
Θέλω να έχω την ίδια φροντίδα, που έχει η τηλεόραση όταν δε λειτουργεί. Όταν είμαι τηλεόραση, θα έχω την παρέα του πατέρα μου, όταν έρχεται στο σπίτι από τη δουλειά, ακόμα κι αν είναι κουρασμένος.
Και θέλω τη μαμά μου να με προσέχει, όταν είναι λυπημένη και στενοχωρημένη, αντί να με αγνοεί!
Θέλω τ' αδέλφια μου να μαλώνουν, για το ποιος θα περνάει ώρες μαζί μου.
Θέλω να νοιώθω, ότι η οικογένειά μου αφήνει τα πάντα στην άκρη πότε-πότε, μόνο για να περάσει λίγο χρόνο με μένα.
Α! Και το τελευταίο, κάνε με έτσι, ώστε να τους κάνω όλους ευτυχισμένους και χαρούμενους.
Θεέ μου, δε ζητάω πολλά. Θέλω μόνο να γίνω σαν μια τηλεόραση! »
Δάκρυα ήρθαν στα μάτια της δασκάλας, καθώς βαθμολογούσε την έκθεση.
Εκείνη τη στιγμή ο σύζυγός της μπήκε στο σπίτι και βλέποντας την δακρυσμένη, την ρώτησε τι συμβαίνει.
Αυτή απάντησε:
« Διάβασε αυτή την έκθεση, την έχει γράψει ένας μαθητής μου. »
Ο σύζυγος αφού την διάβασε προσεκτικά είπε:
« Το καημένο το παιδί. Τι αδιάφοροι γονείς είναι αυτοί! »
Τότε η δασκάλα τον κοίταξε και είπε:
« Αυτή η έκθεση είναι του γιου μας ! »