Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

Πως χάθηκε η Ατλαντίδα



Η Ατλαντίδα ήταν ο καθρέπτης του Ήλιου. Δεν υπήρχε πιο όμορφη χώρα σ’ όλη την οικουμένη. Ο Αίγυπτος και η Βαβυλωνία θαύμαζαν τα πλούτη και τους ανθρώπους της Ατλαντίδας, τις μεγαλοπρεπείς πολιτείες τους και την σοφία του βασιλιά τους.
Όλοι οι ξένοι υμνούσαν τον σοφό βασιλιά τους, που με αυταπάρνηση εδώ και δεκαετίες υπηρετούσε το λαό της Ατλαντίδας με αγάπη και καλοσύνη και πότε-πότε με αυστηρότητα και σιδερένια θέληση. Ο καθένας ήταν σαν αδελφός του, για τον καθένα είχε να πει λόγια καλοσύνης. Ο λαός λάτρευε τον δίκαιο βασιλιά του, ο οποίος πάντοτε μεριμνούσε και αντιμετώπιζε πετυχημένα τα προβλήματα του λαού του.
Ο κόσμος δεν πήγαινε στους ναούς, όλοι πήγαιναν στον αγαπημένο βασιλιά τους. Ο λαός έλεγε:
- Είναι ο Ήλιος μας, είναι τα μάτια μας, είναι το χαμόγελό μας. Δόξα στον αγαπημένο βασιλιά μας!
Όμως ήρθε η τελευταία του μέρα και ο βασιλιάς αδύναμος κειτόταν μέσα στο παλάτι του. Όλοι οι κάτοικοι της Ατλαντίδας συγκεντρώθηκαν μέσα και έξω από το παλάτι του και έλεγαν κλαίγοντας :
- Μη φεύγεις αγαπημένε βασιλιά μας! Ήρθαμε να διώξουμε το θάνατο. Σήκω και κοίτα, όλη η Ατλαντίδα ήρθε να σε προστατέψει, να σου δείξει την αγάπη της. Ο λαός σου γέμισε όλη την πόλη μέχρι τη θάλασσα και όλοι οι υπήκοοί σου κλαίνε και σε ικετεύουν, να μη φύγεις.
Ο βασιλιάς έγνεψε τον Μεγάλο Ιερέα και ήθελε να πει τα τελευταία του λόγια, την τελευταία του θέληση και ζήτησε, ο κόσμος να βγει για λίγο από το παλάτι του. Όμως κανένας δεν έκανε βήμα πίσω, κανένας δεν έφευγε. Ήταν σαν να είναι όλοι βουβοί και κουφοί.
Τότε ο βασιλιάς σήκωσε το κεφάλι του και παρακάλεσε να βγούνε από το παλάτι του, για να πει στον Μεγάλο Ιερέα την τελευταία του επιθυμία. Και ξανά κανένας δεν κουνήθηκε, σαν να ήταν κουφοί και προσπαθούσαν να πιάσουν το βλέμμα του αγαπημένου τους βασιλιά.
Και τότε… Ο βασιλιάς με μεγάλη δυσκολία σηκώθηκε και κάθισε πάνω στο κρεβάτι του και είπε:
- Δεν φύγατε; Δε θέλετε να φύγετε; Είστε ακόμη εδώ; Τώρα κατάλαβα. Σας μισώ! Απορρίπτω την αγάπη σας. Μου πήρατε τα πάντα. Πήρατε την παιδική μου χαρά, που δεν γνώρισα ποτέ. Εσείς ήταν εκείνοι, που με αγαλλίαση δεχτήκατε την απόφασή μου, να μείνω για χάρη σας ανύπαντρος και μόνος , ώστε απερίσπαστος να μεριμνώ για τα δικά σας συμφέροντα όλη μου τη ζωή . Στην ώριμή μου ηλικία , όταν αποζητούσα την γαλήνη και την ηρεμία , εσείς ήσασταν, που με θορύβους και κραυγές με εμποδίζατε να ηρεμήσω. Ακόμη και τώρα , την τελευταία μου ώρα , περιφρονάτε την ανάγκη μου να μείνω μόνος, που σας φωνάζω από το νεκροκρέβατο μου. Μόνο με την επίτευξη της δική σας ευτυχία και την αποφυγή του δικού σας πόνου , ασχολιόμουνα σε όλο μου τον βίο. Μόνο τα δικά σας λόγια άκουγα όλη μου τη ζωή. Εσείς αρπάξατε τον Ήλιο μου! Δεν έβλεπα Ήλιο, μόνο τις σκιές σας έβλεπα. Ο ορίζοντας, ο μακρινός ορίζοντας, το σύνορο του καταγάλανου ουρανού και της γαλάζιας θάλασσας ! Εσείς δε με αφήσατε , ούτε καν να πάω να τον πλησιάζω. Κερδίσατε! Δεν πρόκειται, να περπατήσω μέσα στο καταπράσινο λιβάδι. Δεν ανέβηκα ποτέ σε κάποιο βουνό, δε με αφήσατε να κολυμπήσω μέσα στα κύματα της θάλασσας, δε μου δώσατε ελεύθερό χρόνο να κοιτάξω τον έναστρο ουρανό και την λαμπερή σελήνη. Κερδίσατε! Μου τα κλέψατε όλα. Σας μισώ! Ακόμη κι αν νιώθετε κάποια συμπάθεια για εμένα , αρνιέμαι και την ίδια σας την αγάπη.
Με τα λόγια αυτά ο βασιλιάς έγειρε στο κρεβάτι του και άφησε την τελευταία του πνοή. Εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε από την θάλασσα ένα γιγάντιο κύμα , με εκατοντάδες μέτρα ύψος σαν μεγάλος τοίχος και έπεσε πάνω στο νησί και έτσι για πάντα χάθηκε η Ατλαντίδα !

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020

Σκορπιός και Χελώνα


Η σπασμένη τσαγιέρα


Μια φορά ο Δάσκαλος μιλούσε με τον αγαπημένο του μαθητή με θέμα, την πολύ σπουδαία ικανότητα του ανθρώπου να δαμάζει την οργή, που έχει στην καρδιά του και να μην πέσει τόσο χαμηλά, ώστε να εκδικηθεί. Με προσοχή ακούγοντας τον Δάσκαλο ο μαθητής με σύγχυση ομολόγησε, πως ακόμη δεν απέκτησε την ικανότητα να συγχωρεί τους εχθρούς του, παρ’ όλο που ειλικρινά προσπαθεί.
- Έχω έναν εχθρό, είπε ο μαθητής, και θα ήθελα να ξεχάσω το κακό που μου έκανε, αλλά δεν μπορώ να καταφέρω, να ξεριζώσω την οργή απ’ την καρδιά μου.
- Θα σε βοηθήσω, είπε ο Δάσκαλος, και πήρε από το ράφι μια παλιά πήλινη τσαγιέρα. Πάρε αυτήν την τσαγιέρα και πράξε αυτό, που θα ήθελες να κάνεις με τον εχθρό σου.
Ο μαθητής πήρε την τσαγιέρα στα χέρια του, την κοίταξε απ’ εδώ και απ’ εκεί, δειλιάζοντας να κάνει κάτι. Τότε ο Δάσκαλος είπε:
- Είναι μια παλιά τσαγιέρα, δεν είναι άνθρωπος, μη φοβάσαι να κάνεις αυτό, που θα ήθελες να κάνεις με τον εχθρό σου.
Τότε ο μαθητής σήκωσε την τσαγιέρα και με δύναμη την έριξε κάτω, ώστε η τσαγιέρα να γίνει κομμάτια και θρύψαλα, που σκορπίστηκαν αναπηδώντας παντού. Ο Δάσκαλος κοίταξε το γεμάτο θραύσματα δάπεδο και είπε:
– Βλέπεις τι έγινε; Σπάζοντας την τσαγιέρα εσύ δεν την ξεφορτώθηκες, αντίθετα την πολλαπλασίασες σε πολλά θραύσματα, τα οποία μετατράπηκαν σε κίνδυνο για σένα και για τους γύρω ανθρώπους. Γι’ αυτό κάθε φορά, όταν δεν θα έχεις δυνάμεις να πετάς την οργή από την καρδιά σου, να θυμηθείς αυτά τα θραύσματα, είπε ο Δάσκαλος.

Βάτραχος και Σαρανταποδαρούσα


Σοφία Σολομώντος


Σαν τα φύλλα του δάσους


Σαν τα φύλλα του δάσους
Μια φορά έναν γέροντα σοφό, που καθόταν κάτω από ένα δέντρο, τον επισκέφθηκε ένας μεγάλος φιλόσοφος. Ο σοφός ήδη ήταν πολύ γέρος και σε λίγο θα έφευγε από τη ζωή.
Ο φιλόσοφος ρώτησε τον σοφό:
– Πέστε μου, σας παρακαλώ, διδάξατε όλα αυτά που ξέρατε, ή όχι;
Ο σοφός έσκυψε και πήρε στο χέρι του μερικά ξερά φύλλα και ρώτησε τον φιλόσοφο:
– Νομίζετε πως τα φύλλα που έχω στο χέρι, είναι περισσότερα απ’ αυτά, που έχει το διπλανό δάσος;
– Με κοροϊδεύετε; Είπε ο φιλόσοφος, βεβαίως τα φύλλα του δάσους είναι πολύ περισσότερα.
Και ο σοφός απάντησε:
– Αυτά που δίδαξα και είπα, είναι τα φύλλα που έχω στο χέρι μου, ενώ αυτά που δεν δίδαξα ούτε τα ανέφερα, είναι όλα τα ξερά φύλλα του δάσους.
Τότε ο φιλόσοφος με απορία φώναξε:
– Γιατί δεν τα είπατε όλα αυτά;
Ο σοφός απάντησε:
– Γιατί αυτό δε θα βοηθούσε τους ανθρώπους. Καλό είναι να διδάσκονται οι άνθρωποι, αλλά ακόμη καλύτερα είναι να αποκτούν γνώσεις , μέσω των εμπειριών της ζωής !

Η ουρά του γάτου