Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Αυτό που θέλεις δεν είναι πάντα κι αυτό που χρειάζεσαι


Μια φορά κάποιος ζήτησε απ’ το Θεό ένα λουλούδι και μια πεταλούδα.
Ο Θεός όμως αντί γι’ αυτά του έδωσε ένα κάκτο και μια κάμπια.
Αυτό στεναχώρησε τον άνθρωπο. Δεν μπόρεσε να καταλάβει, γιατί δεν πήρε, αυτό που ζήτησε.
Είπε μέσα του λοιπόν:
-Ο Θεός έχει να νοιαστεί για τόσους ανθρώπους.
Και αποφάσισε, να μην ζητήσει εξηγήσεις.
Μετά από λίγο καιρό πήγε να κοιτάξει αυτά, που του είχαν δοθεί και τα είχε ξεχάσει.
Προς έκπληξή του, απ’ τον αγκαθωτό και άσχημο κάκτο είχε φυτρώσει ένα όμορφο λουλούδι.
Και η άσχημη κάμπια είχε μεταμορφωθεί σε μια υπέροχη πεταλούδα.
Ο Θεός τα κάνει πάντα όλα σωστά!
Ο τρόπος που ενεργεί είναι πάντοτε ο καλύτερος, ακόμα κι αν σε μας φαίνεται λανθασμένος.
Αν ζήτησες από το Θεό κάτι και πήρες κάτι διαφορετικό, δείξε Του εμπιστοσύνη.
Μπορείς να είσαι σίγουρος, πως Αυτός θα σου δίνει πάντοτε, αυτό που χρειάζεσαι τη κατάλληλη στιγμή.
Αυτό που θέλεις, δεν είναι πάντα κι αυτό που χρειάζεσαι!
Το αγκάθι του σήμερα, είναι το λουλούδι του αύριο!
Ο Θεός σου δίνει πάντοτε, αυτό που χρειάζεσαι !

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Το μπαρ ναυάγιο


«Κάποτε ένας τυφλός, ένας χωλός κι ένας ρακένδυτος βρέθηκαν σε πανηγύρι. Αφού ήπιαν αρκετό κρασί, υψώνει ο τυφλός το ποτήρι και λέει: 
- Ελάτε να ξαναπιούμε απ’ το κρασάκι αυτό, που ‘ναι διάφανο σαν κεχριμπάρι. 
Ακούγοντάς τον ο χωλός είπε: 
- Να σου δώσω μια, που περνάς για λευκό το υπέροχο αυτό μπρούσκο, και πήγε να τον κλωτσήσει, μα παραπάτησε. 
Βλέποντάς τους, ο φτωχός αναφώνησε: 
- Σπάστε τα όλα φίλοι μου, θα τα πλερώσω εγώ! 
Ένας καλόγερος που είδε το συμβάν αναρωτήθηκε: Αυτό δεν είναι κρασί, είναι θαύμα! Τυφλοί αναβλέπουσι, χωλοί περιπατούσι και πτωχοί γίνονται πλούσιοι» 
Ένας από τους σημαντικότερους μοναστές της Αθωνικής πολιτείας, ο γέροντας Ιερόθεος Καρυώτης. Λέγεται πως είναι ο άνθρωπος, που ενέπνευσε την Αρλέτα να γράψει το τραγούδι '' Το μπαρ ναυάγιο. ''
Νικόλαος Πλαστήρας


Ο Νικόλαος Πλαστήρας ( 1883 - 1953) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός. Κυβέρνησε την Ελλάδα τρεις φορές, μία το 1945 και άλλες δύο στα 1950-1952.
Παρακάτω μερικά από τα πολλά αξιόλογα συμβάντα της ζωής του, τα οποία χαρακτηρίζουν τον άνδρα και τον καθιστούν πρότυπο, παράδειγμα προς μίμηση για παλιότερους αλλά και σημερινούς, δεδομένου ότι, τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι, έμπαιναν πλούσιοι στην πολιτική και έβγαιναν πάμφτωχοι.
Ο αείμνηστος Ανδρέας Ιωσήφ ,πιστός φίλος του , αναφέρει:
- Ο στρατηγός είχε απαγορεύσει στους δικούς του να χρησιμοποιούν το όνομα "Πλαστήρας", όπου κι αν πήγαιναν. Ο αδελφός του ήταν άνεργος. Το εργοστάσιο ζυθοποιίας «ΦΙΞ» ζητούσε οδηγό κι εκείνος έκανε αίτηση. Ο αρμόδιος υπάλληλος τον ρώτησε πώς λέγεται κι επειδή αυτός δίσταζε να πει το όνομά του, ενθυμούμενος την εντολή του στρατηγού, τον ξαναρώτησε και δυο και τρεις φορές, ώσπου αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι τον λένε Πλαστήρα. Παραξενεμένος ο υπεύθυνος ζητάει να μάθει, αν συγγενεύει με το στρατηγό και πρωθυπουργό. Μετά από πολύ δισταγμό του αποκαλύπτει, ότι είναι αδελφός του. Αφού η αίτηση, ικανοποιήθηκε, παρακάλεσε να μη το μάθει ο αδελφός του. Ο στρατηγός το έμαθε κι αφού τον κάλεσε αμέσως στο σπίτι του τον επέπληξε και του απαγόρευσε να αναλάβει αυτή την εργασία λέγοντάς του: 
« Αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου. » 
Και δεν πήγε.
- Ο Πλαστήρας ήταν άρρωστος ,έπασχε από φυματίωση  κι έμενε σ' ένα μικρό σπιτάκι στο Μετς, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Του πρότειναν να του βάλουν ένα τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι, αλλά αυτός αρνήθηκε λέγοντας:
« Μα τι λέτε; Η Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο; »
- Πολλές φορές με τρόπο έστελνε και αγόραζαν ψωμί, ελιές και λίγη φέτα. Τότε οι γύρω του, του υπενθύμιζαν, ότι είχε ανάγκη καλύτερου φαγητού λόγω της αρρώστιας κι εκείνος με απλότητα τους απαντούσε:
« Τι κάνω. σκάβω για να καλοτρώγω; »
Ο Βάσος Τσιμπιδάρος, δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Ακρόπολη», περιγράφει το εξής περιστατικό:
Κάποτε, ο στενός του φίλος Γιάννης Μοάτσος, είχε πάρει την πρωτοβουλία να του εξασφαλίσει μόνιμη στέγη, για να μην περιφέρεται εδώ και εκεί σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πήγε λοιπόν σε μια Τράπεζα και μίλησε με τον διοικητή.
« Τι; », απόρησε εκείνος. « Δεν έχει σπίτι ο κύριος πρωθυπουργός Πλαστήρας; Βεβαίως και θα του δώσουμε ότι δάνειο θέλει και μάλιστα με τους καλύτερους όρους! »
Ο Μοάτσος έτρεξε περιχαρής στον Πλαστήρα, του το ανήγγειλε και εισέπραξε την αντίδραση:
« Άντε ρε Γιάννη, με τι μούτρα ρε θα βγω στο δρόμο, αν μαθευτεί, πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι; ».
Έσκισε το έντυπο στα τέσσερα και το πέταξε.
Ο Δημήτρης Λαμπράκης « δώρισε » κάποια στιγμή στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στυλό κι αφού ο στρατηγός κάλεσε τον φίλο του Ανδρέα, του λέει:
- Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στυλουδάκι μου. Να το στείλεις πίσω.
- Μα θα προσβληθεί.
- Δεν πειράζει. Ας μου κόψει το νερό από το κτήμα. Δεν θέλω δώρα Ανδρέα. Γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα!
Το 1952, πρωθυπουργός ακόμη ο Πλαστήρας, ήταν κατάκοιτος από την αρρώστια που τον βασάνιζε, όταν μία μέρα δέχθηκε την επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Μπαίνοντας εκείνη στο λιτό ενοικιαζόμενο διαμέρισμά του, εξεπλάγη όταν είδε τον πρωθυπουργό να χρησιμοποιεί ράντζο για τον ύπνο του, και τον ρώτησε με οικειότητα :
« Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;» και η απάντηση ήρθε αφοπλιστική.
«Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ.».
Ο στρατηγός Νικόλαος Σαμψών, φίλος του Πλαστήρα, σε επιστολή του περιγράφει, το παρακάτω:
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας, δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες. Η κληρονομιά που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν 216 δρχ., ένα δεκαδόλλαρο και μια λακωνική διαθήκη: « Όλα για την Ελλάδα! ».
Βρέθηκε επίσης στα ατομικά του είδη ένα χρεωστικό του Στρατού (ΣΥΠ 108) για ένα κρεβάτι, που είχε χάσει κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία και 8 δρχ. με σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού, ώστε να μην χρωστά στην Πατρίδα».
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας στις 26/7/1953 τον έντυσαν το νεκρικό κοστούμι, που το αγόρασε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ , γιατί ο ίδιος τον μισθό του τον πρόσφερε διακριτικά σε άπορους και ορφανά παιδιά, ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο κορμί του 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα.

Έκθεση μαθητή Δημοτικού


« Θεέ μου, απόψε σου ζητάω κάτι, που το θέλω πάρα πολύ. Θέλω να με κάνεις τηλεόραση! Θέλω να πάρω τη θέση της τηλεόρασης, που είναι στο σπίτι μου. Να έχω το δικό μου χώρο. Να έχω την οικογένειά μου γύρω από μένα.
Να με παίρνουν στα σοβαρά όταν μιλάω. Θέλω να είμαι το κέντρο της προσοχής και να με ακούνε οι άλλοι χωρίς διακοπές ή ερωτήσεις.
Θέλω να έχω την ίδια φροντίδα, που έχει η τηλεόραση όταν δε λειτουργεί. Όταν είμαι τηλεόραση, θα έχω την παρέα του πατέρα μου, όταν έρχεται στο σπίτι από τη δουλειά, ακόμα κι αν είναι κουρασμένος.
Και θέλω τη μαμά μου να με προσέχει, όταν είναι λυπημένη και στενοχωρημένη, αντί να με αγνοεί!
Θέλω τ' αδέλφια μου να μαλώνουν, για το ποιος θα περνάει ώρες μαζί μου.
Θέλω να νοιώθω, ότι η οικογένειά μου αφήνει τα πάντα στην άκρη πότε-πότε, μόνο για να περάσει λίγο χρόνο με μένα.
Α! Και το τελευταίο, κάνε με έτσι, ώστε να τους κάνω όλους ευτυχισμένους και χαρούμενους.
Θεέ μου, δε ζητάω πολλά. Θέλω μόνο να γίνω σαν μια τηλεόραση! »
Δάκρυα ήρθαν στα μάτια της δασκάλας, καθώς βαθμολογούσε την έκθεση.
Εκείνη τη στιγμή ο σύζυγός της μπήκε στο σπίτι και βλέποντας την δακρυσμένη, την ρώτησε τι συμβαίνει.
Αυτή απάντησε:
« Διάβασε αυτή την έκθεση, την έχει γράψει ένας μαθητής μου. »
Ο σύζυγος αφού την διάβασε προσεκτικά είπε:
« Το καημένο το παιδί. Τι αδιάφοροι γονείς είναι αυτοί! »
Τότε η δασκάλα τον κοίταξε και είπε:
« Αυτή η έκθεση είναι του γιου μας ! »

Τι χρειάζεται για μια ευτυχισμένη ζωή


Δυο φίλοι από την Αλεξάνδρεια έφτασαν μέχρι τα βάθη της ερήμου, ψάχνοντας για ένα σοφό και ευτυχισμένο άνθρωπο. Πραγματικά, μετά από πολύ καιρό, βρήκαν έναν άγιο ασκητή. Και τον ρώτησαν:
« Τι να κάνουμε, γέροντα, για να βρούμε την αληθινή ευτυχία; Βλέπουμε, ότι είσαι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος πού μπορούμε να ρωτήσουμε. Γιατί φαίνεσαι αληθινά ήρεμος και ευτυχισμένος. Μόνο πού εμείς, γιατί να το κρύψουμε, δεν μπορούμε να ζήσουμε όπως εσύ! »
Τότε εκείνος ο άγιος άνθρωπος, σηκώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό και με δάκρυα στα μάτια, τούς είπε:
« Αδέλφια μου, δεν χρειάζεται να ζείτε ακριβώς όπως εγώ, για να είσθε αληθινά ευτυχισμένοι. Αλλά να τι χρειάζεται;
Να σκέπτεστε τον Θεό, τουλάχιστον όσο σκέπτεστε τούς ανθρώπους.
Να φοβάστε τον Θεό, τουλάχιστον όσο φοβάστε τούς ανθρώπους.
Να τιμάτε τον Θεό, τουλάχιστον όπως τιμάτε τους ανθρώπους.
Να ελπίζετε στον Θεό, τουλάχιστον όσο ελπίζετε στους ανθρώπους.
Να εκπληρώνετε τον νόμο του Θεού, τουλάχιστον όσο εφαρμόζετε τον ανθρώπινο νόμο.
Να ζητάτε την βοήθεια του Θεού, τουλάχιστον όσο την ζητάτε από τους ανθρώπους.
Να δοξάζετε τον Θεό, τουλάχιστον όσο δοξάζετε τους ανθρώπους. »
Σκανδαλιά στην δασκάλα της τάξης


Το Δεκέμβρη του 1943, αρχή ενός ακόμα χειμώνα πείνας και παγωνιάς, άχνισε κάτι ζεστό ξαφνικά στην αυλή του σχολείου μας. Ήταν ένα μεγάλο καζάνι και μέσα είχε συσσίτιο για τα παιδιά. Γύρισα στο σπίτι περήφανη, κρατώντας με προσοχή ένα τενεκεδάκι γεμάτο σούπα πηχτή.
« Γιατί δεν την έτρωγες στο σχολείο, καρδούλα 

μου; » λαχτάρισε η μάνα μου. « Αν σου χυνόταν στο δρόμο; »
« Θα φάτε λίγη σούπα κι εσείς, αλλιώς δεν τρώω 

καθόλου », δήλωσα ορθά κοφτά.
« Το ίδιο κι εγώ », φώναξε ο Μάνος, ο αδερφός μου.
Κι έτσι γινόταν από κείνη τη μέρα σε κάθε συσσίτιο, που κουβαλούσαμε οι δυο μας από το σχολείο. Η σούπα ερχόταν τακτικά, πάντα η ίδια, άνοστη και πηχτή.
Ώσπου μια μέρα, μας μοίρασαν κάτι ξεχωριστό. Μπήκαμε στη γραμμή και μας έβαλαν στα τενεκεδάκια κάτι σαν μέλι, αλλά σκούρο κοκκινωπό.
« Γλυκόζη » το είπαν.
Βουτούσαν τα παιδιά το δάχτυλο στη γλυκόζη, το έγλειφαν με απόλαυση και γελούσαν ευτυχισμένα, πειράζοντας το ένα το άλλο.
Ένα μεσημέρι, γυρίζοντας ο αδερφός μου από το σχολείο, δεν ήθελε να βάλει μπουκιά στο στόμα του, ούτε από τη σούπα ούτε από τη γλυκόζη. Ταραγμένος φαινόταν, έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
« Τι συμβαίνει παιδί μου; » ανησύχησε η μαμά.
Εκείνος δεν έβγαζε λέξη. Κι όσο δε μιλούσε, τόσο επέμενε η μάνα μου να μάθει, τόσο μεγάλωνε και η δική μας η περιέργεια. Με τα πολλά, αποφάσισε τελικά να μιλήσει. Κι αυτό που μας είπε, γράφτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα.
Στην αυλή για το συσσίτιο βρισκόταν με της τάξης του τα παιδιά.
« Σκαρώνουμε κάτι; » άκουσε έναν από τους συμμαθητές του , '' πειραχτήρης '' ήταν το παρατσούκλι του , να ψιθυρίζει στον διπλανό, μόλις πήρε τη γλυκόζη στο τενεκεδάκι του. Ο άλλος έγνεψε καταφατικά. Τότε ο πειραχτήρης κάτι του είπε στο αυτί, κρυφογέλασαν οι δυο τους πονηρά κι εξαφανίστηκαν στη στιγμή.
Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι να μπούνε στην τάξη. Πρώτα έμπαιναν τα κορίτσια. Ύστερα τ' αγόρια.
Τελευταία η δασκάλα, που κόντευε να μην ξεχωρίζει από τα παιδιά, έτσι που είχε απομείνει πετσί και κόκαλο. Καταλάβαινες, πως ήταν μεγάλη από τα μάτια της μόνο, που τα σκοτείνιαζαν ολόγυρα δυο μαύροι κύκλοι. Όταν μπαίνανε όλοι στην τάξη, έκλεινε την πόρτα, μετρούσε τα παιδιά σειρά-σειρά, έλεγε 

« εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά » κι αρχίζανε αμέσως το μάθημα.
Το « εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά » τη φορά εκείνη δεν το είπε. Ούτε να τους μετρήσει την είδανε. Κοντά στην πόρτα της τάξης στεκόταν σκυφτή, σαν να ψαχούλευε κάτι.
« Μα τι κάνει η κυρία εκεί; » ρώτησε παραξενεμένος ο Μάνος που δεν καλόβλεπε, τα περισσότερα παιδιά ήταν όρθια ακόμα.
« Πασαλείψαμε το χερούλι με γλυκόζη,» χασκογέλασε από δίπλα ο πειραχτήρης, « για να κολλήσουν τα χέρια της να γελάσουμε! »
Δεν γελάσανε. Καθίσανε τελικά στα θρανία τους και δε μιλούσε κανείς.
Βλέπανε τη δασκάλα τους τώρα όλοι βουβοί, σαστισμένοι... Είχε σκύψει κι έγλειφε με λαχτάρα μια το χερούλι της πόρτας, μια την παλάμη της... Ύστερα γύρισε και τους κοίταξε με παράπονο. Στα μάγουλά της έτρεχαν δάκρυα.
« Μην τη σπαταλάτε τη γλυκόζη, χρυσά μου, για τ' όνομα του Θεού! » είπε ξέπνοα. « Σας τη δώσαμε όλη, ούτε μια σταγονίτσα δεν κρατήσαμε εμείς οι δάσκαλοι, για να τη φάτε να δυναμώσετε εσείς τα παιδιά. Μην τη σπαταλάτε, σας παρακαλώ, είναι κρίμα! Είναι αμαρτία! ».
Την πήραν πάλι τα δάκρυα. Κι έκλαιγε, έκλαιγε...
Μαζευτήκαν όλοι τριγύρω της. Μονάχα ο πειραχτήρης έμεινε στο θρανίο του, με το κεφάλι κατεβασμένο. Οι άλλοι σπρώχνονταν ποιος πρώτα να την αγκαλιάσει, ποιος να της πρωτοπεί « από το δικό μου, από το δικό μου, κυρία, να πάρετε λίγο! »
Ούτε ένα τενεκεδάκι δεν άγγιξε η δασκάλα. Μόνο έκλαιγε, έκλαιγε...
Ο ιδανικός άνθρωπος κατά τον Αριστοτέλη


Δεν εκθέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο για ασήμαντους λόγους, αφού ελάχιστα είναι τα πράγματα που θεωρεί πολύτιμα. Όμως θα διακιν­δυνεύσει για έναν σημαντικό σκοπό και θα είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του, αφού πιστεύει, ότι δεν αξίζει τον κόπο να προστατεύει κανείς τη ζωή του με οποιοδήποτε τίμημα.

Του αρέσει να ευεργετεί, αλλά ντρέπεται να τον ευεργετούν, γιατί το πρώτο είναι ένδειξη ανωτερότητας και το δεύτερο κατωτερότητας…

Πρέπει να εκδηλώνει ανοιχτά και την αγάπη και το μίσος, αφού η απόκρυψη δείχνει δειλία.

Δεν μπορεί να αφήσει τη ζωή του να στρέφεται γύρω από κάποιον άλλο, εκτός αν είναι ένας φίλος, γιατί μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν δουλική.

Σπάνια θαυμάζει κάτι, αφού τίποτα δεν είναι σπουδαίο γι’ αυτόν.

Ούτε είναι μνησίκακος, γιατί δεν είναι ένδειξη μεγαλόψυχου ανθρώπου, το να θυμάται τις αδικίες που έχει υποστεί, αλλά ο μεγαλόψυχος άνδρας τις παραβλέπει.

Δεν μιλά για τους ανθρώπους, ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους άλλους, γιατί δεν επιθυμεί ούτε να επαινούν αυτόν ούτε να ψέγουν τους άλλους. Και ο ίδιος ούτε επαινεί ούτε κακολογεί, ούτε καν τους εχθρούς του, παρά μόνο αν προσβληθεί.

Για αναπόφευκτα ή ασήμαντα ζητήματα δεν διαμαρτύρεται ούτε ζητά βοήθεια, αφού μόνο όποιος τα θεωρεί σοβαρά θα φερόταν έτσι.

Η κίνησή του είναι αργή, η φωνή του βαριά και τα λόγια του μετρημένα. Γιατί δεν βιάζεται αυτός, που ελάχιστα ζητήματα θεωρεί σοβαρά, ούτε εξάπτεται εκείνος που τίποτα δεν θεωρεί σπουδαίο. Γιατί στη βιασύνη και στην έξαψη οφείλεται η στριγκέ φωνή και η βιασύνη…

Υπομένει κάθε είδους ατυχίες με αξιοπρέπεια και κάνει πάντα ότι καλύτερο μπορεί ανάλογα με τις συνθήκες, όπως ο ικανός στρατηγός χρησιμοποιεί με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, τις δυνάμεις που έχει στη διάθεσή του…

Είναι ο καλύτερος φίλος του εαυτού του και του αρέσει η απομόνωση, ενώ ο άνθρωπος χωρίς αρετή ή ικανότητες είναι ο χειρότερος φίλος του εαυτού του και φοβάται τη μοναξιά.