Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019

Ο αγρότης στο κατώφλι του σπιτιού του


Κάποια μέρα κατά το σούρουπο, ένας αγρότης, καθότανε στο κατώφλι του ταπεινού σπιτιού του και απολάμβανε το δροσερό αεράκι.
Το σπίτι του αγρότη ήταν σε δρόμο , που οδηγούσε στην πλατεία του χωριού.
Ένας άνδρας, καθώς περνούσε, είδε τον αγρότη και σκέφθηκε:
« Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είναι τεμπέλης. Δεν εργάζεται κι όλη τη μέρα την περνά ρεμβάζοντας στο κατώφλι του σπιτιού του! »
Λίγο αργότερα, φάνηκε στην άκρη του δρόμου ένας άλλος περαστικός. Είδε τον γεωργό και σκέφθηκε:
« Να ένας γυναικάς! Την άραξε παρατηρώντας τα κορίτσια και τις γυναίκες που περνούν. Δεν είναι απίθανο να τα παρενοχλεί κιόλας! »
Πριν σκοτεινιάσει, πέρασε κι ένας ξένος. Είδε το γεωργό και σκέφθηκε:
« Ο άνθρωπος αυτός σίγουρα εργάσθηκε σκληρά όλη μέρα. Τώρα μπορεί να χαρεί και να ξεκουραστεί. Το αξίζει! »
Γεγονός είναι, ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πολλά για το αγρότη, που καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού του. Αντιθέτως μπορούμε να καταλάβουμε πολλά, για τον χαρακτήρα και τις συνήθειες των τριών περαστικών !
Ο Άγιος άνθρωπος


Η φήμη για έναν Άγιο άνθρωπο που ζούσε σ’ ένα μικρό σπιτάκι στην κορυφή ενός βουνού, εξαπλώθηκε σ’ όλη την επαρχία. Έτσι, ένας χωρικός αποφάσισε να κάνει το δύσκολο ταξίδι στην κορυφή, για να τον συναντήσει. Όταν έφτασε στο σπίτι, είδε έναν γέροντα , που τον υποδέχτηκε στην πόρτα.
« Θα ήθελα να δω τον Άγιο άνθρωπο, » είπε ο χωρικός.
Ο γέροντας του χαμογέλασε και τον άφησε να περάσει μέσα. Καθώς προχωρούσαν μέσα στο σπίτι, ο χωρικός κοιτούσε ανυπόμονα γύρω του, αναζητώντας τον Άγιο άνθρωπο. Μα προτού το καταλάβει, έφτασαν στην πίσω πόρτα και ο γέροντας τον συνόδευσε έξω. Ο χωρικός σταμάτησε και είπε στον υπηρέτη, « μα, θέλω να δω τον Άγιο άνθρωπο! »
« Τον είδες » του απάντησε ο γέρος. « Όποιον συναντάς στην ζωή σου, ακόμα κι αν φαίνεται απλός και ασήμαντος, να τον βλέπεις ως Άγιο άνθρωπο. Εάν κάνεις αυτό, τότε ότι πρόβλημα σου κι αν είναι αυτό, που σε έφερε σήμερα εδώ, θα μπορείς να το αντιμετωπίσεις. »
Κάνε το καλό και ρίχ'το στο γιαλό


Κάποτε ένας φτωχός Σκωτσέζος αγρότης, ενώ καλλιεργούσε το χωράφι του, άκουσε τη φωνή ενός παιδιού, που κλαίγοντας ζητούσε βοήθεια.
Αμέσως παράτησε τα εργαλεία του κι έτρεξε προς το μέρος ενός βούρκου, απ' όπου προέρχονταν οι φωνές. Τι να δει; Ένα τρομοκρατημένο αγόρι, βυθισμένο κιόλας μέχρι τη μέση στη λάσπη, πάλευε μάταια να ελευθερωθεί ουρλιάζοντας. Χωρίς αργοπορία ο αγρότης έσωσε το αγόρι, που σίγουρα θα πέθαινε αργά και βασανιστικά.
Την επομένη, μια φανταχτερή άμαξα με δύο άλογα σταμάτησε μπροστά από την αγροικία του. Κατέβηκε ένας καλοντυμένος ευγενής κύριος, που του συστήθηκε ως ο πατέρας του αγοριού, που είχε σώσει ο αγρότης.
- Θα ήθελα να σας ανταμείψω για την πράξη σας, είπε ο κύριος. Σώσατε τη ζωή του γιου μου.
- Όχι, δεν είναι δυνατόν να πληρωθώ για ότι έκανα, απάντησε ο Σκωτσέζος αγρότης, απορρίπτοντας την προσφορά.
Την ίδια στιγμή, στην πόρτα του χαμόσπιτου εμφανίστηκε ο γιος του αγρότη.
- Αυτός είναι ο γιος σας; Ρώτησε ο καλοντυμένος κύριος.
- Μάλιστα, απάντησε με υπερηφάνεια ο αγρότης.
- Θα κάνουμε μια συμφωνία. Αφήστε με να προσφέρω στο γιο σας το ίδιο επίπεδο μόρφωσης, που απολαμβάνει ο δικός μου. Αν ο μικρός μοιάζει στον πατέρα του τότε, χωρίς αμφιβολία, μεγαλώνοντας θα γίνει κάτι, για το οποίο και οι δυο μας θα υπερηφανευόμαστε.
Έτσι κι έγινε.
Ο γιος του αγρότη παρακολούθησε τα καλύτερα σχολεία και αποφοίτησε από τη φημισμένη ιατρική σχολή του νοσοκομείου της Αγίας Μαρίας στο Λονδίνο.
Έπειτα από την αποφοίτηση του, ανακάλυψε την πενικιλίνη.
Το όνομα του Αλεξάντερ Φλέμινγκ.
Ο γιος του ευγενούς κυρίου, που σώθηκε από το βούρκο, χτυπήθηκε από βαριά πνευμονία μετά από χρόνια. Ο μόνος τρόπος να σωθεί ήταν τότε η πενικιλίνη.
Ποιο ήταν το όνομα εκείνου του ευγενούς κυρίου;
Λόρδος Ράντολφ Τσώρτσιλ.
Το όνομα του γιού του;
Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ!
Πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Ο αμόρφωτος αγρότης, πατέρας του πατέρα της πενικιλίνης, έσωσε τη ζωή ενός παιδιού, που, μεγαλώνοντας, θα κυβερνούσε τη Μεγάλη Βρετανία και θα ονομαζόταν, διεθνώς, «Πατέρας της Νίκης» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η έμπρακτη ευγνωμοσύνη του Λόρδου Ράντολφ Τσώρτσιλ άνοιξε το δρόμο στη δημιουργία του Φλέμινγκ, που ανακάλυψε την πενικιλίνη, που θα έσωζε - για δεύτερη φορά - τη ζωή του γιου του Ουίνστον Τσώρτσιλ.
Μια θαυμαστή ιστορία δυο διάσημων προσωπικοτήτων, που  κι επειδή ήταν διάσημοι,  έγινε γνωστή.
Πραγματικά, ο φτωχός Σκωτσέζος αγρότης έκανε ένα καλό με αγνότητα καρδιάς, χωρίς υπολογισμό, γιατί πίστευε απλά στη δύναμή του. Και το καλό αυτό πήγε ανυπολόγιστα μακριά.
Αυτό εκφράζει και ο λαός μας με τη γνωστή παρότρυνση «Κάνε το καλό και ρίχ'το στο γιαλό».
Πιστεύει, ότι θα το πάει μακριά. Ποτέ δεν ξέρεις σε πόσες και ποιες ακρογιαλιές θα το ταξιδέψει η μαγευτική, απέραντη, μυστηριώδης θάλασσα!
Η μέριμνα για το σήμερα


Ένας άνθρωπος βασανιζόταν συχνά από σκέψεις που έκανε, ανησυχώντας για διάφορες μελλοντικές υποθέσεις, που θεωρούσε ότι θα του δημιουργούσαν προβλήματα.
Ανησυχία του, το τι θα γίνει αύριο, τι θα γίνει μεθαύριο, τι τον περιμένει την επομένη εβδομάδα , μήνα , χρόνο και πάει λέγοντας…
Όλη αυτή η μέριμνα για μελλούμενα έπνιγε την ψυχή του, πράγμα που τον έκανε να αισθάνεται πολύ δυστυχισμένος , χωρίς χαρά και ελπίδα.
Μια νύχτα, ο άνθρωπος αυτός είδε ένα όνειρο.
Περπατούσε σ' ένα μακρινό δρόμο, φορτωμένος με ένα σακί στην πλάτη.
Το φορτίο του ήταν βαρύ και κάπου στάθηκε να ξαποστάσει.
Μα όταν θέλησε να σηκωθεί για να συνεχίσει το ταξίδι του, αντιλήφθηκε πως ήταν αδύνατο να σηκώσει το σακίδιό του.
Άνοιξε τότε να δει, τι έχει μέσα.
Και τι βλέπει!
Μικρά-μικρά δέματα.
Το ένα έγραφε απ' έξω: " Αυτό για αύριο. "
Ένα άλλο έγραφε: " Αυτό για μεθαύριο. "
Το τρίτο έγραφε: " Αυτό για σήμερα. "
Το τελευταίο δέμα του φάνηκε ανάλαφρο. Το σήκωσε
με χαρά και συνεχίζοντας το ταξίδι του, ξύπνησε.
Το όνειρο αυτό εκφράζει μια τραγική πραγματικότητα.
Η μέριμνα για το αύριο, για το μεθαύριο, για το μετά από μια εβδομάδα, για το μετά από ένα μήνα και ένα χρόνο, γεμίζει τις ψυχές μας με άγχος και ανησυχίες, που μας αφαιρούν την γαλήνη και μας κάνουν να θεωρούμε δυσβάστακτο το βάρος της ζωής.
Ας εκπαιδεύσουμε λοιπόν τον εαυτό μας να εστιάζεται στο παρόν και στις ανάγκες του παρόντος , ώστε να δίνουμε όλη τη προσοχή μας στην αντιμετώπιση αυτών. Κάθε φορά λοιπόν που σκέψεις ανάλογες βομβαρδίζουν το μυαλό μας , ας τις συμπεριφερθούμε σαν ταξιδιάρικα πουλιά. Δεν μπορούμε τα εμποδίσουμε να κάτσουνε στο κεφάλι μας , αλλά μπορούμε να αρνηθούμε να τα δώσουμε τροφή και έτσι είναι πολύ πιθανόν, να μας απαλλάξουν από την παρουσία τους.
Ο ιστός της αράχνης


Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ένας στρατιώτης αποκόπηκε από τη μονάδα του μέσα στον χαμό των εκρήξεων και τον πυροβόλων. Έψαξε για τους συμπολεμιστές του, αλλά προς μεγάλη του θλίψη δεν μπόρεσε να τους βρει.
Είχε μείνει μόνος του σε κείνο το τόπο. Άκουγε τους εχθρούς να έρχονται κατά το μέρος του. Απεγνωσμένα έψαχνε για καταφύγιο και κάποια στιγμή το μάτι του έπεσε σε κάποιες σπηλιές στα αντικρινά βράχια. Γρήγορα σκαρφάλωσε και χώθηκε σε μια από αυτές.
Παρότι ήταν για την ώρα ασφαλής, διαπίστωσε ότι οι εχθροί δεν θα αργούσαν να σκαρφαλώσουν κι αυτοί, να ψάξουν τις σπηλιές να τον βρουν και να τον σκοτώσουν.
Όση ώρα περίμενε, προσευχήθηκε στο Θεό…
« Σε παρακαλώ Θεέ μου, αν θέλεις προστάτεψε με. Παρόλα αυτά ότι είναι θέλημα σου , αυτό να γίνει. Σε αγαπώ και σε εμπιστεύομαι. »
Όταν τέλειωσε τη προσευχή του, ξάπλωσε ήρεμος και άκουγε τους εχθρούς, που πλησίαζαν.
Σκέφτηκε…
« Όπως βλέπω ο Θεός δεν πρόκειται να με βοηθήσει, να γλιτώσω αυτή τη φορά. »
Τότε παρατήρησε μια αράχνη, που ξεκίνησε να υφαίνει τον ιστό της στην είσοδο της σπηλιάς.
« Χα! » σκέφτηκε « Αυτό που θέλω είναι πέτρες και τούβλα και ο Θεός μου έστειλε μια αράχνη και τον ιστό της. Μα τη πίστη μου ο Θεός έχει χιούμορ! »
Καθώς πλησίαζε ο εχθρός από τη σκοτεινή μεριά της σπηλιάς έβλεπε τους στρατιώτες, που εξερευνούσαν την μια σπηλιά ύστερα από την άλλη. Όταν έφτασαν στη δική του, ήταν έτοιμος να δώσει την τελευταία του μάχη. Όμως προς μεγάλη του έκπληξη οι στρατιώτες έριξαν μόνο μια ματιά μέσα και συνέχισαν στην επόμενη.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε, ότι με τον ιστό να καλύπτει την είσοδο της σπηλιάς, φαινόταν πως πάρα πολύ καιρός θα είχε περάσει από τότε που κάποιος , άνθρωπο ή ζώο , μπήκε ή βγήκε από τη σπηλιά.!
« Θεέ μου, συγχώρεσε με, » είπε ο νεαρός στρατιώτης. « Είχα ξεχάσει, ότι ο ιστός της αράχνης είναι πιο δυνατός από ένα τοίχο φτιαγμένο από τούβλα . Είχα ξεχάσει, πως όταν δεν σου έρχεται αυτό που θέλεις , είναι επειδή ο Θεός σου στέλνει, αυτό που χρειάζεσαι εκείνη τη στιγμή! »

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Μια ιστορία θα σας πω


Μια ιστορία θα σας πω που μου τύχε μια μέρα.....

Μία γιαγιά συνάντησα και μου πιάσε τη χέρα.....

Παιδάκι μου..σε σταματώ όχι να ζητιανέψω....

Μα λίγη αγάπη πεθυμώ και βγήκα να γυρέψω.....

Πέντε παιδιά μεγάλωσα μου λέει δακρυσμένη....

Τα σπούδασα..τα πάντρεψα κι ας ήμουν στερημένη.....

Τα πρώτα εγγόνια ήρθανε Θεέ μου..τι ευτυχία......

Μα η χαρά δε κράτησε κι ήρθε η δυστυχία........

Μου είπανε ότι μαζί δε πρέπει πια να ζούμε.....

Θα μπεις σε ένα ίδρυμα και εκεί θα σε θωρρούμε.....

Δεν έφερα αντίρρηση και ας πόναγε η καρδιά μου....

Χίλια κομμάτια γίνηκαν όλα τα όνειρα μου.......

Εσείς να ήσαστε καλά παιδάκια μου τους λέω.....

Και σκύβω για να μη θωρρούν ότι για 'κείνο κλαίω.....

Χρόνοι πολλοί περάσανε παιδί μου συνεχίζει......

Απού δεν ήρθαν να με δουν και η καρδιά ραγίζει.......

Γι' αυτό κι εγώ σταμάτησα σε ξένο να μιλήσω.......

Να πω παραπονέματα προτού να ξεψυχήσω.......

Άφωνος εγώ την άκουγα για όλα αυτά να λέει.....

Και δε σταμάτησε στιγμή η άμοιρη να κλαίει......

Σώπασε ΜΑΝΑ και εγώ είμαι ε δα για σένα.....

Μου γέλασε και έκλεισε τα μάτια ευτυχισμένα.......

ΛΕΩ ΛΟΙΠΟΝ.
Όποιος ξεχνά τα γονικά άνθρωπος δε λογάται...... κι ότι κι αν κάνει θα το βρει μπροστά του....ΝΑ ΘΥΜΑΤΑΙ
Μια συνηθισμένη καθημερινότητα


Σήμερα σε ένα λεωφορείο, είδα μία όμορφη κοπέλα με χρυσαφένια μαλλιά. Τη ζήλεψα...Φαινόταν τόσο χαρούμενη...Και ευχήθηκα να ήμουν και εγώ τόσο όμορφος.
Όταν σηκώθηκε να κατέβει, την είδα να περπατάει κουτσαίνοντας στο διάδρομο, της έλειπε το ένα πόδι και περπατούσε με δεκανίκι. Αλλά καθώς περπατούσε...τι χαμόγελο!
Εαυτέ μου συγχώρεσε με όταν κλαίγομαι, εγώ έχω δύο πόδια. Ο κόσμος είναι δικός μου.
Σταμάτησα να αγοράσω καραμέλες. Το παιδί που τις πουλούσε, ήταν τόσο χαριτωμένο. Μίλησα μαζί του και ήταν πολύ χαρούμενο. Δεν είχε σημασία, αν θα αργούσα στην δουλειά. Καθώς έφευγα μου είπε:
« Σας ευχαριστώ. Είστε τόσο ευγενικός. Μου αρέσει να μιλώ με ανθρώπους σαν εσάς. Βλέπετε, πρόσθεσε είμαι τυφλός! »
Εαυτέ μου συγχώρεσε με όταν κλαίγομαι, εγώ έχω δύο μάτια που βλέπουν .Ο κόσμος είναι δικός μου.
Αργότερα καθώς περπατούσα στον δρόμο, είδα ένα παιδί με γαλανά μάτια. Στεκόταν και κοίταζε τα άλλα παιδιά που έπαιζαν . Δεν ήξερε τι να κάνει. Σταμάτησα και του είπα:
« Γιατί δεν πας να παίξεις κι εσύ; »
Το παιδί συνέχισε να κοιτάζει μπροστά του, χωρίς να μιλήσει και τότε κατάλαβα, ότι δεν άκουγε.
Εαυτέ μου συγχώρεσε με όταν κλαίγομαι. Με πόδια να με πηγαίνουν όπου θέλω, με μάτια για να βλέπω το ηλιοβασίλεμα με αυτιά για να ακούω τα πάντα, ο κόσμος όλος είναι δικός μου.
Είμαι πραγματικά ευλογημένος.