Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Το παγιδευμένο αγόρι


Η παραπάνω εικόνα απεικονίζει έναν άνθρωπο νεαρής ηλικίας ,που καθώς είναι σκαρφαλωμένο στον κορμό ενός δέντρου, αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις :
- Από το φίδι , που είναι κουλουριασμένο στο κλαδί του δέντρου.
- Από τον κροκόδειλο στο ποτάμι αριστερά .
- Από το λιοντάρι δεξιά κάτω από το δέντρο.
Υπάρχει προς βοήθειά του ένα όπλο ακουμπισμένο στον κορμό του δέντρου, που δύσκολα όμως μπορεί να το πιάσει , επειδή είναι πολύ κοντά το λιοντάρι.
Εμείς , επειδή σύμφωνα με την παροιμία είμαστε με τον Γιάννη και όχι με το θεριό , σκεπτόμαστε δύο σενάρια , που και τα δύο εξασφαλίζουν την επιβίωση του νεαρού αγοριού.


Σενάριο 1 :
Το αγόρι αρπάζει με το ένα χέρι το φίδι και το πετάει στο λιοντάρι. Το λιοντάρι τρομαγμένο υποχωρεί και δίνει την προσοχή του στο φίδι , οπότε το αγόρι προλαβαίνει να κατέβει , να πάρει το όπλο και να πυροβολήσει , σκοτώνοντας το λιοντάρι. Στην συνέχεια πετάει το σκοτωμένο λιοντάρι μέσα στο ποτάμι, για να το φάει ο κροκόδειλος και πλέον είναι ελεύθερος να φύγει !

Σενάριο 2 :
Το αγόρι βλέπει εφιάλτη, πως είναι παγιδευμένο πάνω στο δέντρο , απειλούμενο από φίδι , λιοντάρι και κροκόδειλο. Ανοίγει το αγόρι τα μάτια του, λουσμένο στον ιδρώτα , ανακουφισμένο, που η απειλή ήταν ένα κακό όνειρο !
Όταν η επικοινωνία δυσκολεύει


Μια μέρα ο επιβλέπων μηχανικός κατασκευής ενός κτηρίου από τον 3ο όροφο κάλεσε με δυνατή φωνή τον αρχιτεχνίτη, που βρισκότανε στο ισόγειο. Λόγω όμως του θορύβου της κατασκευής, ο αρχιτεχνίτης στο ισόγειο, δεν άκουσε τον επιβλέποντα να τον φωνάζει.
Τότε, ο μηχανικός για να τραβήξει την προσοχή του αρχιτεχνίτη,  έριξε ένα νόμισμα των 2 ευρώ, που αναπήδησε μπροστά στα πόδια του αρχιτεχνίτη.
Ο αρχιτεχνίτης έσκυψε και πήρε το νόμισμα , το έβαλε στη τσέπη του , χωρίς όμως να γυρίσει να κοιτάξει προς τα 

πάνω , ώστε να δει ποιος το έριξε και συνέχισε τη δουλειά του.
Ο μηχανικός ξαναφώναξε , αλλά πάλι δεν τον άκουσε ο αρχιτεχνίτης , οπότε ο μηχανικός έριξε πέντε 

δίευρα , προκειμένου να τραβήξει την προσοχή του αρχιτεχνίτη. Αυτή τη φορά κάποια νομίσματα έπεσαν στο σώμα του αρχιτεχνίτη , πάλι αυτός έσκυψε και τα μάζεψε βάζοντάς τα στη τσέπη του και συνέχισε τη δουλειά του , χωρίς να ελέγξει. από που προέρχονται τα κέρματα.
Τώρα για να επιστήσει την προσοχή του αρχιτεχνίτη , αφού μέχρι τώρα οι τρόποι που χρησιμοποίησε φάνηκαν ατελέσφοροι , ο επιβλέπων πήρε μια μικρή πέτρα και την έριξε κάτω. Η πέτρα χτύπησε ακριβώς το κεφάλι του αρχιτεχνίτη. Εκνευρισμένος ο τελευταίος , επειδή πόνεσε το χτύπημα , σήκωσε αμέσως το κεφάλι του προς τα πάνω, έτοιμος να αρπαχτεί με αυτόν, που του τη πέταξε. Μόλις κατάλαβε, πως ο μηχανικός θέλει να επικοινωνήσει μαζί του, αμέσως μαλάκωσε και περίμενε να ακούσει τις οδηγίες του.
Αυτή η ιστορία συμβαίνει αναλογικά και στην ίδια μας τη ζωή. Ο Θεός από επάνω θέλει να επικοινωνήσει μαζί μας , αλλά εμείς απορροφημένοι με τις γήινες ασχολίες μας , δεν τον ακούμε. Ο Θεός τότε για να τραβήξει τη προσοχή μας , χωρίς όμως να μας αναστατώσει, μας στέλνει τις ευλογίες του σαν μικρά δώρα, που καλοδεχόμαστε και κρατάμε , χωρίς όμως να ψάχνουμε, από που μας έχουν χορηγηθεί.
Θεωρούμε πως είμαστε τυχεροί και δεν απευθύνουμε ούτε ένα λόγο ευχαριστίας προς Εκείνον, που μας τα έστειλε.
Στη συνέχεια, όταν μας χτυπήσει με μια μικρή πέτρα, την οποία ονομάζουμε προβλήματα, τότε κοιτάζουμε επάνω και ζητάμε την βοήθεια του Θεού , επικοινωνούμε με τον Θεό.
Ας γίνουμε λοιπόν ευγνώμονες , απολαμβάνοντας τα
δώρα , που μας χορηγεί η Θεϊκή Παρουσία γύρω μας και μέσα μας. Έτσι ίσως αποφύγουμε, να πέσει η μικρή πέτρα στο κεφάλι μας. Αλλά ακόμη κι αν η πέτρα πέσει στο κεφάλι μας , ίσως αποφύγουμε τις τύψεις κι ενοχές , επειδή θυμηθήκαμε τον Θεό στα δύσκολα , ενώ στα εύκολα τον κρατήσαμε έξω από τη ζωή μας !
Το ναυάγιο του κρουαζιερόπλοιου


Μέσα στην τάξη η δασκάλα ανοίγει ένα βιβλίο , ζητάει από τους μαθητές της να κάνουν ησυχία και αρχίζει να τους διαβάζει :
« Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι, ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη σωσίβια λέμβο.
Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση . »
Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:
« Τι νομίζετε, ότι του φώναξε; »
Οι περισσότεροι από τους μαθητές με πάθος απάντησαν, ότι η σύζυγος φώναξε:
«Σε μισώ!»,
«Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα» και
«Νόμιζα ότι με αγαπούσες».
Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι, που παρέμενε σιωπηλό. Τον ρώτησε τι πίστευε, ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:
« Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: '' Να προσέχεις το παιδί μας. ''»
Έκπληκτη η δασκάλα τον ρώτησε:
« Έχεις ακούσει ξανά αυτή την ιστορία; »
Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά:
« Όχι, αλλά αυτό ήταν που είπε  η δική μου μαμά στον μπαμπά μου, λίγο πριν πεθάνει από την αρρώστια της ».
Η δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους είπε με χαμηλή φωνή:
« Αυτό πραγματικά φώναξε η κυρία στο κρουαζιερόπλοιο που βυθιζότανε , προς τον άντρα 
της , που φαίνεται πως την παράτησε. »
Και συνέχισε η δασκάλα να διαβάζει :
« Το πλοίο τελικά βυθίστηκε και όλοι όσοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν, πνίγηκαν. Ο άντρας πήγε στο σπίτι και μεγάλωσε την κόρη τους μόνος του. Πολλά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του πατέρα της, η κόρη τους βρήκε τυχαία το ημερολόγιο του και διάβασε ολόκληρη την ιστορία. Ανακάλυψε ότι η μητέρα της, λίγο πριν επιβιβαστεί στο πλοίο, είχε διαγνωσθεί με μια ανίατη ασθένεια. Την κρίσιμη στιγμή, ο πατέρας έκανε αυτό, που πίστευε ότι ήταν σωστό. Όχι για αυτόν, αλλά για την κόρη τους.
« Ήθελα τόσο να μείνω μαζί σου στο πλοίο αγαπημένη μου. Ήθελα να πεθάνουμε μαζί. Αλλά για χάρη της κόρης μας, επέλεξα να σε αφήσω μόνη, » έγραφε στο ημερολόγιό 

του. »
Τα παιδιά έμειναν για αρκετά λεπτά σιωπηλά, μόλις η δασκάλα τελείωσε την ιστορία της.
Η δασκάλα τότε προσπάθησε, να δώσει στα παιδιά να καταλάβουν το νόημα αυτής της ιστορίας:
« Το καλό και το κακό είναι περίπλοκα και πολλές φορές πολύ δύσκολο, να τα κατανοήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος, που δεν πρέπει να επικεντρώνεται κάποιος μόνο στην επιφάνεια και να κρίνει τον άλλον, χωρίς να προσπαθήσει πρώτα, να κατανοήσει τις πράξεις του.
· Αν έχετε βγει να φάτε με κάποιον φίλο και προσφερθείτε να πληρώσετε τον λογαριασμό, δεν το κάνετε γιατί έχετε πολλά χρήματα, αλλά γιατί βάζετε την φιλία σας πάνω από τα χρήματα.
· Εκείνοι που παίρνουν πρωτοβουλίες για να αντιμετωπιστεί μια δύσκολη κατάσταση , δεν το κάνουν, για να επιδειχτούν ή για να τους επαινέσει κάποιος, αλλά επειδή καταλαβαίνουν την έννοια της ευθύνης.
· Όσοι ζητούν συγγνώμη μετά από έναν καυγά, δεν το κάνουν, επειδή ξέρουν ότι υποστήριζαν την λάθος άποψη, αλλά επειδή εκτιμούν περισσότερο τον άνθρωπο δίπλα τους.
· Εκείνοι που είναι πρόθυμοι να σας βοηθήσουν, δεν το κάνουν, επειδή σας χρωστάνε κάτι, αλλά επειδή σας βλέπουν ως ένα αληθινό φίλο.
· Εκείνοι που σας τηλεφωνούν συχνά, δεν το κάνουν, γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν, αλλά επειδή είστε στην καρδιά τους.
Μια ημέρα, όλοι θα αναγκαστούμε να χωρίσουμε από αυτούς, που έχουμε σήμερα δίπλα μας. Θα χάσετε τις κουβέντες σας, θα ξεχάσετε τα όνειρο που κάνατε μαζί τους. Οι ημέρες θα περάσουν, τα χρόνια θα φύγουν και μια μέρα τα παιδιά σας θα δουν μερικές φωτογραφίες και θα σας ρωτήσουν:
· « Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; »
Και εσείς θα χαμογελάσετε με αόρατα δάκρυα, και θα τους απαντήσετε:
· « Είναι οι άνθρωποι, με τους οποίους πέρασα τις καλύτερες μέρες της ζωής μου. »
Ο μεθυσμένος σύζυγος


Ο σύζυγος επιστρέφει στο σπίτι μεθυσμένος, ανοίγει την πόρτα , τρεκλίζοντας χτυπάει πάνω στα έπιπλα και ρίχνει κάτω κορνίζες, διακοσμητικά και κρυστάλλινα ανθοδοχεία , που σπάνε πέφτοντας , μέχρι που ο ίδιος παραπατάει και σωριάζεται στο δάπεδο του σαλονιού. Η γυναίκα του τον βοηθάει να ανασηκωθεί , τον πηγαίνει στο λουτρό και τον πλένει , του βγάζει τα ρούχα και τον ξαπλώνει στο κρεβάτι.
Την επόμενη μέρα ο σύζυγος ξυπνά, θυμάται πως γύρισε μεθυσμένος στο σπίτι , αλλά δεν θυμάται καμία λεπτομέρεια, για το τι έκανε ή τι έγινε κατά τη διάρκεια, που ήταν αυτός μεθυσμένος. Συνειδητοποιεί, πως το μεθύσι του ήταν πολύ άγριο και έντρομος φαντάζεται, το πόσο οργισμένη θα είναι μαζί του η γυναίκα του και αγωνιά, περιμένοντας την να εμφανιστεί και να του τα ψάλλει από την καλή και από την ανάποδη. Προσπαθεί να βρει δικαιολογίες να της πει για την κατάστασή του και ψάχνει όμορφα λόγια , προκειμένου να την ηρεμήσουν και να καταλαγιάσουν την οργή της εναντίον του.
Η ώρα περνάει και κανείς δεν μπαίνει στο υπνοδωμάτιο. Βρίσκει το θάρρος ο άντρας και κατεβαίνει στο σαλόνι. Πάνω στο τραπεζάκι βλέπει ένα σημείωμα . Είναι από την γυναίκα του . Το διαβάζει και αναρωτιέται αν τον γελούν τα μάτια του , επειδή εκείνη γράφει :
« Γλυκέ μου το αγαπημένο σου πρωινό με βούτυρο , μέλι , μαρμελάδα και ανάμικτο τοστ και φυσικά η σπιτική μου λεμονάδα για να το συνοδεύσεις , όταν το τρως , σε περιμένει πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Θα ήθελα να τρώγαμε μαζί το πρωινό , αλλά δυστυχώς έπρεπε να φύγω νωρίς , προκειμένου να αγοράσω από το παντοπωλείο ότι χρειάζεται , για να προλάβω να σου μαγειρέψω το μεσημέρι το αγαπημένο σου φαγητό . Δεν θα αργήσω , θα γυρίσω όσο πιο γρήγορα γίνεται , για να απολαύσω την παρέα μου μαζί σου. Σ’ αγαπώ ... »
Ο σύζυγος μένει κάγκελο από την έκπληξή του. Εκείνη την ώρα αντιλαμβάνεται την παρουσία του γιου του, οπότε τον ρωτάει να του πει, αν γνωρίζει τι συνέβη το προηγούμενο βράδυ , που γύρισε μεθυσμένος στο σπίτι .
Γελώντας ο γιος του απαντά :
« Όταν άνοιξες την πόρτα και μπήκες στο σπίτι ήσουν τύφλα στο μεθύσι , που δεν έβλεπες τίποτε γύρω σου, οπότε και παραπάτησες και σωριάστηκες στο δάπεδο. Όταν η μαμά σε τράβηξε από τα πόδια, για να σε πάει στο μπάνιο και προσπάθησε να αφαιρέσει τα παπούτσια σου , το πουκάμισο και το παντελόνι σου , προκειμένου να σε πλένει, σε μια στιγμή φάνηκε πως ξύπνησες και μουρμούρισες μέσα από τα δόντια σου : " Ει κυρία ! Αφήστε με μόνο μου , μην με γδύνετε και μη κάνετε πονηρές σκέψεις , πως θα εκμεταλλευτείτε την κατάστασή μου.... Να σας γνωρίσω, πως είμαι παντρεμένος , αγαπώ με πάθος την γυναίκα μου , ουδέποτε την έχω απατήσει και φυσικά δεν θα το κάνω ούτε και τώρα ! " »
Το τηγανόψωμο του ζητιάνου


Μια γυναίκα έκαμνε κάθε μέρα τηγανόψωμα για την οικογένειά της και ένα τηγανόψωμο επιπλέον , το οποίο το άφηνε στο περβάζι του παραθύρου της , ώστε να το πάρει όποιος περαστικός πεινάει και θέλει να το φάει. Η γυναίκα είχε έναν γιο , που πήγε σε μακρινό μέρος, για να αναζητήσει την τύχη του . Για πολλούς μήνες δεν είχε καμία είδηση για αυτόν , οπότε η γυναίκα αφήνοντας το τηγανόψωμο στο περβάζι , έκαμνε και μια προσευχή για την ασφαλή επιστροφή του γιου της κοντά της.
Κάθε μέρα ερχότανε ένας ηλικιωμένος ζητιάνος και έπαιρνε το τηγανόψωμο. Αντί όμως να ψελίσσει έστω ένα 

ευχαριστώ , μουρμούριζε ο ζητιάνος, καθώς απομακρυνότανε , τα παρακάτω λόγια:
" Το κακό που κάνεις, παραμένει μαζί σου. Το καλό που κάνεις, γυρνάει πίσω σε σένα! "
Αυτό συνεχιζότανε καθημερινά. Κάθε μέρα ερχότανε ο ηλικιωμένος ζητιάνος , έπαιρνε το τηγανόψωνο και μουρμούραγε τα ίδια λόγια :
" Το κακό που κάνεις, παραμένει μαζί σου. Το καλό που κάνεις, γυρνάει πίσω σε σένα! "
Η γυναίκα άρχισε σιγά-σιγά να ενοχλείται και να εκνευρίζεται από αυτή τη συμπεριφορά του ζητιάνου , πολύ περισσότερο επειδή δεν μπορούσε να κατανοήσει το νόημα των φράσεων, που μουρμούραγε αυτός. Θα μπορούσε βεβαίως να τον ρωτήσει ευθέως τι εννοεί , αλλά δεν ήθελε να το κάνει , επειδή το θεωρούσε υποτιμητικό για τον εαυτό της.
Σκέφτηκε λοιπόν η γυναίκα με ποιον τρόπο θα μπορούσε να διακόψει τη συγκεκριμένη σχέση , που αναπτύχθηκε με τον ηλικιωμένο ζητιάνο και αποφάσισε να τον απομακρύνει, δηλητηριάζοντας το κομμάτι του τηγανόψωμου, που άφηνε στο παράθυρο.
Έβαλε λοιπόν δηλητήριο στο τηγανόψωμο , το μετέφερε στο περβάζι του παραθύρου , αλλά όταν επιχείρησε να το αφήσει εκεί τα χέρια της πέτρωσαν.
" Τι είναι αυτό που κάνω; " αναρωτήθηκε.
" Είναι δυνατόν να γίνω η αιτία να χάσει ένας άνθρωπος τη ζωή του , που στο κάτω-κάτω δεν μου έχει κάνει κανένα κακό; "
Αμέσως πέταξε το τηγανόψωνο στην φωτιά και ετοίμασε ένα άλλο , το οποίο και άφησε στο περβάζι. Όπως συνήθιζε ο ηλικιωμένος ζητιάνος ήρθε , πήρε το τηγανόψωνο και απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας :
" Το κακό που κάνεις, παραμένει μαζί σου. Το καλό που κάνεις, γυρνάει πίσω σε σένα! "
Ο ζητιάνος προχώρησε στο δρόμο του, ευτυχώς αγνοώντας και την ταραχή που έσπειρε στο μυαλό της γυναίκας , αλλά και τι κακό σκέφτηκε αυτή να του κάνει.
Το βράδυ της ίδιας της μέρας , ξαφνικά χτύπησε η πόρτα της γυναίκας και ανοίγοντας βλέπει έκπληκτη τον ξενιτεμένο γιο της . Δυσκολεύτηκε να τον γνωρίσει , επειδή αυτός είχε αδυνατίσει σε επίπεδο λιμοκτονίας , το πρόσωπό του ήταν ωχρό , τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα και σκισμένα. Μόλις του άνοιξε η μητέρα του , έπεσε στην αγκαλιά της και της είπε:
" Μαμά, είναι θαύμα που είμαι εδώ. Ενώ βρισκόμουν λίγα χιλιόμετρα μακριά, ήμουν τόσο πεινασμένος, που κατέρρευσα στον δρόμο . Εκείνη την ώρα πέρασε δίπλα μου ένας ηλικιωμένος ζητιάνος , ο οποίος σταμάτησε για να με βοηθήσει . Τον παρακάλεσα αν έχει να μου δώσει κάτι να φάω , επειδή ήμουν εξουθενωμένος από την πείνα και εκείνος μου έδωσε ένα τηγανόψωμο . Όπως μου το έδωσε, είπε:
" Αυτό είναι αυτό που τρώω καθημερινά. Σήμερα, θα σου το δώσω, γιατί η ανάγκη σου είναι μεγαλύτερη από τη δική μου! "
Όταν η μητέρα άκουσε αυτά τα λόγια από τον γιο της, χλόμιασε και ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Έγειρε και στηρίχτηκε πάνω στη πόρτα. Θυμήθηκε το δηλητηριασμένο τηγανόψωμο , που είχε ετοιμάσει το πρωί για τον ζητιάνο. Αν δεν το είχε αντικαταστήσει και δεν το έκαιγε στη φωτιά, θα το είχε φάει ο γιος της και σίγουρα θα έχανε τη ζωή του !
Ήταν τότε που συνειδητοποίησε η γυναίκα τη σημασία των λέξεων:
" Το κακό που κάνεις, παραμένει μαζί σου. Το καλό που κάνεις, γυρνάει πίσω σε σένα! "
Κάνε το καλό με την πρώτη ευκαιρία και μην σταματάς ποτέ να κάνεις καλό, ακόμα και όταν φαίνεται, ότι δεν το εκτιμάει κανείς.
Ο Θεός είναι μεγάλος ή μικρός ;


Ένας που καμώνονταν τον πολύ σοφό, συνάντησε κάποτε στο δρόμο του έναν απλοϊκό χωρικό, που πήγαινε στην εκκλησία.
-Για που με το καλό; τον ρώτησε.
-Πάω στην εκκλησία, του απάντησε ο χωρικός.
-Και δε μου λες, του λέει ειρωνικά ο σοφός. Μήπως ξέρεις να μου πεις, ο Θεός σου είναι μεγάλος η μικρός;
-Κι από τα δύο.
-Δε γίνεται να είναι και τα δύο!
-Γίνεται, κύριε. Να, είναι τόσο μεγάλος, που δεν τον χωρούν ούτε οι ουρανοί, αλλά και τόσο μικρός, που μπορεί να κατοικήσει μέσα στην καρδιά μου !
Κι ο σοφός έμεινε αμίλητος μετά την τη σοφή απάντηση του απλοϊκού, μα πιστού χωρικού.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

Η πτήση του φωτογράφου


Ο Γιώργος είναι επαγγελματίας φωτογράφος και η εφημερίδα στην οποία εργάζεται, του αναθέτει να φωτογραφίσει από ψηλά τους μαιάνδρους του Νέστου. Τον έχουνε πει, πως στο αεροδρόμιο της Χρυσούπολης θα τον περίμενε ένα μικρό δικινητήριο αεροσκάφος , το οποίο και θα τον πήγαινε στον ποταμό.
Φτάνοντας ο Γιώργος στο αεροδρόμιο, βλέπει ένα μικρό δικινητήριο αεροσκάφος με αναμμένες τις μηχανές και μέσα τον πιλότο. Αμέσως επιβιβάζεται και αφού χαιρετάει δίνει εντολή στον πιλότο να απογειωθεί με κατεύθυνση βορειοανατολικά προς την κοιλάδα του Νέστου. Ο πιλότος τροχοδρομεί στον διάδρομο απογείωσης και σηκώνει ψηλά το αεροσκάφος.
Όταν φθάνει το αεροσκάφος πάνω από την κοιλάδα , ο Γιώργος ζητάει από τον πιλότο να κατεβεί πιο χαμηλά. Ένας μορφασμός απορίας διαγράφεται στο πρόσωπο του 

πιλότου :
«Τι θα εξυπηρετήσει αυτό που ζητάτε; » ρωτάει τον Γιώργο.
«Μα για να μπορέσω να κάνω καλύτερες λήψεις των σημείων που ενδιαφέρουν, » απαντάει ο Γιώργος.
« Όπως σίγουρα γνωρίζετε, είμαι επαγγελματίας φωτογράφος και η εφημερίδα μου σας ανέθεσε, να με μεταφέρετε εδώ με το αεροσκάφος σας. » συνέχισε Γιώργος.
Ο πιλότος παρέμεινε αμήχανα σιωπηλός για μια στιγμή και στη συνέχεια λέει :
«Θέλετε να μου πείτε, πως δεν είστε ο δάσκαλος , που μου έστειλε η σχολή πιλότων στην οποία απευθύνθηκα, για να μου δοθούν μαθήματα πιλοταρίσματος αεροσκάφους ; »
Όταν βρίσκεστε για πρώτη φορά σε κάποιο μέρος , μη θεωρήσετε πως είναι ο σωστός προορισμός σας , αλλά να τον εξακριβώνετε ρωτώντας .