Ο πίνακας του γέρου ζωγράφου
Ακουγόταν το θρόισμα του μεταξιού, άστραφταν τα
διαμάντια και η μυρωδιά των λεπτών αρωμάτων έπλεε μες στο πυκνό καπνό ακριβών
πούρων…
- Πεντακόσιες χιλιάδες! ποιος περισσότερο; Εξακόσιες χιλιάδες! Εξακόσιες χιλιάδες, ένα! Εξακόσιες χιλιάδες, δυο! Εξακόσιες χιλιάδες, τρία! Ο ζωγραφικός πίνακας, πουλήθηκε! Η δημοπρασία ολοκληρώθηκε, η διαδικασία περατώθηκε.
- Πεντακόσιες χιλιάδες! ποιος περισσότερο; Εξακόσιες χιλιάδες! Εξακόσιες χιλιάδες, ένα! Εξακόσιες χιλιάδες, δυο! Εξακόσιες χιλιάδες, τρία! Ο ζωγραφικός πίνακας, πουλήθηκε! Η δημοπρασία ολοκληρώθηκε, η διαδικασία περατώθηκε.
Στην αντίθετη γωνιά της μεγάλης αίθουσας κάθεται
καμπουριασμένος ένας γέρος, που φοράει ένα τριμμένο παλιό παλτό. Ακίνητος σαν ο
τυφλός Όμηρος κοιτάει μπροστά του με θολά μάτια.
Το ψιθύρισμα σαν άνεμος περνάει από μια άκρη της
αίθουσας σε άλλη: "Ο ζωγράφος του πίνακα που πουλήθηκε είναι εδώ, ο ίδιος
ο ζωγράφος αυτοπροσώπως! Πολλοί πλησιάζουν τον ζωγράφο, χαμογελάνε και τον
συγχαίρουν. Τόσο ταλέντο , τόσο ζωντανά χρώματα , τόσο αδρές γραμμές!
Εκείνος με πικρία χαμογελάει και τους χαιρετίζει με
κίνηση του ασπρoμάλλικου κεφαλιού:
- Έχει πλάκα αυτό, πίνακες που πουλούσα κάποτε για τριάντα φράγκα, για να μπορέσω να φάω ένα κομμάτι ψωμί και να κοιμάμαι σ’ ένα βρεγμένο στρώμα , να φτάνουν να πωλούνται σε τέτοιες εξωφρενικές τιμές !
- Έχει πλάκα αυτό, πίνακες που πουλούσα κάποτε για τριάντα φράγκα, για να μπορέσω να φάω ένα κομμάτι ψωμί και να κοιμάμαι σ’ ένα βρεγμένο στρώμα , να φτάνουν να πωλούνται σε τέτοιες εξωφρενικές τιμές !
Αχ, κύριοι, αφήστε αυτά, εγώ είμαι μόνο και μόνο άλογο
της κούρσας, κερδίζω το Grand Prix, αλλά αρκούμαι σε μια χούφτα βρώμης !






