Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

Η προστασία της μάνας


Λέγεται πως είναι αληθινή ιστορία, που διαδραματίστηκε λίγες ώρες μετά από σεισμό στην Ιαπωνία. Θα μπορούσε να είναι και αυτή ένα παραμύθι, αλλά μερικές φορές η πραγματικότητα μας θυμίζει, πως τα παραμύθια, δεν είναι πάντα μύθος!
Μετά από τον σεισμό διασώστες φτάνουν στα ερείπια του σπιτιού μιας νεαρής γυναίκας κι αντικρίζουν το πτώμα της μέσα στα χαλάσματα. Η στάση του σώματός της όμως ήταν σχετικά περίεργη, θυμίζοντας κατά πολύ την στάση που παίρνει πιστός, έχοντας λυγίσει στα γόνατά του, για να λατρέψει και να προσευχηθεί. Τα συντρίμμια του σπιτιού καταπλάκωσαν και σταμάτησαν στην πλάτη και στο κεφάλι της.
Ο αρχηγός της ομάδας διάσωσης, βάζει το χέρι του μέσα από ένα στενό άνοιγμα στον τοίχο, προσπαθώντας να το σώμα της άτυχης γυναίκας. Είχε ακόμη μέσα του την ελπίδα, ότι αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να είναι ζωντανή. Ωστόσο, στην επαφή με το χέρι του αντιλαμβάνεται, πως τόσο το κρύο δέρμα, όσο και η ακαμψία του σώματος, μαρτυρούσαν, ότι η γυναίκα είναι νεκρή. Ο ίδιος μαζί με την υπόλοιπη ομάδα άφησαν αυτό το σπίτι και κατευθύνθηκαν στα υπόλοιπα, αναζητώντας επιζώντες στα χαλάσματα.
Κάποιοι ανεξήγητοι όμως λόγοι, παρακινούσαν τον αρχηγό της ομάδας, να επιστρέψει στο κατεστραμμένο σπίτι της νεκρής γυναίκας, καθώς μια εντυπωσιακή δύναμη τον καλούσε πίσω! Έτσι κι έγινε. Πλησίασε, γονάτισε και έβαλε ξανά το χέρι του ανάμεσα στο άνοιγμα, που είχε εντοπίσει πριν, ψαχουλεύοντας στο μικρό κενό κάτω από το νεκρό σώμα.
Ξαφνικά, άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό!
- Είναι ένα παιδί! Υπάρχει ένα παιδί!
Όλη η ομάδα συγκεντρώθηκε γύρω του και προσεκτικά αφαίρεσε τις σωρούς των γκρεμισμένων τμημάτων του σπιτιού γύρω από την άτυχη γυναίκα. Πράγματι, μπροστά τους πλέον, υπήρχε ένα περίπου τριών μηνών αγοράκι, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα με μοτίβα ανθέων, κάτω από το νεκρό σώμα της μητέρας του. Προφανώς, η γυναίκα είχε πραγματοποιήσει μια υπεράνθρωπη θυσία για την διάσωση του γιου της. Όταν όμως αντιλήφθηκε, πως το σπίτι κατέρρεε, χρησιμοποίησε το σώμα της, για να δημιουργήσει μια αυτοσχέδια ασπίδα προστασίας για τον γιό της. Το μικρό αγοράκι, κοιμόταν ακόμα ήρεμο και γαλήνιο, ενώ ο επικεφαλής της ομάδας διάσωσης τον είχε πλέον στα χέρια του και τον απομάκρυνε από τα χαλάσματα.
Ο γιατρός, κατέφθασε γρήγορα, για να εξετάσει το μικρό αγόρι. Αφού άνοιξε την κουβέρτα, εντόπισε ένα κινητό τηλέφωνο. Υπήρχε ένα μήνυμα κειμένου στην οθόνη που έγραφε:
«Εάν καταφέρεις να επιζήσεις, να θυμάσαι μόνο ότι σ’ αγαπώ!»

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Φορείς του Καλού


Ιστορία Πρώτη
Ένα φτωχό παιδί κατάφερε να σπουδάσει Νομική με την βοήθεια ενός ευκατάστατου φίλου της οικογένειάς του. Όταν έγινε διάσημος και πλούσιος δικηγόρος, μη ξεχνώντας το χρέος του, επικοινώνησε με τον ευεργέτη του και του πρότεινε, να του επιστρέψει όλα τα χρήματα, που χρειάστηκαν να δαπανηθούν για τις σπουδές του, προσαυξημένα φυσικά με τον ανάλογο τόκο. Ο ευεργέτης του του εξήγησε πως το χρέος του είναι πολύ μεγαλύτερο και μόνο ένας τρόπος υπάρχει να ξεχρεωθεί, να χρηματοδοτήσει ο δικηγόρος τις σπουδές φτωχών παιδιών. Έξυπνος ο δικηγόρος, έλαβε το μήνυμα, έψαξε και βρήκε δέκα φτωχά αγόρια και με δικά του έξοδα τα έστειλε στο Λονδίνο να σπουδάσουν Μηχανικοί, Δικηγόροι και Γιατροί. Αν λοιπόν αισθανόμαστε κι εμείς πως έχουμε χρέος, το οποίο δεν μπορούμε να το επιστρέψουμε στον ευεργέτη μας, είτε επειδή δεν το θέλει, είτε επειδή δεν τον βρίσκουμε, ας επιχειρήσουμε να ξεχρεώσουμε με τον τρόπο, που επέλεξε ο Δικηγόρος. Ας κάνουμε το καλό κι αυτό από μόνο του θα βρει κρίκους αλυσίδας για να σκορπιστεί παντού!
Ιστορία Δεύτερη
Ο πατέρας ήταν φαρμακοποιός και λόγω του πολέμου και της έλλειψης , χρειάζονταν τις υπηρεσίες του σε ένα μεγάλο νοσοκομείο. Υπήρχε ένα παράθυρο στο φαρμακείο, όπου οι άνθρωποι ερχόντουσαν να πληρώσουν. Ο πατέρας παρατηρούσε προσεκτικά τον άνδρα ή την γυναίκα, που ερχόταν να αγοράσει τα φάρμακα και κάνοντας κατάλληλες ερωτήσεις με διακριτικότητα, αντιλαμβανόταν αν μπορούσε να πληρωθεί για τα φάρμακα ή όχι. Σε όσους δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα φάρμακα, σημείωνε στην απόδειξη που τους έδινε, πως ήταν πληρωμένοι. Όταν η μητέρα αντιλήφθηκε αυτό που γίνεται άρχισε να τον ρωτάει, ποιος θα πληρώσει όλους αυτούς τους λογαριασμούς, Ο πατέρας της απαντούσε:
- Όσα πληρώνω για τους φτωχούς ανθρώπους, ο Θεός θα τα δώσει στα παιδιά σου!
Μια μέρα, ο γιος της οικογένειας ταξίδευε με ένα ΙΧ με τέσσερις άλλους ανθρώπους και από λάθος του οδηγού ξαφνικά το αμάξι βρέθηκε στο κενό και βούτηξε μέσα στην λάσπη ενός χειμάρρου σε βάθος 15 μέτρων περίπου κάτω από τον δρόμο. Ο γιος αποσβολωμένος και μετά από το πρώτο σοκ, αισθανόμενος καλά και χωρίς ίχνος σημαδιών τραυματισμού ή αίσθησης πόνου, γύρισε στους συνταξιδιώτες του και τους μίλησε, για να δει αν είναι καλά. Αλλά κανείς δεν απάντησε, ήταν όλοι νεκροί! Όταν επέστρεψε στο σπίτι, τον υποδέχθηκε με δάκρυα στα μάτια η μητέρα του και του είπε:
- Τώρα αντιλαμβάνομαι αυτό που έλεγε στον πόλεμο ο πατέρας σου, για το πως θα πάρει πίσω τα χρήματα, που έδινε για τα φάρμακα των φτωχών!
Η δύναμη της ευχής


Ένας ασκητής έστελνε τον υποτακτικό του, να πουλήσει το εργόχειρο του στις Καρυές. Εκεί ο υποτακτικός του άκουσε στο Πρωτάτο ωραιότατες ψαλμωδίες, μουσική κ.λ.π.
Μια μέρα λέει στον γέροντά του:
- Γέροντα έχω ένα λογισμό. Εμείς εδώ πέρα στην έρημο δεν κάνουμε τίποτα. Να δεις πως εκεί υμνούν τον Θεό. Ψαλμωδίες, πράγματα, χορωδίες. Εμείς εδώ μόνο κομποσχοίνι, μόνο « Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού, Ελέησον ημάς! »
Τον παίρνει ο Γέροντας τότε μια άλλη μέρα και του λέει:
- Ας πάμε παιδί μου, να δούμε τι κάνουν αυτοί οι πατέρες στο Πρωτάτο. Να κάνουμε κι εμείς το δικό τους τυπικό.
Και όταν πήγαν σκύβει ο γέροντας και λέει ψιθυριστά στο αυτί του υποτακτικού του:
- Πράγματι τέκνο, εδώ δοξάζουν τον Θεό!
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και πιάνει δυνατός σεισμός. Σείστηκαν τα σύμπαντα.
Τότε αμέσως οι ψάλτες άφησαν τα μουσικά βιβλία και τα «τεριρέμ» και άρχισαν να τραβούν κομποσχοίνι, φωνάζοντας « Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού, Ελέησον ημάς! »
- Γέροντα πάμε να φύγουμε, πάμε στη δουλεία μας, στην ησυχία μας, στο καλύβι μας, λέει τότε ο υποτακτικός. Αυτό που κάνουμε εμείς, είναι ανώτερο από τα ψαλτικά!

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Η ένωση με τον Θεό


Κάποτε κάποιος ασκητής, εγκατέλειψε τους υπόλοιπους συνασκητές του και πήγε στην έρημο, για να γίνει ησυχαστής. Ο λογισμός του απαιτούσε να αφοσιωθεί μέρα νύχτα στη μελέτη και θεωρία του Θεού, επειδή πίστευε, ότι θα μπορούσε μέσα στην ερημιά και στη γαλήνη της ησυχίας, να ενωθεί με τον Θεό χωρίς μέριμνες και χωρίς σκοτούρες.
Ύστερα όμως από δύο τρεις ημέρες, δεν μπορεί κανένας να αντέξει και παραπάνω εδώ που τα λέμε, σε κάποια στιγμή των ιερών του στοχασμών, ο ασκητής αισθάνθηκε κοντά του κάποια παρουσία.
Ένα μικρό ποντίκι είχε ανεβεί στην μπαλωμένη και τρύπια παντούφλα του και περιεργαζόταν το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του ασκητή. Έτσι αποσπάσθηκε η προσοχή του και ήταν αδύνατον να κρατήσει σταθερό το νου του, στην ενθύμηση του Θεού και στην προσευχή του. Ο ασκητής σκέφτηκε, «εγώ άφησα τα πάντα για να επικοινωνώ αμέριμνα και σωστά με τον Θεό και να έρχεται τώρα, να μου κάνει χαλάστρα ένας ποντικός!».
Αμέσως μετά φωνάζει νευριασμένος στο ποντίκι:
- Γιατί βρε σιχαμένο διακόπτεις την προσευχή μου;
- Γιατί πεινάω, απαντάει το ποντίκι!
Ο ησυχαστής, δίχως να αναρωτηθεί, πως γίνεται και μιλάει το ποντίκι με ανθρώπινη φωνή, ανταπαντάει εκνευρισμένα:
- Φύγε από δω βρε μαγαρισμένο, εγώ προσπαθώ με χίλιους κόπους να δω, πως θα ενωθώ με τον Θεό και συ έρχεσαι να μου ζητήσεις, να ασχοληθώ με την κοιλιά σου; Συγχρόνως κλωτσάει δυνατά το ποντίκι ο ησυχαστής και το πετάει στην απέναντι γωνία της σπηλιάς του.
Τότε το ποντίκι γυρίζει και με πολύ ηρεμία, αφού κοιτάει στα μάτια τον ασκητή, του λέει με ανθρώπινη φωνή:
– Μάθε το μια για πάντα, αν δεν μπορείς να συναναστραφείς με τους γύρω σου, δηλαδή με τον πλησίον σου, ειδικότερα αν δεν μπορείς να του σταθείς στα προβλήματά του, να τον συμπονέσεις και να τον παρηγορήσεις στις κακοτυχίες του, να απαλύνεις τον πόνο του, αν πονάει, να του δώσεις τροφή, νερό και στέγη, αν πεινάει, διψάει, ή είναι άστεγος, τότε, ποτέ μα ποτέ δεν θα μπορέσεις να ενωθείς με τον Θεό της αγάπης και του ελέους. »
Αμέσως μετά εξαφανίστηκε ο ποντικός από τα μάτια του ησυχαστή!
Η ελεημοσύνη του Ντοστογιέφσκι


Κάποτε ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκι βγήκε για τον απογευματινό του περίπατο. Ενώ κόντευε να νυχτώσει, ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι του και του ζήτησε βοήθεια.
Ο Ντοστογιέφσκι ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.
Ο μεγάλος συγγραφέας κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε:
- Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα, να σου προσφέρω!
Και ο γέρο ζητιάνος απαντά:
- Ευχαριστώ πολύ. Αυτό που μου δίνεις, δύσκολα μου το δίνουν άλλοι. Ελάχιστες φορές βάλανε στα χέρια μου το νόμισμα της καλοσύνης. Το παίρνω και σε ευγνωμονώ για αυτό!
Ας αναζητήσουμε τα νομίσματα της καλοσύνης και της αγάπης και αντί να τα αποθησαυρίσουμε, ας τα μοιράσουμε στους γύρω μας!

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Τα τρία δέντρα


Ήταν μια φορά σε ένα δάσος τρία δέντρα. Το καθένα από αυτά είχε για τον εαυτό του έναν οραματισμό!
Το πρώτο επιθυμούσε, να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο ξυλόγλυπτο, όμορφα σκαλισμένο, που μέσα του θα φυλάσσεται ένας πολύτιμος θησαυρός.
Το δεύτερο δέντρο ήθελε, να αξιωνόταν να γίνει στα χέρια ενός καλού ναυπηγού ένα μεγάλο καράβι και όμορφο, που θα μετέφερε βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα, που θα έκανε ταξίδια υψηλών προσώπων.
Το τρίτο δέντρο έλεγε, ότι το μόνο που θα ήθελε, ήταν να γίνει το πιο ψηλό και πιο δυνατό δέντρο του δάσους, έτσι ώστε οι άνθρωποι, που θα βλέπουν το ύψος του στην κορυφή του λόφου, να σκέπτονται τον ουρανό και τον Θεό.
Όμως πέρασαν τα χρόνια και τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως αλλιώς.
Πήγαν υλοτόμοι και έκοψαν το πρώτο δέντρο και ενώ εκείνο οραματιζόταν και ποθούσε, να γίνει όμορφο ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς, ο ξυλουργός το έκανε παχνί για τα άχυρα της τροφής των ζώων του στάβλου.
Το δεύτερο δέντρο, που ήθελε να γίνει ωραίο καράβι, για να μεταφέρει βασιλιάδες, έγινε ένα μικρό ψαροκάικο, που το χρησιμοποιούσαν φτωχοί ψαράδες για να ψαρεύουν.
Το τρίτο δέντρο, που ήθελε να μείνει το ψηλότερο του δάσους, το έκοψε κάποιος ξυλοκόπος και το έβαλε στην αποθήκη του.
Περνούσαν τα χρόνια και τα δέντρα απογοητευμένα από την εξέλιξη των πραγμάτων, ξέχασαν ακόμη και τα όνειρά τους.
Όμως κάποια ημέρα ένας άντρας και μια γυναίκα ήλθαν στο στάβλο, που ήταν εκείνο το ξύλινο παχνί με τα άχυρα, και η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι και το τοποθέτησαν στο παχνί, που είχε φτιαχτεί από το πρώτο δέντρο.
Ήταν ο Ιωσήφ και η Παναγία, η Θεοτόκος, οι οποίοι απόθεσαν σε εκείνο το ξύλινο παχνί, όχι απλώς διαμάντια και χρυσάφια αλλά τον ίδιο το Θεό, που είχε γίνει άνθρωπος για εμάς. Έτσι αξιώθηκε αυτό το παχνί, η φάτνη, να δεχτεί μέσα της το θησαυρό των θησαυρών, τον ίδιο τον Θεό!
Στο μικρό ψαροκάικο, που είχε γίνει από το δεύτερο δέντρο, μετά από πολλά χρόνια μπήκαν κάτι ψαράδες μαζί με το δάσκαλο τους, ο οποίος ήταν κουρασμένος και είχε κοιμηθεί. Είχαν ανοιχτεί στην θάλασσα, όταν ξέσπασε μια μεγάλη τρικυμία. Πάνω στο φόβο τους οι φτωχοί ψαράδες, ξύπνησαν τον αρχηγό τους και Εκείνος μόλις είδε την φουρτουνιασμένη θάλασσα, την διέταξε να ηρεμήσει. Και η θάλασσα γαλήνεψε αμέσως!
Ήταν ο Χριστός μαζί με τους μαθητές του, στη λίμνη Γεννησαρέτ.
Έτσι και το δεύτερο δέντρο, που είχε φιλοδοξήσει να γίνει μεγάλο πλοίο, που θα μετέφερε υψηλά πρόσωπα και βασιλιάδες, αξιώθηκε να μεταφέρει τον Βασιλέα των Βασιλέων, τον ίδιο τον Χριστό με τους μαθητές Του.
Και το τρίτο δέντρο, που ήταν στην αποθήκη του ξυλουργού, μια ημέρα το πήραν και έκαναν έναν σταυρό, στο οποίο σταύρωσαν τον Χριστό.
Έτσι το δέντρο αυτό έγινε πιο ψηλό, από ότι είχε επιθυμήσει. Έφθασε στον ουρανό και στον Θεό.
Τελικά τα δέντρα της ιστορίας απέκτησαν, όχι μόνο αυτό που ήθελαν και ποθούσαν, αλλά ασυγκρίτως περισσότερα, από αυτά που σχεδίαζαν.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Ο κλόουν


Ο Πέτρος στα νιάτα του ήταν σπουδαίος κλόουν. Τα χρόνια όμως πέρασαν, γέρασε και δεν έβρισκε πια δουλειά. Απελπισμένος και για να μη πεθάνει της πείνας, πήρε το δρόμο για ένα μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία. Ίσως οι καλόγεροι να τον φιλοξενούσαν για λίγο. Πραγματικά, ο ηγούμενος τον κράτησε εκεί, για να βοηθάει στις εργασίες του μοναστηριού.
Ο Πέτρος χάρηκε. Κι ήθελε να ευχαριστήσει την Παναγία γι’ αυτό. Δεν ήξερε όμως γράμματα, για να μπορεί να διαβάζει στα μεγάλα βιβλία και να Της ψέλνει ύμνους, όπως οι καλόγεροι.
Αλλά κάτι σκέφτηκε να κάνει κι αυτός!
Κι ένα μεσημέρι, που οι καλόγεροι ησύχαζαν στα κελιά τους, ο Πέτρος χάθηκε. Ο ηγούμενος, θέλοντας να τον στείλει σε κάποια εργασία, έψαξε να τον βρει. Τον γύρεψε παντού, μα δεν φαινόταν πουθενά.
Κάποια στιγμή ο ηγούμενος πέρασε και μπροστά απ’ τη δυτική πόρτα της εκκλησίας κι απ’ το μεγάλο τζάμι της έριξε μία γρήγορη ματιά μέσα στην εκκλησία. Είδε τον Πέτρο μπρός στη μεγάλη εικόνα της Παναγίας να κάνει τούμπες και χίλια δύο ακροβατικά. Μια περπατούσε με τα χέρια, μια ισορροπούσε μόνο πάνω στο ένα χέρι, μια κυλούσε στηριγμένος στις άκρες των ποδιών και των χεριών σαν τροχός!
Ο ηγούμενος αναστατώθηκε, απ’ αυτά που έβλεπε. Τα πέρασε για μεγάλη ασέβεια κι ήταν έτοιμος, να του βάλει τις φωνές. Ήταν ακριβώς η στιγμή που ο Πέτρος, ακουμπώντας μόνο πάνω στο κεφάλι του, έπαιζε στα πόδια του, τα γυρισμένα προς τα πάνω, το παλιό του μπαστούνι των κλόουν. Κι είχε αναψοκοκκινίσει το γέρικο πρόσωπό του κι είχαν φουσκώσει οι φλέβες του λαιμού του και ποτάμι έτρεχε ο ιδρώτας από το μέτωπό του.
Έτοιμος ήταν να του βάλει τις φωνές ο ηγούμενος. Μα εκείνη τη στιγμή του φάνηκε, πως είδε την Παναγία εκεί από τη μεγάλη εικόνα, ν’ απλώνει το χέρι της, να σκύβει και με την άκρη του μανδύα της να σκουπίζει τον ιδρώτα από το πρόσωπο του Πέτρου!
Ανατρίχιασε ο ηγούμενος. Γονάτισε, σταυροκοπήθηκε και ψιθύρισε τρέμοντας:
- Συγχώρεσε με, Παναγία μου. Εσύ ξέρεις, ποιος σε τιμά και σε δοξάζει καλύτερα!