Στο τρένο μοναχός
Κυριακή 4 Απριλίου 2021
Πέμπτη 1 Απριλίου 2021
Ο πλούσιος και ο γέροντας
Μια κρύα νύχτα, ένας δισεκατομμυριούχος συνάντησε έναν φτωχό γέρο έξω.
Τον ρώτησε:
"Δεν νιώθεις ότι κάνει κρύο και δεν φοράς ζεστά ρούχα";
Ο γέροντας απάντησε:
"Νιώθω την παγωνιά, αλλά δεν έχω ζεστά ρούχα να φορέσω. Εξ άλλου μετά από τόσο καιρό το έχω συνηθίσει το κρύο!"
Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021
Μην κοιτάζετε ποτέ τους άλλους
Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021
Διηγήσεις τον καιρό της καραντίνας
Δεν ζηλέψαμε την δόξα του Βοκάκιου, αλλά ας επιχειρήσουμε να πούμε κάποιες ιστορίες, που τυχαίνει να είναι και αληθινές. Ας πάρουμε θάρρος , υπομονή, διαβάζοντας το τι μπορεί να φέρει η ζωή και να αντέξουμε αυτά που έχουμε μπροστά μας. Μιλάμε λοιπόν πολύ αυτές τις μέρες στα τηλέφωνα και σήμερα ένας αδελφικός μου φίλος μου εμπιστεύτηκε τις παρακάτω ιστορίες της οικογένειάς του. Τις καταγράφω λοιπόν χωρίς να προσθέσω ή να αφαιρέσω τίποτε. Προσωπικά με συγκλόνισαν και όπως είπα και στον φίλο μου, εδώ περάσανε οι δικοί μας τόσα πράγματα και ζήσανε, δημιουργήσανε και ορθοποδήσανε κι εμείς θα φοβηθούμε ΄΄τοι κορώνας τον σέφτελον τον γιόν;΄΄ Ζητώ την κατανόησή σας!
Ιστορία Πρώτη.
Η μικρή Σοφία γεννημένη σε ένα χωριό κοντά στην Τραπεζούντα ήταν μικρότερη από δέκα χρονών, όταν δόθηκε η εντολή να εγκαταλείψουν όλοι οι συγχωριανοί της το χωριό και να ξεκινήσουν ένα οδοιπορικό με τα πόδια στα βάθη της Ανατολής. Θυμάται τον πόνο, τα δάκρυα, τις κακουχίες, τις προσβολές, τους βιασμούς.
Δύο επεισόδια μείνανε ανεξίτηλα στη μνήμη της, το ένα το βάρβαρο, που δεν το χωράει νους ανθρώπου, να βλέπει με τα παιδικά αθώα μάτια τους κτηνώδεις στρατιώτες να παίζουν με κομπολόγια, που είχανε κατασκευάσει και είχαν αντί για κεχριμπαρένιες χάντρες, ρώγες σφαγμένων γυναικών!
Το δεύτερο, που της φόρτωνε τύψεις , μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής της, αφορούσε το μικρό το αδελφάκι της. Επειδή ήταν πολύ μικρό και δεν μπορούσε να περπατήσει, η μικρή Σοφία το κουβαλούσε στην αγκαλιά της. Όταν επιχείρησε να περάσει ένα ποτάμι μέσα από την κοίτη του, επειδή δεν είχε γέφυρα, γλίστρησε το βρέφος από την αγκαλιά της Σοφία, έπεσε στο φουσκωμένο ποτάμι και πνίγηκε!
Ιστορία Δεύτερη.
Η μικρή Σοφία με την ανταλλαγή πληθυσμών βρέθηκε σε ένα παραμεθόριο χωριό της Κεντρικής Μακεδονίας. Εκεί παντρεύτηκε με συγχωριανό της από την πατρίδα τον Πόντο και έκανε οικογένεια. Στον πόλεμο του 1940 στο Αλβανικό Μέτωπο πολεμούσε ο άνδρας της Σοφίας στην μάχη για την κατάληψη της Κορυτσάς, ο Χαράλαμπος. Ήτανε στα χαρακώματα προστατευμένος και εκτός βολών των δύο πυροβολικών , του Ιταλικού και του Ελληνικού Στρατού, όταν ξαφνικά άκουσε να ουρλιάζει και να ζητάει βοήθεια ένας Ιταλός στρατιώτης, ο οποίος άγνωστο πως βρέθηκε μέσα στο πεδίο βολής των πυροβολικών. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Χαράλαμπος βγήκε από τα χαρακώματα και παρόλο που οι οβίδες έσκαβαν λάκκους γύρω του ρισκάρισε , πλησίασε τον Ιταλό, που ήταν τραυματισμένος στα πόδια και άρχισε να τον σέρνει προσεκτικά προς την Ελληνική μεριά.
Αμέσως ο Χαράλαμπος δέχτηκε πυρά από τους Ιταλούς στρατιώτες και τραυματίστηκε στο πόδι. Έσφιξε τα δόντια και κατάφερε να φτάσει ασφαλής μαζί με τον Ιταλό στα Ελληνικά Χαρακώματα και λιποθύμησε από τους πόνους.
Την επόμενη μέρα ξύπνησε ο Χαράλαμπος μέσα σε μια σκηνή που λειτουργούσε σαν ένα πρόχειρο νοσοκομείο. Δίπλα του αντιλαμβανότανε γιατρούς και νοσοκόμες να προσπαθούν να περιποιηθούν τους τραυματίες, όπως περιποιόταν και τον ίδιο. Άκουσε τον διοικητή του τάγματός του να δίνει αναφορά τηλεφωνικά για νεκρούς και τραυματίες στους ανωτέρους του. Άκουγε δίπλα του γογγυσμούς και ουρλιαχτά από τραυματίες, που τους ακρωτηριάζανε τα μέλη οι γιατροί, για να μην πάθουν γάγγραινα.
Μετά από τις πρώτες βοήθειες στάλθηκε ο Χαράλαμπος για θεραπεία και ανάρρωση σε νοσοκομείο της Αθήνας. Οι νοσοκόμες ήταν του Ερυθρού Σταυρού και αρκετές από αυτές, γνωρίζανε τα Γαλλικά, που την περίοδο του μεσοπολέμου ήταν δημοφιλής γλώσσα, όπως στα χρόνια μας είναι τα Αγγλικά.
Στο κρεβάτι δίπλα από το κρεβάτι του Χαράλαμπου, ήταν ένας τραυματίας, που η φυσιογνωμία του φάνηκε γνωστή στον Χαράλαμπο. Όταν έμαθε πως ήταν Ιταλός στρατιώτης, που τραυματίστηκε και αναγκάστηκαν να του κόψουν και τα δύο πόδια για να του σώσουν την ζωή, βεβαιώθηκε ο Χαράλαμπος, πως ήταν ο Ιταλός που έσωσε στην Κορυτσά!
Το ανέφερε λοιπόν αυτό στις νοσοκόμες, που με τα Γαλλικά που γνωρίζανε κατάφεραν να συνεννοηθούν με τον Ιταλό στρατιώτη και να επιβεβαιωθεί, πως σωστά κατάλαβε ο Χαράλαμπος.
Τις επόμενες δεκαπέντε μέρες που μείνανε στο Νοσοκομείο ο Χαράλαμπος και ο Ιταλός, γίνανε οι καλύτεροι φίλοι! Τι κι αν δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν με λέξεις. Η γλώσσα του σώματος και τα νοήματα τα έλεγαν όλα!
Ο Ιταλός ήταν από πλούσια οικογένεια της Ρώμης. Σχεδόν κάθε μέρα, μέσω Ερυθρού Σταυρού οι δικοί του στέλνανε του κόσμου τα καλούδια στον γιο τους στο Νοσοκομείο στην Αθήνα. Ο Ιταλός δεν κρατούσε τίποτε από αυτά αλλά τα έδινε όλα στον Χαράλαμπο, που με τη σειρά του τα έστελνε στο παραμεθόριο χωριό του στην Κεντρική Μακεδονία, στην οικογένειά του!
Την ημέρα που έφυγε αποθεραπευμένος ο Χαράλαμπος από το Νοσοκομείο, στο προαύλιο βγήκε φωτογραφία με τον φίλο του τον Ιταλό. Σαφώς ταλαιπωρημένος ο Χαράλαμπος, στηριγμένος στις πατερίτσες ο Ιταλός.
Ιστορία Τρίτη
Είμαστε στα χρόνια της κατοχής. Στο χωριό του Χαράλαμπου και της Σοφίας είχε έρθει μια μονάδα Γερμανών στρατιωτών. Μαζί τους είχαν σαν βοηθητικό προσωπικό για περιποίηση και φύλαξη των υποζυγίων (μουλάρια) μελαψούς αφρικανούς.
Ο επικεφαλής αξιωματικός της μονάδας περιηγήθηκε το χωριό ψάχνοντας κατάλληλα καταλύματα γι’ αυτόν και τους στρατιώτες του. Περνώντας από το σπίτι του Χαράλαμπου, ο Χαράλαμπος του έκανε νόημα να μπει στην αυλή και του προσέφερε τσίπουρο και ζήτησε από την Σοφία να φέρει και λίγο καβουρμά για μεζέ.
Ο Γερμανός αξιωματικός ζήτησε από τον Χαράλαμπο να πιει πρώτα εκείνος από το τσίπουρο και μετά ήπιε ο Γερμανός. Δεν κατάλαβε ο Χαράλαμπος αν το έκανε αυτό ο Γερμανός από ευγένεια ή επειδή φοβότανε μήπως το τσίπουρο ήταν δηλητηριασμένο.
Επειδή ήταν μεγάλο το σπίτι του Χαράλαμπου κι επειδή ήταν αρκετά εύπορος, φιλοξενούσε πολλά κορίτσια , συγγενείς και συγχωριανές , που είχανε χάσει τους δικούς τους και θεωρούσανε προστάτες τους τον Χαράλαμπο και τη Σοφία.
Το βράδυ που πέσανε να κοιμηθούνε , ξαφνικά μέσα στη νύκτα αντιλήφθηκε ο Χαράλαμπος πως κάποιοι επιχειρούσαν να ανοίξουν την σφαλιστή πόρτα και να μπουν στο σπίτι. Διακριτικά κοιτώντας αντιλήφθηκε πως ήταν κάποιοι μαύροι αφρικανοί , οι μουλαράδες του Γερμανικού στρατιωτικού τμήματος, που τους καλαρέσανε τα κορίτσια του σπιτιού. Αμέσως ο Χαράλαμπος βγήκε κρυφά από την πίσω αυλή και πήγε στο σπίτι στο χωριό , που γνώριζε πως θα διανυκτέρευε ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός. Όταν του είπε τι συμβαίνει αμέσως ο Γερμανός οργάνωσε ένα άγημα , πήγε στο σπίτι του Χαράλαμπου, έπιασε τους επίδοξους βιαστές και διέταξε τους στρατιώτες του και τους τσάκισαν στο ξύλο.
Ιστορία Τέταρτη
Ήταν Πάσχα του 1974 και κατάφεραν ο Χαράλαμπος και η Σοφία να προγραμματίσουν και να ταξιδέψουν στην πατρίδα, να ξαναδούν το χωριό που γεννήθηκαν , κοντά στην Τραπεζούντα.
Ο Χαράλαμπος ήταν από πλούσια οικογένεια, οι γονείς του ήταν καθηγητές στο Αμερικάνικο κολλέγιο Ανατόλια, που εκείνα τα χρόνια ήταν στην Τραπεζούντα. Τον Χαράλαμπο τον πρόσεχε και τον μεγάλωνε μια τουρκική οικογένεια από το χωριό. Ένα από τα παιδιά της τουρκικής οικογένειας ήταν συνομήλικος του Χαράλαμπου και τα δυο παιδιά γίνανε αδελφικοί φίλοι
Όταν έφτασαν λοιπόν στο χωριό και πήγανε στο καφενείο του χωριού, ο Χαράλαμπος γνώρισε έναν από τους θαμώνες που ήταν εκείνη τη στιγμή στο καφενείο, παρά το γεγονός που είχαν περάσει πάνω από πενήντα χρόνια. Ήταν ο αδελφικός του φίλος , ο γιος της τουρκικής οικογένειας , που μεγάλωσε τον Χαράλαμπο!
Ο Χαράλαμπος και η Σοφία πέρασαν αξέχαστα δύο εβδομάδες στο χωριό που γεννήθηκαν και αναστήθηκαν. Όλοι οι παλιοί συγχωριανοί τους φερθήκαν φιλόξενα. Όταν ήρθε ο καιρός να φύγουν από το χωριό ο Χαράλαμπος τους έδωσε όλα όσα είχε μαζί του. Γύρισε στην Ελλάδα που λέει ο λόγος με τα ρούχα που φορούσε μόνο!
Για να ευχαριστήσει ο Χαράλαμπος για την φιλοξενία, κανόνισε κι έστειλε μια μεγάλη τηλεόραση στο χωριό του, για να στηθεί στο καφενείο του χωριού. Μεσολάβησαν όμως τα γεγονότα της Κύπρου το καλοκαίρι του 1974 και τον Σεπτέμβριο επιστράφηκε μέσα στο κουτί της η τηλεόραση σπασμένη στον Χαράλαμπο!
Ιστορία Πέμπτη
Άνοιξη του 2005 και ο εγγονός του Χαράλαμπου βρίσκεται για δουλειά από την υπηρεσία του στην Αθήνα. Κάποιος Αθηναίος συνάδελφός του , όταν μαθαίνει την καταγωγή του Γιώργου, του εγγονού, από το παραμεθόριο χωριό της Κεντρικής Μακεδονίας του λέει πως ο δικός του πατέρας υπηρέτησε στον εμφύλιο την στρατιωτική του θητεία στην περιοχή του χωριού και θα ήθελε πολύ να γνωρίσει τον Γιώργο.
Ο Γιώργος δέχτηκε να συναντηθούνε με τον πατέρα του συναδέλφου του και μια Κυριακή προσκεκλημένος του συναδέλφου του για γεύμα στο σπίτι, γνωρίστηκε με τον πατέρα του.
Στην συζήτηση που είχανε και του εξιστορούσε ο παλαιός στρατιώτης επεισόδια που έζησε στην περιοχή του χωριού της καταγωγής του Γιώργου, μια διήγηση κάτι θύμισε στον Γιώργο, επειδή κάτι σχετικό είχε ακούσει από τον δικό του πατέρα.
Διηγήθηκε λοιπόν ο παλαιός στρατιώτης πως μεταφέρανε υλικά τροφοδοσίας με ένα στρατιωτικό φορτηγό τύπου Τζέιμς σε ένα πολυβολείο στην ευρύτερη περιοχή. Συγχρόνως είχανε και σακιά γεμάτα με φερτά υλικά, για ενίσχυση της οχύρωσης του πολυβολείου. Στην διαδρομή πατήσανε νάρκη , ανατινάχτηκε το φορτηγό, αλλά τα τρία άτομα που ήτανε μέσα δεν σκοτωθήκανε, επειδή τους προστατεύσανε τα γεμάτα, απλώς πεταχτήκανε πάνω σε κάποιο δέντρο, όπου και πέρασαν στα κλαδιά του όλο το βράδυ, μέχρι το πρωί να έρθει και να τους περισυλλέξει ο τακτικός στρατός.
Κάποιες μέρες μετά ο παλαιός στρατιώτης μετείχε σε ένα απόσπασμα, το οποίο είχε επιφορτιστεί να εκτελέσει έναν αντάρτη, που είχε συλληφθεί. Στην διαδρομή προς το σημείο της εκτέλεσης, ο αντάρτης απευθύνθηκε στον στρατιώτης μας και με παράπονο του είπε:
- Είχαμε παραφυλάξει και είδαμε πως παρόλο που ανατινάχτηκε το φορτηγό εσείς την γλυτώσατε και βρεθήκατε πάνω στο δέντρο, άοπλοι και ανυπεράσπιστοι. Θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να σας σκοτώσουμε κι όμως δεν το κάναμε. Και τώρα εσύ με πας για εκτέλεση!
Ποτέ δεν μπόρεσε να ξεχάσει αυτά τα λόγια ο στρατιώτης, αλλά ούτε και το παραπονεμένο πρόσωπο του αντάρτη!
Ο Γιώργος θυμήθηκε πως ο δικός του πατέρας του είχε πει, πως ενώ ήταν στο χωράφι του, πρόσεξε μια ομάδα ανταρτών, που χρησιμοποιώντας μια ρόδα φορτηγού έκαναν ροδιές πάνω στο δρόμο , ώστε να τις ακολουθήσει κάποιο άλλο φορτηγό και να πέσει ακριβώς πάνω στις νάρκες, που είχαν πιο μπροστά τοποθετήσει!
Εκείνη τη στιγμή κάλεσε από το κινητό του ο Γιώργος τον πατέρα του και του έδωσε να συνομιλήσει με τον πατέρα του συναδέλφου του. Καταλαβαίνουμε όλοι νομίζω τη συγκίνηση των δύο ηλικιωμένων, που θυμότανε και διηγούτανε ο ένας στον άλλον θύμησες της δικής τους νεότητας, άσχετα κι αν ήταν βουτηγμένη στους πολέμους, στη φτώχεια και στις κακουχίες! Τα δάκρυα μούσκεψαν τα πάντα!
Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021
Στον εσπερινό της συγχωρήσεως
Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021
Έκαστος εφ’ ω ετάχθη
Αλλά, όπως συχνά γίνεται στη ζωή, καθώς μεγάλωναν, οι δρόμοι τους άρχισαν να απομακρύνονται. Ο ένας αγαπούσε πολύ το διάβασμα και τα βιβλία και διακρινόταν στο σχολείο του. Ο άλλος δεν έδειχνε συμπάθεια για τη μελέτη, απουσίαζε συχνά από το σχολείο και η επίδοσή του κάθε χρόνο χειροτέρευε.
Όταν μεγάλωσαν ο πρώτος που είχε διακριθεί για τις γνώσεις του, έγινε σύμβουλος του βασιλιά, ενώ ο άλλος έγινε κωπηλάτης στο βασιλικό ποταμόπλοιο.
Κάποια μέρα ο βασιλιάς αποφάσισε να περιηγηθεί τη χώρα με τους συμβούλους του, ακολουθώντας την πορεία προς τις πηγές του Μεγάλου Ποταμού. Κάθονταν σε αναπαυτικές πολυθρόνες κάτω από μια τέντα στην πλώρη του καραβιού, εκεί που φυσούσε πιο δροσερό το αεράκι και συζητούσαν διάφορες κρατικές υποθέσεις.
Την ίδια στιγμή οι κωπηλάτες, κι ανάμεσά τους ο ξάδελφος του συμβούλου, ιδροκοπούσαν παλεύοντας να οδηγήσουν το πλοίο ενάντια στο ρεύμα.
— Δεν είναι ζωή αυτή, ψιθύρισε ο ξάδελφος. Εγώ πνίγομαι στον ιδρώτα και ο τεμπέλης ο ξάδελφός μου την έχει αράξει στη σκιά και στο βοριαδάκι και αερολογεί. Εγώ θα έπρεπε να είμαι σύμβουλος και αυτός βαρκάρης!
Είχε νυχτώσει για καλά, όταν ο βαρκάρης ένιωσε στην πλάτη του κάποιο χέρι. Ήταν ο βασιλιάς:
— Κάποιος θόρυβος ακούγεται από τη μεριά αυτής της όχθης και δεν με αφήνει να κοιμηθώ. Πας να δεις τι συμβαίνει;
Ο κωπηλάτης πήδησε στην ακτή και ανέβηκε τρέχοντας στο γειτονικό λόφο. Σε λίγα λεπτά ξαναγύρισε:
— Δεν είναι τίποτα, Μεγαλειότατε. Μια γάτα έχει γεννήσει και ακούγονται νιαουρίσματα.
— Τι είδους γατάκια είναι; ρώτησε ο βασιλιάς.
Ο ξάδελφος δεν το είχε προσέξει αυτό. Ξαναπήδησε στην όχθη, έτρεξε στον λόφο και σε λίγο ξαναγύρισε:
— Σιαμαία, Μεγαλειότατε.
— Πόσα είναι; ρώτησε ο βασιλιάς.
Ο βαρκάρης ξανάτρεξε στον λόφο και σε λίγο γύρισε πίσω:
— Έξι, είπε λαχανιασμένος.
— Πόσα είναι αρσενικά και πόσα θηλυκά; ξαναρώτησε ο βασιλιάς.
Πάλι έπρεπε να πηδήσει στην όχθη ο κωπηλάτης, να τρέξει στον λόφο και να ξανάρθει:
— Τρία αρσενικά και τρία θηλυκά, είπε με κομμένη την ανάσα, έτοιμος να λιποθυμήσει από την κούραση.
— Και τι χρώμα έχουν; ρώτησε ο βασιλιάς.
— Λυ-λυπήσου με, Με-μεγαλειότατε, είπε εκείνος κοντανασαίνοντας. Θα μείνω στον δρόμο αν πρέπει να ξανανεβώ στον λόφο!
— Καλά, έκανε ο βασιλιάς. Έλα μαζί μου να δεις κάτι.
Πήγαν στην πλώρη και ο βασιλιάς ξύπνησε τον ξάδελφο – σύμβουλο.
— Κάποιος θόρυβος ακούγεται από τη μεριά αυτής της όχθης και δεν με αφήνει να κοιμηθώ. Πας, σε παρακαλώ, να δεις τι συμβαίνει;
Ο σύμβουλος χάθηκε στη νύχτα. Σε λίγα λεπτά ξαναγύρισε:
— Είναι μια γάτα με έξι σιαμαία γατάκια, Μεγαλειότατε. Τρία αρσενικά και τρία θηλυκά. Έχουν το γνωστό χρώμα των σιαμαίων γατιών, εκτός από ένα που είναι πιο σκούρο. Ανήκουν στην πριγκίπισσα της περιοχής, η οποία σας ζητά συγγνώμη για την ενόχληση και λέει ότι θα ευχαριστηθεί πολύ, αν της κάνετε την τιμή να παρευρεθείτε με την ακολουθία σας στο δείπνο, που θα διοργανώσει για σας αύριο. Είπε ακόμα ότι θα σας πληρώσει και τους φόρους, που σας χρωστά για τον τελευταίο χρόνο.
Ο βασιλιάς γύρισε στον κωπηλάτη:
— Κάποιος άνθρωπός μου κρυφάκουσε αυτά που είπες το μεσημέρι. Ναι, η ζωή μοιάζει άδικη πολλές φορές αλλά καθένας πρέπει να κάνει τη δουλειά που ξέρει και που μπορεί να κάνει καλύτερα από τους άλλους. Πήγες τόσες φορές στον λόφο και πάλι δεν τέλειωσες τη δουλειά που σου ζήτησα. Αντίθετα, ο ξάδερφός του χρειάστηκε να πάει μόνο μια φορά και έμαθε πολύ περισσότερα από όσα του ζήτησα. Κατάλαβες τώρα γιατί αυτός είναι σύμβουλός μου και εσύ κωπηλάτης μου;
Οι πραγματικοί Άγγελοι
— Mαμά, υπάρχουν αληθινά άγγελοι; ρώτησε η Λενιώ.
— Δεν ξέρω, μωρό μου. Ίσως ναι, αλλά μάλλον δεν μοιάζουν όπως τους δείχνει αυτό το βιβλίο, είπε η μαμά δείχνοντας το βιβλίο που ξεφύλλιζε η τετράχρονη Λενιώ.
— Εγώ θα πάω να ψάξω για να δω αν υπάρχουν και πώς είναι, είπε με παιδικό πείσμα η μικρή.
— Δεν είναι άσχημη ιδέα. Τι θα έλεγες να έρθω κι εγώ μαζί σου, μωρό μου;
— Δεν είμαι μωρό πια! Κοίτα πόσο ψηλή είμαι!
— Έχεις δίκιο, αλλά είναι τόσο ωραία μέρα, που θα ήθελα κι εγώ να κάνω μια βόλτα.
Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί, το κοριτσάκι τρέχοντας και πηδώντας, κι η μαμά σέρνοντας το κουτσό πόδι της.
Ξαφνικά βλέπουν να έρχεται ένα άλογο, που το ίππευε μια πεντάμορφη κοπέλα με ξανθά μαλλιά, φορτωμένη με διαμάντια και κοσμήματα στον λαιμό και στα μπράτσα.
— Είσαι άγγελος; την ρώτησε η Λενιώ όταν πλησίασε.
Η κοπέλα δεν απάντησε, αλλά κοίταξε λοξά και παγωμένα το παιδί. Ύστερα έδωσε μια στα σπιρούνια του αλόγου και αυτό τινάχτηκε μπροστά σαν αστραπή γεμίζοντας με σκόνη την κακόμοιρη τη Λενιώ.
Η μαμά της την πήρε αγκαλιά και της καθάρισε τα χείλη, το πρόσωπο και τα ρούχα από τη σκόνη.
— Δεν ήταν άγγελος, είπε η Λενιώ.
— Μάλλον όχι, συμφώνησε η μητέρα.
Συνέχισαν τον δρόμο τους, το κορίτσι πηδώντας και τρέχοντας και η μητέρα σέρνοντας το κουτσό πόδι της.
Στη στροφή του δρόμου αντάμωσαν μια όμορφη κοπέλα ντυμένη στα ολόλευκα. Τα μάτια της ήταν φωτεινά σαν αστέρια και το πρόσωπό της λευκό σαν το χιόνι.
Η Λενιώ έτρεξε και την αγκάλιασε:
— Εσύ είσαι πραγματικά άγγελος, της είπε. Τώρα είμαι σίγουρη.
— Παλιόπαιδο! έκανε αυτή θυμωμένη. Μου λέρωσες το ολόλευκο φόρεμά μου! Πώς θα συναντήσω τώρα τον πρίγκιπα;
Πραγματικά εκείνη τη στιγμή φάνηκε από μακριά ένας πρίγκιπας καβάλα στο άσπρο άλογό του. Η κοπέλα έσπρωξε βίαια τη μικρή από την αγκαλιά της, χωρίς καν να της περνά από το μυαλό πόσο πιο ελκυστική θα ήταν στα μάτια του νέου με ένα παιδί στην αγκαλιά.
Η Λενιώ βρέθηκε για άλλη μια φορά χάμω, με σκόνη στα χείλη, στο πρόσωπο και στο φόρεμά της. Έβαλε τα κλάματα. Η μητέρα της την πήρε αγκαλιά και της σκούπισε τα ρούχα και τα δακρυσμένα μάτια.
— Ούτε αυτή ήταν άγγελος! έβγαλε το συμπέρασμα.
— Μάλλον όχι, ξανάπε η μητέρα. Ας βαδίσουμε όμως ακόμα λίγο. Μπορεί να βρούμε κάπου ένα πραγματικό άγγελο.
— Όχι, μαμά. Νιώθω τόσο κουρασμένη! Πώς θα γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι μας;
— Γιατί νομίζεις ότι ήρθα μαζί σου; Θα σε πάω εγώ αγκαλιά!
Με το κοριτσάκι σφιχτά στην αγκαλιά της η μητέρα πήρε τον δρόμο της επιστροφής, τραγουδώντας του με χαμηλή φωνή τα αγαπημένα του τραγούδια.
Ξαφνικά η Λενιώ σήκωσε το κεφαλάκι της από τον ώμο της μάνας της και την κοίταξε στα μάτια:
— Μανούλα, μήπως είσαι εσύ ο άγγελος;
— Τι σκέψη κι αυτή, Λενιώ! Πού ακούστηκε άγγελος με μάλλινο φουστάνι; απάντησε η μητέρα γελώντας καλόκαρδα!






