Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Ο πατέρας που δούλευε πολύ


Ο πατέρας ήταν σκληρά εργαζόμενος. Δούλευε ως διανομέας για να βγάζει τα προς το ζην για τον ίδιο, τη σύζυγο και τα τρία παιδιά τους. Τα απογεύματα τα περνούσε παρακολουθώντας σεμινάρια, επιδιώκοντας να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις, έτσι ώστε να καταφέρει μια ημέρα να βρει μια καλύτερη δουλειά.
Μόνο τις Κυριακές είχε λίγο διαθέσιμο χρόνο για να περάσει μαζί με την οικογένειά του. Εργαζόταν και μελετούσε πολύ σκληρά, γιατί ήθελε να βγάλει πολλά χρήματα, ώστε να προσφέρει στην οικογένειά του ότι επιθυμούσαν.
Όταν η οικογένεια του παραπονιότανε, ότι δεν ξόδευε αρκετό χρόνο μαζί τους, η απάντηση του ήταν, πως εργάζεται σκληρά, γιατί νοιάζεται γι’ αυτούς και δεν θέλει να τους λείψει τίποτε!
Όμως κατά βάθος αντιλαμβανότανε, πως και σ’ αυτόν έλειπε η οικογένειά του και ποθούσε να μπορούσε, να περνάει περισσότερο χρόνο μαζί τους.
Η ημέρα έφτασε και ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού που είχε λάβει μέρος. Προς μεγάλη χαρά του πατέρα, πέρασε από τους πρώτους και έπιασε μια καλύτερη δουλειά. Λίγο μετά, του προσφέρθηκε προαγωγή, και αμειβόταν πια καλά.
Το όνειρο του έγινε πραγματικότητα. Θα μπορούσε πια να προσφέρει την οικογένειά του κάποιες μικρές πολυτέλειες, όπως ωραία ρούχα, καλό φαγητό και διακοπές στο εξωτερικό.
Ωστόσο, η οικογένεια εξακολουθούσε να μην βλέπει τον πατέρα το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας. Αυτός συνέχιζε να εργάζεται πολύ σκληρά, ελπίζοντας να προαχθεί στη θέση του διευθυντή. Μάλιστα για να αυξήσει τις πιθανότητες να το πετύχει, γράφτηκε στο ανοικτό πανεπιστήμιο και μελετούσε πολύ.
Και πάλι, κάθε φορά που η οικογένεια παραπονιότανε, ότι δεν ξοδεύει αρκετό χρόνο μαζί τους, η απάντηση ήταν ότι το έκανε για αυτούς. Στην πραγματικότητα, πράγματι ποθούσε να περνάει περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του.
Η σκληρή προσπάθεια του πατέρα απέδωσε καρπούς και προήχθη. Αισθανόμενος μεγάλη περηφάνια, αποφάσισε να προσλάβει μια καθαρίστρια, για να ξεκουράσει τη σύζυγό του από τις οικιακές εργασίες. Επίσης θεώρησε, ότι τα τρία δωμάτια στο διαμέρισμά τους δεν ήταν πλέον αρκετά μεγάλα, οπότε αγόρασε ένα μεγαλύτερο σπίτι με όλες τις ανέσεις.
Έχοντας ήδη δρέψει τους καρπούς της σκληρής δουλειάς του αρκετές φορές, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές παράλληλα με τη δουλειά του. Η οικογένεια πλέον δεν τον έβλεπε ούτε τις Κυριακές, επειδή χρειαζότανε να βρίσκεται με πελάτες της εταιρείας σε επαγγελματικά γεύματα και δείπνα.
Και πάλι, κάθε φορά που η οικογένεια τον κατηγορούσε ότι δεν ξοδεύει αρκετό χρόνο μαζί τους, η απάντηση ήταν ότι τα κάνει όλα αυτά για αυτούς. Παρόλο που ποθούσε να περνάει περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η σκληρή δουλειά του πατέρα απέδωσε ξανά καρπούς, και αγόρασε ένα πολύ όμορφο εξοχικό πάνω σε μια παραδεισένια ακρογιαλιά. Το πρώτο Σάββατο, που μαζεύτηκε όλη η οικογένεια στο εξοχικό, ο πατέρας ανακοίνωσε στην οικογένειά του, ότι αποφάσισε να σταματήσει την επιδίωξη καλύτερης θέσης στην εταιρεία. Θα μείωνε πολύ τις ώρες εργασίας. Είχε αποφασίσει να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην οικογένειά του.
Το επόμενο πρωινό ο πατέρας δεν ξύπνησε!

Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

Η μονόφθαλμη μάνα


Κάθε φορά που κυκλοφορούσε μαζί με την μητέρα του, ένιωθε πολύ άβολα. Ντρεπότανε, να τον βλέπει ο κόσμος μαζί της!
Όταν χρειαζόταν να έρθει εκείνη στο σχολείο, ο Γιώργος εξαφανιζόταν, για να μην την συναντήσει. Κάθε φορά που τον έβλεπαν οι συμμαθητές του μαζί της, τον κορόιδευαν:
- Να ο Γιώργος με την μονόφθαλμη μάνα!
Η κυρία Τασία είχε μόνο ένα μάτι. Η θέση του άλλου ματιού ήταν πάντα κλειστή. Σαν τάφος!
- Σου έχω πει, να μην έρχεσαι στο σχολείο. Τι δεν καταλαβαίνεις, της έλεγε κάθε φορά και κλεινόταν στο δωμάτιο του, χτυπώντας πίσω του την πόρτα, κατάμουτρα στο πρόσωπό της μάνας του!
Ένα πρωινό καθώς ο μικρός Γιώργος πήγε στη κουζίνα, για να φάει το πρωινό του, την είδε να κλαίει ήσυχα, σαν απαλή βροχούλα.
Δίχως να της μιλήσει, βγήκε από τη κουζίνα. Επέστρεψε στο δωμάτιο του. Εκεί υποσχέθηκε στον εαυτό του, να γίνει μεγάλος, επιτυχημένος. Να ξεφύγει από την μονόφθαλμη μάνα του και την μεγάλη φτώχεια τους!
Ο Γιώργος εργάστηκε σκληρά. Μετακόμισε σε άλλη πόλη. Έγινε πετυχημένο στέλεχος πολυεθνικής εταιρείας. Παντρεύτηκε. Έχει δυο παιδιά και ζει σε ένα σπίτι, που δεν του θυμίζει καθόλου το σπίτι της μητέρας του.
Μια μέρα χτύπησε η πόρτα. Ο Γιώργος άνοιξε. Στη θέα της μάνας του έγινε έξαλλος.
- Τι θέλεις; Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ! Τ ακούς; Καμία!
- Συγνώμη, μάλλον έκανα λάθος στο σπίτι, είπε η κυρία Τασία κι έφυγε.
- Ευτυχώς δεν με γνώρισε, σκέφτηκε ο Γιώργος
Τον επόμενο μήνα ο Γιώργος πήγε στην παλιά του γειτονιά, επειδή είχαν συγκέντρωση οι παλιοί συμμαθητές κι έκρινε, πως θα ήταν καλό γι’ αυτόν να συμμετάσχει, παρά το γεγονός, πως δεν είχε καμία καλή ανάμνηση. Ήταν μια ευκαιρία γι’ αυτόν μέσα από τον κύκλο των παλιών του συμμαθητών, να αναζητήσει γνωριμίες και διασυνδέσεις, που ίσως αποδεικνυότανε χρήσιμες για την δουλειά του!
Η βραδιά πλησίαζε στη λήξη της, όταν ένας παλιός συμμαθητής του, εμφανώς αναστατωμένος μετά από μια κλήση που είχε στο κινητό του, είπε στον Γιώργο, ότι βρέθηκε η μητέρα του πεσμένη στο πάτωμα του σπιτιού της από μια γειτόνισσα. Δυστυχώς είχε πεθάνει κι έψαχναν τον Γιώργο, για να τον ειδοποιήσουν σχετικά.
Όταν πήγε στο σπίτι της κυρίας Τασίας ο Γιώργος, βρήκε κάποιους λίγους γείτονες να τον περιμένουν. Ο Γιώργος έριξε ένα βιαστικό βλέμμα στην νεκρή μητέρα του, χωρίς να κυλήσει ούτε ένα δάκρυ από τα μάτια του!
Ένας παλιός γείτονας, που αμυδρά θυμότανε ο Γιώργος, τον πλησίασε, έβαλε το χέρι του στον ώμο του, τον συλλυπήθηκε και του είπε :
- Η γυναίκα μου βρήκε την μητέρα σου νεκρή στο πάτωμα. Επειδή έμενε η κυρία Τασία μόνη στο σπίτι κι εμπιστευότανε την γυναίκα μου, της είχε δώσει ένα κλειδί του σπιτιού και την είχε παρακαλέσει, να έχει το μυαλό της. Από το πρωί η γυναίκα μου δεν είδε τη μητέρα σου, να βγαίνει στην αυλή, όπως το συνήθιζε, τα παραθυρόφυλλα παρέμεναν κλειστά και δεν απαντούσε η μητέρα σου ούτε στο τηλέφωνο, αλλά ούτε και στο κουδούνι της εξώπορτας. Έτσι η γυναίκα μου με το κλειδί της άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε το μακάβριο θέαμα. Δίπλα στο τραπεζάκι ήταν ένα φάκελος, που έγραφε το δικό σου όνομα. Ορίστε πάρε τον!
Ο Γιώργος άνοιξε τον φάκελο, έβγαλε το σημείωμα που υπήρχε μέσα και άρχισε να διαβάζει:
« Γιε μου, μού είναι πολύ δύσκολο, να έρχομαι στο σπίτι σου, για να σε βλέπω. Μόλις έμαθα, ότι γίνεται συγκέντρωση των συμμαθητών σου, σκέφτηκα να έρθω να σε δω. Όμως σταμάτησα. Δεν ήθελα να συνεχίσω, να σε φέρνω σε δύσκολη θέση με το μάτι μου. Να σε προσβάλλω. Όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες κάποιο ατύχημα. Οι γιατροί είπαν, ότι πρέπει να σου αφαιρέσουν το μάτι σου. Σου έδωσα λοιπόν το δικό μου. Ο γιος μου είπα, πρέπει να βλέπει όλον τον κόσμο και όχι τον μισό. Όταν μεγάλωσες και με μάλωνες και με έδιωχνες έλεγα μέσα μου, ότι κατά βάθος με αγαπάς. Παρηγορούμουν. Πόσο θα ήθελα, να ήσουν μικρούλης πάλι και να σε είχα να τριγυρνάς κοντά μου. Μου λείπεις γιε μου. Είσαι ότι πιο πολύτιμο έχω στη ζωή μου!»
Ο Γιώργης για πρώτη φορά στη ζωή του δάκρυσε. Φυσικά για τον άνθρωπο, που έδωσε τα πάντα για εκείνον. Αλλά περισσότερο επειδή λυπήθηκε για την κατάντια του ίδιου του εαυτού του. Μπορεί κάποιος να καταφέρει, να κοροϊδέψει όλον τον κόσμο, αλλά είναι αδύνατον να ξεφύγει από τον εαυτό του!

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Ο βάτραχος μέσα στο νερό



Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, που είναι ενδεχόμενο να μην είναι αληθινή.
Μέσα σε ένα δοχείο με βρασμένο νερό, πετάμε ένα βατραχάκι. Η στάθμη του νερού είναι χαμηλότερη από το ύψος του βατράχου. Ακαριαία το βατραχάκι δίνει έναν πήδο και πετάγεται έξω από το δοχείο με το βρασμένο νερό.
Το ίδιο βατράχι τοποθετείται σε ένα δοχείο με δροσερό νερό, που η στάθμη του πάλι είναι χαμηλότερη από το ύψος του σώματός του. Το βατράχι βρίσκεται μέσα στο στοιχείο του , το νερό, δεν έχει κανέναν λόγο να μην παραμείνει μέσα στο δοχείο και να απολαύσει την εμπειρία. Αρχίζουμε να θερμαίνουμε σταδιακά το δοχείο με το νερό, που μέσα είναι αραχτός ο βάτραχος, με αποτέλεσμα το νερό να αρχίσει να γίνεται περισσότερο θερμό. Που και που φαίνεται πως η επαφή με το ζεστό νερό ενοχλεί τον βάτραχο, αλλά μάλλον γρήγορα εγκλιματίζεται και το συνηθίζει, επειδή συνεχίζει να είναι ξαπλωμένος μέσα στο νερό. Κάποια στιγμή το νερό αρχίζει να βράζει, οπότε και είναι πολύ αργά για το βατράχι, να πηδήξει έξω το νερό. Ακινητοποιείται. Και το βατράχι βράζει ζωντανό!
Η συνήθεια λοιπόν καμιά φορά είναι ο καλύτερος υπηρέτης, αλλά γρήγορα μπορεί να γίνει απαίσιος δυνάστης. Όταν οι αλλαγές εξελίσσονται με αργό ρυθμό, δεν μπορούμε να τις διακρίνουμε εύκολα, με αποτέλεσμα να επαναπαυόμαστε σε μία κατάσταση, όπως και ο βάτραχος που σιγοκάηκε. Οι σταδιακές αλλαγές είναι δύσκολα παρατηρήσιμες, μας κάνουν να πιστεύουμε πως όλα είναι καλά, αλλά ακόμη κι αν μας ενοχλήσουν λίγο, πιστεύουμε πως είναι απλά θέμα χρόνου να επανέλθουν τα πράγματα στην πρότερη καλή κατάσταση. Εθελοτυφλούμε και παραμένουμε απαθείς, όμως το νερό ζεσταίνεται κάθε λεπτό!
Συνήθως αυτό που μας κινητοποιεί, ώστε να αλλάξουμε κάτι στον εαυτό μας, είναι ο πόνος, η θερμοκρασία όπου νιώθουμε, ότι βράζουμε. Ο πόνος λειτουργεί σαν συναγερμός και ειδοποιεί για άμεση δράση, αλλά αν εμείς κωφεύσουμε στον συναγερμό, μπορεί να μην βρούμε τον χρόνο να κινητοποιηθούμε, όταν πλέον το αποφασίσουμε.
Η απόφαση για αλλαγή δεν είναι μία εύκολη υπόθεση. Όταν αλλάζουμε, αποχωριζόμαστε το παλιό, που μας είναι πλέον άχρηστο, αλλά γνώριμο και οικείο, ενώ παράλληλα πηγαίνουμε σε κάτι καινούργιο, που μας είναι ακόμα άγνωστο. Οι άνθρωποι συχνά προτιμάμε τη βεβαιότητα της δυστυχίας, παρά την δυστυχία της αβεβαιότητας.
Αυτό που είναι γνώριμο, μας προσφέρει ασφάλεια και μας παρηγορεί. Όμως, ταυτόχρονα μπορεί να αποτελέσει και παγίδα.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

Η πραμάτεια του διαβόλου


Ο διάβολος, προκειμένου να ξεσκαρτάρει το στοκ των αποθηκών του, αποφάσισε ξεφορτωθεί αρκετούς πειρασμούς, που είχε στο απόθεμα του. Έβαλε αγγελία στις εφημερίδες, και άρχισαν να έρχονται πελάτες στο εργαστήριό του.
Είχε μεγάλο απόθεμα σε πέτρες, για να σκοντάφτουν οι ενάρετοι, σε καθρέπτες, για να αυτοθαυμάζονται όσοι το επιθυμούν, σε πονηρά και λάγνα θεάματα!
Την προσοχή των περισσότερων υποψηφίων πελατών τραβούσαν αντικείμενα, όπως στιλέτα με κυρτή λεπίδα, που μπορούν να καρφωθούν στην πλάτη του άλλου και μαγνητόφωνα, για να καταχωρούνται κουτσομπολιά, διαδόσεις και συκοφαντίες.
- Μην ανησυχείτε για την τιμή, φώναζε ο διάβολος στους υποψήφιους πελάτες. Πάρτε το σπίτι σήμερα και πληρώστε αν κι όποτε μπορείτε!
Ένας από τους επισκέπτες παρατήρησε τρία εργαλεία, που βρίσκονταν σε μια γωνία, φαινόταν να είναι αρκετά φθαρμένα και δεν προσέλκυαν την προσοχή. Παρόλα αυτά η τιμή τους φαινότανε πολύ ακριβή. Περίεργος, ζήτησε να μάθει, γιατί συνέβαινε αυτό.
- Είναι φθαρμένα, επειδή είναι αυτά, που χρησιμοποιώ περισσότερο από όλα, απάντησε γελώντας ο διάβολος. Αν τραβούσαν την προσοχή, οι άνθρωποι θα γνώριζαν, πώς να προστατεύουν τον εαυτό τους και κανείς δεν θα τα αγόραζε. Και τα τρία αξίζουν την τιμή, που ζητώ από τους πελάτες. Το ένα είναι η αμφιβολία, το άλλο είναι το αίσθημα κατωτερότητας και το τρίτο είναι η πικρία. Όλοι οι άλλοι πειρασμοί κάποιες φορές αποτυγχάνουν, αλλά αυτοί οι τρεις πετυχαίνουν πάντα!

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Το προπατορικό αμάρτημα κάπως διαφορετικά


Κάποιες φυλές, έχουν προσαρμόσει σύμφωνα με τις δικές τους παραδόσεις την ιστορία της Εύας και του φιδιού, που την παρέσυρε στο προπατορικό αμάρτημα:
Η Εύα περπατούσε στον κήπο της Εδέμ, όταν το φίδι σύρθηκε κοντά της.
- Φάε αυτό το μήλο, είπε το φίδι.
Η Εύα, τηρώντας την εντολή του Θεού, αρνήθηκε.
- Φάε αυτό το μήλο, επέμεινε το φίδι, γιατί πρέπει να γίνεις η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου, για να σε αγαπάει παντοτινά ο άντρας σου!
- Μα είμαι η πιο όμορφη γυναίκα, είπε η Εύα, γιατί δεν υπάρχει καμιά άλλη στον κόσμο εκτός από μένα.
Το φίδι γέλασε:
- Εδώ κάνεις λάθος, φυσικά και δεν είσαι η μόνη γυναίκα στον κόσμο.
Καθώς η Εύα δεν πίστεψε σε αυτό που της είπε το φίδι, εκείνο την οδήγησε στην κορυφή ενός λόφου, όπου βρισκόταν ένα πηγάδι.
- Η γυναίκα βρίσκεται μέσα σε αυτή την σπηλιά. Ο Αδάμ την έκρυψε εδώ, για να μην μπορέσεις να την βρεις!
Η Εύα έσκυψε πάνω από το πηγάδι και αντίκρισε μια πανέμορφη γυναίκα, να την κοιτάζει με μεγάλα εκφραστικά μάτια. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, σε εκείνο το σημείο, η Εύα έφαγε το μήλο, που της πρόσφερε το φίδι!
Σύμφωνα με τις παραδόσεις των φυλών, που λένε την παραπάνω ιστορία, όσοι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, στην αντανάκλαση του νερού του πηγαδιού, παύουν να τον φοβούνται κι επιστρέφουν στον Παράδεισο!

Σάββατο 16 Μαΐου 2020

Ο Αναζητητής της Αλήθειας


Ένας άνθρωπος, σ’ όλη του τη ζωή έψαχνε την Αλήθεια και δεν μπορούσε να τη βρει. Πέρασε απ’ όλες τις χώρες του κόσμου, βρέθηκε στις χώρες του Βορρά, στις χώρες του Νότου και της Δύσης χωρίς αποτέλεσμα.
Κάποια φορά που βρέθηκε σε μια μικρή χώρα της Ανατολής, ένοιωσε κουρασμένος και απελπισμένος και κάθισε κοντά στην είσοδο μιας σπηλιάς. Ξαφνικά, από το εσωτερικό της σπηλιάς ακούστηκε κάποιος θόρυβος σαν γρύλισμα. Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πλησίασε την είσοδο με ένα ξίφος στο χέρι. Ξεχώρισε μια σκοτεινή μορφή, που του φάνηκε, ότι ανήκε σε γυναίκα. Μπήκε στη σπηλιά, όπου βασίλευε φοβερή δυσοσμία. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, είδε πράγματι μια γυναίκα, γριά και αποκρουστική, ρυτιδιασμένη, τριχωτή και βρωμερή.
Εκείνη, σήκωσε προς το μέρος του τα θολά μάτια της και τον ρώτησε, τι θέλει.
– Αναζητώ την Αλήθεια, απάντησε εκείνος.
– Τη βρήκες, του είπε η γριά.
– Εσύ είσαι η Αλήθεια;
– Ναι.
– Πώς μπορώ να είμαι σίγουρος;
Εκείνη του έδωσε αποδείξεις. Ήξερε τα πάντα για αυτόν, το όνομά του, την ηλικία του, τις περιπέτειές του. Ο άνθρωπος έμεινε αποσβολωμένος και απογοητευμένος, ρώτησε με αμηχανία:
– Είσαι τόσο άσχημη! Ποτέ δεν είχα συναντήσει τίποτα πιο τρομερό από εσένα. Όμως όλοι θέλουν, να σε γνωρίσουν! Θα με ρωτήσουν! Πρέπει να τους πω κάτι! Τι να τους πω;
– Πες τους ψέματα, είπε η Αλήθεια, πες τους ότι είμαι νέα και ωραία, και όλοι θα σε πιστέψουν!

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

Ο σαμουράι και η γάτα


Ένας σαμουράι, άγριος πολεμιστής, ψάρευε πλάι σ’ ένα ποτάμι. Έπιασε ένα ψάρι και ετοιμάζονταν να το ψήσει, όταν ένας γάτος, που ήταν καταχωνιασμένος κάτω από έναν θάμνο, έδωσε ένα σάλτο και του έκλεψε τη λεία του. Οργισμένος ο σαμουράι έβγαλε το σπαθί του, ζύγωσε τον γάτο και τον έκοψε στα δύο. Ο πολεμιστής αυτός ήταν ένθερμος βουδιστής και άρχισε να κατατρύχεται από τύψεις, επειδή είχε σκοτώσει ένα πλάσμα της φύσης.
Στην διαδρομή του σαμουράι προς το σπίτι του, το θρόισμα του ανέμου στα αυτιά του ακουγότανε σαν νιαούρισμα, το ίδιο τού ακουγότανε και ο θόρυβος των βημάτων του στη γη, όποιον άνθρωπο συναντούσε στον δρόμο, νόμιζε πως εκείνος νιαούριζε, στα βλέμματα των παιδιών, που έπαιζαν στις αυλές των σπιτιών τους, ο σαμουράι νόμιζε πως έβλεπε νιαουρίσματα.
Τις άλλες μέρες οι φίλοι του επίσης φαινότανε, πως νιαούριζαν αδιάκοπα, σαν τους πλησίαζε. Σ’ όλους τους τόπους, σε όλες τις περιστάσεις, ακούγονταν σπαραξικάρδια νιάου. Τις νύκτες ο σαμουράι ονειρευόταν μονάχα νιάου. Κάθε ήχος, κάθε σκέψη, κάθε πράξη της ζωής του μεταμορφωνόταν σε νιάου!
Η κατάστασή του ολοένα χειροτέρευε. Η ιδεοληψία του τον καταδίωκε και τον βασάνιζε δίχως ανάπαυλα, ακατάπαυστα. Επειδή δεν μπορούσε να βγάλει πέρα όλα αυτά τα νιάου, πήγε σ’ έναν ναό για να ζητήσει συμβουλή από ένα γέρο δάσκαλο του Ζεν.
- Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, λυτρώστε με, βοηθείστε με, τον ικέτεψε.
Ο δάσκαλος Ζεν του αποκρίθηκε:
- Εσείς, ένας πολεμιστής, πως μπορέσατε να πέσετε τόσο χαμηλά; Αν δεν είστε σε θέση να κατανικήσετε μόνος σας όλα αυτά τα νιάου, τότε σας αξίζει μονάχα ο θάνατος. Δεν έχετε άλλη λύση παρά να κάνετε χαρακίρι. Εδώ και τώρα, μπροστά μου. Παρόλα αυτά, είμαι ταγμένος στο Θεό και σας λυπάμαι. Μόλις αρχίσετε να ανοίγετε την κοιλιά σας, θα σας κόψω το κεφάλι με το σπαθί μου, για να συντομεύσω το μαρτύριό σας!
Ο σαμουράι δέχτηκε και, παρόλο που φοβόταν το θάνατο, ετοιμάστηκε για το τελετουργικό χαρακίρι. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ανακάθισε στα γόνατά του, κράτησε το στιλέτο με τα δυο του χέρια και το έστρεψε προς την κοιλιά του.
Ορθός πίσω του, ο Δάσκαλος κράδαινε το δικό του σπαθί:
- Ήρθε η ώρα, του είπε. Εμπρός.
Αργά ο σαμουράι ακούμπησε τη μύτη του σπαθιού πάνω στην κοιλιά του. Πριν προλάβει να σπρώξει το στιλέτο, για να αρχίσει να τρυπάει την σάρκα του, ο Δάσκαλος πήρε ξανά το λόγο:
- Εξακολουθείτε να ακούτε νιαουρίσματα;
- Μπα, όχι τώρα πια. Στ’ αλήθεια, όχι!
- Τότε, αν δεν υπάρχουν πια νιάου, δε χρειάζεται να πεθάνετε.
Στην πραγματικότητα, όλοι μας είμαστε ίδιοι με τούτον τον σαμουράι. Αγχώδεις, βασανισμένοι, φοβισμένοι και διστακτικοί. Τα πάντα μας ταράζουν, ακόμη και το πιο μικρό. Είναι γιατί προσπαθούμε να τοποθετήσουμε τον ψεύτικο εαυτό μας ψηλά, σε ένα δήθεν επίπεδο κι οτιδήποτε θεωρούμε, πως δεν ταιριάζει με το επίπεδό αυτό, γίνεται ένα νιάου, που μας βασανίζει. Όλα όμως τα αυτά τα φανταστικά προβλήματα που μας ταλαιπωρούν, δεν έχουν τη σπουδαιότητα, που τους αποδίδουμε.
Απέναντι στο θάνατο, τι είναι πραγματικά πιο σημαντικό;