Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020
Σαν τα φύλλα του δάσους
Σαν τα φύλλα του δάσους
Μια φορά έναν γέροντα σοφό, που καθόταν κάτω από ένα δέντρο, τον επισκέφθηκε ένας μεγάλος φιλόσοφος. Ο σοφός ήδη ήταν πολύ γέρος και σε λίγο θα έφευγε από τη ζωή.
Ο φιλόσοφος ρώτησε τον σοφό:
– Πέστε μου, σας παρακαλώ, διδάξατε όλα αυτά που ξέρατε, ή όχι;
Ο σοφός έσκυψε και πήρε στο χέρι του μερικά ξερά φύλλα και ρώτησε τον φιλόσοφο:
– Νομίζετε πως τα φύλλα που έχω στο χέρι, είναι περισσότερα απ’ αυτά, που έχει το διπλανό δάσος;
– Με κοροϊδεύετε; Είπε ο φιλόσοφος, βεβαίως τα φύλλα του δάσους είναι πολύ περισσότερα.
Και ο σοφός απάντησε:
– Αυτά που δίδαξα και είπα, είναι τα φύλλα που έχω στο χέρι μου, ενώ αυτά που δεν δίδαξα ούτε τα ανέφερα, είναι όλα τα ξερά φύλλα του δάσους.
Τότε ο φιλόσοφος με απορία φώναξε:
– Γιατί δεν τα είπατε όλα αυτά;
Ο σοφός απάντησε:
– Γιατί αυτό δε θα βοηθούσε τους ανθρώπους. Καλό είναι να διδάσκονται οι άνθρωποι, αλλά ακόμη καλύτερα είναι να αποκτούν γνώσεις , μέσω των εμπειριών της ζωής !
Μια φορά έναν γέροντα σοφό, που καθόταν κάτω από ένα δέντρο, τον επισκέφθηκε ένας μεγάλος φιλόσοφος. Ο σοφός ήδη ήταν πολύ γέρος και σε λίγο θα έφευγε από τη ζωή.
Ο φιλόσοφος ρώτησε τον σοφό:
– Πέστε μου, σας παρακαλώ, διδάξατε όλα αυτά που ξέρατε, ή όχι;
Ο σοφός έσκυψε και πήρε στο χέρι του μερικά ξερά φύλλα και ρώτησε τον φιλόσοφο:
– Νομίζετε πως τα φύλλα που έχω στο χέρι, είναι περισσότερα απ’ αυτά, που έχει το διπλανό δάσος;
– Με κοροϊδεύετε; Είπε ο φιλόσοφος, βεβαίως τα φύλλα του δάσους είναι πολύ περισσότερα.
Και ο σοφός απάντησε:
– Αυτά που δίδαξα και είπα, είναι τα φύλλα που έχω στο χέρι μου, ενώ αυτά που δεν δίδαξα ούτε τα ανέφερα, είναι όλα τα ξερά φύλλα του δάσους.
Τότε ο φιλόσοφος με απορία φώναξε:
– Γιατί δεν τα είπατε όλα αυτά;
Ο σοφός απάντησε:
– Γιατί αυτό δε θα βοηθούσε τους ανθρώπους. Καλό είναι να διδάσκονται οι άνθρωποι, αλλά ακόμη καλύτερα είναι να αποκτούν γνώσεις , μέσω των εμπειριών της ζωής !
Τα χρυσά καρφιά της σκηνής
Ένας δερβίσης για τον οποίον χαρά ήταν η αυταπάρνηση και ελπίδα του ήταν ο παράδεισος, μια φορά συνάντησε έναν πλούσιο άρχοντα. Ο μεγιστάνας μαζί με την μεγάλη συνοδεία του τοποθέτησε την σκηνή του έξω από την πρωτεύουσα, για να παραθερίσει τις καλοκαιρινές μήνες δίπλα σ’ ένα ποτάμι.
Η πολυτελής σκηνή του ήταν φτιαγμένη από το πιο ακριβό ύφασμα, ακόμα και τα καρφιά με τα οποία η σκηνή ήταν καρφωμένη στο έδαφος, ήταν από χρυσό.
Ο δερβίσης ήταν κήρυκας του ασκητισμού και με θάρρος και τόλμη του λόγου επιτέθηκε στον άρχοντα, λέγοντας του πόσο άχρηστος και τιποτένιος είναι ο πλούτος, πόση θλιβερή ματαιοδοξία κρύβεται πίσω απ’ αυτά τα χρυσά καρφιά. Και το αντίθετο, πόσο μεγάλη είναι η ευτυχία της αυταπάρνησης και του ασκητισμού, πόσο όμορφοι και μεγαλοπρεπείς είναι οι άγιοι τόποι, που εμπνέουν ολιγάρκεια, γαλήνη και τους οποίους αυτός σίγουρα δεν έχει επισκεφθεί.
Ο άρχοντας άκουγε τα λόγια του δερβίση σκεπτόμενος, με σοβαρό ύφος, μετά πήρε τα χέρια του δερβίση στα δικά του και είπε:
– Τα λόγια σου είναι σαν θερμές ακτίνες του ήλιου και σαν δροσιά του βραδινού αέρα. Φίλε, σε παρακαλώ να με συνοδεύεις, θα πάμε μαζί στους άγιους τόπους.
Και ο άρχοντας αμέσως πήρε τον δρόμο και ούτε κοίταξε πίσω του, αφήνοντας τη σκηνή του, χωρίς άλογο, χωρίς υπηρέτη, χωρίς λεφτά. Ο δερβίσης έκπληκτος έτρεχε πίσω του, φωνάζοντας:
– Κύριε, πράγματι θέλεις να κάνεις προσκύνημα στους άγιους τόπους; Αν είναι έτσι, περίμενε λίγο για να πάρω το καφτάνι μου.
Ο άρχοντας χαμογέλασε και είπε:
– Εγώ άφησα πίσω μου όλα τα πλούτη μου, τα άλογα, τα χρυσαφικά μου, τη σκηνή μου, τους υπηρέτες, όλα αυτά που έχω. Λες σοβαρά, πως θέλεις να επιστρέψεις για να πάρεις το παλιό καφτάνι σου;
Ο δερβίσης με μεγάλη απορία ρώτησε:
– Σε παρακαλώ εξήγησέ μου, πώς μπόρεσες ν’ αφήσεις όλα τα πλούτη σου και ούτε το καφτάνι πήρες μαζί σου;
Ο άρχοντας σοβαρά και με πεποίθηση είπε:
– Τα χρυσά καρφιά τα κάρφωσα στη γη, και όχι στην καρδιά μου.
Η πολυτελής σκηνή του ήταν φτιαγμένη από το πιο ακριβό ύφασμα, ακόμα και τα καρφιά με τα οποία η σκηνή ήταν καρφωμένη στο έδαφος, ήταν από χρυσό.
Ο δερβίσης ήταν κήρυκας του ασκητισμού και με θάρρος και τόλμη του λόγου επιτέθηκε στον άρχοντα, λέγοντας του πόσο άχρηστος και τιποτένιος είναι ο πλούτος, πόση θλιβερή ματαιοδοξία κρύβεται πίσω απ’ αυτά τα χρυσά καρφιά. Και το αντίθετο, πόσο μεγάλη είναι η ευτυχία της αυταπάρνησης και του ασκητισμού, πόσο όμορφοι και μεγαλοπρεπείς είναι οι άγιοι τόποι, που εμπνέουν ολιγάρκεια, γαλήνη και τους οποίους αυτός σίγουρα δεν έχει επισκεφθεί.
Ο άρχοντας άκουγε τα λόγια του δερβίση σκεπτόμενος, με σοβαρό ύφος, μετά πήρε τα χέρια του δερβίση στα δικά του και είπε:
– Τα λόγια σου είναι σαν θερμές ακτίνες του ήλιου και σαν δροσιά του βραδινού αέρα. Φίλε, σε παρακαλώ να με συνοδεύεις, θα πάμε μαζί στους άγιους τόπους.
Και ο άρχοντας αμέσως πήρε τον δρόμο και ούτε κοίταξε πίσω του, αφήνοντας τη σκηνή του, χωρίς άλογο, χωρίς υπηρέτη, χωρίς λεφτά. Ο δερβίσης έκπληκτος έτρεχε πίσω του, φωνάζοντας:
– Κύριε, πράγματι θέλεις να κάνεις προσκύνημα στους άγιους τόπους; Αν είναι έτσι, περίμενε λίγο για να πάρω το καφτάνι μου.
Ο άρχοντας χαμογέλασε και είπε:
– Εγώ άφησα πίσω μου όλα τα πλούτη μου, τα άλογα, τα χρυσαφικά μου, τη σκηνή μου, τους υπηρέτες, όλα αυτά που έχω. Λες σοβαρά, πως θέλεις να επιστρέψεις για να πάρεις το παλιό καφτάνι σου;
Ο δερβίσης με μεγάλη απορία ρώτησε:
– Σε παρακαλώ εξήγησέ μου, πώς μπόρεσες ν’ αφήσεις όλα τα πλούτη σου και ούτε το καφτάνι πήρες μαζί σου;
Ο άρχοντας σοβαρά και με πεποίθηση είπε:
– Τα χρυσά καρφιά τα κάρφωσα στη γη, και όχι στην καρδιά μου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






