Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2020

Χάρων και Μένιππος


ΧΑΡΩΝ
[1] Παλιοτόμαρο, πλήρωσέ μου τα ναύλα σου!
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Φώναζε όσο θέλεις, αν σ᾽ αρέσει!
ΧΑΡΩΝ
Πλήρωσε, σου λέω, που σε πέρασα από τη λίμνη!
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Δεν μπορείς να πάρεις από όποιον δεν έχει.
ΧΑΡΩΝ
Υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει έστω και οβολό;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Αν υπάρχει κι άλλος, δεν ξέρω. Εγώ πάντως δεν έχω.
ΧΑΡΩΝ
Μα τον Πλούτωνα, θα σε πνίξω, κάθαρμα, αν δεν πληρώσεις!
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Κι εγώ με τη μαγκούρα θα σου σπάσω το κεφάλι!
ΧΑΡΩΝ
Άδικα λοιπόν σου έχω κάνει τέτοιο ταξίδι;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Να σε πληρώσει για λογαριασμό μου ο Ερμής! Αυτός με παράδωσε σε σένα.
ΕΡΜΗΣ
[2] Τώρα μάλιστα, σώθηκα! Να πληρώνω και για τους νεκρούς!
ΧΑΡΩΝ
Εγώ πάντως δεν σ᾽ αφήνω.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Ωραία. Τράβα και τη βάρκα σου στη στεριά, και περίμενε όσο θέλεις!
Τι να σου δώσω, αφού δεν έχω πεντάρα;
ΧΑΡΩΝ
Δεν ήξερες ότι έπρεπε να φέρεις τα ναύλα σου μαζί σου;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Το ήξερα, αλλά δεν είχα. Κι ύστερα; Έπρεπε γι᾽ αυτό να μην πεθάνω;
ΧΑΡΩΝ
Εσύ μόνο λοιπόν θα καυχιέσαι πως πέρασες τζάμπα;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Καθόλου τζάμπα, φίλε μου. Και νερό από τη βάρκα έβγαλα, και κουπί τράβηξα και, στο κάτω κάτω, ήμουν ο μόνος από τους επιβάτες που δεν έκλαιγα!
ΧΑΡΩΝ
Αυτά δεν είναι πληρωμή. Πρέπει να δώσεις τον οβολό, είναι νόμος.
Δεν γίνεται αλλιώς.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
[3] Τότε ξαναγύρισέ με στη ζωή.
ΧΑΡΩΝ
Αστείος που είσαι! Για να με ταράξει στο ξύλο ο Αιακός;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Άσε με ήσυχο λοιπόν!
ΧΑΡΩΝ
Δείξε μου τι έχεις στο σακούλι.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Λούπινα, αν θέλεις, και δείπνο της Εκάτης.
ΧΑΡΩΝ
Βρε Ερμή, από πού μας τον έφερες αυτόν τον σκύλο; Τι λόγια έλεγε στο ταξίδι! Κορόιδευε και περιγελούσε όλους τους επιβάτες, κι ήταν ο μόνος που τραγουδούσε όταν εκείνοι έκλαιγαν!
ΕΡΜΗΣ
Μα δεν ξέρεις,Χάρων, ποιον κουβάλησες με τη βάρκα σου; Έναν άνθρωπο αληθινά ελεύθερο. Αυτός δεν νοιάζεται για τίποτε. Είναι ο Μένιππος!
ΧΑΡΩΝ
Αχ, αν σε ξανάβρω κάποτε...
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Αν με ξανάβρεις!... Μα δεν πρόκειται να με πετύχεις για δεύτερη φορά!
Μένιππος και Ερμής


Μένιππος: Ερμή που ‘ν’ οι ωραίοι κι οι ωραίες; Οδήγησέ με σε παρακαλώ, μιας κι είμαι νιόφερτος εδώ.
Ερμής: Δεν έχω χρόνο βρε Μένιππε, αλλά να! παρατήρησε ‘κει δεξιά, βρίσκονται ο Υάκινθος, ο Νάρκισσος, ο Νηρέας, ο Αχιλλέας, η Τυρώ, η Ελένη κι η Λήδα: Όλες οι παλιές ομορφιές.
Μένιππος: Εγώ βλέπω μονάχα κόκαλα και κρανία άσαρκα κι όμοια μεταξύ τους.
Ερμής: Κι όμως αυτοί ‘ναι που θαυμάσαν όλοι οι ποιητές, αυτά τα κόκαλα που συ περιφρονείς.
Μένιππος: Δείξε μου τουλάχιστον την Ελένη, δεν μπορώ να τη διακρίνω.
Ερμής: Να, τούτο το κρανίο είναι της Ελένης.
Μένιππος: Για τούτο ‘δω το καυκί γεμίσανε χίλια καράβια με τα νιάτα όλης της Ελλάδας και σκοτωθήκανε τόσοι και τόσοι κι αναστατωθήκανε τόσες πόλεις;
Ερμής: Βλέπεις, εσύ Μένιππε δεν την είδες ζωντανή. Αν την είχες δει θα ‘λεγες κι εσύ: «Ας βρίσκομαι κοντά της κι ας υποφέρω πολλά». Γιατί και τ’ άνθη αν τα δει κανείς ξερά, να ‘χουνε χάσει το χρώμα και το σχήμα, δεν μπορεί να φανταστεί πόσο ήταν όμορφα όταν ανθούσαν.
Μένιππος: Απορώ βρε Ερμή, πως δέχτηκαν να υποφέρουν για κάτι που γρήγορα και τόσον εύκολα μαραίνεται.

Τον λόγο του τον τήρησε


Δύο αδερφοί με πάρα πολύ κακό χαρακτήρα εκμεταλλεύονταν τους εργάτες του χωριού τους. Για να σώζουν τα προσχήματα, όμως, πήγαιναν την Κυριακή στην εκκλησία. Ο παλιός ιερέας αποφάσισε να συνταξιοδοτηθεί και διορίστηκε στην περιοχή ένας καινούριος. Ο νεοδιορισμένος ιερέας ήταν ένας νέος άντρας και αυτοί που τον γνωρίζανε , υποστηρίζανε πως τηρούσε πάντοτε τις υποσχέσεις του και έλεγε πάντοτε την αλήθεια.
Γεμάτος ενθουσιασμό, αποφάσισε να ανακαινίσει το ναό. Όταν άρχισε τη συλλογή δωρεών από τους πιστούς, ένας από τους κακούς αδερφούς πέθανε. Την παραμονή της κηδείας ο άλλος αδερφός πήγε να βρει τον ιερέα και του έδωσε μια επιταγή με ένα ποσό αρκετό, για την ολοκλήρωση των εργασιών που γίνονταν.
— Υπάρχει όμως ένας όρος, είπε. Αύριο, την ώρα που θα διαβάζετε τις ευχές για τον νεκρό, θέλω να αναφέρετε, ότι ο αδερφός μου ήταν πραγματικά άγιος. Ξέρω, ότι δεν αθετείτε ποτέ το λόγο σας.
Ο ιερέας υποσχέθηκε να κάνει αυτό, που του ζήτησε ο ζωντανός αδελφός και πήρε την επιταγή. Την επομένη, κατά τη διάρκεια της εξόδιου ακολουθίας είπε:
— Αυτός ο άνθρωπος , που αποχαιρετούμε σήμερα, ήταν κακός, εκμεταλλευόταν τους φτωχούς, δάνειζε χρήματα με αβάσταχτους τόκους, απατούσε τη σύζυγο του και κακομεταχειριζόταν τους αδύναμους.
Μετά από μια παύση κατέληξε:
— Σε σύγκριση όμως με τον αδερφό του, που βρίσκεται ακόμα στη ζωή, ο νεκρός ήταν πραγματικά άγιος!

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Η ψυχή επισκέπτης του σώματος


Ο φιλόσοφος και η προσβολές


Η δωρεά του έμπορου


Ο Δάσκαλος ήταν ο ηγούμενος ενός μοναστηριού, που ήταν πολύ μικρό και δεν χωρούσε να φιλοξενήσει τον κόσμο, που ήθελε ν' ακούσει τον σοφό Δάσκαλο.
Ένας πολύ πλούσιος έμπορος αποφάσισε να κάνει δωρεά πεντακόσια χρυσά νομίσματα, για να γίνει επέκταση και να μεγαλώσει το μοναστήρι, ώστε να μπορεί να εξυπηρετήσει τους προσκυνητές.
- Καλώς, εγώ θα τα δεχτώ, είπε ο Δάσκαλος.
Ο έμπορος έδωσε στον ηγούμενο το σακί με το χρυσό και σάστισε αντιλαμβανόμενος την φανερή αδιαφορία του Δασκάλου, να τον ευχαριστήσει για την κίνησή του αυτή. Με τρία χρυσά νομίσματα άνετα θα μπορούσε μια οικογένεια, να ζήσει έναν χρόνο και ο έμπορος , που έδωσε τόσα χρυσά δεν άκουσε ούτε ένα ευχαριστώ!
- Ο σάκος έχει 500 χρυσά νομίσματα, είπε ο έμπορος.
- Ναι, μου το είπες, απάντησε ο ηγούμενος.
- Ακόμη και για μένα, τα 500 χρυσά νομίσματα είναι τεράστιο ποσό! είπε ο έμπορας.
- Θέλεις να σ' ευχαριστήσω; ρώτησε ο Δάσκαλος.
- Πρέπει να το κάνετε, απάντησε με ύφος ο έμπορος.
- Γιατί, ρώτησε με απορία ο Δάσκαλος, το "Ευχαριστώ" πρέπει να το λέει εκείνος που δίνει. Αλήθεια ευχαρίστησες εσύ Αυτόν που σου τα έδωσε πιο μπροστά, για να τα έχεις να τα δώσεις σε εμένα;

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Ο Δάσκαλος στη φυλακή


Κάποια φορά συλλάβανε τον Δάσκαλο και τον έβαλαν στην φυλακή.
Οι μαθητές του τον επισκέφτηκαν στη φυλακή και έκπληκτοι αντίκρυσαν τον δάσκαλό τους να μην είναι στενοχωρημένος , λυπημένος ή αγανακτισμένος , αλλά αντίθετα να τους υποδέχεται με χαρά και χαμόγελα , σαν να βρισκότανε στο σπίτι του.
- Δάσκαλε, τι είναι αυτό που σας παρηγορεί και έχετε αυτήν την τόσο καλή διάθεση ,παρόλο που βρισκόσαστε μέσα στη φυλακή ; ρώτησαν με θαυμασμό οι μαθητές.
- Τα τέσσερα γνωμικά, απάντησε ο Δάσκαλος.
Αυτό είναι το πρώτο:
"Το κακό δε μπορείς να το αποφύγεις, γιατί όλα είναι προκαθορισμένα από τη μοίρα".
Το δεύτερο:
"Τι απομένει στον άνθρωπο, τον οποίον χτύπησε η συμφορά, εκτός από το να υποφέρει με υπομονή; Αφού στον κόσμο δεν είσαι ο μόνος, που περνάει παρόμοιες δύσκολες καταστάσεις".
Το τρίτο:
"Να ευγνωμονείς τη μοίρα σου, αφού δεν έπαθες κάτι χειρότερο, που μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή".
Και στο τέλος, λέω στον εαυτό μου:
"Η απελευθέρωση από την φυλακή μπορεί να είναι πολύ κοντά, αλλά εσύ δεν το γνωρίζεις".
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήρθαν οι δεσμοφύλακες και απελευθέρωσαν τον Δάσκαλο. Του εξήγησαν, πως κατά λάθος τον συνέλαβαν και του ζήτησαν να τους συγχωρέσει , που τον ταλαιπώρησαν!