Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Ο υφαντής


Ήταν κάποτε ένας νεαρός υφαντής, ο οποίος ονομαζόταν Ατζίμπ και ο όποιος ζούσε μια μέτρια ζωή φτιάχνοντας χαλιά, αλλά ποθούσε να γευτεί τις πολυτέλειες που απολάμβαναν οι πλούσιοι. βρίσκοντας τυχαία μια μηχανή του χρόνου, αναζήτησε τον γηραιότερο εαυτό του, για τον οποίο θεωρούσε βέβαιο ότι θα ήταν πλούσιος και γενναιόδωρος.
Φτάνοντας στην πόλη, που ζούσε αλλά στο μέλλον, πήγε στην πλούσια συνοικία της πόλης και άρχισε να ρωτάει για να βρει την κατοικία του Ατζίμπ . Κανένας από αυτούς τους οποίους ρώτησε δεν αναγνώρισε το όνομα!
Τελικά αποφάσισε να επιστρέψει στην παλιά του γειτονιά και σταμάτησε ένα αγόρι και το ρώτησε, εάν ήξερε πού θα μπορούσε να βρει έναν άνθρωπο με το όνομα Ατζίμπ. Το αγόρι τον οδήγησε στο παλιό σπίτι του Ατζίμπ.
Ο Ατζίμπ ήταν δύσπιστος. Ήταν δυνατόν ο γηραιότερος εαυτός του να μένει ακόμη στο ίδιο σπίτι 20 χρόνια αργότερα; Αυτό θα σήμαινε ότι δεν είχε γίνει ποτέ πλούσιος και ότι ο γηραιότερος εαυτός του δεν θα είχε να του δώσει καμιά συμβουλή ή τουλάχιστον καμία την οποία αν ακολουθούσε θα γινόταν πλούσιος. Ελπίζοντας ότι το αγόρι έκανε λάθος, περίμενε έξω από το σπίτι και παρακολουθούσε.
Τελικά είδε έναν άνθρωπο να φεύγει από το σπίτι και με λυπημένη καρδιά αναγνώρισε σ’ αυτόν τον γηραιότερο εαυτό του. Ο γηραιότερος Ατζίμπ ακολουθούνταν από μια γυναίκα, που υπέθεσε ότι ήταν η σύζυγός του, αλλά την οποία πρόσεξε ελάχιστα, γιατί όλη του η προσοχή ήταν συγκεντρωμένη στη δική του αποτυχία να βελτιώσει τον εαυτό του. Κοιτούσε με περιφρόνηση τα απλά ρούχα που το γηραιό ζευγάρι φορούσε, έως ότου εκείνοι βγήκαν από το οπτικό του πεδίο.
Οδηγημένος από μια περιέργεια , ο Ατζίμπ πήγε στην πόρτα του δικού του σπιτιού. Το κλειδί του ακόμα ταίριαζε στην κλειδαριά και έτσι κατόρθωσε να μπει. Τα έπιπλα είχαν αλλάξει, αλλά ήταν απλά και φθαρμένα και ο Ατζίμπ στεναχωρήθηκε βλέποντάς τα.
Από ένστικτο πήγε προς την ξύλινη κασέλα, όπου συνήθως φύλαγε τις οικονομίες του και την ξεκλείδωσε. Σήκωσε το καπάκι και είδε, ότι η κασέλα ήταν γεμάτη με χρυσά δηνάρια. Ο Ατζίμπ ήταν έκπληκτος. Ο γηραιότερος εαυτός του είχε μια κασέλα με χρυσάφι κι ωστόσο φορούσε τέτοια απλά ρούχα και ζούσε στο ίδιο μικρό σπίτι για 20 χρόνια! Τι τσιγκούνης, άχαρος άνθρωπος πρέπει να ήταν ο γηραιότερος εαυτός του, σκέφτηκε ο Ατζίμπ. Να έχει τόσο πλούτο και να μην τον απολαμβάνει! Ο ίδιος γνώριζε από καιρό ότι κανείς δεν μπορεί να πάρει τα πλούτη του στον τάφο. Ήταν δυνατόν να το ξέχασε αυτό γερνώντας;
Αποφάσισε ότι αυτά τα πλούτη ανήκουν σε κάποιον ο οποίος θα μπορούσε να τα εκτιμήσει και αυτός ο κάποιος ήταν ο ίδιος. Το να κλέψει τον πλούτο τού γηραιότερου εαυτού του δεν αποτελούσε κλοπή, σκέφτηκε λογικά, αφού θα ήταν ο ίδιος, που θα παραλάμβανε τα κλοπιμαία. Φόρτωσε την κασέλα στον ώμο του και χρησιμοποιώντας πάλι την μηχανή του χρόνου, επέστρεψε στην εποχή του.
Με τα χρήματα που έκλεψε από τον γηραιότερο εαυτό του ο Ατζίμπ μετακόμισε στην πλουσιότερη συνοικία της πόλης του, νοικιάζοντας ένα σπίτι, που το επίπλωσε με κάθε πολυτέλεια. Κυκλοφορούσε με γεμάτο πορτοφόλι και ξόδευε αγοράζοντας, ότι επιθυμούσε.
Στη συνέχεια αναζήτησε τον αδερφό μιας γυναίκας, που επιθυμούσε από καιρό αλλά από μακριά, και η οποία ονομαζόταν Ταχίρα. Ζήτησε την Ταχίρα σε γάμο και φυσικά ο αδελφός της συμφώνησε και η ίδια αμέσως έδωσε τη συγκατάθεσή της, γιατί και αυτή ποθούσε επίσης τον Ατζίμπ. Ο γάμος έγινε με κάθε πολυτέλεια και έδωσε τροφή για συζητήσεις σε όλο τον καλό κύκλο της πόλης.
Κάποια μέρα ο Ατζίμπ επιστρέφοντας στο σπίτι, βρήκε την πόρτα σπασμένη και ανοιχτή και το εσωτερικό λεηλατημένο από όλα τα ασημένια και χρυσά αντικείμενα. Ο τρομοκρατημένος μάγειρας βγήκε από εκεί όπου κρυβόταν και του είπε ότι οι ληστές είχαν αρπάξει την Ταχίρα.
Την επόμενη μέρα επισκέφτηκε τον Ατζίμπ κάποιος, που του είπε πως η γυναίκα του είναι ασφαλής, αλλά για να μπορέσει να την πάρει πίσω, θα πρέπει να πληρώσει λύτρα. Ο Ατζίμπ συμφώνησε και κατέβαλε στους απαγωγείς, όσα χρήματα είχε και η Ταχίρα επέστρεψε στο σπίτι. Αφού αγκάλιασαν ο ένας τον άλλον, η Ταχίρα είπε:
- Δεν πίστευα ότι θα πληρώσεις τόσα πολλά χρήματα για μένα.
-Δεν θα μπορούσα να σκεφτώ τη ζωή δίχως εσένα, είπε ο Ατζίμπ. Τώρα όμως δεν μπορώ να σου αγοράσω ότι σου αξίζει.
-Δεν χρειάζεται να μου αγοράσεις ξανά τίποτα, είπε εκείνη.
Ο Ατζίμπ έσκυψε το κεφάλι του.
- Νιώθω σαν να τιμωρήθηκα για τις αμαρτίες μου.
- Ποιες αμαρτίες; ρώτησε η Ταχίρα, αλλά εκείνος δεν είπε τίποτα.
-Δεν σου το ρώτησα αυτό πριν, είπε εκείνη, αλλά ξέρω ότι δεν κληρονόμησες όλα αυτά τα χρήματα που κέρδισες. Πες μου. Μήπως τα έκλεψες;
- Όχι, είπε εκείνος, αρνούμενος να παραδεχτεί την αλήθεια σ’ εκείνη ή στον εαυτό του. Μου δόθηκαν.
- Ήταν λοιπόν ένα δάνειο;
- Όχι, δεν υπήρχε ανάγκη να τα επιστρέψω.
-Και δεν επιθυμείς να τα επιστρέψεις πίσω; ρώτησε έκπληκτη η Ταχίρα.. Είσαι λοιπόν ικανοποιημένος ότι εκείνος ο άλλος άνθρωπος πλήρωσε για το γάμο μας; Ότι πλήρωσε για τα λύτρα μου; Έμοιαζε έτοιμη να κλάψει.. Είμαι λοιπόν δική σου γυναίκα ή αυτού του άλλου ανθρώπου;
- Δική μου γυναίκα είσαι.
- Πώς μπορεί να είμαι, όταν χρωστώ την ίδια μου τη ζωή σε κάποιον άλλον;
- Δεν περίμενα πως θα αμφέβαλες για την αγάπη μου. Σου ορκίζομαι ότι θα πληρώσω πίσω τα χρήματα ως το τελευταίο δηνάριο.
Έτσι οι δυο τους επέστρεψαν στο παλιό του σπίτι και άρχισαν να κάνουν οικονομίες στα χρήματα που κέρδιζαν δουλεύοντας. Οι δουλειές τους τούς προσέφεραν καλό εισόδημα, αλλά ξόδευαν όσο λιγότερα μπορούσαν, ζώντας μέτρια και επιδιορθώνοντας τα χαλασμένα έπιπλα, αντί να αγοράσουν καινούργια. Για χρόνια ο Ατζίμπ χαμογελούσε κάθε φορά που έριχνε ένα νόμισμα στην κασέλα, λέγοντας στη σύζυγό του ότι αποτελούσε μια υπενθύμιση του πόσο πολύ αξίζει γι’ αυτόν.
Ωστόσο δεν είναι εύκολο να γεμίσεις μια κασέλα, προσθέτοντας μερικά μόνο νομίσματα κάθε φορά και έτσι αυτό που ξεκίνησε ως αποταμίευση σταδιακά, κατέληξε σε ένα είδος μιζέριας και οι συνετές αποφάσεις αντικαταστάθηκαν με την τσιγκουνιά.
Ακόμη χειρότερα, η αγάπη μεταξύ τους έσβησε με το πέρασμα του χρόνου και ο καθένας από τους δύο άρχισε να κατηγορεί τον άλλον, για τα χρήματα που δεν μπορούσαν να ξοδέψουν. Έτσι τα χρόνια πέρασαν και ο Ατζίμπ γέρασε και είδε για δεύτερη φορά να του κλέβουν από το σπίτι του όλα τα χρήματα του!

Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

Η προστασία της μάνας


Λέγεται πως είναι αληθινή ιστορία, που διαδραματίστηκε λίγες ώρες μετά από σεισμό στην Ιαπωνία. Θα μπορούσε να είναι και αυτή ένα παραμύθι, αλλά μερικές φορές η πραγματικότητα μας θυμίζει, πως τα παραμύθια, δεν είναι πάντα μύθος!
Μετά από τον σεισμό διασώστες φτάνουν στα ερείπια του σπιτιού μιας νεαρής γυναίκας κι αντικρίζουν το πτώμα της μέσα στα χαλάσματα. Η στάση του σώματός της όμως ήταν σχετικά περίεργη, θυμίζοντας κατά πολύ την στάση που παίρνει πιστός, έχοντας λυγίσει στα γόνατά του, για να λατρέψει και να προσευχηθεί. Τα συντρίμμια του σπιτιού καταπλάκωσαν και σταμάτησαν στην πλάτη και στο κεφάλι της.
Ο αρχηγός της ομάδας διάσωσης, βάζει το χέρι του μέσα από ένα στενό άνοιγμα στον τοίχο, προσπαθώντας να το σώμα της άτυχης γυναίκας. Είχε ακόμη μέσα του την ελπίδα, ότι αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να είναι ζωντανή. Ωστόσο, στην επαφή με το χέρι του αντιλαμβάνεται, πως τόσο το κρύο δέρμα, όσο και η ακαμψία του σώματος, μαρτυρούσαν, ότι η γυναίκα είναι νεκρή. Ο ίδιος μαζί με την υπόλοιπη ομάδα άφησαν αυτό το σπίτι και κατευθύνθηκαν στα υπόλοιπα, αναζητώντας επιζώντες στα χαλάσματα.
Κάποιοι ανεξήγητοι όμως λόγοι, παρακινούσαν τον αρχηγό της ομάδας, να επιστρέψει στο κατεστραμμένο σπίτι της νεκρής γυναίκας, καθώς μια εντυπωσιακή δύναμη τον καλούσε πίσω! Έτσι κι έγινε. Πλησίασε, γονάτισε και έβαλε ξανά το χέρι του ανάμεσα στο άνοιγμα, που είχε εντοπίσει πριν, ψαχουλεύοντας στο μικρό κενό κάτω από το νεκρό σώμα.
Ξαφνικά, άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό!
- Είναι ένα παιδί! Υπάρχει ένα παιδί!
Όλη η ομάδα συγκεντρώθηκε γύρω του και προσεκτικά αφαίρεσε τις σωρούς των γκρεμισμένων τμημάτων του σπιτιού γύρω από την άτυχη γυναίκα. Πράγματι, μπροστά τους πλέον, υπήρχε ένα περίπου τριών μηνών αγοράκι, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα με μοτίβα ανθέων, κάτω από το νεκρό σώμα της μητέρας του. Προφανώς, η γυναίκα είχε πραγματοποιήσει μια υπεράνθρωπη θυσία για την διάσωση του γιου της. Όταν όμως αντιλήφθηκε, πως το σπίτι κατέρρεε, χρησιμοποίησε το σώμα της, για να δημιουργήσει μια αυτοσχέδια ασπίδα προστασίας για τον γιό της. Το μικρό αγοράκι, κοιμόταν ακόμα ήρεμο και γαλήνιο, ενώ ο επικεφαλής της ομάδας διάσωσης τον είχε πλέον στα χέρια του και τον απομάκρυνε από τα χαλάσματα.
Ο γιατρός, κατέφθασε γρήγορα, για να εξετάσει το μικρό αγόρι. Αφού άνοιξε την κουβέρτα, εντόπισε ένα κινητό τηλέφωνο. Υπήρχε ένα μήνυμα κειμένου στην οθόνη που έγραφε:
«Εάν καταφέρεις να επιζήσεις, να θυμάσαι μόνο ότι σ’ αγαπώ!»

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Φορείς του Καλού


Ιστορία Πρώτη
Ένα φτωχό παιδί κατάφερε να σπουδάσει Νομική με την βοήθεια ενός ευκατάστατου φίλου της οικογένειάς του. Όταν έγινε διάσημος και πλούσιος δικηγόρος, μη ξεχνώντας το χρέος του, επικοινώνησε με τον ευεργέτη του και του πρότεινε, να του επιστρέψει όλα τα χρήματα, που χρειάστηκαν να δαπανηθούν για τις σπουδές του, προσαυξημένα φυσικά με τον ανάλογο τόκο. Ο ευεργέτης του του εξήγησε πως το χρέος του είναι πολύ μεγαλύτερο και μόνο ένας τρόπος υπάρχει να ξεχρεωθεί, να χρηματοδοτήσει ο δικηγόρος τις σπουδές φτωχών παιδιών. Έξυπνος ο δικηγόρος, έλαβε το μήνυμα, έψαξε και βρήκε δέκα φτωχά αγόρια και με δικά του έξοδα τα έστειλε στο Λονδίνο να σπουδάσουν Μηχανικοί, Δικηγόροι και Γιατροί. Αν λοιπόν αισθανόμαστε κι εμείς πως έχουμε χρέος, το οποίο δεν μπορούμε να το επιστρέψουμε στον ευεργέτη μας, είτε επειδή δεν το θέλει, είτε επειδή δεν τον βρίσκουμε, ας επιχειρήσουμε να ξεχρεώσουμε με τον τρόπο, που επέλεξε ο Δικηγόρος. Ας κάνουμε το καλό κι αυτό από μόνο του θα βρει κρίκους αλυσίδας για να σκορπιστεί παντού!
Ιστορία Δεύτερη
Ο πατέρας ήταν φαρμακοποιός και λόγω του πολέμου και της έλλειψης , χρειάζονταν τις υπηρεσίες του σε ένα μεγάλο νοσοκομείο. Υπήρχε ένα παράθυρο στο φαρμακείο, όπου οι άνθρωποι ερχόντουσαν να πληρώσουν. Ο πατέρας παρατηρούσε προσεκτικά τον άνδρα ή την γυναίκα, που ερχόταν να αγοράσει τα φάρμακα και κάνοντας κατάλληλες ερωτήσεις με διακριτικότητα, αντιλαμβανόταν αν μπορούσε να πληρωθεί για τα φάρμακα ή όχι. Σε όσους δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα φάρμακα, σημείωνε στην απόδειξη που τους έδινε, πως ήταν πληρωμένοι. Όταν η μητέρα αντιλήφθηκε αυτό που γίνεται άρχισε να τον ρωτάει, ποιος θα πληρώσει όλους αυτούς τους λογαριασμούς, Ο πατέρας της απαντούσε:
- Όσα πληρώνω για τους φτωχούς ανθρώπους, ο Θεός θα τα δώσει στα παιδιά σου!
Μια μέρα, ο γιος της οικογένειας ταξίδευε με ένα ΙΧ με τέσσερις άλλους ανθρώπους και από λάθος του οδηγού ξαφνικά το αμάξι βρέθηκε στο κενό και βούτηξε μέσα στην λάσπη ενός χειμάρρου σε βάθος 15 μέτρων περίπου κάτω από τον δρόμο. Ο γιος αποσβολωμένος και μετά από το πρώτο σοκ, αισθανόμενος καλά και χωρίς ίχνος σημαδιών τραυματισμού ή αίσθησης πόνου, γύρισε στους συνταξιδιώτες του και τους μίλησε, για να δει αν είναι καλά. Αλλά κανείς δεν απάντησε, ήταν όλοι νεκροί! Όταν επέστρεψε στο σπίτι, τον υποδέχθηκε με δάκρυα στα μάτια η μητέρα του και του είπε:
- Τώρα αντιλαμβάνομαι αυτό που έλεγε στον πόλεμο ο πατέρας σου, για το πως θα πάρει πίσω τα χρήματα, που έδινε για τα φάρμακα των φτωχών!
Η δύναμη της ευχής


Ένας ασκητής έστελνε τον υποτακτικό του, να πουλήσει το εργόχειρο του στις Καρυές. Εκεί ο υποτακτικός του άκουσε στο Πρωτάτο ωραιότατες ψαλμωδίες, μουσική κ.λ.π.
Μια μέρα λέει στον γέροντά του:
- Γέροντα έχω ένα λογισμό. Εμείς εδώ πέρα στην έρημο δεν κάνουμε τίποτα. Να δεις πως εκεί υμνούν τον Θεό. Ψαλμωδίες, πράγματα, χορωδίες. Εμείς εδώ μόνο κομποσχοίνι, μόνο « Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού, Ελέησον ημάς! »
Τον παίρνει ο Γέροντας τότε μια άλλη μέρα και του λέει:
- Ας πάμε παιδί μου, να δούμε τι κάνουν αυτοί οι πατέρες στο Πρωτάτο. Να κάνουμε κι εμείς το δικό τους τυπικό.
Και όταν πήγαν σκύβει ο γέροντας και λέει ψιθυριστά στο αυτί του υποτακτικού του:
- Πράγματι τέκνο, εδώ δοξάζουν τον Θεό!
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και πιάνει δυνατός σεισμός. Σείστηκαν τα σύμπαντα.
Τότε αμέσως οι ψάλτες άφησαν τα μουσικά βιβλία και τα «τεριρέμ» και άρχισαν να τραβούν κομποσχοίνι, φωνάζοντας « Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού, Ελέησον ημάς! »
- Γέροντα πάμε να φύγουμε, πάμε στη δουλεία μας, στην ησυχία μας, στο καλύβι μας, λέει τότε ο υποτακτικός. Αυτό που κάνουμε εμείς, είναι ανώτερο από τα ψαλτικά!

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Η ένωση με τον Θεό


Κάποτε κάποιος ασκητής, εγκατέλειψε τους υπόλοιπους συνασκητές του και πήγε στην έρημο, για να γίνει ησυχαστής. Ο λογισμός του απαιτούσε να αφοσιωθεί μέρα νύχτα στη μελέτη και θεωρία του Θεού, επειδή πίστευε, ότι θα μπορούσε μέσα στην ερημιά και στη γαλήνη της ησυχίας, να ενωθεί με τον Θεό χωρίς μέριμνες και χωρίς σκοτούρες.
Ύστερα όμως από δύο τρεις ημέρες, δεν μπορεί κανένας να αντέξει και παραπάνω εδώ που τα λέμε, σε κάποια στιγμή των ιερών του στοχασμών, ο ασκητής αισθάνθηκε κοντά του κάποια παρουσία.
Ένα μικρό ποντίκι είχε ανεβεί στην μπαλωμένη και τρύπια παντούφλα του και περιεργαζόταν το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του ασκητή. Έτσι αποσπάσθηκε η προσοχή του και ήταν αδύνατον να κρατήσει σταθερό το νου του, στην ενθύμηση του Θεού και στην προσευχή του. Ο ασκητής σκέφτηκε, «εγώ άφησα τα πάντα για να επικοινωνώ αμέριμνα και σωστά με τον Θεό και να έρχεται τώρα, να μου κάνει χαλάστρα ένας ποντικός!».
Αμέσως μετά φωνάζει νευριασμένος στο ποντίκι:
- Γιατί βρε σιχαμένο διακόπτεις την προσευχή μου;
- Γιατί πεινάω, απαντάει το ποντίκι!
Ο ησυχαστής, δίχως να αναρωτηθεί, πως γίνεται και μιλάει το ποντίκι με ανθρώπινη φωνή, ανταπαντάει εκνευρισμένα:
- Φύγε από δω βρε μαγαρισμένο, εγώ προσπαθώ με χίλιους κόπους να δω, πως θα ενωθώ με τον Θεό και συ έρχεσαι να μου ζητήσεις, να ασχοληθώ με την κοιλιά σου; Συγχρόνως κλωτσάει δυνατά το ποντίκι ο ησυχαστής και το πετάει στην απέναντι γωνία της σπηλιάς του.
Τότε το ποντίκι γυρίζει και με πολύ ηρεμία, αφού κοιτάει στα μάτια τον ασκητή, του λέει με ανθρώπινη φωνή:
– Μάθε το μια για πάντα, αν δεν μπορείς να συναναστραφείς με τους γύρω σου, δηλαδή με τον πλησίον σου, ειδικότερα αν δεν μπορείς να του σταθείς στα προβλήματά του, να τον συμπονέσεις και να τον παρηγορήσεις στις κακοτυχίες του, να απαλύνεις τον πόνο του, αν πονάει, να του δώσεις τροφή, νερό και στέγη, αν πεινάει, διψάει, ή είναι άστεγος, τότε, ποτέ μα ποτέ δεν θα μπορέσεις να ενωθείς με τον Θεό της αγάπης και του ελέους. »
Αμέσως μετά εξαφανίστηκε ο ποντικός από τα μάτια του ησυχαστή!
Η ελεημοσύνη του Ντοστογιέφσκι


Κάποτε ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκι βγήκε για τον απογευματινό του περίπατο. Ενώ κόντευε να νυχτώσει, ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι του και του ζήτησε βοήθεια.
Ο Ντοστογιέφσκι ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.
Ο μεγάλος συγγραφέας κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε:
- Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα, να σου προσφέρω!
Και ο γέρο ζητιάνος απαντά:
- Ευχαριστώ πολύ. Αυτό που μου δίνεις, δύσκολα μου το δίνουν άλλοι. Ελάχιστες φορές βάλανε στα χέρια μου το νόμισμα της καλοσύνης. Το παίρνω και σε ευγνωμονώ για αυτό!
Ας αναζητήσουμε τα νομίσματα της καλοσύνης και της αγάπης και αντί να τα αποθησαυρίσουμε, ας τα μοιράσουμε στους γύρω μας!

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Τα τρία δέντρα


Ήταν μια φορά σε ένα δάσος τρία δέντρα. Το καθένα από αυτά είχε για τον εαυτό του έναν οραματισμό!
Το πρώτο επιθυμούσε, να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο ξυλόγλυπτο, όμορφα σκαλισμένο, που μέσα του θα φυλάσσεται ένας πολύτιμος θησαυρός.
Το δεύτερο δέντρο ήθελε, να αξιωνόταν να γίνει στα χέρια ενός καλού ναυπηγού ένα μεγάλο καράβι και όμορφο, που θα μετέφερε βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα, που θα έκανε ταξίδια υψηλών προσώπων.
Το τρίτο δέντρο έλεγε, ότι το μόνο που θα ήθελε, ήταν να γίνει το πιο ψηλό και πιο δυνατό δέντρο του δάσους, έτσι ώστε οι άνθρωποι, που θα βλέπουν το ύψος του στην κορυφή του λόφου, να σκέπτονται τον ουρανό και τον Θεό.
Όμως πέρασαν τα χρόνια και τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως αλλιώς.
Πήγαν υλοτόμοι και έκοψαν το πρώτο δέντρο και ενώ εκείνο οραματιζόταν και ποθούσε, να γίνει όμορφο ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς, ο ξυλουργός το έκανε παχνί για τα άχυρα της τροφής των ζώων του στάβλου.
Το δεύτερο δέντρο, που ήθελε να γίνει ωραίο καράβι, για να μεταφέρει βασιλιάδες, έγινε ένα μικρό ψαροκάικο, που το χρησιμοποιούσαν φτωχοί ψαράδες για να ψαρεύουν.
Το τρίτο δέντρο, που ήθελε να μείνει το ψηλότερο του δάσους, το έκοψε κάποιος ξυλοκόπος και το έβαλε στην αποθήκη του.
Περνούσαν τα χρόνια και τα δέντρα απογοητευμένα από την εξέλιξη των πραγμάτων, ξέχασαν ακόμη και τα όνειρά τους.
Όμως κάποια ημέρα ένας άντρας και μια γυναίκα ήλθαν στο στάβλο, που ήταν εκείνο το ξύλινο παχνί με τα άχυρα, και η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι και το τοποθέτησαν στο παχνί, που είχε φτιαχτεί από το πρώτο δέντρο.
Ήταν ο Ιωσήφ και η Παναγία, η Θεοτόκος, οι οποίοι απόθεσαν σε εκείνο το ξύλινο παχνί, όχι απλώς διαμάντια και χρυσάφια αλλά τον ίδιο το Θεό, που είχε γίνει άνθρωπος για εμάς. Έτσι αξιώθηκε αυτό το παχνί, η φάτνη, να δεχτεί μέσα της το θησαυρό των θησαυρών, τον ίδιο τον Θεό!
Στο μικρό ψαροκάικο, που είχε γίνει από το δεύτερο δέντρο, μετά από πολλά χρόνια μπήκαν κάτι ψαράδες μαζί με το δάσκαλο τους, ο οποίος ήταν κουρασμένος και είχε κοιμηθεί. Είχαν ανοιχτεί στην θάλασσα, όταν ξέσπασε μια μεγάλη τρικυμία. Πάνω στο φόβο τους οι φτωχοί ψαράδες, ξύπνησαν τον αρχηγό τους και Εκείνος μόλις είδε την φουρτουνιασμένη θάλασσα, την διέταξε να ηρεμήσει. Και η θάλασσα γαλήνεψε αμέσως!
Ήταν ο Χριστός μαζί με τους μαθητές του, στη λίμνη Γεννησαρέτ.
Έτσι και το δεύτερο δέντρο, που είχε φιλοδοξήσει να γίνει μεγάλο πλοίο, που θα μετέφερε υψηλά πρόσωπα και βασιλιάδες, αξιώθηκε να μεταφέρει τον Βασιλέα των Βασιλέων, τον ίδιο τον Χριστό με τους μαθητές Του.
Και το τρίτο δέντρο, που ήταν στην αποθήκη του ξυλουργού, μια ημέρα το πήραν και έκαναν έναν σταυρό, στο οποίο σταύρωσαν τον Χριστό.
Έτσι το δέντρο αυτό έγινε πιο ψηλό, από ότι είχε επιθυμήσει. Έφθασε στον ουρανό και στον Θεό.
Τελικά τα δέντρα της ιστορίας απέκτησαν, όχι μόνο αυτό που ήθελαν και ποθούσαν, αλλά ασυγκρίτως περισσότερα, από αυτά που σχεδίαζαν.