Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Οι δώδεκα μήνες


Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα, φτωχιά, με πέντε παιδιά, μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, για να της ζυμώσει και να ψήσει το ψωμί της. Η αρχόντισσα δεν έδινε τίποτε για τον κόπο της στην φτωχιά. Η χήρα λοιπόν έφευγε από το σπίτι της γειτόνισσας με τα ζυμάρια στα χέρια, ερχότανε στο δικό της σπίτι, τα έπλυνε με καθαρό νερό , κείνο το νερό το έβραζε, γινόταν σαν χυλός και έδινε να φάνε τα παιδιά της!
Με αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα τα παιδιά, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και να έρθει πάλι η μάνα τους με τ' άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό!
Το παράξενο ήταν πως τα παιδιά της φτωχιάς χήρας φαινότανε καλοταϊσμένα και στρουμπουλά σε αντίθεση με τα παιδιά της γειτόνισσας , που ήταν αδύνατα σαν τσίροι.
- Θρέβονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι' αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν, είπαν οι κακοπροαίρετοι στην αρχόντισσα κι αυτή τους πίστεψε!
Την επόμενη φορά που φώναξε την φτωχιά να της ζυμώσει ψωμί, δεν την επέτρεψε να φύγει με άνιφτα χέρια, μόνο την έβαλε και νίφτηκε καλά-καλά, για ν' απομείνει η τύχη μέσα στο σπίτι της.
Τα παιδιά της χήρας, άμα την είδαν και δεν είχαν τα χέρια της ζυμάρια, αρχίσανε να κλαίνε. Κι από ένα μέρος κλαίγανε τα παιδιά κι από τ' άλλο η μάνα. Τέλος αυτή σα μεγάλη έκανε σίδερο την καρδιά της και μέρωσε και είπε στα παιδιά της:
- Μερώστε, παιδιά μου, και μην κλαίτε και θα σας βρω ένα κομμάτι ψωμί να σας φέρω.
Κει που πήγαινε στην έρημο τη νύχτα, βλέπει στημένη μια σκηνή να φεγγοβολά. Πλησιάζοντας πρόσεξε πως μέσα στην φωτισμένη τέντα καθότανε δώδεκα παλληκάρια και μιλούσανε μεταξύ τους.
Η τέντα ήταν στρογγυλή και στο έμπασμα της τέντας από δεξιά καθότανε τρία παλληκάρια, που στα χέρια τους βαστούσαν τρυφερά χορτάρια κι άνθια από λουλούδια. Στην συνέχεια καθότανε άλλα τρία, που βαστούσαν στα χέρια τους στάχυα ξερά. Παρακάτω καθότανε άλλα τρία παλληκάρια και βαστούσαν στο χέρι τους από ένα τσαμπί σταφύλι. Τέλος καθότανε και άλλα τρία παλληκάρια, που ήταν φανερό πως κρύωναν, επειδή τουρτούριζαν!
Άμα την είδαν τα παλληκάρια τη γυναίκα, είπαν:
- Καλώς τη θείτσα, κάθισε.
Κι η γυναίκα, αφού τα χαιρέτησε, κάθισε κι αφηγήθηκε την κατάστασή της και τα βάσανά της. Τα παλληκάρια την λυπηθήκανε και αυτοί που τουρτούριζαν αμέσως σηκωθήκανε και της φέρανε φαγητό να φάει. Η χήρα πρόσεξε με λύπη της , πως το ένα παλληκάρι κούτσαινε λιγάκι!
Όταν απόσωσε το φαγητό της τα παλληκάρια με τα άνθια στα χέρια την ρώτησαν.
- Ε, θείτσα, πώς περνάτε με τους μήνες του χρόνου; Πώς σας φαίνεται ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης;
- Καλά περνούμε παιδιά μου, αποκρίθηκεν η χήρα και μάλιστα, αφού έρθουν αυτοί οι μήνες, πρασινίζουν τα βουνά κι οι κάμποι και στολίζεται η γης με λογιών των λογιών λουλούδια και βγαίνει μια μοσκοβολάδα, που ανασταίνεται ο άνθρωπος. Αν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε για τους μήνες αυτούς, να πέσει φωτιά να μας κάψει!
Με τη σειρά τους πήραν τον λόγο τα παλληκάρια με τα στάχυα στα χέρια και την ρώτησαν, πως της φαίνονται ο Θεριστής, ο Αλωνιστής κι ο Αύγουστος , μετά αυτά που κρατούσανε τα τσαμπιά με τα σταφύλια, ρωτήσανε την γνώμη της για τους μήνες Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη και τελευταία αυτά που της έφεραν κι έφαγε, θέλανε να μάθουνε σχετικά για τους μήνες Δεκέμβρη, Γενάρη και Φλεβάρη.
Σε όλους απάντησε η φτωχιά περιγράφοντας με τα καλύτερα λόγια τους αντίστοιχους μήνες:
- A! Οι μήνες πολύ μας αγαπούν κι εμείς πολύ τους αγαπούμε. Όλοι οι μήνες καλοί κι άξιοι είναι και κάνουν κάθε ένας τη δουλειά, που τους πρόσταξεν ο Θεός. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε καλοί!
- Άιντε τώρα θείτσα, πάρε αυτήν τη στάμνα και πήγαινε στο σπίτι σου, να ζήσεις τα παιδιά σου.
Και ίσια-ίσια την ώρα που χάραξε, ήρθε κι αυτή στο σπίτι της κι ηύρε τα παιδιά της ακόμα και κοιμόντανε. Κι άπλωσε ένα σεντόνι κι άδειασε τη στάμνα κι είδε πως ήταν γεμάτη φλουριά και κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά της.
Αμέσως πήγε στην αγορά κι αγόρασε τρόφιμα για να ταΐσει τα παιδιά της. Στην αγορά συνάντησε την γειτόνισσά της την αρχόντισσα , που περίεργη την ρώτησε, που βρήκε φλουριά, για να αγοράσει πράγματα. Η αγαθή η φτωχιά είπε όλη την αλήθεια!
Ζήλεψε η αρχόντισσα κι έβαλε στο νου της να πάει και κείνη σε κείνα τα παλληκάρια. Εύκολα βρήκε τον δρόμο για την σκηνή των παλληκαριών και τους χαιρέτησε, μπαίνοντας μέσα.
- Καλώς την αρχόντισσα, πώς ήταν και καταδέχτηκες και μας ήρθες;
- Δεν είμαι αρχόντισσα, λάθος κάνετε , είμαι φτωχιά, αποκρίθηκε, κι ήρθα να με βοηθήσετε.
- Πολύ καλά, είπαν· πεινάς; θέλεις να φας;
- Όχι, σας ευχαριστώ, είπε, είμαι χορτάτη.
- Πολύ καλά, είπαν τα παλληκάρια, και πώς περνάτε στη χώρα;
- Μη χειρότερα, αποκρίνεται.
- Εμ, πώς περνάτε με τους μήνες; ξαναρωτήσανε.
- Πώς να περάσουμε, αποκρίθηκεν εκείνη. Ο κάθε ένας τους έχει και το κουσούρι του. Ενώ από τον Αύγουστο είμαστε συνηθισμένοι στη ζέστα, έρχεται μάνι-μάνι ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης κι ο Νοέμβρης και μας κρυώνουν και μας πουντιάζουν. Ύστερα μπαίνουν οι χειμωνιάτικοι οι μήνες Δεκέμβρης, Γενάρης και Φλεβάρης, μας παγώνουν, γεμίζουν οι δρόμοι χιόνια και δεν μπορούμε να βγούμε όξω, ο χειρότερος είναι ο Κουτσοφλέβαρος!... Αμ' κείνοι πάλι οι ξεμωραμένοι μήνες, Μάρτης, Απρίλης και Μάης! Δεν το νιώθουν πως είναι καλοκαιρινοί μήνες, μόνο θέλουν να κάνουν κι αυτοί σαν τους χειμωνιάτικους και καταντούν τον χειμώνα να κρατάει εννιά μήνες. Ύστερα έρχονται ο μήνες Θεριστής, Αλωνιστής και Αύγουστος. Αυτοί πάλι έχουν μανία να μας πνίγουν στον ίδρωτα, με τη ζέστα που κάνουν! Τι να σας πω, παλληκάρια. Περνούμε απαίσια με κάθε μήνα και με όλους μαζί!
- Πάρε αυτό το σταμνί κι όταν θα πας στο σπίτι σου, να σφαλιστείς μονάχη σ' ένα δωμάτιο και να τ' αδειάσεις, της είπαν τα παλληκάρια. Στο δρόμο μην τύχει και τ' ανοίξεις.
Επέστρεψε λοιπόν η αρχόντισσα στο σπίτι της, σφαλίστηκε σ' ένα δωμάτιο ολομόναχη και άπλωσε ένα σεντόνι και ξετάπωσε τη στάμνα και την άδειασε. Φίδια πεταχτήκανε από μέσα και όρμησαν και την έφαγαν ζωντανή! Κι έμειναν τα παιδιά της ορφανά!
Η φτωχιά όμως με την αγαθή της την καρδιά και με την γλυκιά της λαλιά πλουσίεψε και γίνηκε μεγάλη αρχόντισσα και πρόκοψε και τα παιδιά της.
Να! Αυτό είναι που λένε «καλά υστερνά να έχεις» ή «μηδένα προ του τέλους μακάριζε!»

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Η μάνα με τους πέντε γιους


Μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα, γέννησε πέντε γιους. Μόλις γεννήθηκε ο πρώτος, ο πατέρας είχε χαρά μεγάλη, που το όνομά του θα συνέχιζε ν' ακούγεται.
Όμως, η δική της μάνα τής είπε.
- Αχ κόρη μου, της καλομάνας το παιδί το πρώτο είναι κορίτσι!
Γεννήθηκε και ο δεύτερος γιος και ο πατέρας ήταν πολύ περήφανος, που γεννούσε αρσενικά. Η δική της μάνα, είπε πάλι.
- Αχ κόρη μου, δύσκολο δρόμο έχεις!
Το ίδιο έγινε και στους άλλους τρεις γιους και η μάνα της είπε πάλι:
- Αχ κόρη μου, ποιος θα σε κοιτάξει στα γεράματα;
Η μάνα με τους πέντε γιους ξυπνούσε χαράματα και κοιμόταν μεσάνυχτα, για να τα βγάλει πέρα και όλη μέρα από το πλυσταριό στην κουζίνα ήταν. Στον κήπο γύρω από το σπίτι είχε βάλει περβόλι και κότες και δυο κατσίκες, για να μπορέσουν να ταϊστούν τόσα στόματα!
Ο άντρας της σαν είδε πως δεν τα έβγαζε πέρα, έφυγε να δουλέψει μακριά. Γύριζε σπίτι μια φορά το χρόνο και πολύ χαιρόταν, που οι γιοι του μεγάλωναν.
Πότε έτσι πότε αλλιώς, η μάνα χήρεψε, οι γιοι μεγάλωσαν και μια μέρα λέει ο πρώτος γιος.
- Μάνα, ήρθε η ώρα να κάνω τη δικιά μου οικογένεια. Θα παντρευτώ ένα καλό κορίτσι, μόνο που μένει πολύ μακριά κι εγώ θα την ακολουθήσω στον τόπο της. Εσύ μη στεναχωριέσαι, έχεις τους άλλους εδώ.
- Κοίτα τη ζωή σου παιδάκι μου, αρκεί να είσαι καλά και μη στεναχωριέσαι για μένα, είπε η μάνα και του έδωσε την ευχή της.
Έφυγε ο μεγάλος γιος και ήρθε η σειρά του δεύτερου που ήταν σπουδαγμένος.
- Μάνα, λέει μια μέρα, για να προκόψω πρέπει να πάω στην πρωτεύουσα, εδώ δεν έχει δουλειές. Εσύ όμως μη στεναχωριέσαι, έχεις τους άλλους εδώ.
- Να πας παιδάκι μου και μη στεναχωριέσαι για μένα, εσύ να είσαι καλά. Έδωσε και στον δεύτερο την ευχή της και τον αποχαιρέτησε.
Σε λίγο καιρό ήρθε και ο τρίτος και είπε.
- Μάνα, από τότε που κατάλαβα τον κόσμο, ένα όνειρο έχω. Να πάω να ζήσω στην Αμερική. Εκεί υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για τους δουλευταράδες, να κάνω κι εγώ την τύχη μου.
- Μακριά είναι η Αμερική παιδάκι μου, αλλά να πας, άμα αυτό είναι το όνειρό σου. Κοίτα να προκόψεις, να έχεις την ευχή μου.
Έφυγε και ο τρίτος και έρχεται ο τέταρτος.
- Μάνα, λέει, εγώ δεν μπορώ να μείνω στο χωριό. Θέλω να ταξιδέψω στις θάλασσες, να γνωρίσω τον κόσμο. Σε ένα μήνα θα μπαρκάρω, αλλά εσύ μη στεναχωριέσαι, θα έχεις τον μικρό, να σε φροντίζει.
- Επικίνδυνες οι θάλασσες παιδάκι μου, αλλά άμα τις αγαπάς τόσο πολύ, ώρα σου καλή, μη νοιάζεσαι για μένα.
Έμεινε σπίτι η μάνα με τον μικρό γιο και όσο νάναι την έπιασε η στεναχώρια. Από κει που ήταν πέντε, τώρα είχε μόνο τον ένα. Ώσπου ένα πρωί ακούει και τον μικρό να της λέει:
- Βρε μάνα, τι να κάνω εγώ εδώ πέρα μοναχός μου, να δουλεύω στα χωράφια; Εμένα μου αρέσουν άλλα πράγματα. Θέλω να γίνω καλλιτέχνης, να με γνωρίσει ο κόσμος και να αποκτήσω φήμη. Εσύ όμως μη στεναχωριέσαι. Θα πάω και μόλις τα καταφέρω, θα γυρίσω να σε πάρω. Να φύγεις κι εσύ από το χωριό, να δεις πώς ζει ο κόσμος!
- Καλά βρε παιδάκι μου, είπε η μάνα λυπημένη, αφού άλλα θέλεις, πώς να σε κρατήσω με το ζόρι. Πήγαινε στο καλό και έλα πότε-πότε να σε βλέπω, που είσαι και το στερνοπούλι μου!
Φεύγει και ο τελευταίος γιος και μένει η μάνα μοναχή στο σπίτι. Κάθε πρωί που ξυπνούσε και κάθε βράδυ που κοιμόταν, περνούσε από τα κρεβάτια των γιων, φιλούσε τα μαξιλάρια και παρακαλούσε το Θεό, να τους έχει καλά. Φρόντιζε το περβόλι και τις κότες και σαν σουρούπωνε και ήταν ο καιρός καλός, έπαιρνε το καρεκλάκι και καθόταν στο κατώφλι, να χαζεύει το δρόμο και να λέει καμιά κουβέντα με τις γειτόνισσες.
Ήρθε χειμώνας, ήρθαν και Χριστούγεννα και τούτα τα Χριστούγεννα ήταν τα πρώτα που η μάνα με τους πέντε γιους, δεν είχε σπίτι ούτε έναν.
Στέλνει μήνυμα στον μεγάλο, που παντρεύτηκε μακριά.
- Έλα να σε δω παιδάκι μου, να δω και τα εγγόνια μου, να σφάξουμε και τα δυο κοκόρια που έχω στην αυλή.
- Σώπα βρε μάνα, τι να κάνουμε Χριστουγεννιάτικα στο χωριό, θα έρθω το Πάσχα.
Στέλνει μήνυμα στον δεύτερο.
- Έλα να σε δω παιδάκι μου που σε πεθύμησα, θα σφάξω και τον κόκορα, να σου φτιάξω τη σούπα, που σου άρεσε.
- Αχ μάνα νάξερες τι δουλειές έχω εδώ, δεν με συμφέρει να φύγω αυτή την εποχή.
Ο τρίτος ήταν στην Αμερική, ο τέταρτος ήταν στα καράβια, στέλνει μήνυμα στον τελευταίο.
- Έλα να σε δω παιδάκι μου, που έχω τόσο καιρό. Κρίμα να σφάξω το κοκόρι για μένα μόνο.
- Μάνα, ούτε να το σκέφτεσαι. Τώρα τα Χριστούγεννα δουλεύουμε εμείς οι καλλιτέχνες.
Πάνε τα Χριστούγεννα, πάει και το Πάσχα και οι γιοι δεν φάνηκαν και πέρασαν τα χρόνια και αρρώστησε η μάνα και ήθελε φροντίδα. Στέλνουν μήνυμα οι γείτονες στους γιους.
Παίρνει το μήνυμα ο πρώτος και ειδοποιεί τον δεύτερο να πάει στο χωριό, γιατί εκείνος είχε οικογένεια και πολλές υποχρεώσεις.
Παίρνει το μήνυμα ο δεύτερος και ειδοποιεί τον τρίτο, γιατί εκείνος ήταν επιστήμονας και είχε σπουδαίες δουλειές να κάνει.
Παίρνει το μήνυμα ο τρίτος και ειδοποιεί τον τέταρτο, γιατί ήταν μεγάλο το ταξίδι από την Αμερική.
Παίρνει το μήνυμα ο τέταρτος και ειδοποιεί τον πέμπτο, γιατί το καράβι του έπιασε λιμάνι μακρινό.
Παίρνει το μήνυμα ο πέμπτος, αλλά αφηρημένος καθότι καλλιτέχνης το πέταξε, χωρίς να το διαβάσει.
Και περιμένει ακόμα η μάνα με τους πέντε γιους και κάθεται και σκέφτεται πόσο εύκολο είναι για μια μάνα, να φροντίσει πέντε παιδιά και πόσο δύσκολο είναι πέντε παιδιά, να φροντίσουν μία μάνα!

tag

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Αν έχεις τύχη διάβαινε


Μια φορά ήταν ένας σακοράφος και ύφαινε τα τσουβάλια του και τραγουδούσε κι έλεγε:
– Μοναχός μου την τάπωσα.
Μέρα-νύχτα αυτό το τραγούδι έλεγε.
Μια μέρα πέρασε ο βασιλιάς, τον ακούει να τραγουδάει και να λέει:
– Μοναχός μου την τάπωσα.
Και πάλι αυτό και πάλι αυτό.
Την επόμενη μέρα πέρασε ξανά ο βασιλιάς έξω από το εργαστήρι του σακοράφου και άκουσε πάλι το ίδιο τραγούδι:
– Μοναχός μου την τάπωσα.
Περίεργος ο βασιλιάς μπήκε μέσα στο αργαστήρι του. Άμα τον είδε ο σακοράφος, άφησε τη δουλειά του και σηκώθηκε κι έβγαλε το φέσι του και σταύρωσε τα χέρια του. Και του λέει ο βασιλιάς:
– Θα σε ρωτήσω ένα πράμα, μάστορη, αλλά την αλήθεια να μου πεις.
– Σαν το ξέρω, αφέντη βασιλιά, την αλήθεια θα σου πω, αποκρίθηκε ο σακοράφος.
– Μέρα-νύχτα περνώ απ' τ' αργαστήρι σου κι ακούω και τραγουδάς όλο ένα τραγούδι λέγοντας, «μοναχός μου την τάπωσα». Πες μου την αιτία, γιατί το αγάπησες αυτό το τραγούδι και όλο αυτό λες και δε λες άλλο;
– Αχ! αφέντη βασιλιά, τι να σου πω! Τη φτώχεια μου τραγουδώ. Είμαι πολύ φτωχός και παρακάλεσα με όλη μου την καρδιά τον Θεό, να μου δείξει ποια είναι η μοίρα μου και δε μπορώ να πάω μπροστά και είμαι τόσο φτωχός. Λοιπόν κείνη τη βραδιά που παρακάλεσα το Θεό, αποκοιμήθηκα και είδα στο όνειρό μου, πως βρέθηκα σ' ένα μέρος, που είχε χιλιάδες βρύσες και τρέχανε άλλη σαν ποταμός, άλλη σαν ρυάκι , άλλη σαν βρύση, άλλη απλώς έσταζε. Στο όνειρό μου κάποιος ήταν εκεί και τον ρώτησα να μου πει, τι βρύσες είναι αυτές. Αυτός μου είπε πως είναι οι μοίρες του κάθε ανθρώπου. «Σαν είναι έτσι, του είπα εγώ, η δική μου βρύση ποια είναι;» Και μου την έδειξε και την είδα κι έσταζε μοναχά και εξετάζοντας την πρόσεξα, πως ήταν ταπωμένη με χώματα κι ακαθαρσίες. Επιχείρησα με ένα ξυλάκι να την ξεταπώσω, αλλά όσο προσπαθούσα τόσο περισσότερο βούλωνε και έφτασε στο σημείο να μη στάζει καν. «Α! είπα, μοναχός μου την τάπωσα!» Και με κείνη τη λαχτάρα ξύπνησα και αυτά τα λόγια τα 'κανα τραγούδι και τα τραγουδώ νύχτα και μέρα και κλαίγω τη στραβή μου τη μοίρα.
Ο βασιλιάς έφυγε και δεν του είπε τίποτε. Και το άλλο βράδυ του στέλνει μια πίττα μέσα σε μεγάλο ταψί με έναν άνθρωπό του και του λέγει:
– Σε χαιρετά ο βασιλιάς και σου στέλνει αυτή την κρεατόπιτα.
Την έδωκε κι έφυγε ο άνθρωπος.
Παίρνει την πίττα στα χέρια του ο σακοράφος και συλλογιέται και λέει με το νου του:
– Αυτή την πίττα να την φάμε απόψε, τι θα νιώσουμε; Πέντε ψυχές που είμαστε, δε θα χορτάσουμε. Ας την πάω του μάγειρα να μου δώσει δυο-τρία ψωμιά μπαγιάτικα και περισσεμένα φαγιά να μας φτάσουνε καναδυό μέρες!
Όπως το είπε, το έκανε. Παίρνει την πίττα, την πάει του μάγειρα και του λέει:
– Να σου δώσω αυτή την πίττα να μου δώσεις καναδυό ψωμιά και λίγο περισσευούμενο φαγί, να φάω με τα παιδιά μου;
Πήρε την πίττα ο μάγειρας και του έδωσε δυο-τρία ψωμιά μπαγιάτικα και περισσεμένα φαγητά και πάει ο σακοράφος στο σπίτι του, κι έτρωγε με τα παιδιά του δυο-τρεις μέρες.
Ο μάγειρας, προτού να την πάει στο σπίτι του, έκοψε ένα κομμάτι, για να την γευτεί, και ήταν ο γόμος της όλο φλουρί! Τα είδε ο μάγειρας και θάμαξε, τι πίττα είναι αυτή! Τα έβγαλε τα φλωριά και τα έβαλε μέσα στο μαντήλι του, και πήγε με χαρά στο σπίτι του.
Τη δεύτερη την ημέρα πέρασε πάλι ο βασιλιάς και τον άκουσε το σακοράφο κι έλεγε το ίδιο πάλι τραγούδι: «Μοναχός μου την τάπωσα». Το βράδυ του στέλνει πάλι μια παραγεμιστή χήνα με φλουριά.
Την παίρνει πάλι ο σακοράφος και την πάει του μάγειρα. Ο μάγειρας έκαμε τόσα κομπλιμέντα, άμα τον είδε. Και του λέει ο σακοράφος:
– Να κι αυτή τη χήνα· να την φάμε απόψε τι θα νιώσουμε; Αύριο δε θα 'χουμε ψωμί! Να, πάρε την και δώσε μου κάμποσα ψωμιά μπαγιάτικα και καμπόσο φαγί να πάω στα παιδιά μου να φάνε.
Ο μάγειρας πιάνει όσα μπαγιάτικα ψωμιά είχε και ξεροκόμματα και τα μαζεύει και γέμισε ένα τσουβάλι, του γεμίζει κι ένα ταψί μπαγιάτικα φαγιά και τα φορτώνει σε έναν βοηθό του και τα πάει στου σακοράφου στο σπίτι.
Μόλις έφυγε ο σακοράφος, σκίζει ο μάγειρας τη χήνα, που ήτανε γιομάτη φλουρί και βλέποντας τα φλουριά, χοροπήδησε μέχρι επάνω από τη χαρά του!
Αφού ξημέρωσε η μέρα, πέρασε πάλι ο βασιλιάς απ' τ' αργαστήρι του σακοράφου και τον άκουσε να τραγουδάει πάλι το γνωστό τραγούδι. Και απόρεσε ο βασιλιάς, γιατί να τραγουδάει ο σακοράφος το ίδιο το τραγούδι και μπήκε από μέσα και του λέει:
– Τι κάνεις, μάστορη;
– Τι να κάνω, αφέντη βασιλιά, δουλεύω την τέχνη μου, για να βγάλω το ψωμί μου, αποκρίθηκε ο σακοράφος.
– Η πίττα και η χήνα πώς σου φανήκανε; Ήτανε καλές; ρώτησε ο βασιλιάς πάλι, και κείνος του είπε:
– Αχ! βασιλέα μου, τι θα μας κάνουν εμάς πέντε νομάτοι η πίττα και η χήνα για ένα τραπέζι και για δυο! Σήμερα θα φάω χήνα, αύριο δε θα 'χω ούτε ψωμί. Και τις δύο τις πήγα του μάγειρα και μου έδωσε φαγιά και ψωμιά και ζήσαμε τόσες μέρες!
Άμα άκουσε ο βασιλιάς αυτά τα λόγια, είπε με το νου του:
– Κι αλήθεια μοναχός σου το τάπωσες το τυχερό σου!
Έφυγε ο βασιλιάς και πήγε στο παλάτι.
Στο δρόμο, από όπου περνούσε ο σακοράφος, για να πάει στο σπίτι του, φεύγοντας από το εργαστήρι, περνούσε ένα ποτάμι , που είχε ένα θολωτό γεφύρι επάνω του. Γεμίζει λοιπόν ο βασιλιάς ένα σακούλι φλουριά, τα δίνει σε δυο ανθρώπους και τους λέει:
– Να πάτε να παραφυλάξετε από μακριά τον σακοράφο. Την ώρα που θα κλειδώσει τ' αργαστήρι του, για να πάει στο σπίτι του, να πάτε σεις μπροστά, να βάλετε αυτό το σακούλι με τα φλουριά μέσα στη μέση του γεφυριού και να κρυφτείτε από κάτω από τις κάμαρές του, για να σιγουρευτείτε πως τα βρήκε ο σακοράφος και το πήρε. Να προσέχετε όμως καλά, να μην τύχει και περάσει κανείς άλλος και τα πάρει!
Τα παίρνουνε οι άνθρωποι του βασιλιά τα φλωριά, άμα σκοτείνιασε και πήγαν και παραφύλαξαν τον σακοράφο. Όταν αυτός κατέβασε τα σιδερένια στόρια του αργαστηριού του, κλείδωσε τις κλειδωνιές τους και πήρε το δρόμο για το σπίτι του, πήγαν οι άνθρωποι του βασιλιά μπροστά, βάλανε το σακούλι με τα φλωριά στο μέσο του γεφυριού και αυτοί κρυφτήκανε κάτω από τις καμάρες.
Ο σακοράφος, όταν κοντόφτασε στο γεφύρι, είπε δυνατά:
– Τόσα χρόνια περνώ αυτό το γεφύρι με ανοιχτά μάτια, ας το περάσω και μια φορά με σφαλιστά, να ιδούμε, αν θα μπορέσω να περάσω, ή θα πέσω κάτω απ' το γεφύρι να σκοτωθώ, να γλυτώσω τουλάχιστον από τέτοια ζωή με βάσανα και πόνους γεμάτη!
Το ακούσανε αυτό οι άνθρωποι του βασιλιά και προσέξανε πως πέρασε ο σακοράφος με σφαλιστά τα μάτια το γεφύρι και φυσικά δεν είδε και δεν πήρε το σακούλι με τα φλωριά.
Αφού ξεμάκρυνε ο σακοράφος, βγήκαν οι βασιλικοί οι άνθρωποι, πήραν τα φλωριά και πάνε στο βασιλιά. Κι άμα είδε το σακούλι ο βασιλιάς τούς ρώτησε:
– Γιατί το φέρατε το σακούλι πίσω με τα φλωριά;
– Να τ' αφήσουμε πάνω στο γεφύρι να φύγουμε; Ο σακοράφος, άμα κοντόφτασε για να περάσει το γεφύρι, είπε: «Τόσα χρόνια, περνώ τούτο το γεφύρι με ανοιχτά μάτια, ας το περάσω και μια φορά με σφαλισμένα». Έκλεισε λοιπόν τα μάτια του, πέρασε το γεφύρι, δεν το είδε το σακούλι. Κάποια στιγμή παραπάτησε και λίγο έλειψε να πέσει μέσα στο ποτάμι!
– Ε, που να τον πάρει ο κόρακας, να τον πάρει, τον ξεμωραμένο τον άνθρωπο. Κι αλήθεια αυτός ο άνθρωπος μοναχός του ταπώνει τη βρύση της μοίρας του.
Σαν ξημέρωσε η άλλη μέρα , έστειλε ο βασιλιάς ανθρώπους του και φέρανε τον σακοράφο στο παλάτι και του λέει:
– Βρε άνθρωπε του Θεού, εσύ δεν έχεις καθόλου γνώση! Την πίττα και τη χήνα πολύ γνωστικά φέρθηκες και την πούλησες, γιατί δεν ήξερες τι είχανε μέσα. Τις είχα παραγεμισμένες με φλουριά, για να σε αρχοντύνω. Αλλά γιατί, βρε ξεμωραμένε, να σφαλίσεις τα μάτια σου ψες, να περάσεις με σφαλιστά μάτια το γεφύρι και δεν είδες το σακούλι με τα φλουριά, που έστειλα και τα βάλανε εκεί, για να τα βρεις να γίνεις άρχοντας;
– Δε φταίω εγώ, αφέντη βασιλιά, η μοίρα μου με σκούντησε να το κάνω έτσι.
Ύστερα ο βασιλιάς έστειλε έναν άνθρωπό του και έφερε το μάγειρα και του λέει:
– Γιατί, ψεύτη και κατεργάρη, αδίκησες αυτόν τον άνθρωπο; Αφού είδες, πως η πίττα και η χήνα ήταν γεμάτες φλουριά, γιατί να μη του δώσεις τα μισά τουλάχιστον τα φλουριά, μόνο τον φόρτωσες ξεροκόμματα και βρώμικα φαγιά: Γλήγορα να πας να τα φέρεις τα φλωριά σωστά, γιατί εγώ του τα έστειλα.
Πήγε αυτός, τα έφερε, και ο βασιλιάς τα έδωσε του σακοράφου και του λέει:
– Τη βρύση σου μοναχός σου την τάπωσες και θέλησα εγώ κρυφά να σου την ξεταπώσω και δεν μπόρεσα από την ανοησία τη δική σου. Πάρε τώρα αυτά τα φλωριά, να πας να ζήσεις άνετα και να το ξεχάσεις επιτέλους εκείνο το τραγούδι!
Τα πήρε τα φλωριά ο καημένος ο σακοράφος και γίνηκε πραγματευτής!

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Πόσο κοστίζει μια θέση στον παράδεισο


Χρόνια πριν ζούσε στη Βορειοανατολική Βραζιλία ένα πολύ φτωχό ζευγάρι, που είχε μονάχα μία κότα. Με πολλές στερήσεις, συντηρούνταν από τα αβγά της.
Κάποτε λοιπόν, την παραμονή των Χριστουγέννων, το ζώο πέθανε. Ο άντρας, που είχε μονάχα μερικά χρήματα, αλλά δεν αρκούσαν για να αγοράσει τρόφιμα για το δείπνο της βραδιάς, πήγε να ζητήσει τη βοήθεια του εφημέριου του χωριού.
Αντί να τον βοηθήσει, ο εφημέριος του είπε:
- Όταν ο θεός κλείνει μια πόρτα, ανοίγει ένα παράθυρο. Αφού τα χρήματα σου δεν φτάνουν σχεδόν για τίποτα, πήγαινε στο παζάρι και αγόρασε το πρώτο πράγμα, που θα σου προσφέρουν. Εγώ ευλογώ αυτήν την αγορά και, καθώς την ημέρα των Χριστουγέννων συμβαίνουν θαύματα, κάτι θα σου αλλάξει τη ζωή για πάντα.
Παρόλο που δεν ήταν σίγουρος ότι αυτή ήταν η καλύτερη λύση, ο άντρας πήγε στο παζάρι. Ένας έμπορος τον είδε να τριγυρίζει εδώ κι εκεί και τον ρώτησε τί έψαχνε.
- Δεν ξέρω. Έχω ελάχιστα χρήματα και ο ιερέας μου είπε, να αγοράσω τα πρώτο πράγμα, που θα μου προσφέρουν.
Ο έμπορος ήταν ζάπλουτος, ωστόσο ποτέ δεν άφηνε ευκαιρία για κέρδος να πάει χαμένη. Πήρε αμέσως τα χρήματα, έγραψε κάτι βιαστικά σ' ένα χαρτί και το έδωσε στον άντρα.
- Ο πατέρας έχει δίκιο! Καθώς ήσουν πάντα καλός άνθρωπος, σου πουλάω τη θέση μου στον Παράδεισο, σήμερα, αυτή τη γιορτινή μέρα! Να, ορίστε και το συμβόλαιο!
Ο άντρας πήρε το χαρτί και απομακρύνθηκε, ενώ ο έμπορος ήταν γεμάτος περηφάνια, που είχε πετύχει άλλη μία καλή εμπορική συναλλαγή. Το ίδιο βράδυ, καθώς ετοιμαζόταν για το δείπνο στο σπίτι του, που ήταν γεμάτο υπηρέτες, αφηγήθηκε το περιστατικό στη γυναίκα του, προσθέτοντας, ότι είχε καταφέρει να γίνει πολύ πλούσιος, χάρη σ' αυτήν του την ικανότητα να σκέφτεται γρήγορα.
- Ντροπή, είπε η γυναίκα του. Να κάνεις κάτι τέτοιο τη μέρα της γέννησης του Χριστού! Πήγαινε στο σπίτι του ανθρώπου αυτού και πάρε πίσω το χαρτί, αλλιώς μην ξαναπατήσει το πόδι σου εδώ.
Τρομαγμένος από την οργή της συζύγου του, ο έμπορος αποφάσισε να υπακούσει. Μετά από μεγάλη αναζήτηση, κατάφερε να βρει το σπίτι του ανθρώπου.
Μπαίνοντας μέσα, είδε το ζευγάρι καθισμένο σ’ ένα άδειο τραπέζι με το χαρτί στη μέση.
- Ήρθα γιατί έκανα λάθος, είπε. Πάρε τα χρήματα σου και δώσε μου πίσω αυτό που σου πούλησα.
- Δεν κάνατε λάθος, απάντησε ο φτωχός. Εγώ ακολούθησα τη συμβουλή του ιερέα και ξέρω, ότι έχω κάτι ευλογημένο.
- Είναι μονάχα ένα χαρτί, κανείς δεν μπορεί να πουλήσει τη θέση του στον Παράδεισο, Αν θέλεις, θα σου δώσω τα διπλά, για να μου το δώσεις πίσω, είπε ο έμπορος.
Ο φτωχός, όμως, δεν ήθελε να το πουλήσει, γιατί πίστευε στα θαύματα.
Σιγά-σιγά ο έμπορος άρχισε να ανεβάζει την προσφορά του, μέχρι που έφτασε τα δέκα χρυσά νομίσματα.
- Δε θα μου κάνουν τίποτα, είπε ο φτωχός. Πρέπει να εξασφαλίσω μια πιο αξιοπρεπή ζωή στη γυναίκα μου και γι’ αυτό χρειάζονται εκατό χρυσά νομίσματα. Αυτό το θαύμα περιμένω σήμερα, που είναι παραμονή Χριστουγέννων!
Απελπισμένος, γνωρίζοντας ότι, αν αργούσε λίγο ακόμα, κανείς στο σπίτι του δεν θα καθόταν στο τραπέζι, ούτε θα πήγαινε στη Λειτουργία της παραμονής των Χριστουγέννων, ο έμπορος πλήρωσε τελικά τα εκατό νομίσματα και πήρε πίσω το χαρτί.
Για το φτωχό ζευγάρι το θαύμα είχε πραγματοποιηθεί. Για τον έμπορο είχε εκπληρωθεί η επιθυμία της γυναίκας του. Εκείνη όμως ήταν γεμάτη αμφιβολίες: Μήπως είχε φερθεί πολύ σκληρά στον σύζυγο της;
Αμέσως μετά τη Λειτουργία πλησίασε τον εφημέριο και του αφηγήθηκε την ιστορία:
- Πάτερ, ο άντρας μου συνάντησε έναν άνθρωπο, στον οποίο εσείς είχατε προτείνει, να αγοράσει το πρώτο πράγμα, που θα του πρόσφεραν. Προσπαθώντας να κερδίσει εύκολα χρήματα, έγραψε σ' ένα χαρτί, ότι του πουλούσε τη θέση του στον Παράδεισο. Εγώ του είπα, ότι δεν είχε δείπνο στο σπίτι μας απόψε, αν δεν κατάφερνε να πάρει πίσω αυτό το χαρτί κι εκείνος τελικά αναγκάστηκε να πληρώσει εκατό χρυσό νομίσματα. Μήπως υπερέβαλα; Μήπως μία θέση στον Παράδεισο δεν αξίζει τόσο πολύ;
- Κατ' αρχάς, ο σύζυγός σου είχε το περιθώριο, να φανεί γενναιόδωρος στη σημαντικότερη μέρα της Χριστιανοσύνης. Επίσης, έγινε όργανο του Θεού, για να πραγματοποιηθεί ένα θαύμα. Για ν' απαντήσω όμως στην ερώτηση σου, όταν πούλησε τη θέση του στον ουρανό μονάχα για λίγα νομίσματα, η θέση αυτή δεν άξιζε ούτε καν τόσα. Όταν όμως αποφάσισε να την αγοράσει για εκατό νομίσματα μονάχα για να δώσει χαρά στη γυναίκα που αγαπάει, μπορώ να σου εγγυηθώ ότι τώρα αξίζει πολύ περισσότερα!

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Τα πέντε διαμάντια


Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένας σπουδαίος άρχοντας. Έψαχνε έναν έμπιστο και αφοσιωμένο σύμβουλο, γιατί δεν μπορούσε να τελειώσει μόνος του όλες τις δουλειές, ούτε να κρίνει σωστά και δίκαια όλους τους ανθρώπους.
Φώναξε, λοιπόν, μπροστά του πέντε από τους πιο καλούς και έμπιστους ανθρώπους του, όπως ο ίδιος θεωρούσε και θέλησε να ξεχωρίσει τον πιο έμπιστο. Άνοιξε μια χρυσή θήκη και έβγαλε από μέσα πέντε πελώρια αστραφτερά διαμάντια!
- Λοιπόν, τους είπε. Όποιος από εσάς μου δώσει την πιο πολύτιμη συμβουλή, θα πάρει για αμοιβή ένα διαμάντι.
- Τι συμβουλή να σου δώσουμε εμείς μεγάλε άρχοντα; Εμείς είμαστε τα σκουλήκια και εσύ είσαι τόσο σπουδαίος, είσαι η ίδια η ζωή και είσαι από μόνος σου θησαυρός με τη δύναμη που έχεις, πετάγεται ο πρώτος και του λέει.
Ευχαριστήθηκε με αυτά τα λόγια ο άρχοντας και του έδωσε το πρώτο διαμάντι!
Ήρθε η σειρά του δεύτερου σύμβουλου, που και αυτός με τη σειρά του έπλεξε ωραίο εγκώμιο για τον άρχοντα και έτσι πήρε και αυτός το δεύτερο διαμάντι!
Το ίδιο έκανε και ο τρίτος και ο τέταρτος σύμβουλος του άρχοντα και πήραν και εκείνοι με τη σειρά τους τα διαμάντια!
Το πέμπτο διαμάντι έμενε ακόμα στη θήκη του. Το έβγαλε ο άρχοντας και το κρατούσε στο χέρι του.
- Ήρθε η σειρά σου για να το αποκτήσεις, είπε στον πέμπτο σύμβουλό του.
Εκείνος στάθηκε με προσοχή μπροστά στον άρχοντα, έκανε μια υπόκλιση και του είπε:
- Είσαι πολύ δυνατός άρχοντά μου με μεγάλα πλούτη. Αυτά όμως σου τα έδωσε ο Θεός, για να μπορείς να φανείς αντάξιος της κυβέρνησης ενός ολόκληρου λαού. Όλα, λοιπόν, τα χαρίσματα που έχεις και τα πλούτη σου, ζητάω εγώ, ο υπήκοός σου, να τα χρησιμοποιήσεις για το καλό του λαού σου με αγάπη και δικαιοσύνη. Αυτή τη συμβουλή θα σου δώσω εγώ.
Αμέσως τότε, ο άρχοντας ξανάβαλε στη θήκη του το τεράστιο διαμάντι που κρατούσε και είπε
- Εσένα που ανέφερες τη γνώμη σου χωρίς φόβο και κολακείες, θα σου δώσω κάτι πιο μεγάλο από ένα διαμάντι. Θα έχεις την εμπιστοσύνη μου για πάντα και θα είσαι ο γενικός μου σύμβουλος, ώστε να μου λες, πώς να κυβερνώ πάντα τίμια το λαό μου.
Την άλλη μέρα το πρωί παρουσιάστηκαν οι τέσσερις άλλοι σύμβουλοι στον άρχοντα, χλωμοί από την στεναχώρια τους.
- Άρχοντά μας, κάποιο λάθος θα έγινε και τα διαμάντια είναι ψεύτικα. Πήγαμε και τα ελέγξαμε Είναι απλές πέτρες που λάμπουν, του είπαν πέφτοντας στα πόδια του και προσπαθώντας να κρύψουν το θυμό τους.
- Και σεις ψεύτικες συμβουλές μου προσφέρατε, τους είπε ο άρχοντας με αυστηρή φωνή. Στις ψεύτικες κολακείες λοιπόν, μόνο ψεύτικα διαμάντια αξίζουν. Πηγαίνετε στο καλό τώρα, τους είπε και τους έδιωξε!

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Παραμύθι στον γιο μου


( Του ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ )
Μια φορά κι έναν καιρό, γιε μου, σε τρεις διαφορετικές άκριες της γης ζούσανε τρία παλικάρια, που είχανε το ίδιο μπόι και την ίδια ηλικία. Στις τρεις διαφορετικές άκριες της γης που ζούσαν λοιπόν τα τρία παλικάρια, ούτε είχανε δει ποτέ, ούτε ξέρανε, ούτε είχανε ακούσει τίποτα ο ένας για τον άλλον.
Έλα όμως, γιε μου, που τα τρία παλικάρια αυτά, μ’ όλο που ζούσανε σε τρεις διαφορετικές άκριες της γης, ξεκινήσανε και τα τρία την ίδια ώρα, την ίδια μέρα και την ίδια χρονιά για να βρούνε την πέτρα που τη λέγανε Αστέρευτη υγεία.
Κι η πέτρα που την είπαμε Αστέρευτη υγεία βρισκότανε μακριά, πίσω από τα βουνά, μέσα σ’ ένα πηγάδι, που αντί για νερό έβγαζε αίμα. Για να βρούνε λοιπόν τούτη την πέτρα, γιε μου, που τη σκέπαζε το ματωμένο πηγάδι, ξεκινήσανε τα τρία παλικάρια παίρνοντας το καθένα το δικό του δρόμο.
Το πρώτο παλικάρι περπάτησε τόσο πολύ, που φαγωθήκανε τα σανδάλια του, ενώ το σιδερένιο του ραβδί λίγνεψε σαν κλαδάκι. Στάθηκε κάπου να ξαποστάσει, μα τον πήρε ο ύπνος. Σαν ξύπνησε όμως, γιε μου, τι να δει; Δίπλα του καθότανε μια κοπέλα όμορφη σαν τα κρύα τα νερά.
- Για που το ’βαλές παλικάρι; τον ρωτάει.
- Για να βρω την πέτρα, που τη λένε Αστέρευτη υγεία, της απαντάει.
- Η πέτρα που λες, του αντιλέει η κοπελιά, βρίσκεται μακριά, πίσω από τα βουνά, μέσα στο ματωμένο πηγάδι. Για να πας ίσαμε κει, η ζωή σου όλη δεν σου φτάνει. Κι όσοι έχουνε τις μέρες τους μετρημένες, πρέπει να τις περνάνε όμορφα. Εσύ είσαι η μέλισσα κι εγώ το λουλούδι. Μείνε εδώ μαζί μου να πάρεις το μέλι μου, του γλυκολέει.
Κι έτσι γιε μου, το ένα παλικάρι λιγοψύχησε κι έμεινε στα μισά του δρόμου.
Την ίδια ώρα, το δεύτερο παλικάρι τραβούσε θαρρετά το δικό του δρόμο. Για να μη νυστάξει κι αποκοιμηθεί, άνοιγε κάθε τόσο με το μαχαίρι πληγές στο στήθος του κι έριχνε αλάτι. Πονούσε τόσο πολύ γιε μου, που δεν σκεφτότανε πια την κούρασή του. Από τη δίψα είχε κολλήσει η γλώσσα του. Κι όταν είδε μπροστά του νερό, δεν μπόρεσε να κρατηθεί, έπεσε στα γόνατα να δροσιστεί. Ήπιε μια γουλιά κι έκανε να σηκωθεί. Μα το νερό, που λαμποκοπούσε στον ήλιο του μεσημεριού, του δώσε τόση δροσιά, τόση δροσιά, γιε μου, που δεν μπόρεσε να σηκώσει πια το κεφάλι. Έτσι το δεύτερο παλικάρι έφτασε ως τα μισά πάνω από τα μισά του δρόμου.
Κι ενώ το πρώτο παλικάρι έμενε στα μισά και το άλλο στα μισά πάνω από τα μισά του δρόμου, το τρίτο παλικάρι περπατούσε ακόμα. Κουράστηκε και τούτο, μα δεν έγειρε στα γόνατα των κοριτσιών, να ξεκουραστεί. Διψούσε, μα δεν έλεγε να πιει νερό. Περπατούσε, περπατούσε κι όλο περπατούσε.
Όποιος προχωράει έτσι, φτάνει, γιε μου...
Κι εσύ, σαν κι εκείνον, να μην κουράζεσαι κι εσύ, σαν κι εκείνον, να έχεις πίστη και να προχωράς, γιε μου. Όποιος πιστεύει, φτάνει…

Τρίτη 17 Μαρτίου 2020

Το βάρος


Ήταν κάποτε ένας κακός άνθρωπος που τον έλεγαν, ας πούμε, Μπεν. Η σκοτεινιασμένη του ψυχή δεν μπορούσε να χαρεί το καλό και το όμορφο. Οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι πράξεις του κινούνταν σε τόσο σκοτεινές περιοχές, που οτιδήποτε ήταν όμορφο και υγιές, δεν μπορούσε να το αντέξει. Μοναδική του χαρά ήταν, το να καταστρέφει. Κάποια μέρα περπατούσε σε μια όαση, όταν το κακό βλέμμα του έπεσε πάνω σ’ ένα τρυφερό φοινικόδεντρο, που ήταν ακόμη μικρό σε ηλικία και χαιρόταν που μεγάλωνε. Χαρούμενο κουνούσε τα φύλλα του με τον αέρα και απολάμβανε την ύπαρξή του.
Ο Μπεν πήρε μια βαριά πέτρα και την έβαλε ακριβώς πάνω στην τρυφερή κορφή του νεαρού δέντρου και μετά συνέχισε το δρόμο του μ’ ένα απαίσιο γέλιο.
Το φοινικόδεντρο στην αρχή αντιλήφθηκε, ότι βρίσκεται κάτω από δυνατή πίεση. Μετά τινάχτηκε κι έσκυψε προς όλες τις πλευρές, προσπαθώντας να ρίξει από πάνω του την πέτρα. Όμως παρ’ όλες του τις προσπάθειες δεν μπόρεσε να τα καταφέρει, η πέτρα ήταν πολύ βαριά.
Ο νεαρός φοίνικας ηρέμησε και αποτραβήχτηκε στον εαυτό του. Για μερικές ημέρες και νύχτες ένιωθε σαν σε όνειρο. Μετά άρχισε να συγκεντρώνει αργά τις δυνάμεις του. Βύθισε βαθιά στη γη τις ρίζες του και ύψωσε την κορφή του προς τον ουρανό, για να μπορέσει να κρατήσει την ισορροπία του. Μ’ αυτό τον τρόπο οι ρίζες του έφτασαν σε ικανό βάθος, όπου συνάντησαν υπόγεια νερά, που το δυνάμωσαν.
Με το φως του ήλιου μεγάλωνε η δύναμή του κι έτσι, έγινε ένα πραγματικά επιβλητικό δέντρο!
Ύστερα από χρόνια, ξαναπέρασε απ’ την όαση ο Μπεν, για να χαρεί το έργο του. Φανταζόταν το ανάπηρο φυτό και γελούσε χαιρέκακα. Άδικα όμως γύριζε μέσα στην όαση, ψάχνοντας για ένα κατεστραμμένο δεντράκι. Και τότε, ο ωραιότερος φοίνικας της όασης, έσκυψε την κορφή του, του έδειξε την πέτρα που ήταν μέσα στην καρδιά του και είπε με ήπια φωνή:
– Σ’ ευχαριστώ Μπεν, το βάρος που έβαλες επάνω μου, με έκανε δυνατό!
( Αφρικάνικο παραμύθι )