Η μεγαλύτερη περιουσία
Η μεγαλύτερη περιουσία
Ήταν κάποιος µια φορά που είχε πάρει απόφαση, να
χαίρεται και να απολαμβάνει τη ζωή του κάθε στιγμή.
Θεώρησε, ότι για να µπορεί να το κάνει αυτό, πρέπει να έχει πολλά λεφτά.
Σκέφτηκε λοιπόν, πως πρώτα θα επιχειρούσε να αποκτήσει αρκετά χρήματα και έπειτα θα απολάμβανε και θα χαιρότανε, ότι επιθυμούσε η ψυχή του !
Θεώρησε, ότι για να µπορεί να το κάνει αυτό, πρέπει να έχει πολλά λεφτά.
Σκέφτηκε λοιπόν, πως πρώτα θα επιχειρούσε να αποκτήσει αρκετά χρήματα και έπειτα θα απολάμβανε και θα χαιρότανε, ότι επιθυμούσε η ψυχή του !
Υπολόγισε ότι ένα εκατοµµύριο ευρώ θα του έφταναν για
να ζήσει ήσυχος την υπόλοιπη ζωή του. Αφιέρωσε λοιπόν όλες του τις δυνάµεις,
στο να κερδίσει χρήµατα και να µαζέψει πλούτη. Επί χρόνια, κάθε Παρασκευή,
άνοιγε το βιβλίο εσόδων και άθροιζε τα αγαθά του.
«Όταν µαζέψω το εκατομμύριο» έλεγε, «δεν θα δουλέψω άλλο. Θα είναι η στιγµή της απόλαυσης και της διασκέδασης. Δεν θ' αφήσω να µου συµβεί αυτό που έπαθαν άλλοι, που όταν έφτασαν στο πρώτο εκατοµµύριο άρχισαν να θέλουν κι άλλο. »
Και πιστός στην απόφασή του έφτιαξε µια τεράστια πινακίδα και την κρέµασε στον τοίχο:
«Μόνο ένα εκατομμύριο»
Πέρασαν τα χρόνια.
Ο τύπος µάζευε λεφτά κι έκανε προσθέσεις. Κάθε φορά ήταν όλο και πιο κοντά στο στόχο του.
Χαµογελούσε αυτάρεσκα, όταν σκεφτόταν τις χαρές που τον περίµεναν. Μια Παρασκευή κατάπληκτος βλέπει το τελικό νούµερο: Το άθροισµα ήταν 999.999 ευρώ. Έλειπε µόνο ένα ευρώ, για να συµπληρωθεί το εκατοµµύριο! Πανικόβλητος, αρχίζει να ψάχνει κάθε σακάκι, κάθε παντελόνι, κάθε συρτάρι, µήπως βρει τα λίγα νοµίσµατα που λείπουν ... Δεν ήθελε να περιµένει άλλη µία βδοµάδα.
«Όταν µαζέψω το εκατομμύριο» έλεγε, «δεν θα δουλέψω άλλο. Θα είναι η στιγµή της απόλαυσης και της διασκέδασης. Δεν θ' αφήσω να µου συµβεί αυτό που έπαθαν άλλοι, που όταν έφτασαν στο πρώτο εκατοµµύριο άρχισαν να θέλουν κι άλλο. »
Και πιστός στην απόφασή του έφτιαξε µια τεράστια πινακίδα και την κρέµασε στον τοίχο:
«Μόνο ένα εκατομμύριο»
Πέρασαν τα χρόνια.
Ο τύπος µάζευε λεφτά κι έκανε προσθέσεις. Κάθε φορά ήταν όλο και πιο κοντά στο στόχο του.
Χαµογελούσε αυτάρεσκα, όταν σκεφτόταν τις χαρές που τον περίµεναν. Μια Παρασκευή κατάπληκτος βλέπει το τελικό νούµερο: Το άθροισµα ήταν 999.999 ευρώ. Έλειπε µόνο ένα ευρώ, για να συµπληρωθεί το εκατοµµύριο! Πανικόβλητος, αρχίζει να ψάχνει κάθε σακάκι, κάθε παντελόνι, κάθε συρτάρι, µήπως βρει τα λίγα νοµίσµατα που λείπουν ... Δεν ήθελε να περιµένει άλλη µία βδοµάδα.
Τελικά, στο τελευταίο συρτάρι βρίσκει δύο μισάευρα.
Κάθεται στο γραφείο του, και γράφει µε τεράστια νούµερα: 1.000.000 Ικανοποιηµένος,
κλείνει τα βιβλία, κοιτάζει την πινακίδα στον τοίχο και µονολογεί:
«Ένα µόνο. Και τώρα απολαµβάνουµε ... »
«Ένα µόνο. Και τώρα απολαµβάνουµε ... »
Εκείνη ακριβώς τη στιγµή, χτυπάει η
πόρτα. Δεν περιµένει κανέναν. Απορηµένος, πάει να ανοίξει. Μια γυναίκα ντυµένη
στα µαύρα, µ' ένα δρεπάνι στο χέρι του λέει:
«Ήρθε η ώρα σου.»
Είχε έρθει ο θάνατος να τον πάρει.
«Όχι ... » ψελλίζει αυτός. «Όχι ακόµη ... δεν είµαι έτοιµος.»
«Ήρθε η ώρα σου» ξαναλέει ο Θάνατος.
«Μα πώς ... Τα λεφτά ... Οι χαρές ... »
«Καταλαβαίνω, αλλά ήρθε η ώρα σου.»
«Σε παρακαλώ, δώσε µου ακόµη ένα χρόνο ... Ανέβαλλα τα πάντα γιατί περίµενα αυτή τη στιγµή, σε παρακαλώ ...
Είχε έρθει ο θάνατος να τον πάρει.
«Όχι ... » ψελλίζει αυτός. «Όχι ακόµη ... δεν είµαι έτοιµος.»
«Ήρθε η ώρα σου» ξαναλέει ο Θάνατος.
«Μα πώς ... Τα λεφτά ... Οι χαρές ... »
«Καταλαβαίνω, αλλά ήρθε η ώρα σου.»
«Σε παρακαλώ, δώσε µου ακόµη ένα χρόνο ... Ανέβαλλα τα πάντα γιατί περίµενα αυτή τη στιγµή, σε παρακαλώ ...
«Λυπάµαι» λέει ο Θάνατος.
«Ας κάνουµε µια συµφωνία» προτείνει αυτός απελπισµένος, «κατάφερα και µάζεψα ένα εκατοµµύριο ευρώ. Πάρε τα µισά και δώσε µου ένα χρόνο διορία. Σύµφωνοι; »
«Όχι.»
«Σε παρακαλώ. Πάρε 750.000 και δώσε µου ένα µήνα ... »
«Ας κάνουµε µια συµφωνία» προτείνει αυτός απελπισµένος, «κατάφερα και µάζεψα ένα εκατοµµύριο ευρώ. Πάρε τα µισά και δώσε µου ένα χρόνο διορία. Σύµφωνοι; »
«Όχι.»
«Σε παρακαλώ. Πάρε 750.000 και δώσε µου ένα µήνα ... »
«Δεν έχεις καθόλου διορία.»
«900.000 για µια βδοµάδα.»
«Δεν έχεις καθόλου διορία.»
«Ας κάνουµε κάτι άλλο. Πάρ' τα όλα, και δώσε µου έστω και µία µέρα. Έχω τόσα να πω, τόσο κόσµο να δω, έχω αναβάλει τόσα πράγµατα ... σε παρακαλώ.»
«Ήρθε η ώρα σου» επαναλαµβάνει ο Θάνατος, αδιάλλακτος.
Ο άνθρωπος σκύβει το κεφάλι. Αποδέχεται την κατάσταση και παραιτείται από κάθε άλλη προσπάθεια διαπραγµάτευσης. Με περίλυπο ύφος, ζητάει µόνο µία τελευταία χάρη:
«Έχω έστω λίγα λεπτά ακόµη;» παρακαλεί.
Ο θάνατος βλέπει ακόµη λίγους κόκκους άµµου στην κλεψύδρα του και του λέει:
«Εντάξει».
Παίρνει ο άντρας ένα χαρτί και µια πένα από το γραφείο του και γράφει:
«Εσύ που διαβάζεις αυτό το κείμενο. Όποιος κι αν είσαι. Εγώ δεν μπόρεσα να αγοράσω ούτε µία ώρα ζωής µε όλα µου τα λεφτά. Πρόσεξε τι θα κάνεις µε τον χρόνο σου. Είναι η μεγαλύτερη σου περιουσία ! »
«900.000 για µια βδοµάδα.»
«Δεν έχεις καθόλου διορία.»
«Ας κάνουµε κάτι άλλο. Πάρ' τα όλα, και δώσε µου έστω και µία µέρα. Έχω τόσα να πω, τόσο κόσµο να δω, έχω αναβάλει τόσα πράγµατα ... σε παρακαλώ.»
«Ήρθε η ώρα σου» επαναλαµβάνει ο Θάνατος, αδιάλλακτος.
Ο άνθρωπος σκύβει το κεφάλι. Αποδέχεται την κατάσταση και παραιτείται από κάθε άλλη προσπάθεια διαπραγµάτευσης. Με περίλυπο ύφος, ζητάει µόνο µία τελευταία χάρη:
«Έχω έστω λίγα λεπτά ακόµη;» παρακαλεί.
Ο θάνατος βλέπει ακόµη λίγους κόκκους άµµου στην κλεψύδρα του και του λέει:
«Εντάξει».
Παίρνει ο άντρας ένα χαρτί και µια πένα από το γραφείο του και γράφει:
«Εσύ που διαβάζεις αυτό το κείμενο. Όποιος κι αν είσαι. Εγώ δεν μπόρεσα να αγοράσω ούτε µία ώρα ζωής µε όλα µου τα λεφτά. Πρόσεξε τι θα κάνεις µε τον χρόνο σου. Είναι η μεγαλύτερη σου περιουσία ! »

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.