Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

Ποιος είναι ο πραγματικά «φτωχός»


Ένας πλούσιος πατέρας με οικονομική άνεση, θέλοντας να δείξει στο γιο του, πώς είναι η αθλιότητα της φτώχειας, τον πήρε μαζί του, για να περάσουν λίγες μέρες στο χωριό, σε μια οικογένεια που ζούσε στο βουνό.
Πέρασαν τρεις μέρες και δυο νύχτες στην αγροικία. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι, μέσα στο αυτοκίνητο, ο πατέρας ρώτησε το γιο του:
«Πώς σου φάνηκε η εμπειρία;»
«Ωραία» απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
«Και τι έμαθες;» συνέχισε με επιμονή ο πατέρας.
Ο γιος απάντησε:
«Εμείς έχουμε έναν σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις.
Εμείς διαθέτουμε μια πισίνα, που φτάνει μέχρι τη μέση του κήπου, ενώ αυτοί χρησιμοποιούν ένα ποτάμι δίχως τέλος, με κρυστάλλινο νερό, μέσα και γύρω από το οποίο υπάρχουν και άλλες ομορφιές.
Εμείς χρησιμοποιούμε φαναράκια, για να φωτίζουμε τον κήπο μας, ενώ αυτοί λούζονται στο φως του φεγγαριού και των αστεριών.
Η αυλή μας περιορίζεται από τον φράχτη, ενώ η δική τους φθάνει μέχρι εκεί, που βλέπει το μάτι.
Εμείς αγοράζουμε την τροφή μας τυποποιημένη και επεξεργασμένη, αυτοί πάλι τρώνε φρέσκα φρούτα και λαχανικά από τον κήπο τους.
Εμείς ακούμε μουσική κονσερβαρισμένη. Αυτοί απολαμβάνουν μια θεσπέσια μουσική συμφωνία από πουλιά, βατράχια, έντομα και άλλα ζωντανά.
Εμείς μαγειρεύουμε με ηλεκτρική κουζίνα. Αυτοί ότι τρώνε, έχει αυτήν τη αξεπέραστη γεύση, μιας και μαγειρεύουν σε φούρνο με ξύλα.
Εμείς, για να προστατευθούμε, ζούμε περικυκλωμένοι από έναν τοίχο με συναγερμό. Αυτοί ζουν με τις ορθάνοιχτες πόρτες τους, προστατευμένοι από την «φτώχεια» τους...
Εμείς ζούμε «καλωδιωμένοι» με το κινητό, τον υπολογιστή, την τηλεόραση. Αυτοί, αντίθετα, συνδέονται με τη ζωή, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό, το πράσινο του βουνού, τα ζώα τους, τους καρπούς της γης τους, την οικογένεια τους».
Ο πατέρας έμεινε έκθαμβος από τις απαντήσεις του γιου του...
Και ο γιος ολοκλήρωσε με τη φράση:
«Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά, που μου έδειξες πόσο φτωχοί είμαστε!»
Ο θαμμένος θησαυρός


Μια φορά, σε κάποια πόλη μιας χώρας, ζούσε ένας φιλεύσπλαχνος και αλτρουιστής γέροντας. Για πολλές νύχτες συνέχεια ο γέροντας ονειρευόταν, ότι ταξίδευε στην πρωτεύουσα της χώρας του κι έφτανε στη γέφυρα ενός ποταμού. Στο όνειρό του έβλεπε κάτω από την γέφυρα να βρίσκεται ένα δασύφυλλο δέντρο, τον εαυτό του να σκάβει έναν λάκκο δίπλα στο δέντρο αυτό και να ξεθάβει έναν σεντούκι με κοσμήματα , λίρες και πολύτιμους λίθους , έναν ολόκληρο θησαυρό ικανό να του προσφέρει ευημερία και ηρεμία για όλη την υπόλοιπη ζωή του!
Στην αρχή, ο γέροντας δεν έδωσε σημασία. Όταν, όμως, το όνειρο επαναλήφθηκε επί αρκετές εβδομάδες, υπέθεσε ότι έκρυβε κάποιο μήνυμα και αποφάσισε να μην αγνοήσει αυτή την πληροφορία, αλλά να προσπαθήσει να ερευνήσει μήπως είναι αλήθεια.
Ακολουθώντας, λοιπόν, τη διαίσθηση του, φόρτωσε το μουλάρι του για ένα μεγάλο ταξίδι κι έφυγε για την Πρωτεύουσα της χώρας.
Ύστερα από έξι μέρες πορεία, ο γέροντας έφτασε στην Πρωτεύουσα κι άρχισε να ερευνά τις γέφυρες των ποταμιών της Πρωτεύουσας , μήπως και δει κάποια, που να έμοιαζε με αυτήν, που έβλεπε στο όνειρό του.
Δεν υπήρχαν πολλά ποτάμια ούτε πολλές γέφυρες κι έτσι βρήκε γρήγορα το μέρος που γύρευε. Όλα ήταν όπως στο όνειρό του. Το ποτάμι, η γέφυρα και στη μια πλευρά του ποταμού το δέντρο, κάτω από το οποίο έπρεπε να σκάψει.
Υπήρχε όμως μια λεπτομέρεια, που δεν εμφανιζόταν στο όνειρο. Τη γέφυρα τη φρουρούσε μέρα-νύχτα ένας στρατιώτης της αυτοκρατορικής φρουράς.
Ο γέροντας δεν τολμούσε να σκάψει, όσο ο στρατιώτης βρισκόταν εκεί. Κατασκήνωσε κοντά στη γέφυρα και περίμενε. Τη δεύτερη νύχτα, ο στρατιώτης υποπτεύθηκε τον άνθρωπο, που είχε κατασκηνώσει κοντά στη γέφυρα και πλησίασε να τον ανακρίνει.
Ο γέρος δεν βρήκε λόγο να του πει ψέματα. Του εξήγησε, ότι είχε έρθει από μια πολύ μακρινή πόλη, γιατί είχε ονειρευτεί ότι στην Πρωτεύουσα, κάτω από μια γέφυρα σαν κι αυτή, υπήρχε θαμμένος ένας θησαυρός.
Ο φρουρός μόλις τον άκουσε, ξέσπασε σε δυνατά γέλια.
«Έκανες τόσο μεγάλο ταξίδι για μια βλακεία» του είπε.
«Εδώ και τρία χρόνια εγώ ονειρεύομαι κάθε νύχτα, ότι στην κουζίνα του σπιτιού ενός γέροντα, που ομολογώ σου μοιάζει πάρα πολύ, είναι φτυστός εσύ, υπάρχει θαμμένος ένας θησαυρός. Χα, χα, χα! Νομίζεις ότι πρέπει να ψάξω να βρω το σπίτι με την κουζίνα , που βλέπω στον ύπνο μου και να πάω να σκάψω, για να βρω τον θησαυρό; Χα, χα, χα!»
Ο γέροντα ευχαρίστησε ευγενικά τον στρατιώτη και γύρισε στο σπίτι του. Μόλις έφτασε, έσκαψε στην κουζίνα του και βρήκε το θησαυρό του ονείρου του στρατιώτη. Ο θησαυρός ήταν πάντα εκεί θαμμένος.
Άραγε ποιος ξέρει, μήπως μετά την αναχώρηση του γέροντα από την Πρωτεύουσα , σκέφτηκε ο στρατιώτης να σκάψει κάτω από το δασύφυλλο δέντρο στην όχθη του ποταμού και αν βρήκε εκεί θαμμένο τον θησαυρό του ονείρου του γέροντα!
Ο ζητιάνος και ο πλούσιος



Κάποτε ένας ζητιάνος τριγυρνούσε στους δρόμους της πόλης ντυμένος με κουρέλια και κοιμόταν στα κατώφλια των σπιτιών.
Ένα πρωί, όταν ο ζητιάνος ακόμα ήταν μισοκοιμισμένος μπροστά σε μια πόρτα, όπου είχε περάσει τη νύχτα του, πέρασε από εκεί ένας πλούσιος επιχειρηματίας.
«Καλημέρα» είπε ο επιχειρηματίας.
«Καλημέρα» αποκρίθηκε ο ζητιάνος.
«Αυτή η εβδομάδα μου πήγε πολύ καλά κι ήρθα να σου δώσω αυτό το πορτοφόλι με τα χρήματα.»
Ο ζητιάνος τον κοίταξε αμίλητος και συνέχισε να κάθεται ακίνητος.
«Κράτησε το πορτοφόλι. Δεν είναι παγίδα. Δικά μου είναι τα χρήματα και σου τα δίνω. Ξέρω ότι τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα.»
«Εσύ έχεις κι άλλα;» ρώτησε ο ζητιάνος.
«Και βέβαια έχω» αποκρίθηκε ο πλούσιος επιχειρηματίας.
«Έχω κι άλλα πολλά.»
«Και δεν θα ήθελες να είχες περισσότερα απ' όσα έχεις;» συνέχισε ο ζητιάνος.
«Ναι, και βέβαια θα ήθελα.»
«Τότε κράτησε αυτά τα χρήματα, γιατί εσύ τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα.»
«Ναι, όμως εσύ χρειάζεσαι φαγητό, κι αυτό απαιτεί χρήματα...»
«Έχω ήδη ένα κέρμα» είπε ο ζητιάνος και του το έδειξε, «και θα μου φτάσει για ένα πιάτο φακές με ψωμί και ίσως και για μερικές ελιές.»
«Σύμφωνοι, όμως θα πρέπει να φας κι αύριο, και μεθαύριο και την επόμενη μέρα. Αύριο πού θα βρεις λεφτά;»
«Αν εσύ με διαβεβαιώσεις, χωρίς κανένα ενδεχόμενο λάθους, ότι θα είμαι ζωντανός αύριο, τότε ίσως να πάρω τα χρήματα σου...» έκλεισε τη συζήτηση ο ζητιάνος.
Ο πελάτης της τράπεζας


Κάποιος μπαίνει μέσα μια τράπεζα στην Νέα Υόρκη και ζητά να μιλήσει με κάποιον υπάλληλο, προκειμένου να πάρει ένα δάνειο. Λέει στον υπάλληλο ότι πηγαίνει στην Ευρώπη για δουλειές για δύο εβδομάδες και χρειάζεται να δανειστεί 5.000 δολάρια. Ο υπάλληλος του λέει, ότι η τράπεζα θα χρειαστεί κάποια μορφή εγγύησης για το δάνειο, έτσι ο πελάτης παραδίδει τα κλειδιά μιας ολοκαίνουριας Ferrari.
Ο υπάλληλος ζητά να δει το αμάξι. Το αυτοκίνητο είναι πράγματι σταθμευμένο έξω από την τράπεζα. Ο πελάτης δείχνει τα χαρτιά και τον τίτλο ιδιοκτησίας. Ο υπάλληλος φυσικά και συμφωνεί, να δεχτεί το αυτοκίνητο ως εγγύηση για το δάνειο. Ο διευθυντής και όλοι οι υπάλληλοι της τράπεζας αρχίζουν να κρυφογελούν με τον πελάτη, που έβαλε ως εγγύηση μια Ferrari $250.000 για ένα δάνειο $5.000! Τέλος ένας υπάλληλος της τράπεζας οδηγεί τη Ferrari στο υπόγειο γκαράζ της τράπεζας και την σταθμεύει εκεί.
Δύο εβδομάδες αργότερα, ο πελάτης επιστρέφει στην τράπεζα και ζητάει να εξοφλήσει το δάνειο, που πήρε. Του ζητάνε να πληρώσει συνολικά $5.015,41, μαζί με τα έξοδα και τον αναλογούντα τόκο.
Αφού πληρώνει στο ταμείο , επιστρέφει στον υπάλληλο, που τον είχε εξυπηρετήσει, για να τον ενημερώσει. Ο υπάλληλος πριν τον αποχαιρετήσει, του λέει διστακτικά:
«Κύριε, είμαστε πολύ ευτυχείς που συνεργαστήκαμε μαζί σας, αλλά είμαστε και λίγο μπερδεμένοι. Ενώ ήσασταν στην Ευρώπη, ελέγξαμε τα περιουσιακά σας στοιχεία και διαπιστώσαμε, ότι είστε πολύ εύπορος οικονομικά! Γιατί λοιπόν χρειάστηκε, να δανειστείτε $5.000;»
Και ο πελάτης χαμογελώντας απαντά στον υπάλληλο:
«Πού αλλού στη Νέα Υόρκη μπορεί κανείς να παρκάρει το αυτοκίνητο του για δυο εβδομάδες με $15.41 μόνο;»

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2020

Το σερβίρισμα του καφέ


Μια ομάδα απόφοιτων ενός πανεπιστημίου, που όλοι τους ακολουθούσαν μια πολύ καλή επαγγελματική σταδιοδρομία, ήρθαν σαν επισκέπτες στον αγαπημένο καθηγητή τους. Φυσικά μέσα στη συζήτηση οι πρώην φοιτητές παραπονέθηκαν για τις πολλές δυσκολίες και για τα ατέλειωτα προβλήματα, που αντιμετωπίζουν.
Ο καθηγητής πρότεινε, να προσφέρει στους επισκέπτες του καφέ. Πήγε στην κουζίνα και σε λίγο επέστρεψε με έναν δίσκο , που πάνω του υπήρχε μια καφετιέρα με αχνιστό καφέ και πολλά φλιτζάνια του καφέ διαφορετικής ποιότητας και εμφάνισης: πορσελάνινα, γυάλινα, πλαστικά, κρυστάλλινα, κεραμικά.
Ο καθένας από τους επισκέπτες σερβιρίστηκε μόνος του καφέ , διαλέγοντας το φλιτζάνι , που του άρεσε. Αφού σερβιρίστηκαν όλοι τους, ο καθηγητής είπε:
– Προσέξτε, διαλέξατε να σερβιριστείτε στα πιο όμορφα και ακριβά φλιτζάνια και αφήσατε πάνω στον δίσκο τα απλά και φτηνά. Βεβαίως, είναι φυσικό να θέλετε το καλύτερο για τον εαυτό σας, αλλά δυστυχώς αυτό κάποιες φορές γίνεται πηγή των προβλημάτων και του άγχους σας. Χρειάζεται να κατανοήσετε, πως το φλιτζάνι δεν κάνει τον καφέ καλύτερο. Στην ουσία αυτό που έχει σημασία, είναι να είναι ο καφές καλός και όχι το φλιτζάνι. Εσείς όμως διαλέξατε το καλύτερο κατά τη γνώμη σας φλιτζάνι και μετά εξετάζατε προσεκτικά, τι φλιτζάνι πήρε ο καθένας, μήπως και σας φανεί καλύτερο από το δικό σας.
Και τώρα πρέπει να αντιλαμβάνεστε πως η ζωή είναι ο καφές, ενώ η δουλειά, τα χρήματα, η θέση σας μέσα στην κοινωνία είναι τα φλιτζάνια. Δηλαδή είναι στην ουσία μόνο και μόνο εργαλεία, για να περιβάλλουν το περιεχόμενο, τη ζωή. Ότι φλιτζάνι και να έχουμε, αυτό δεν καθορίζει και δεν αλλάζει την ποιότητα της ζωής μας. Πολλές φορές συγκεντρώνουμε την προσοχή μας πάνω στο φλιτζάνι και ξεχνάμε να απολαμβάνουμε την γεύση του καφέ!
Οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν είναι εκείνοι, που έχουν ή αποκτούν όλα τα καλύτερα, αλλά εκείνοι που απολαμβάνουν να κάνουν το καλύτερο, με ότι κάθε στιγμή έχουν.

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2020

Ματαιότητα κτητικότητας


Η φράση «σήμερον εμού, αύριο ετέρου και ουδέποτε τινός», που θέλει να πει «σήμερα δικό μου, αύριο κάποιου άλλου και ποτέ του ίδιου» κοσμεί το γείσο πολλών παλιών ελληνικών σπιτιών, για να μας θυμίζει τη ματαιότητα της κτητικότητας και τον πόνο, που φορτώνουμε άδικα στην ψυχή μας εξ αιτίας της προσκόλλησης σε εφήμερα πράγματα. Είναι μια φράση αποτρεπτική για κάθε μορφή κτητικότητας, ακόμη και στις συγκαλυμμένες εκφάνσεις της όπως στον έρωτα και στην αγάπη.
Ο έρωτας και η αγάπη είναι δύο πολύπλοκα συναισθήματα, που συνήθως τα μπερδεύουμε, επειδή ανάμεσα στα πολλά διαφορετικά δευτερεύοντα συναισθήματα που εμπεριέχουν ως συνθετικά τους στοιχεία, έχουν και ελάχιστα ίδια με κυρίαρχο την επιθυμία.
Ακόμη όμως και αυτό το κυρίαρχο κοινό χαρακτηριστικό εκφράζεται στον έρωτα με διαφορετική ένταση και υφή απ’ ότι στην αγάπη. Παρά το γεγονός ότι αυτά τα δύο συναισθήματα βρίσκονται και σε μια διαρκή ισχυρή αλληλεξάρτηση, αλληλεπίδραση και ανατροφοδότηση και μπορούν (όχι υποχρεωτικά) να μεταλλαχθούν το ένα στο άλλο, παραμένουν διακριτά και έχουν περισσότερες διαφορές παρά ομοιότητες.
Ο έρωτας είναι οξύ συναίσθημα, που κορυφώνεται συνήθως απότομα και φθίνει στο χρόνο. Μοιάζει με ένα βουνό, που η μια πλαγιά του είναι σχεδόν κατακόρυφη και η άλλη πρανής. Αντίθετα η αγάπη είναι ένα βαθύ χρόνιο ανθεκτικό συναίσθημα το διάγραμμα του οποίου προσιδιάζει στην πορεία ενός αεροπλάνου που απογειώνεται και ίπταται σε σταθερή πορεία και σταθερό ύψος, χωρίς να προσγειώνεται ποτέ.
Ετυμολογικά η νεοελληνική λέξη έρωτας προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα εράω/ερώ, που σημαίνει επιθυμώ. Ο έρωτας με τη γενική σημασία του είναι η επιθυμία ενός ανθρώπου για οτιδήποτε. Στη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων ο έρωτας υποδηλώνει τις περισσότερες φορές και όχι πάντα τη σεξουαλική επιθυμία του ενός για τον άλλον.
Ο έρωτας είναι πάντα ωφελιμιστικός και ιδιοτελής γιατί ευδοκιμεί ανταποδοτικά. Ερωτευόμαστε έναν άλλον άνθρωπο για να ικανοποιήσουμε ανάγκες μας βιολογικές, αισθητικές, ψυχικές και πνευματικές. Παράλληλα ικανοποιούμε ανταποδοτικά αντίστοιχες ανάγκες του άλλου κι έτσι ο έρωτας ανατροφοδοτείται.
Τα ερωτικά κίνητρα του καθένα μας και η βιωσιμότητα του έρωτα καθορίζονται και ιεραρχούνται από την προσωπικότητα, την αισθητική, την παιδεία και την κουλτούρα μας. Εξ ου και η ορθότητα του «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα».
Ο Αυγουστίνος είχε πει για την αγάπη «αγάπα και κάνε ότι θέλεις», για να υποδηλώσει, ότι όταν αγαπάς έναν άλλον άνθρωπο, ότι και να κάνεις γι αυτόν έχεις πάντα καλή πρόθεση. Αυτό που είπε ο Αυγουστίνος ισχύει απόλυτα και όταν κανείς δεν το τηρεί με ευλάβεια στην καθημερινή πρακτική, σημαίνει ότι το συναίσθημα που τον διακατέχει ή δεν είναι αυτό που νομίζει αλλά κάτι άλλο ή για διάφορους λόγους εκφυλίστηκε, διαστρεβλώθηκε.
Η αγάπη είναι ανώτερο συναίσθημα από τον έρωτα και αντίθετα από αυτόν δεν εμπεριέχει ιδιοτέλεια. Έχει πάρε δώσε όταν είναι αμοιβαία, αλλά δεν ανατροφοδοτείται από αυτό. Δεν αγαπάς κάποιον άλλον για ότι ευγενώς σου προσφέρει. Αγαπάς κάποιον άλλον άνθρωπο γι αυτό που είναι και όχι γι αυτό που θα ήθελες εσύ να είναι, γι αυτό και δεν απαιτείς να προσαρμοστεί στα δικά σου θέλω.
Όταν αγαπάς σέβεσαι τις επιλογές του άλλου ακόμη κι αν διαφωνείς, ακόμη κι αν δεν υπηρετούν τις δικές σου ανάγκες. Αν το συναίσθημα για έναν άλλο άνθρωπο συναρτάται με τη διακύμανση της διαπροσωπικής σχέσης, τότε σίγουρα δεν είναι αγάπη.
Μια συνήθης πλάνη περί της αγάπης προκαλεί η προσκόλληση σε έναν άλλον άνθρωπο, που μας βολεύει η μας πριμοδοτεί κοινωνικά ή και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να αναπτυχθούν άλλα αισθήματα ή συναισθήματα τα οποία συγχέουμε με την αγάπη. Η πλάνη βέβαια αποκαλύπτεται εκκωφαντικά, όταν επέλθει η αποκόλληση.
Η ριζική αλλαγή στη διαπροσωπική σχέση και κύρια η διάρρηξη της ερωτικής σχέσης αποτελεί κρας τεστ της αγάπης. Όταν δεν υπάρχει γνήσια αγάπη αναπτύσσονται τότε αρνητικά συναισθήματα, που μπορεί να φτάσουν ακόμη και στην εκδίκηση, το φθόνο ή το μίσος. Πυροδοτούνται απρεπείς, απολίτιστες ακόμη και βάρβαρες συμπεριφορές και ψυχολογικός ή άλλος εκβιασμός, με αποτέλεσμα να χάνει κανείς την αξιοπρέπεια του στο όνομα της αξιοπρέπειας!
Η ηθική κατάπτωση μπορεί να κορυφωθεί με ίντριγκες εις βάρος αυτού που υποτίθεται ότι αγαπάμε ή με την άμεση ή έμμεση κουτοπόνηρη σπίλωση του. Ξαφνικά ανακαλύπτουμε ότι είναι κακός, ανήθικος άνθρωπος. Ότι δε από αυτά δεν έχουμε την ψυχή να του τα πούμε σαν δική μας γνώμη, τα βάζουμε κουτοπόνηρα και μικρόψυχα στο στόμα κάποιου άλλου ή προβάλουμε κάτι που πραγματικά είπε κάποιος κακόβουλος, παριστάνοντας τον θεματοφύλακα της τιμής του.
Η αγάπη θέλει γενναιότητα για να αποχαιρετίσεις αξιοπρεπώς με ένα λουλούδι, ένα τραγούδι ή ένα στίχο τον άνθρωπο που αγάπησες!
Έξυπνα μικρά


«Οι Δέκα Εντολές του Θεού είναι τόσο απλές, σαφείς και χωρίς κανένα κενό, που να επιδέχεται παρερμηνεία» δήλωσε κάποτε ένας πολιτικός, «επειδή δεν αποφασίστηκαν σε κάποιο συνέδριο»!

Προσπαθώντας να ανεβεί βιαστικά σε έναν σιδηροδρομικό συρμό, κάποιος έχασε το ένα παπούτσι του. Επειδή δεν προλάβαινε να κατεβεί στην αποβάθρα να το πάρει και για να μπορέσει να χρησιμοποιηθεί το παπούτσι του από όποιον το βρει, έβγαλε ατάραχος και το άλλο παπούτσι και το πέταξε:
«Έτσι ο φουκαράς που θα το βρει, να 'χει και τα δυο να φορέσει»!

Ένας πλούσιος ευγενής της βασιλικής αυλής ερωτεύτηκε μια νεαρή γυναίκα. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό την ρώτησε, πώς θα μπορούσε να φτάσει στην κρεβατοκάμαρα της. Και η νεαρή κυρία απάντησε:
«Μέσω της εκκλησίας»!

Όταν εξαιτίας της κακής οικονομικής κατάστασης ανεστάλησαν οι πληρωμές των αυλικών τραγουδιστών της όπερας, έξαλλοι αυτοί απευθύνθηκαν στον βασιλιά. Ο βασιλιάς έμεινε αμετακίνητος:
«Κύριοι, πρώτα θα πληρωθούν, αυτοί που κλαίνε και κατόπιν αυτοί που τραγουδούν»!