Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Η γυναίκα που κουφαίνεται


Ένας τύπος τηλεφωνεί στον οικογενειακό του γιατρό.
- Γιατρέ , ο Κώστας είμαι.
- Α, γεια σου, Κώστα. Τι νέα;
- Γιατρέ σου τηλεφωνώ επειδή ανησυχώ για την γυναίκα μου την Μαρία, που έχει αρχίσει να κουφαίνεται!»
- Εντάξει. Όμως, η κώφωση δεν είναι κάτι που συμβαίνει ξαφνικά, ούτε σε οξεία μορφή. Ελάτε τη Δευτέρα από το ιατρείο να την εξετάσω. Αλλά πως κατάλαβες Κώστα, ότι δεν ακούει;
- Μα, τη φωνάζω και δεν απαντάει.
- Κοίτα, μπορεί να είναι κάτι ασήμαντο, να έχει βουλώσει το αφτί της ή κάτι παρόμοιο. Άκουσε, θα διαπιστώσουμε αμέσως το βαθμό του προβλήματος της Μαρίας. Πού είσαι τώρα;
- Στην κρεβατοκάμαρα.
- Κι εκείνη πού βρίσκεται;
- Στην κουζίνα.
- Εντάξει. Φώναξε την από εκεί.
- Μαρίααααα…! Δεν μ’ ακούει.
- Καλά. Πήγαινε στην πόρτα του δωματίου και φώναξε από το διάδρομο.
- Μαρίαααααα! Τίποτα!
- Περίμενε, μην απελπίζεσαι. Πάρε το ασύρματο τηλέφωνο και προχώρα στο διάδρομο. Φώναζε συνέχεια μέχρι να σ’ ακούσει.
- Μαρίαααααααα…! Μαρίαααααααα…! Μαρίαααααααααααα-αα…! Δεν παίρνει χαμπάρι. Είμαι στην πόρτα της κουζίνας και τη βλέπω. Είναι γυρισμένη και πλένει τα πιάτα αλλά δεν μ’ ακούει. Μαρίαααααααααα…! Τίποτα!
- Πλησίασε κι άλλο.
Ο άντρας μπαίνει στην κουζίνα, πλησιάζει τη Μαρία, βάζει το χέρι του στον ώμο της και της φωνάζει στο αφτί:
- Μαρίααααααααααααα…!
Η σύζυγος του, θυμωμένη, γυρίζει και του λέει:
- Μα τι θέλεις; Τι θέλεις, τι θέλεις, τι θέλειιιιιιιιιιιιιιιις…; Με φώναξες δέκα φορές και δέκα φορές σε ρώτησα, τι θέλεις. Όσο πάει και κουφαίνεσαι, δεν ξέρω γιατί δεν πας επιτέλους στο γιατρό να κοιταχτείς!
Αυτό είναι η προβολή. Κάθε φορά που αντιλαμβανόμαστε κάτι, που μας ενοχλεί σε κάποιον άλλον, καλό θα ήταν να θυμόμαστε, ότι αυτό που μας ενοχλεί στον άλλον, ακριβώς αυτό είναι και δικό μας χαρακτηριστικό!

Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Τα χρόνια της ζωής του ανθρώπου


Ο μύθος λέει, πως όταν ο Δίας έφτιαξε τον κόσμο και τα ζώα, που θα τον κατοικούσαν, όριζε, στο καθένα από αυτά, πόσα χρόνια θα ζούσε. Κι επειδή όλα ήταν για πρώτη φορά φτιαγμένα από το Δία και τότε θ’ άρχιζαν να ζούνε, κανένα τους δεν περηφανεύτηκε, ούτε παραπονέθηκε.
Αφού έφτιαξε όλα τα ζώα, ο Δίας έφτιαξε και τον άνθρωπο. Σ’ αυτόν έδωσε και κάτι, που δεν είχε δώσει στα άλλα ζώα. Του έδωσε το λογικό. Στον άνθρωπο ο Δίας όρισε να ζει σαράντα χρόνια. Με την λογική του ο άνθρωπος θεώρησε, πως λίγα χρόνια του όρισε ο Δίας να ζει, αλλά δεν του παραπονέθηκε, φοβούμενος μήπως και του τα ελαττώσει ακόμη περισσότερο.
Όταν βγήκε στη ζωή ο άνθρωπος ήταν άνοιξη, όλα ήτανε όμορφα γύρω του, αλλά, τις νύχτες έκανε δροσιά και καθώς δεν είχε χοντρό δέρμα, όπως τα άλλα ζώα, για να προφυλάσσεται, σκέφτηκε να φτιάξει. Μάζεψε φύλλα τα έραψε και τα φόρεσε. Αλλά τα φύλλα μαραίνονταν και τρίβονταν. Τότε χρησιμοποίησε προβιές αγριμιών.
Έπειτα είδε πως τα πουλιά χτίζανε φωλιά και σκέφτηκε κι αυτός να φτιάξει μια φωλιά, αλλά να είναι σκεπασμένη από πάνω, κι όχι ξέσκεπη, όπως οι φωλιές των πουλιών. Με το λογικό, λοιπόν, που του είχε χαρίσει ο Δίας, έφτιαξε ένα σπίτι με σκεπή, με πόρτα για να μπαινοβγαίνει και με παράθυρα, που του χρησίμευαν για να βλέπει τι γίνεται έξω, χωρίς να αναγκάζεται, να βγαίνει από το σπίτι του.
Πέρασε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι με τις ζέστες του. Τα ζώα έτρεχαν να βρούνε κανένα δέντρο για να ξαπλώσουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο άνθρωπος, όμως, είχε το σπίτι του, κι έτσι είχε όσο ίσκιο ήθελε.
Ήρθε κι ο χειμώνας κι άρχισαν οι βροχές, τα κρύα, τα χιόνια. Τα ζώα έτρεμαν από το κρύο και στριμώχνονταν το ένα πλάι στο άλλο, για να ζεσταθούν. Ο άνθρωπος όμως κλεινότανε μέσα στο σπίτι του και δεν κρύωνε καθόλου.
Ένα βράδυ, που έκανε κρύο δυνατό, άκουσε ο άνθρωπος να χτυπούν την πόρτα του. Αμέσως ρώτησε:
– Ποιος είναι;
– Είμαι εγώ, το άλογο, ακούστηκε απ’ έξω μια φωνή. Πάρε με μαζί σου, άνθρωπε, γιατί κρυώνω κι εγώ θα σου δουλεύω, για να σε ξεπληρώσω.
– Μου χαρίζεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου, για να σε πάρω;
– Σου χαρίζω, υποσχέθηκε το άλογο.
Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το άλογο ζεστάθηκε κι άρχισε να του δουλεύει.
Το άλλο βράδυ, παρουσιάστηκε το βόδι.
– Πάρε με άνθρωπε, να ζεσταθώ, κι εγώ θα σου δουλεύω, τον παρακάλεσε.
– Σε παίρνω, αν μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου, είπε ο άνθρωπος.
– Μ’ όλη μου την καρδιά, απάντησε το βόδι.
Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το έστρωσε στη δουλειά.
Το τρίτο βράδυ, ήρθε κι ο σκύλος, τουρτουρίζοντας.
– Πάρε με, άνθρωπε, στο σπίτι σου κι εγώ θα σου δουλεύω, του είπε.
– Εσύ για δουλεία δεν κάνεις, αποκρίθηκε ο άνθρωπος. Θα σε πάρω όμως για να φυλάς το σπίτι μου, όταν θα λείπω, φτάνει να μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.
– Σου τα χαρίζω! Φώναξε ο σκύλος πρόθυμα.
Κι ο άνθρωπος τον πήρε στο σπίτι του και τον έβαλε να το φυλάει κι εκείνος το φύλαγε πιστά.
Κι έτσι ο άνθρωπος κέρδισε τριάντα χρόνια. Μόνο που, όταν τελείωσε τα σαράντα δικά του κι άρχισε να ζει τα δέκα του αλόγου, άρχισε να καμαρώνει σαν εκείνο. Στα δέκα του βοδιού, έγινε βαρύς και στενοκέφαλος κι ήθελε να γίνεται πάντα το δικό του. Και, στα τελευταία δέκα χρόνια, που είχε πάρει από το σκύλο, έγινε γκρινιάρης και θύμωνε με το παραμικρό!
Γι’ αυτό, από τότε, οι άνθρωποι μετά τα σαράντα χρόνια της ζωής τους εμφανίζουν ανάλογο χαρακτήρα, επειδή μέχρι τα πενήντα ζούνε τα χρόνια του αλόγου, μέχρι τα εξήντα τα χρόνια του βοδιού και μετά τα εξήντα τα χρόνια του σκύλου!

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

Να προσέχεις με ποιον συμμαχείς


Το άλογο ζούσε ελεύθερο στο δάσος.
Μια μέρα το πλησίασε ο άνθρωπος.
- Εσύ είσαι, του είπε, το πιο υπερήφανο, το πιο γρήγορο, το πιο όμορφο από όλα τα ζώα. Καλπάζεις, ο άνεμος παίρνει τη χαίτη σου και όλοι σε θαυμάζουν. Ο λύκος τρέμει τα δυνατά σου πόδια, η αλεπού ζηλεύει την εξυπνάδα σου, το γεράκι δεν μπορεί να σε προφτάσει. Είσαι το πιο ευγενικό και το πιο μεγαλοπρεπές ζώο!
Το άλογο χλιμίντριζε όλη αυτή την ώρα συγκαταβατικά. Ο άνθρωπος συνέχισε:
- Θα έπρεπε εσύ να είσαι ο άρχοντας του δάσους, όμως υπάρχει το ελάφι.
Το άλογο έστρεψε τη μουσούδα του απορημένο.
- Αυτό το ύπουλο κτήνος σε μισεί. Θέλει να σου κλέψει τη δόξα και το βασίλειο. Πάει στις λίμνες, στα ποτάμια και στις πηγές και τα βρωμίζει με τις ακαθαρσίες του. Ποδοπατεί το χορτάρι για να μη βρεις να φας.
Το άλογο ανήσυχο χτυπούσε την οπλή του στο έδαφος.
- Και έμαθα πως σχεδιάζει να φέρει στα κέρατα του το φίδι, όταν θα κοιμάσαι, για να σε εξοντώσει.
Το άλογο ανασηκώθηκε στα πίσω του πόδια.
- Μην ανησυχείς, ω περιούσιο τετράποδο, υπάρχει λύση. Θα με αφήσεις να σου φορέσω σέλα και χαλινάρια, να σε καβαλικέψω και μαζί θα πάμε να εξοντώσουμε το δόλιο ελάφι. Έτσι θα μείνεις ο μόνος και ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος.
Το άλογο δέχτηκε. Ο άνθρωπος το καβαλίκεψε, πήρε και το πιστό του τσιράκι, τον σκύλο και άρχισαν το κυνήγι.
Σύντομα βρήκαν το ελάφι, το καταδίωξαν και το σκότωσαν.
Πάνω από το κουφάρι του ελαφιού, το άλογο έδειξε τα δόντια του ευχαριστημένο. Ζήτησε από τον άνθρωπο να κατέβει.
Εκείνος γέλασε και του έδωσε μια καμτσικιά.
- Δεν κατάλαβες. Τώρα εγώ είμαι αυτός που δίνει τις εντολές. Προχώρα, λοιπόν.
Αν λοιπόν συμμαχήσουμε κάποια φορά με τον διάβολο, ας έχουμε υπ’ όψιν μας, πως μπορεί να μας καβαλικέψει και να γίνει ο αφέντης μας. Επιπλέον ας γνωρίζουμε, πως αν δεν σκύψουμε, κανείς δεν μπορεί να ανεβεί στην πλάτη μας!

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020

Ο παπαγάλος του Γιάννη


Κάποτε ζούσε ένας άνθρωπος, ο Γιάννης, που του άρεσε να ακούει τη διδασκαλία κάποιου σοφού, χωρίς όμως να φροντίζει να κάνει πράξη, τα όσα άκουγε.
Ο Γιάννης είχε έναν παπαγάλο, που έμαθε να μιλάει πολύ καλά και να συζητάει με τον Γιάννη. Ο παπαγάλος τον ρώτησε κάποια μέρα, για ποιον λόγο πηγαίνει να ακούσει τον σοφό και ο Γιάννης απάντησε πως τον παρακολουθεί, επειδή τον ενδιαφέρει να ακούει για τον Θεό και για την ελευθερία. Τότε ο παπαγάλος τον παρακάλεσε να ρωτήσει τον σοφό, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να απελευθερωθεί και να πετάξει ελεύθερος έξω από το κλουβί!
Ο Γιάννης λοιπόν έκανε την ερώτηση του παπαγάλου στον σοφό, ο οποίος αμέσως έπεσε κάτω στο έδαφος, χάνοντας τελείως τις αισθήσεις του. Όσοι ήταν μαζεμένοι τριγύρω κατηγόρησαν τον Γιάννη σαν υπαίτιο της λιποθυμίας του σοφού και του ζήτησαν να φύγει αμέσως. Επιστρέφοντας ο Γιάννης στο σπίτι, διηγήθηκε στον παπαγάλο όλη την ιστορία.
Το επόμενο πρωί ο Γιάννης βρήκε τον παπαγάλο ακίνητο μέσα στο κλουβί του. Υπέθεσε λοιπόν, πως ο παπαγάλος ήταν νεκρός και άνοιξε το κλουβί για να τον βγάλει έξω.
Μόλις έβγαλε τον παπαγάλο έξω, αυτός ζωντάνεψε και πέταξε ελεύθερος και προσγειώθηκε στο κλαδί ενός δέντρου, λέγοντας στον Γιάννη:
- Ακολούθησα τα λόγια του σοφού και τώρα είμαι ελεύθερος. Καλό θα ήταν, να εφαρμόζεις κι εσύ τις διδασκαλίες του!
Συμβαίνει να ακολουθούμε ένα μονοπάτι και όσες πληροφορίες μαζεύουμε από αυτό, απλώς να τις έχουμε υπόψη και να μην φροντίζουμε να τις εφαρμόζουμε, για να ελέγξουμε, αν ταιριάζουν με εμάς. Επιπλέον, ίσως να τις παπαγαλίζουμε και στο περιβάλλον μας, που αντιλαμβανόμενο την στάση μας αυτή, σκέφτεται την παροιμία, δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις. Ας έχουμε υπόψη μας, πως θεωρίες που μαθαίνουμε και δεν δοκιμάζουμε να τις εφαρμόσουμε στην δική μας ζωή, ουδεμία αξία έχουν, ούτε για εμάς, άλλα ούτε και για τους ανθρώπους του περιβάλλοντός μας!

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Η εμπειρία της σιωπής


Ο Δάσκαλος μάζεψε κάποια μέρα όλους τους μαθητές και είπε:
- Σήμερα, ξεκινώντας από αυτήν τη στιγμή, δεν πρόκειται να μιλήσουμε καθόλου για τρεις μέρες. Εάν, κατά λάθος, κάποιος πει ή ψιθυρίσει μια λέξη, θα δώσει περισσότερη προσοχή, ώστε να μην το ξανακάνει. Αφότου τελειώσουν οι τρεις μέρες, θα συζητήσουμε τις εμπειρίες μας!
Η πρώτη αντίδραση των μαθητών ήταν νευρικό γέλιο και αίσθημα αμηχανίας. Μετά από λίγο σοβαρέψανε και κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης μέρας, προσπάθησαν να παραμείνουν σε ομάδες, θεωρώντας πως έτσι, ευκολότερα μπορούν να ακολουθήσουν την προτροπή του Δασκάλου. Την επόμενη μέρα ωστόσο, οι μαθητές σιγά-σιγά άρχισαν να επικοινωνούν χωρίς λόγια και την τρίτη μέρα κατάφεραν να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο από τις εκφράσεις και τις χειρονομίες. Έτσι κατάφεραν όλοι τους να αντισταθούν στην τάση να μιλήσουν και δεν ενέδωσε κανείς.
Μετά το ηλιοβασίλεμα στην τρίτης μέρα, ο Δάσκαλος μάζεψε του μαθητές, τους συνεχάρη για την επιτυχία τους, να ακολουθήσουν την οδηγία του και ζήτησε από τον καθένα να περιγράψει την εμπειρία της σιωπής των τριών ημερών.
Ο πρώτος μαθητής, ο Γιάννης, που κλήθηκε από τον Δάσκαλο, να περιγράψει την εμπειρία του, έμεινε σιωπηλός για λίγο, αλλά δεν προξένησε καμία έκπληξη, επειδή μετά από τρεις μέρες η σιωπή φαινόταν μια φυσική κατάσταση στους μαθητές!
- Άρχισα να νιώθω ότι υπάρχω. Ποτέ ξανά δεν είχα βιώσει την αίσθηση της ύπαρξής μου. Συχνά ήταν παράξενο για μένα, όταν παρατηρούσα το σώμα μου και τις πράξεις του. Μου φαινόταν, ότι το σώμα μου ήταν ένα ξένο πράγμα, και ένιωσα ένα είδος φόβου.
Αμέσως μετά πήρε τον λόγο ο Ιωσήφ:
- A, ένιωσα γεμάτος ενέργεια. Ένιωσα νέες ενέργειες στα χέρια μου, στα πόδια μου, στα μάτια μου. Κοιμήθηκα περισσότερο και πιο βαθιά, και οσφραινόμουνα το πράσινο και τα λουλούδια πιο έντονα. Τα απολάμβανα πιο πολύ!
Συνέχισε ο Τσάρλι:
- Ένιωσα τα ίδια κι εγώ κι επίσης συνειδητοποίησα για πρώτη φορά, πόσο πολύ μιλάμε όλη τη μέρα και πόσες ανοησίες λέμε. Παρατήρησα ότι χωρίς να μιλάω, η λογική μου έγινε πιο διαυγής και η ησυχία όξυνε την ικανότητά μου, να βλέπω τα κίνητρα πίσω απ’ τις πράξεις μου και τις πράξεις των άλλων ανθρώπων επίσης.
Τον λόγο μετά πήρε ο Χάρης:
- Καθ’ όλη τη διάρκεια, είχα μια μάχη μέσα μου. Δεν μιλούσα φωναχτά στην πραγματικότητα, αλλά μέσα στο κεφάλι μου, νοητικά, είχα ένα μονόλογο. Πήρε μέχρι την τρίτη μέρα προτού να μπορέσω, να σταματήσω αυτή την εσωτερική ομιλία και να παρατηρήσω το περιβάλλον μου χωρίς αυτήν. Επίσης παρατήρησα ότι όλοι οι μαθητές, είχαμε ήρεμη διάθεση, με ελάχιστες συναισθηματικές αντιδράσεις.
- Ναι, επεσήμανε ο Δάσκαλός μας, η ομιλία συνδέεται στενά με τα συναισθήματα. Μερικές φορές δρα σαν τον αέρα πάνω στα πανιά, που σπρώχνει το πλοίο πέρα και πιο πέρα στη θάλασσα. Τώρα εσύ, αγαπητέ Λεωνίδα, ποια ήταν η εμπειρία σου;
- Α, είχε πλάκα για μένα να παρατηρώ, πως περνούσε ο καθένας την ώρα του και να αντιλαμβάνομαι, ότι καταλάβαινε ο ένας τον άλλον χωρίς λέξεις. Όλοι κοιτούσαν τη δουλειά τους και μου φαινόταν, ότι όλοι εκτελούσαν τα καθήκοντά τους.
- Εσύ Αγησίλαε, τι έχεις να μας πεις;
- Κατά τη διάρκεια των ημερών της σιωπής, η μνήμη μου έγινε πολύ καθαρή. Ανακάλεσα πολλά, πολλά γεγονότα που είχα ξεχάσει, ή που ποτέ δεν είχα συνειδητοποιήσει, πως βρισκόντουσαν στο νου μου, κάποια από αυτά ήταν ευχάριστες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας.
- Πολύ καλά, πολύ καλά. Τώρα ας ακούσουμε τελευταίο τον Μάρκο και θα κλείσουμε αυτή την ανασκόπηση, είπε ο Δάσκαλος.
- Παρατήρησα, ιδιαίτερα, ότι οι εκφράσεις του προσώπου μας, οι χειρονομίες και οι κινήσεις του σώματος ήταν γεμάτες νόημα. Δεν το είχα αντιληφθεί αυτό πρωτύτερα!
- Ενδιαφέρουσα η αντίληψή σου Μάρκο, είπε ο Δάσκαλος. Όλα όσα παρατηρήσατε όλοι σας, ήταν σημαντικά και σας συνιστώ, να κάνετε αυτή την άσκηση κάθε χρόνο μέχρι το τέλος της ζωής σας. Κάθε φορά θα ανακαλύπτετε όλο και περισσότερα πράγματα. Ξεκινήστε με μια μέρα το χρόνο, κατόπιν αυξήστε σε δύο μέρες το χρόνο και σταδιακά να προσθέτετε μια μέρα, μέχρι να αφιερώνετε μια μέρα σιωπής σε κάθε μήνα. Οι περίοδοι σιωπής θα σας βοηθήσουν να έχετε μια μακρύτερη και υγιέστερη ζωή. Θα κρατήσουν γεμάτα τα αποθέματα των φυσικών, συναισθηματικών και νοητικών σας ενεργειών. Θα δημιουργήσουν ένα πεδίο ενεργείας γύρω σας. Η φωνή σας θα γίνει πιο αποτελεσματική και διεισδυτική. Θα καταλαβαίνετε τους ανθρώπους καλύτερα. Η ευαισθησία σας στις ανθρώπινες ανάγκες θα αυξηθεί τρομερά, θα γίνετε ικανοί να προσφέρετε και αυτόματα οι άνθρωποι θα σας εμπιστεύονται. Τώρα, με σιωπή, μπορείτε να πάτε για ύπνο!

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Οι ερωτήσεις φέρνουν απαντήσεις


Κάποτε, ένας άνθρωπος στεκόταν στην κορυφή ενός ψηλού λόφου. Τρεις ταξιδιώτες που περνούσαν από εκεί και τον είδαν, άρχισαν να συζητούν γι’ αυτόν.
Ο πρώτος είπε: «Βάζω στοίχημα ότι έχει χάσει τον σκύλο του». Ο δεύτερος είπε: «Διαφωνώ, πιθανότατα ψάχνει να βρει κάποιον φίλο του». Και ο τρίτος είπε: «Εγώ νομίζω ότι κάθεται εκεί για να απολαύσει τον καθαρό αέρα».
Οι τρεις ταξιδιώτες δεν συμφωνούσαν και συνέχισαν να συζητούν μέχρι που έφτασαν στην κορυφή του λόφου.
Τότε, κάποιος από αυτούς τον ρώτησε: «Κύριε, μήπως έχετε χάσει τον σκύλο σας; Μπορώ να σας βοηθήσω;».
Εκείνος απάντησε: «Όχι, ευχαριστώ, δεν έχω χάσει τον σκύλο μου».
Ύστερα τον ρώτησε ο δεύτερος ταξιδιώτης: «Μήπως ψάχνετε για κάποιο φίλο σας;».
Ο άντρας απάντησε ξανά αρνητικά.
Τέλος, τον ρώτησε και ο τρίτος ταξιδιώτης: «Μήπως βρίσκεστε εδώ για να απολαύσετε τον καθαρό αέρα;».
«Όχι, κύριε, απάντησε εκείνος.
«Μα τότε… τι κάνετε εδώ;», ρώτησαν οι τρεις ταξιδιώτες σχεδόν ταυτόχρονα.
Ο άνθρωπος πάνω στον λόφο τους απάντησε: «Απλώς στέκομαι σε αυτό το σημείο».
Έχει ειπωθεί από πνευματικούς ανθρώπους, από την επιστήμη, από εκατοντάδες βιβλία, παραβολές και ιστορίες… «Η πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε είναι η αντανάκλαση του δικού μας περιεχομένου». Πόσες φορές κρίνουμε, βγάζουμε συμπεράσματα, κατηγορούμε άλλους ανθρώπους, χωρίς να συνειδητοποιούμε, ότι πολύ πιθανόν αυτό που παρατηρούμε ως «πραγματικότητα» είναι απλά ο δικός μας κόσμος, που αρχίζει από το πίσω μέρος του κρανίου μας και τελειώνει πίσω από τα μάτια μας!
Είναι καλό, απαραίτητο, να αναπτύξουμε τη διάκρισή μας, αλλά κάθε φορά που βγάζουμε συμπεράσματα για τους άλλους, ας έχουμε πάντα στο μυαλό μας, ότι υπάρχει ένα πολύ σοβαρό ενδεχόμενο να βλέπουμε απλά τον καλό ή κακό εαυτό μας!
Ένα απλό γεγονός, το ότι δηλαδή ένας άνθρωπος στεκόταν απλά σε ένα σημείο, οδήγησε τρεις ανθρώπους σε τρία εντελώς διαφορετικά σενάρια. Για χάρη της ιστορίας, οι φίλοι ρώτησαν τον άνθρωπο και εκείνος τους απάντησε, ότι στεκόταν απλώς σε εκείνο το σημείο. Εάν οι φίλοι είχαν προσπεράσει τον άνθρωπο και πήγαινε ο καθένας στο σπίτι του, θα διηγούνταν τρεις διαφορετικές ιστορίες, πιθανότατα προσθέτοντας και λίγη σάλτσα στην περιγραφή, για να ενισχύσουν την οπτική τους γωνία. Και κάπως έτσι δημιουργούνται ιστορίες, μύθοι, θρύλοι και εν τέλει μια ολόκληρη πραγματικότητα, την οποία αποδεχόμαστε ως αντικειμενική και περιορίζουμε τον εαυτό μας, προσπαθώντας να χωρέσουμε μέσα της.
Είναι καιρός οι άνθρωποι να αμφισβητήσουμε της «αδιάσειστες» αλήθειες. Και είναι πραγματικά απλό κι εύκολο, να το κάνουμε. Το μόνο που χρειάζεται, όπως και στην παραπάνω ιστορία, είναι να ρωτάμε.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Ο αετός και το σκαθάρι


Ένας αετός κυνηγούσε κάποτε έναν λαγό με τόσο μεγάλη ταχύτητα και επιδεξιότητα, που όλα έδειχναν, ότι το άτυχο ζώο, δεν θα αργούσε να πέσει στα νύχια του. Κατατρομαγμένος, απελπισμένος και κουρασμένος από το τρέξιμο ο λαγός συνάντησε ξαφνικά στον δρόμο του ένα μικροσκοπικό σκαθάρι και προσπέφτοντας στα πόδια του, είπε:
- Σε παρακαλώ, προστάτεψέ με από τον αετό και βοήθησέ με, να γλιτώσω τη ζωή μου.
Το σκαθάρι λυπήθηκε τον λαγό, του έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε, ότι θα του συμπαρασταθεί. Πράγματι, όταν ο αετός πλησίασε το θήραμά του το σκαθάρι μπήκε ανάμεσα σε αυτόν και το λαγό και του φώναξε:
- Αυτό το πλάσμα είναι υπό την προστασία μου. Άσε το να ζήσει και ψάξε κάπου αλλού για την τροφή σου.
Ο αετός όμως ακούγοντας τα γενναία λόγια του σκαθαριού και βλέποντας το μικρό μέγεθός του, γέλασε αυτάρεσκα, έκανε μια χαψιά το λαγό και πέταξε μακριά, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες του μικροσκοπικού εντόμου.
Το σκαθάρι όμως πήρε πολύ βαριά αυτή την προσβολή. Ανέβηκε λοιπόν στην απόκρημνη φωλιά, όπου προστάτευε τα αυγά του αετός και τα έσπρωξε όλα στον γκρεμό, για να σπάσουν!
Από τότε ο αετός δεν κατάφερε να ξαναποκτήσει παιδιά γιατί, όσο καλά και αν προστάτευε τη φωλιά του, κάθε φορά που γεννούσε αυγά και απομακρυνόταν για να βρει τροφή, το σκαθάρι ανέβαινε, πετώντας μέχρι εκεί και του τα έσπαγε όλα.
Απελπισμένος, ο αετός απευθύνθηκε στο Δία του οποίου ήταν το σύμβολο και ζήτησε την προστασία του. Ο Δίας λοιπόν πήρε τα αυγά του αετού στην αγκαλιά του και υποσχέθηκε να τα προστατεύει, μέχρι αυτά να εκκολαφθούν και να προσέχουν πλέον μόνα τους τον εαυτό τους.
Το σκαθάρι όμως δεν πτοήθηκε ούτε από τον νέο γιγαντιαίο και ισχυρό προστάτη των αυγών. Μάζεψε μια μικρή μπάλα κοπριά, πέταξε μέχρι τον Όλυμπο και την έριξε πάνω στο μπράτσο του Δία. Εκνευρισμένος τότε εκείνος, έπιασε τον βόλο αυτής της βρωμιάς με το άλλο του χέρι και τον πέταξε μακριά. Πάνω στη βιασύνη του όμως, ξέχασε τα αυγά του αετού, που κρατούσε και αυτά έπεσαν κάτω, σπάζοντας για άλλη μια φορά!
Αυτός ο μύθος ειπώθηκε από τον Αίσωπο πριν από πολλούς αιώνες. Η υπεροψία των πλούσιων και ισχυρών όμως, που νομίζουν ότι η δύναμή τους και μόνο αρκεί για να υποτάξει τον φτωχό και τον αδύνατο, εξακολουθεί να ματώνει αθώους και από τις δύο πλευρές.
Όσοι από εμάς θεωρούμε, πως δεν είμαστε αρκετά δυνατοί, για να σταματήσουμε το κακό, ας εφιστούμε την προσοχή στο περιβάλλον μας, σχολιάζοντας τη ματαιότητά του!