Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020

Η ουρά του γάτου


Το μοίρασμα του θερισμού στα αδέλφια


Τα χρυσά καρφιά της σκηνής


Ένας δερβίσης για τον οποίον χαρά ήταν η αυταπάρνηση και ελπίδα του ήταν ο παράδεισος, μια φορά συνάντησε έναν πλούσιο άρχοντα. Ο μεγιστάνας μαζί με την μεγάλη συνοδεία του τοποθέτησε την σκηνή του έξω από την πρωτεύουσα, για να παραθερίσει τις καλοκαιρινές μήνες δίπλα σ’ ένα ποτάμι.
Η πολυτελής σκηνή του ήταν φτιαγμένη από το πιο ακριβό ύφασμα, ακόμα και τα καρφιά με τα οποία η σκηνή ήταν καρφωμένη στο έδαφος, ήταν από χρυσό.
Ο δερβίσης ήταν κήρυκας του ασκητισμού και με θάρρος και τόλμη του λόγου επιτέθηκε στον άρχοντα, λέγοντας του πόσο άχρηστος και τιποτένιος είναι ο πλούτος, πόση θλιβερή ματαιοδοξία κρύβεται πίσω απ’ αυτά τα χρυσά καρφιά. Και το αντίθετο, πόσο μεγάλη είναι η ευτυχία της αυταπάρνησης και του ασκητισμού, πόσο όμορφοι και μεγαλοπρεπείς είναι οι άγιοι τόποι, που εμπνέουν ολιγάρκεια, γαλήνη και τους οποίους αυτός σίγουρα δεν έχει επισκεφθεί.
Ο άρχοντας άκουγε τα λόγια του δερβίση σκεπτόμενος, με σοβαρό ύφος, μετά πήρε τα χέρια του δερβίση στα δικά του και είπε:
– Τα λόγια σου είναι σαν θερμές ακτίνες του ήλιου και σαν δροσιά του βραδινού αέρα. Φίλε, σε παρακαλώ να με συνοδεύεις, θα πάμε μαζί στους άγιους τόπους.
Και ο άρχοντας αμέσως πήρε τον δρόμο και ούτε κοίταξε πίσω του, αφήνοντας τη σκηνή του, χωρίς άλογο, χωρίς υπηρέτη, χωρίς λεφτά. Ο δερβίσης έκπληκτος έτρεχε πίσω του, φωνάζοντας:
– Κύριε, πράγματι θέλεις να κάνεις προσκύνημα στους άγιους τόπους; Αν είναι έτσι, περίμενε λίγο για να πάρω το καφτάνι μου.
Ο άρχοντας χαμογέλασε και είπε:
– Εγώ άφησα πίσω μου όλα τα πλούτη μου, τα άλογα, τα χρυσαφικά μου, τη σκηνή μου, τους υπηρέτες, όλα αυτά που έχω. Λες σοβαρά, πως θέλεις να επιστρέψεις για να πάρεις το παλιό καφτάνι σου;
Ο δερβίσης με μεγάλη απορία ρώτησε:
– Σε παρακαλώ εξήγησέ μου, πώς μπόρεσες ν’ αφήσεις όλα τα πλούτη σου και ούτε το καφτάνι πήρες μαζί σου;
Ο άρχοντας σοβαρά και με πεποίθηση είπε:
– Τα χρυσά καρφιά τα κάρφωσα στη γη, και όχι στην καρδιά μου.

Αγάπη ο δρόμος προς τον Θεό


Η κούπα που ξεχείλισε


Η δύναμη της οργής


Αρρώστησε ο σκληρόψυχος αυτοκράτορας. Η ασθένειά του τον καθήλωσε στο κρεβάτι. Οι καλύτεροι γιατροί προσπαθούσαν να τον θεραπεύσουν αλλά η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε.
Πέρασαν μήνες, χρόνια, ενώ ο αυτοκράτορας δε μπορούσε να κουνηθεί. Κατέκτησε το μισό κόσμο, όλοι τρόμαζαν ακούγοντας το όνομα του σκληρού κατακτητή, αλλά μπροστά στην ασθένειά του ήταν αδύναμος.
Μια φορά η αδυναμία του τον έκανε να λυσσάξει:
– Όλους τους γιατρούς να αποκεφαλίσετε και να βάζετε τα κεφάλια τους στους τείχους της πόλης.
Πέρασαν χρόνια, οι τείχη της πόλης άσπρισαν από τα ξεραμένα κρανία των γιατρών.
Μια φορά ο αυτοκράτορας φώναξε τον βεζίρη του:
– Βεζίρη, πού είναι οι γιατροί;
– Δεν υπάρχουν γιατροί, αφέντη μου. Εσείς δώσατε την διαταγή να τους εκτελέσουν. Δεν έμεινε ούτε ένας, που αξίζει να εμφανιστεί μπροστά σας.
Πέρασαν δέκα χρόνια ακινησίας και μια φορά ο αυτοκράτορας ξαναρώτησε τον βεζίρη του:
– Θυμάσαι είπες πως δεν έμεινε γιατρός που αξίζει να εμφανιστεί μπροστά μου. Εξήγησέ μου τι σημαίνει αυτό.
– Αφέντη μου, έμεινε μόνο ένας κομπογιαννίτης στο κράτος μας. Ζει εδώ στην πρωτεύουσα μας. Ξέρει να θεραπεύει, αλλά είναι τόσο ανάγωγος, τόσο άγαρμπος και αγενής.
– Γιατί δε μου το έφερες ; φώναξε ο αγανακτισμένος αυτοκράτορας.
– Μα, αφέντη μου, αν τον έφερνα θα με είχατε θανατώσει, για την συμπεριφορά του.
– Υπόσχομαι, πως δε θα το κάνω. Φέρ’ τον αμέσως.
Σε λίγο ο βεζίρης ήρθε μαζί με τον κομπογιαννίτη.
– Λένε πως ξέρεις να θεραπεύεις, είπε ο αυτοκράτορας. Δεν νομίζω, πως έχεις τις ικανότητες, να με θεραπεύσεις.
– Και τι ξέρεις εσύ από την ιατρική και μιλάς; Εσύ ούτε κεφάλια ξέρεις να κόβεις, ακόμη και αυτό το κάνουν οι δήμιοί σου, με θράσος απάντησε ο κομπογιαννίτης.
– Φρουρά!!! φώναξε ο οργισμένος αυτοκράτορας, αποκεφαλίστε τον.
Ποτέ στη ζωή του ο αυτοκράτορας δεν είχε ακούσει να του μιλάνε με αυτό το αγενή τρόπο.
– Είμαι η τελευταία σου ελπίδα, του είπε ο κομπογιαννίτης ! Μπορείς να με σκοτώσεις, όμως μην ξεχνάς πως είμαι ο τελευταίος, που μπορεί να σε θεραπεύσει και μάλιστα, σήμερα!
Ο αυτοκράτορας ακούγοντας αυτά τα λόγια, αμέσως ηρέμησε:
– Άρχισε να θεραπεύεις! Είπες πως θα το κάνεις σε μια μέρα, σήμερα!
– Εντάξει, όμως πρέπει να δεχτείς τρεις όρους, μόνο τότε θ’ αρχίσω την θεραπεία σου.
– Λέγε!
– Να διατάξεις, να φέρουν μπροστά στις πύλες του παλατιού το πιο γρήγορο άτι στην αυτοκρατορία σου και ένα μικρό σακούλι με χρυσές λύρες.
– Αν θα με θεραπεύεις, θα σου χαρίσω σαράντα άλογα φορτωμένα τσουβάλια με χρυσές λύρες.
– Αυτό θα το κάνεις μετά, μετά… Πίσω μου θα τα στέλνεις. Ο δεύτερος όρος , κανένας δεν πρέπει να είναι μέσα στα παλάτια σου, όταν θα σε θεραπεύω, επειδή κατά τη θεραπεία θα νιώσεις πόνο, θα φωνάζεις και σίγουρα δεν θέλεις, να δει κανένας τον αυτοκράτορα τόσο αδύναμο
– Εντάξει. Τι άλλο;
– Ο τρίτος όρος είναι να μη μπουν μέσα οι υπηρέτες σου για μια ώρα τουλάχιστον, ακόμα κι αν τους καλέσεις, επειδή μπορεί να με εμποδίσουν και να μην ολοκληρωθεί η θεραπεία.
Ο αυτοκράτορας δέχτηκε τους όρους του κομπογιαννίτη και διέταξε όλοι να φύγουν. Έμειναν οι δυο τους.
– Ν’ αρχίσεις!, διέταξε ο αυτοκράτορας.
– Τι ν’ αρχίσω, παλιόμουτρο; Ποιος σου είπε βλάκα, ότι μπορώ να σε θεραπεύσω; Έπεσες στην παγίδα μου. Έχω μια ώρα. Τόσο καιρό περίμενα την κατάλληλη στιγμή να σε τιμωρήσω, αιμοβόρο θηρίο! Έχω τρία όνειρα, τρεις ενδόμυχες επιθυμίες. Το πρώτο είναι να φτύσω την αυτοκρατορική σου φάτσα!
Και με αυτά τα λόγια ο κομπογιαννίτης με όλη του τη δύναμη έφτυσε τον αυτοκράτορα στον πρόσωπο. Χλόμιασε το πρόσωπο του αυτοκράτορα από την οργή και αδυναμία να κάνει κάτι. Άρχισε σιγά να κουνιέται στην προσπάθεια να αντισταθεί σ’ αυτό το εξευτελισμό!
– Α! σάπιο κούτσουρο, παλιόσκυλα, μπορείς και να κουνηθείς! Το δεύτερο μου όνειρο… Ω! πόσο θα το απολαμβάνω, είναι να κατουρήσω πάνω στο μούτρο σου.
Και αμέσως άρχισε να πραγματοποιεί το όνειρό του.
– Φρουρά!!! ούρλιαξε ο αυτοκράτορας, αλλά η φωνή του πνίγηκε απ’ τα ούρα!
Άρχισε να κουνάει το κεφάλι του για να αποφύγει το ρεύμα των ούρων και κατάφερε να σηκώσει το κορμί του, προσπαθώντας με δόντια να αρπάξει το πόδι του κομπογιαννίτη. Η φρουρά άκουσε τη φωνή του, αλλά δεν τόλμησε να παραβιάζει την διαταγή του.
– Ψόφιο γουρούνι, είπε ο κομπογιαννίτης και του έδωσε μια κλοτσιά.
Ο αυτοκράτορας ένιωσε δυνατό πόνο. Ξαφνικά θυμήθηκε, πως δίπλα στο κρεβάτι του υπάρχει μια μικρή ντουλάπα και εκεί υπάρχει ένα στιλέτο. Υποκινούμενος από μοναδική επιθυμία, να τιμωρήσει τον άνθρωπο που τον προσέβαλλε βάναυσα, άπλωσε το χέρι του προς το όπλο.
Εν τω μεταξύ ο κομπογιαννίτης είπε το τρίτο του όνειρο, που ούτε καν μπορεί να γραφεί κι όταν ο αυτοκράτορας το άκουσε, ούρλιαξε σαν λαβωμένο θηρίο. Με τιτάνιες προσπάθειες ο αυτοκράτορας σύρθηκε προς το ντουλαπάκι με το στιλέτο.
– Θα σε σκοτώσω, βρυχιόταν ο αυτοκράτορας, με τα χέρια μου θα σε κομματιάσω!!!
Με τη δύναμη της θέλησης ο αυτοκράτορας σηκώθηκε πάνω στα βαμβακένια πόδια του και άρπαξε το στιλέτο. Όταν γύρισε, κανένας δεν ήταν μέσα στο παλάτι. Με πολλές δυσκολίες έφτασε στην έξοδο του ανακτόρου.
Αχ! Πόσο μετάνιωσε, που έδωσε σ’ αυτόν τον παλιάνθρωπο το καλύτερό του άτι! Γεμάτος οργή και θέληση πλησίασε το πρώτο άλογο, με δόντια γαντζώθηκε στη χαίτη του αλόγου και με χέρια που μέσα τους εμφανίσθηκε λίγη δύναμη, ανέβηκε στη σέλα.
Μέσα του ξύπνησε το πνεύμα του μεγάλου ηγεμόνα, ξύπνησε το πνεύμα του μεγάλου στρατηλάτη.
– Πού έφυγε, φώναξε ο αυτοκράτορας στους υπηρέτες, που έτρεχαν προς τον αυτοκράτορα.
Βλέποντας τον αυτοκράτορα πάνω στο άλογο οι υπηρέτες και οι φρουροί έκπληκτοι και φοβισμένοι έδειξαν προς την κατεύθυνση, που έφυγε ο κομπογιαννίτης.
Ο αυτοκράτορας ρίχτηκε πίσω από τον φυγά. Κάθε λεπτό ένιωθε πως οι δυνάμεις του επιστρέφουν. Ήδη είχε κάνει πολλά χιλιόμετρα, όταν ξαφνικά θυμήθηκε:
«Θεέ μου! Δέκα χρόνια δεν είχα καθίσει στη σέλα! Δέκα χρόνια δεν έβλεπα μπροστά μου τη χαίτη του άτι! Δέκα χρόνια δεν κρατούσα στο χέρι μου όπλο!»
Εκείνη τη στιγμή άκουσε πίσω του από καιρό ξεχασμένους ήχους. Ήταν το ποδοβολητό των αλόγων και τα ενθουσιώδη ουρλιαχτά. Εκατό αξιωματικοί του πάνω στα άλογα με τα σπαθιά στα χέρια τους και ολόκληρο το στρατό πίσω τους πλησίαζαν τον αυτοκράτορα φωνάζοντας:
– Ζήτω ο αυτοκράτορας!
Όταν ο στρατός έφτασε στον αυτοκράτορα, τον είδανε να κείται μέσα στη σκόνη του δρόμου, να τινάζει τα πόδια, τα χέρια του και να πνίγεται από τους καγχασμούς:
– Αχ! κομπογιαννίτη! Αχ! κάθαρμα!... Αξίζεις τελικά τα τσουβάλια με το χρυσό!

Ο Βράχος στη μέση του δρόμου