Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Αγάπη και Χρόνος


Κάποτε ζούσαν μαζί σε ένα νησί όλα τα συναισθήματα και τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Επειδή κάποια μέρα έμαθαν, ότι το νησί τους θα βούλιαζε, επισκεύασε το καθένα τη δική του βάρκα κι άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή. Εξ άλλου δεν είχε και βάρκα !
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Όλοι τότε την περιγελούσαν και της έλεγαν, « εμείς πάντα το λέγαμε, ότι μόνο η αγάπη δεν φτάνει. »
Αγέρωχη, με ψηλά το κεφάλι, παρά τα δάκρυα που θόλωναν το βλέμμα της, βλέπει τον Πλούτο, που περνούσε με μια λαμπρή θαλαμηγό και τον ρωτάει :
« Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου; »
« Όχι, δεν μπορώ, » απάντησε ο Πλούτος. « Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα. »
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία , που επίσης περνούσε από μπροστά της με ένα εντυπωσιακό σκάφος.
« Σε παρακαλώ βοήθησε με, » είπε η Αγάπη.
« Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου, » της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Ευδαιμονία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά κι αυτή δεν της έδωσε σημασία. Χαμένη στον γυάλινο κόσμο της, ούτε καν άκουσε την Αγάπη, που ζητούσε βοήθεια.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε, να ζητήσει από αυτήν βοήθεια.
« Λύπη, άφησε με να έρθω μαζί σου. »
« Ω Αγάπη, είμαι τόσο θλιμμένη, που θέλω να μείνω μόνη μου, » είπε η Λύπη.
Το Μίσος έριχνε άγριες ματιές στην Αγάπη και η Ειρωνεία μισογελούσε και της μόρφαζε, ενώ συνέχιζαν να κάνουν βόλτες με μια γρήγορη θαλαμηγό, απολαμβάνοντας το θέαμα, το νησί να βουλιάζει και η αγάπη να εκλιπαρεί μόνη στην ακρογιαλιά και να ζητάει κάποιον να την σώσει ! Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
« Αγάπη, έλα εδώ. Θα σε πάρω εγώ μαζί μου. »
Ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος, που η Αγάπη δεν γνώριζε.
Όταν έφτασαν ασφαλείς στην στεριά, ο κύριος την άφησε στο πανέμορφο « λιμανάκι της αγκάλης » και συνέχισε αργά και σίγουρα το δρόμο του.
Η Αγάπη ένοιωσε γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον άγνωστο αλλά ήταν τόση η ταραχή της, που ξέχασε να τον ρωτήσει το όνομά του.
Γνωρίζοντας πόσα του χρωστούσε, που τη βοήθησε, ρώτησε τη Γνώση :
« Γνώση, ποιος με βοήθησε; »
« Ο Χρόνος, » της απάντησε η Γνώση.
« Ο Χρόνος; » απόρησε η Αγάπη. « Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος; »
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
« Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει, πόσο μεγάλη αξία έχει η Αγάπη! »
Οι δυο φίλοι και η αρκούδα


Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

Ο Φυλακισμένος


Ο Κουρέας κι ο Πελάτης του


Μια φορά πήγε ένας τύπος στο κουρείο για το καθιερωμένο κούρεμα και ξύρισμα.
Καθώς ο κουρέας άρχισε να δουλεύει, άρχισε μια καλή συζήτηση.
Μίλησαν για τόσα πολλά πράγματα και πάρα πολλά θέματα…
Όταν τελικά άγγιξαν το θέμα της θρησκείας και του Θεού, ο κουρέας αναφώνησε:
- Δεν πιστεύω ότι ο Θεός υπάρχει !
- Γιατί το λες αυτό; ρώτησε ο πελάτης.
Ο κουρέας απάντησε :
- Λοιπόν, απλά βγες έξω στο δρόμο, για να καταλάβεις, γιατί ο Θεός δεν υπάρχει. Πες μου γιατί αν ο Θεός υπάρχει, υπάρχουν τόσοι διεστραμμένοι; Γιατί τόσα εγκαταλελειμμένα παιδιά; Αν ο Θεός υπήρχε, δε θα υπήρχε ούτε δυστυχία ούτε πόνος. Δε μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που αγαπάει και συμπονεί, να επιτρέπει, όλα αυτά που γίνονται.
Ο πελάτης το σκέφτηκε για μια στιγμή, αλλά δεν απάντησε, γιατί δεν ήθελε να μπει σε λεκτική αντιπαράθεση και χαλάσει τη συζήτηση.
Ο κουρέας τελικά τελείωσε τη δουλειά του και ο πελάτης έφυγε.
Όμως μόλις έφυγε από το κουρείο, είδε ένα άντρα στο δρόμο με μακριά κατσαρά βρώμικα μαλλιά και γένια. Φαινόταν πολύ βρώμικος και απεριποίητος. Αμέσως ο πελάτης γύρισε πίσω και ξαναμπήκε στο κουρείο και είπε στον κουρέα :
- Μόλις ανακάλυψα πως οι κουρείς δεν υπάρχουν !
- Πως μπορείς να το λες αυτό; ρώτησε έκπληκτος ο κουρέας. Είμαι εδώ και είμαι κουρέας! Μόλις σε κούρεψα, τι είναι αυτά που λες ;
- Χρησιμοποιώ ανάλογα επιχειρήματα με τα προηγούμενα δικά σου, απάντησε ο πελάτης και εξήγησε:
- Οι κουρείς δεν υπάρχουν, γιατί αν υπήρχαν, δε θα υπήρχαν αχτένιστοι άνθρωποι με μακριά βρώμικα μαλλιά και γένια, όπως ο τύπος που στέκεται στο πεζοδρόμιο , έξω από το μαγαζί σου !
- Μα οι κουρείς όντως υπάρχουν! Ανταπάντησε ο κουρέας. Συμβαίνει να υπάρχουν άνθρωποι αχτένιστοι , ακούρευτοι κι αξύριστοι , επειδή δεν έρχονται σε μένα.
- Ακριβώς! απάντησε ο πελάτης. Αυτό είναι το θέμα! Αν οι άνθρωποι συνήθιζαν να αναζητούν και να πηγαίνουν στον Θεό , προσευχόμενοι και ζητώντας από Αυτόν, να τους δίνει δύναμη και φώτιση , ώστε να μπορούν να ξεπερνούν τις δυσκολίες , που φέρνει η ζωή μπροστά τους , τότε θα ανακάλυπταν πως ο Θεός, επίσης υπάρχει! Αν λοιπόν ερχότανε η ευλογημένη στιγμή, που όλοι οι άνθρωποι θα κάνανε το ίδιο , είναι σίγουρο, πως το κακό , ο πόνος και η δυστυχία θα εξαφανιζότανε από τον κόσμο !

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Το θεώρημα του Μεταξοσκώληκα


Το κόκκινο κουμπί



Στο σταθμό των τρένων


Ένας Γεράκος καθόταν στο σταθμό ενός τρένου και περνούσε την ώρα του, χαζεύοντας τους περαστικούς.
Κάποια μέρα, επειδή είχε ευγενικό και προσιτό βλέμμα, τον πλησιάζει ένας ταξιδιώτης και τον ρωτά…
- Πως είναι οι άνθρωποι στην πόλη σας ; Ρωτώ γιατί είμαι καινούριος εδώ και θα ήθελα, να ξέρω την νοοτροπία του τόπου αυτού .
Ο Γεράκος τον κοίταξε και του είπε :
- Πως ήταν οι άνθρωποι από εκεί που έφυγες ;
- Αφήστε τα. Ήταν ανταγωνιστικοί , σκληροί , 

άκαρδοι , υλιστές , αναξιόπιστοι !
- Και εδώ έτσι είναι, ανακοίνωσε ο Γεράκος !
Ο Ταξιδιώτης έφυγε απογοητευμένος.
Ένας άλλος ταξιδιώτης είδε την σκηνή, παρόλο που δεν άκουγε την συζήτηση και αισθάνθηκε και αυτός, ότι μπορούσε να ρωτήσει τον Ηλικιωμένο αυτό κύριο.
Και αυτόν τον βασάνιζε το ίδιο ερώτημα :
- Πως είναι οι άνθρωποι στην πόλη σας ; Ρώτησε τον Γεράκο.
- Πως ήταν οι άνθρωποι από εκεί που έφυγες ;
Ο δεύτερος ταξιδιώτης απάντησε:
- Αχ πόσο χαίρομαι, που μου τα θυμίζετε ! Τι καλούς φίλους άφησα πίσω μου , πόσο με αγαπούσαν και τους αγαπούσα , πόσο με συμπαραστεκότανε και με βοηθούσανε, πόσο πολύ τους εμπιστευόμουνα ! Δυστυχώς όμως οι δουλειές μου δεν μου επέτρεπαν πλέον, να μείνω στη πόλη εκείνη , που η θύμησή της μου φέρνει τόσο όμορφες εικόνες στο μυαλό τόσο όμορφες αναμνήσεις ! Οι ανάγκες της εργασίας μου με φέρνουν στη δική σας πόλη και γι΄ αυτό σας ρωτώ.
- Μην ανησυχείς παιδί μου, του απαντάει ο Γεράκος και στην πόλη αυτή που έχεις έρθει , έτσι ακριβώς είναι οι άνθρωποί της , όμοιοι με αυτούς που άφησες πίσω σου. Θα σε αγαπήσουν θα σε στηρίξουν , θα σου συμπαρασταθούν !
Στην ζωή βρίσκουμε αυτό, στο οποίο επικεντρώνουμε το βλέμμα μας και ψάχνουμε να βρούμε. Αν ψάχνουμε για ελαττώματα, για κακία, για 
αντιπάλους , αυτούς και θα βρούμε μπροστά μας. Αν ψάχνουμε γύρω μας για ανθρώπους με αγάπη και καλοσύνη, όχι απλά θα τους βρούμε, αλλά και θα γίνουν οι δικοί μας άνθρωποι.
Ακόμη λοιπόν κι αν τα πράγματα δεν πάνε καλά , ακόμη κι αν μας βρουν δυσκολίες , εμπόδια και συμφορές , θα ξέρουμε πως δεν είμαστε μόνοι , αλλά έχουμε ανθρώπους, που θα πασχίσουν μαζί μας , για να μας βοηθήσουν να ορθοποδήσουμε !
Αν ρωτήσεις τη μέλισσα τι βρίσκει στο περιβάλλον 

της , θα σου απαντήσει πως βρίσκει όμορφα λουλούδια . Αντίθετα αν μπορούσες να ρωτήσεις το ίδιο μια μύγα , δεν θα ήθελες πραγματικά να ακούσεις την απάντησή της !
Όμοιος ομοίω αεί πελάζει , ο καθένας κάνει παρέα με ανθρώπους, που είναι όπως αυτός !