Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020
Η δύναμη της οργής
Αρρώστησε ο σκληρόψυχος αυτοκράτορας. Η ασθένειά του τον καθήλωσε στο κρεβάτι. Οι καλύτεροι γιατροί προσπαθούσαν να τον θεραπεύσουν αλλά η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε.
Πέρασαν μήνες, χρόνια, ενώ ο αυτοκράτορας δε μπορούσε να κουνηθεί. Κατέκτησε το μισό κόσμο, όλοι τρόμαζαν ακούγοντας το όνομα του σκληρού κατακτητή, αλλά μπροστά στην ασθένειά του ήταν αδύναμος.
Μια φορά η αδυναμία του τον έκανε να λυσσάξει:
– Όλους τους γιατρούς να αποκεφαλίσετε και να βάζετε τα κεφάλια τους στους τείχους της πόλης.
Πέρασαν χρόνια, οι τείχη της πόλης άσπρισαν από τα ξεραμένα κρανία των γιατρών.
Μια φορά ο αυτοκράτορας φώναξε τον βεζίρη του:
– Βεζίρη, πού είναι οι γιατροί;
– Δεν υπάρχουν γιατροί, αφέντη μου. Εσείς δώσατε την διαταγή να τους εκτελέσουν. Δεν έμεινε ούτε ένας, που αξίζει να εμφανιστεί μπροστά σας.
Πέρασαν δέκα χρόνια ακινησίας και μια φορά ο αυτοκράτορας ξαναρώτησε τον βεζίρη του:
– Θυμάσαι είπες πως δεν έμεινε γιατρός που αξίζει να εμφανιστεί μπροστά μου. Εξήγησέ μου τι σημαίνει αυτό.
– Αφέντη μου, έμεινε μόνο ένας κομπογιαννίτης στο κράτος μας. Ζει εδώ στην πρωτεύουσα μας. Ξέρει να θεραπεύει, αλλά είναι τόσο ανάγωγος, τόσο άγαρμπος και αγενής.
– Γιατί δε μου το έφερες ; φώναξε ο αγανακτισμένος αυτοκράτορας.
– Μα, αφέντη μου, αν τον έφερνα θα με είχατε θανατώσει, για την συμπεριφορά του.
– Υπόσχομαι, πως δε θα το κάνω. Φέρ’ τον αμέσως.
Σε λίγο ο βεζίρης ήρθε μαζί με τον κομπογιαννίτη.
– Λένε πως ξέρεις να θεραπεύεις, είπε ο αυτοκράτορας. Δεν νομίζω, πως έχεις τις ικανότητες, να με θεραπεύσεις.
– Και τι ξέρεις εσύ από την ιατρική και μιλάς; Εσύ ούτε κεφάλια ξέρεις να κόβεις, ακόμη και αυτό το κάνουν οι δήμιοί σου, με θράσος απάντησε ο κομπογιαννίτης.
– Φρουρά!!! φώναξε ο οργισμένος αυτοκράτορας, αποκεφαλίστε τον.
Ποτέ στη ζωή του ο αυτοκράτορας δεν είχε ακούσει να του μιλάνε με αυτό το αγενή τρόπο.
– Είμαι η τελευταία σου ελπίδα, του είπε ο κομπογιαννίτης ! Μπορείς να με σκοτώσεις, όμως μην ξεχνάς πως είμαι ο τελευταίος, που μπορεί να σε θεραπεύσει και μάλιστα, σήμερα!
Ο αυτοκράτορας ακούγοντας αυτά τα λόγια, αμέσως ηρέμησε:
– Άρχισε να θεραπεύεις! Είπες πως θα το κάνεις σε μια μέρα, σήμερα!
– Εντάξει, όμως πρέπει να δεχτείς τρεις όρους, μόνο τότε θ’ αρχίσω την θεραπεία σου.
– Λέγε!
– Να διατάξεις, να φέρουν μπροστά στις πύλες του παλατιού το πιο γρήγορο άτι στην αυτοκρατορία σου και ένα μικρό σακούλι με χρυσές λύρες.
– Αν θα με θεραπεύεις, θα σου χαρίσω σαράντα άλογα φορτωμένα τσουβάλια με χρυσές λύρες.
– Αυτό θα το κάνεις μετά, μετά… Πίσω μου θα τα στέλνεις. Ο δεύτερος όρος , κανένας δεν πρέπει να είναι μέσα στα παλάτια σου, όταν θα σε θεραπεύω, επειδή κατά τη θεραπεία θα νιώσεις πόνο, θα φωνάζεις και σίγουρα δεν θέλεις, να δει κανένας τον αυτοκράτορα τόσο αδύναμο
– Εντάξει. Τι άλλο;
– Ο τρίτος όρος είναι να μη μπουν μέσα οι υπηρέτες σου για μια ώρα τουλάχιστον, ακόμα κι αν τους καλέσεις, επειδή μπορεί να με εμποδίσουν και να μην ολοκληρωθεί η θεραπεία.
Ο αυτοκράτορας δέχτηκε τους όρους του κομπογιαννίτη και διέταξε όλοι να φύγουν. Έμειναν οι δυο τους.
– Ν’ αρχίσεις!, διέταξε ο αυτοκράτορας.
– Τι ν’ αρχίσω, παλιόμουτρο; Ποιος σου είπε βλάκα, ότι μπορώ να σε θεραπεύσω; Έπεσες στην παγίδα μου. Έχω μια ώρα. Τόσο καιρό περίμενα την κατάλληλη στιγμή να σε τιμωρήσω, αιμοβόρο θηρίο! Έχω τρία όνειρα, τρεις ενδόμυχες επιθυμίες. Το πρώτο είναι να φτύσω την αυτοκρατορική σου φάτσα!
Και με αυτά τα λόγια ο κομπογιαννίτης με όλη του τη δύναμη έφτυσε τον αυτοκράτορα στον πρόσωπο. Χλόμιασε το πρόσωπο του αυτοκράτορα από την οργή και αδυναμία να κάνει κάτι. Άρχισε σιγά να κουνιέται στην προσπάθεια να αντισταθεί σ’ αυτό το εξευτελισμό!
– Α! σάπιο κούτσουρο, παλιόσκυλα, μπορείς και να κουνηθείς! Το δεύτερο μου όνειρο… Ω! πόσο θα το απολαμβάνω, είναι να κατουρήσω πάνω στο μούτρο σου.
Και αμέσως άρχισε να πραγματοποιεί το όνειρό του.
– Φρουρά!!! ούρλιαξε ο αυτοκράτορας, αλλά η φωνή του πνίγηκε απ’ τα ούρα!
Άρχισε να κουνάει το κεφάλι του για να αποφύγει το ρεύμα των ούρων και κατάφερε να σηκώσει το κορμί του, προσπαθώντας με δόντια να αρπάξει το πόδι του κομπογιαννίτη. Η φρουρά άκουσε τη φωνή του, αλλά δεν τόλμησε να παραβιάζει την διαταγή του.
– Ψόφιο γουρούνι, είπε ο κομπογιαννίτης και του έδωσε μια κλοτσιά.
Ο αυτοκράτορας ένιωσε δυνατό πόνο. Ξαφνικά θυμήθηκε, πως δίπλα στο κρεβάτι του υπάρχει μια μικρή ντουλάπα και εκεί υπάρχει ένα στιλέτο. Υποκινούμενος από μοναδική επιθυμία, να τιμωρήσει τον άνθρωπο που τον προσέβαλλε βάναυσα, άπλωσε το χέρι του προς το όπλο.
Εν τω μεταξύ ο κομπογιαννίτης είπε το τρίτο του όνειρο, που ούτε καν μπορεί να γραφεί κι όταν ο αυτοκράτορας το άκουσε, ούρλιαξε σαν λαβωμένο θηρίο. Με τιτάνιες προσπάθειες ο αυτοκράτορας σύρθηκε προς το ντουλαπάκι με το στιλέτο.
– Θα σε σκοτώσω, βρυχιόταν ο αυτοκράτορας, με τα χέρια μου θα σε κομματιάσω!!!
Με τη δύναμη της θέλησης ο αυτοκράτορας σηκώθηκε πάνω στα βαμβακένια πόδια του και άρπαξε το στιλέτο. Όταν γύρισε, κανένας δεν ήταν μέσα στο παλάτι. Με πολλές δυσκολίες έφτασε στην έξοδο του ανακτόρου.
Αχ! Πόσο μετάνιωσε, που έδωσε σ’ αυτόν τον παλιάνθρωπο το καλύτερό του άτι! Γεμάτος οργή και θέληση πλησίασε το πρώτο άλογο, με δόντια γαντζώθηκε στη χαίτη του αλόγου και με χέρια που μέσα τους εμφανίσθηκε λίγη δύναμη, ανέβηκε στη σέλα.
Μέσα του ξύπνησε το πνεύμα του μεγάλου ηγεμόνα, ξύπνησε το πνεύμα του μεγάλου στρατηλάτη.
– Πού έφυγε, φώναξε ο αυτοκράτορας στους υπηρέτες, που έτρεχαν προς τον αυτοκράτορα.
Βλέποντας τον αυτοκράτορα πάνω στο άλογο οι υπηρέτες και οι φρουροί έκπληκτοι και φοβισμένοι έδειξαν προς την κατεύθυνση, που έφυγε ο κομπογιαννίτης.
Ο αυτοκράτορας ρίχτηκε πίσω από τον φυγά. Κάθε λεπτό ένιωθε πως οι δυνάμεις του επιστρέφουν. Ήδη είχε κάνει πολλά χιλιόμετρα, όταν ξαφνικά θυμήθηκε:
«Θεέ μου! Δέκα χρόνια δεν είχα καθίσει στη σέλα! Δέκα χρόνια δεν έβλεπα μπροστά μου τη χαίτη του άτι! Δέκα χρόνια δεν κρατούσα στο χέρι μου όπλο!»
Εκείνη τη στιγμή άκουσε πίσω του από καιρό ξεχασμένους ήχους. Ήταν το ποδοβολητό των αλόγων και τα ενθουσιώδη ουρλιαχτά. Εκατό αξιωματικοί του πάνω στα άλογα με τα σπαθιά στα χέρια τους και ολόκληρο το στρατό πίσω τους πλησίαζαν τον αυτοκράτορα φωνάζοντας:
– Ζήτω ο αυτοκράτορας!
Όταν ο στρατός έφτασε στον αυτοκράτορα, τον είδανε να κείται μέσα στη σκόνη του δρόμου, να τινάζει τα πόδια, τα χέρια του και να πνίγεται από τους καγχασμούς:
– Αχ! κομπογιαννίτη! Αχ! κάθαρμα!... Αξίζεις τελικά τα τσουβάλια με το χρυσό!
Πέρασαν μήνες, χρόνια, ενώ ο αυτοκράτορας δε μπορούσε να κουνηθεί. Κατέκτησε το μισό κόσμο, όλοι τρόμαζαν ακούγοντας το όνομα του σκληρού κατακτητή, αλλά μπροστά στην ασθένειά του ήταν αδύναμος.
Μια φορά η αδυναμία του τον έκανε να λυσσάξει:
– Όλους τους γιατρούς να αποκεφαλίσετε και να βάζετε τα κεφάλια τους στους τείχους της πόλης.
Πέρασαν χρόνια, οι τείχη της πόλης άσπρισαν από τα ξεραμένα κρανία των γιατρών.
Μια φορά ο αυτοκράτορας φώναξε τον βεζίρη του:
– Βεζίρη, πού είναι οι γιατροί;
– Δεν υπάρχουν γιατροί, αφέντη μου. Εσείς δώσατε την διαταγή να τους εκτελέσουν. Δεν έμεινε ούτε ένας, που αξίζει να εμφανιστεί μπροστά σας.
Πέρασαν δέκα χρόνια ακινησίας και μια φορά ο αυτοκράτορας ξαναρώτησε τον βεζίρη του:
– Θυμάσαι είπες πως δεν έμεινε γιατρός που αξίζει να εμφανιστεί μπροστά μου. Εξήγησέ μου τι σημαίνει αυτό.
– Αφέντη μου, έμεινε μόνο ένας κομπογιαννίτης στο κράτος μας. Ζει εδώ στην πρωτεύουσα μας. Ξέρει να θεραπεύει, αλλά είναι τόσο ανάγωγος, τόσο άγαρμπος και αγενής.
– Γιατί δε μου το έφερες ; φώναξε ο αγανακτισμένος αυτοκράτορας.
– Μα, αφέντη μου, αν τον έφερνα θα με είχατε θανατώσει, για την συμπεριφορά του.
– Υπόσχομαι, πως δε θα το κάνω. Φέρ’ τον αμέσως.
Σε λίγο ο βεζίρης ήρθε μαζί με τον κομπογιαννίτη.
– Λένε πως ξέρεις να θεραπεύεις, είπε ο αυτοκράτορας. Δεν νομίζω, πως έχεις τις ικανότητες, να με θεραπεύσεις.
– Και τι ξέρεις εσύ από την ιατρική και μιλάς; Εσύ ούτε κεφάλια ξέρεις να κόβεις, ακόμη και αυτό το κάνουν οι δήμιοί σου, με θράσος απάντησε ο κομπογιαννίτης.
– Φρουρά!!! φώναξε ο οργισμένος αυτοκράτορας, αποκεφαλίστε τον.
Ποτέ στη ζωή του ο αυτοκράτορας δεν είχε ακούσει να του μιλάνε με αυτό το αγενή τρόπο.
– Είμαι η τελευταία σου ελπίδα, του είπε ο κομπογιαννίτης ! Μπορείς να με σκοτώσεις, όμως μην ξεχνάς πως είμαι ο τελευταίος, που μπορεί να σε θεραπεύσει και μάλιστα, σήμερα!
Ο αυτοκράτορας ακούγοντας αυτά τα λόγια, αμέσως ηρέμησε:
– Άρχισε να θεραπεύεις! Είπες πως θα το κάνεις σε μια μέρα, σήμερα!
– Εντάξει, όμως πρέπει να δεχτείς τρεις όρους, μόνο τότε θ’ αρχίσω την θεραπεία σου.
– Λέγε!
– Να διατάξεις, να φέρουν μπροστά στις πύλες του παλατιού το πιο γρήγορο άτι στην αυτοκρατορία σου και ένα μικρό σακούλι με χρυσές λύρες.
– Αν θα με θεραπεύεις, θα σου χαρίσω σαράντα άλογα φορτωμένα τσουβάλια με χρυσές λύρες.
– Αυτό θα το κάνεις μετά, μετά… Πίσω μου θα τα στέλνεις. Ο δεύτερος όρος , κανένας δεν πρέπει να είναι μέσα στα παλάτια σου, όταν θα σε θεραπεύω, επειδή κατά τη θεραπεία θα νιώσεις πόνο, θα φωνάζεις και σίγουρα δεν θέλεις, να δει κανένας τον αυτοκράτορα τόσο αδύναμο
– Εντάξει. Τι άλλο;
– Ο τρίτος όρος είναι να μη μπουν μέσα οι υπηρέτες σου για μια ώρα τουλάχιστον, ακόμα κι αν τους καλέσεις, επειδή μπορεί να με εμποδίσουν και να μην ολοκληρωθεί η θεραπεία.
Ο αυτοκράτορας δέχτηκε τους όρους του κομπογιαννίτη και διέταξε όλοι να φύγουν. Έμειναν οι δυο τους.
– Ν’ αρχίσεις!, διέταξε ο αυτοκράτορας.
– Τι ν’ αρχίσω, παλιόμουτρο; Ποιος σου είπε βλάκα, ότι μπορώ να σε θεραπεύσω; Έπεσες στην παγίδα μου. Έχω μια ώρα. Τόσο καιρό περίμενα την κατάλληλη στιγμή να σε τιμωρήσω, αιμοβόρο θηρίο! Έχω τρία όνειρα, τρεις ενδόμυχες επιθυμίες. Το πρώτο είναι να φτύσω την αυτοκρατορική σου φάτσα!
Και με αυτά τα λόγια ο κομπογιαννίτης με όλη του τη δύναμη έφτυσε τον αυτοκράτορα στον πρόσωπο. Χλόμιασε το πρόσωπο του αυτοκράτορα από την οργή και αδυναμία να κάνει κάτι. Άρχισε σιγά να κουνιέται στην προσπάθεια να αντισταθεί σ’ αυτό το εξευτελισμό!
– Α! σάπιο κούτσουρο, παλιόσκυλα, μπορείς και να κουνηθείς! Το δεύτερο μου όνειρο… Ω! πόσο θα το απολαμβάνω, είναι να κατουρήσω πάνω στο μούτρο σου.
Και αμέσως άρχισε να πραγματοποιεί το όνειρό του.
– Φρουρά!!! ούρλιαξε ο αυτοκράτορας, αλλά η φωνή του πνίγηκε απ’ τα ούρα!
Άρχισε να κουνάει το κεφάλι του για να αποφύγει το ρεύμα των ούρων και κατάφερε να σηκώσει το κορμί του, προσπαθώντας με δόντια να αρπάξει το πόδι του κομπογιαννίτη. Η φρουρά άκουσε τη φωνή του, αλλά δεν τόλμησε να παραβιάζει την διαταγή του.
– Ψόφιο γουρούνι, είπε ο κομπογιαννίτης και του έδωσε μια κλοτσιά.
Ο αυτοκράτορας ένιωσε δυνατό πόνο. Ξαφνικά θυμήθηκε, πως δίπλα στο κρεβάτι του υπάρχει μια μικρή ντουλάπα και εκεί υπάρχει ένα στιλέτο. Υποκινούμενος από μοναδική επιθυμία, να τιμωρήσει τον άνθρωπο που τον προσέβαλλε βάναυσα, άπλωσε το χέρι του προς το όπλο.
Εν τω μεταξύ ο κομπογιαννίτης είπε το τρίτο του όνειρο, που ούτε καν μπορεί να γραφεί κι όταν ο αυτοκράτορας το άκουσε, ούρλιαξε σαν λαβωμένο θηρίο. Με τιτάνιες προσπάθειες ο αυτοκράτορας σύρθηκε προς το ντουλαπάκι με το στιλέτο.
– Θα σε σκοτώσω, βρυχιόταν ο αυτοκράτορας, με τα χέρια μου θα σε κομματιάσω!!!
Με τη δύναμη της θέλησης ο αυτοκράτορας σηκώθηκε πάνω στα βαμβακένια πόδια του και άρπαξε το στιλέτο. Όταν γύρισε, κανένας δεν ήταν μέσα στο παλάτι. Με πολλές δυσκολίες έφτασε στην έξοδο του ανακτόρου.
Αχ! Πόσο μετάνιωσε, που έδωσε σ’ αυτόν τον παλιάνθρωπο το καλύτερό του άτι! Γεμάτος οργή και θέληση πλησίασε το πρώτο άλογο, με δόντια γαντζώθηκε στη χαίτη του αλόγου και με χέρια που μέσα τους εμφανίσθηκε λίγη δύναμη, ανέβηκε στη σέλα.
Μέσα του ξύπνησε το πνεύμα του μεγάλου ηγεμόνα, ξύπνησε το πνεύμα του μεγάλου στρατηλάτη.
– Πού έφυγε, φώναξε ο αυτοκράτορας στους υπηρέτες, που έτρεχαν προς τον αυτοκράτορα.
Βλέποντας τον αυτοκράτορα πάνω στο άλογο οι υπηρέτες και οι φρουροί έκπληκτοι και φοβισμένοι έδειξαν προς την κατεύθυνση, που έφυγε ο κομπογιαννίτης.
Ο αυτοκράτορας ρίχτηκε πίσω από τον φυγά. Κάθε λεπτό ένιωθε πως οι δυνάμεις του επιστρέφουν. Ήδη είχε κάνει πολλά χιλιόμετρα, όταν ξαφνικά θυμήθηκε:
«Θεέ μου! Δέκα χρόνια δεν είχα καθίσει στη σέλα! Δέκα χρόνια δεν έβλεπα μπροστά μου τη χαίτη του άτι! Δέκα χρόνια δεν κρατούσα στο χέρι μου όπλο!»
Εκείνη τη στιγμή άκουσε πίσω του από καιρό ξεχασμένους ήχους. Ήταν το ποδοβολητό των αλόγων και τα ενθουσιώδη ουρλιαχτά. Εκατό αξιωματικοί του πάνω στα άλογα με τα σπαθιά στα χέρια τους και ολόκληρο το στρατό πίσω τους πλησίαζαν τον αυτοκράτορα φωνάζοντας:
– Ζήτω ο αυτοκράτορας!
Όταν ο στρατός έφτασε στον αυτοκράτορα, τον είδανε να κείται μέσα στη σκόνη του δρόμου, να τινάζει τα πόδια, τα χέρια του και να πνίγεται από τους καγχασμούς:
– Αχ! κομπογιαννίτη! Αχ! κάθαρμα!... Αξίζεις τελικά τα τσουβάλια με το χρυσό!
Ο Μουλάς και οι Φιλόσοφοι
Οι φιλόσοφοι μαζεύτηκαν στην αυλή του Πατισάχ, για να δικάσουν τον Μουλά. Η υπόθεση ήταν σοβαρή, γιατί τον κατηγορούσαν οι φιλόσοφοι, πως περνώντας από χωριά και πόλεις έλεγε:
"Αυτοί που ονομάζονται φιλόσοφοι, είναι άνθρωποι αγράμματοι, αναποφάσιστοι κι ανόητοι. "
Τον κατηγορούσαν για υπονόμευση των θεμελίων του κράτους.
Ο Πατισάχ απευθύνθηκε στον Μουλά και είπε:
- Μπορείς να μιλήσεις πρώτος. Τι έχεις να πεις για τις κατηγορίες;
- Ας φέρουν κόλλες και μολύβια, είπε ο Μουλάς και όταν τα έφεραν, συνέχισε:
- Δώστε τα στους πρώτους εφτά φιλόσοφους και όταν τα έδωσαν, είπε:
- Ας γράψει ο καθένας την απάντηση στην ερώτηση: "Τι είναι το ψωμί;"
Οι φιλόσοφοι έγραψαν και παρέδωσαν τα γραπτά στον Πατισάχ ο οποίος τα διάβασε φωναχτά.
Ο πρώτος έγραψε: "Το ψωμί είναι τροφή."
Ο δεύτερος: "Είναι αλεύρι και νερό."
Ο τρίτος: "Είναι το δώρο του Θεού."
Ο τέταρτος: "Ψημένο ζυμάρι."
Ο πέμπτος: "Ευμετάβλητη έννοια, που υπονοεί την βασική τροφή των ανθρώπων."
Ο έκτος: "Θρεπτική ουσία."
Ο έβδομος: "Μόνο ο Θεός ξέρει την απάντηση."
Και τότε σηκώθηκε ο Μουλάς και απευθύνθηκε στον Πατισάχ και στους αυλικούς:
- Όταν αυτοί οι άνθρωποι αποφασίσουν, τι είναι τελικά το ψωμί, τότε ίσως να μπορέσουν να απαντήσουν και σε άλλα ερωτήματα, όπως " Ποιο είναι το νόημα της ζωής " ή " Αν υπάρχει αλήθεια ή όχι. "
Τώρα πέστε μου! Μπορούμε να βασιζόμαστε στην κρίση τέτοιων ανθρώπων; Δεν είναι παράξενο, που δε μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους, τι τρώνε κάθε μέρα;
Μόνο σ' ένα πράγμα ήταν ομόφωνοι, να με κατηγορήσουν εμένα τον Μουλά ως εγκληματία !
"Αυτοί που ονομάζονται φιλόσοφοι, είναι άνθρωποι αγράμματοι, αναποφάσιστοι κι ανόητοι. "
Τον κατηγορούσαν για υπονόμευση των θεμελίων του κράτους.
Ο Πατισάχ απευθύνθηκε στον Μουλά και είπε:
- Μπορείς να μιλήσεις πρώτος. Τι έχεις να πεις για τις κατηγορίες;
- Ας φέρουν κόλλες και μολύβια, είπε ο Μουλάς και όταν τα έφεραν, συνέχισε:
- Δώστε τα στους πρώτους εφτά φιλόσοφους και όταν τα έδωσαν, είπε:
- Ας γράψει ο καθένας την απάντηση στην ερώτηση: "Τι είναι το ψωμί;"
Οι φιλόσοφοι έγραψαν και παρέδωσαν τα γραπτά στον Πατισάχ ο οποίος τα διάβασε φωναχτά.
Ο πρώτος έγραψε: "Το ψωμί είναι τροφή."
Ο δεύτερος: "Είναι αλεύρι και νερό."
Ο τρίτος: "Είναι το δώρο του Θεού."
Ο τέταρτος: "Ψημένο ζυμάρι."
Ο πέμπτος: "Ευμετάβλητη έννοια, που υπονοεί την βασική τροφή των ανθρώπων."
Ο έκτος: "Θρεπτική ουσία."
Ο έβδομος: "Μόνο ο Θεός ξέρει την απάντηση."
Και τότε σηκώθηκε ο Μουλάς και απευθύνθηκε στον Πατισάχ και στους αυλικούς:
- Όταν αυτοί οι άνθρωποι αποφασίσουν, τι είναι τελικά το ψωμί, τότε ίσως να μπορέσουν να απαντήσουν και σε άλλα ερωτήματα, όπως " Ποιο είναι το νόημα της ζωής " ή " Αν υπάρχει αλήθεια ή όχι. "
Τώρα πέστε μου! Μπορούμε να βασιζόμαστε στην κρίση τέτοιων ανθρώπων; Δεν είναι παράξενο, που δε μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους, τι τρώνε κάθε μέρα;
Μόνο σ' ένα πράγμα ήταν ομόφωνοι, να με κατηγορήσουν εμένα τον Μουλά ως εγκληματία !
Παράδεισος και κόλαση
Βρέθηκε ένας άνθρωπος στον παράδεισο. Βλέπει πως όλοι οι άνθρωποι εδώ είναι χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, ανοιχτοί, με ευμενή διάθεση, ενώ γύρω τους όλα είναι συνηθισμένα, χωρίς να υπάρχει κάτι ιδιαίτερο.
Ο άνθρωπος έκανε βόλτες, κοίταξε, μίλησε με τους υπόλοιπους και του άρεσε. Μετά είπε στον αρχάγγελο:
– Σε παρακαλώ, μπορώ να δω και την κόλαση;
– Εντάξει, πάμε να σου την δείξω.
Ήρθαν στην κόλαση. Ο άνθρωπος με αμηχανία παρατηρεί, πως δεν υπάρχει καμιά διαφορά στον περιβάλλοντα χώρο, όλα είναι έτσι, όπως ήταν και στον παράδεισο. Παρόλο αυτό όμως οι άνθρωποι εδώ στην κόλαση, διαφέρουν από αυτούς που συνάντησε στον παράδεισο. Στην κόλαση οι άνθρωποι εμφανίζονται δυσαρεστημένοι, προσβεβλημένοι, κακότροποι, κακοδιάθετοι και αμέσως καταλαβαίνεις, πως δεν τους αρέσει η ζωή εδώ που βρίσκονται.
Ο άνθρωπος γεμάτος απορία, ρωτά τον αρχάγγελο:
– Δεν καταλαβαίνω, βλέπω, πως εδώ όλα είναι ακριβώς έτσι, όπως και στον παράδεισο. Γιατί όμως οι άνθρωποι εδώ στην κόλαση εμφανίζονται τόσο δυσαρεστημένοι;
– Γιατί νομίζουν, πως στον παράδεισο το περιβάλλον είναι καλύτερο!
Ο άνθρωπος έκανε βόλτες, κοίταξε, μίλησε με τους υπόλοιπους και του άρεσε. Μετά είπε στον αρχάγγελο:
– Σε παρακαλώ, μπορώ να δω και την κόλαση;
– Εντάξει, πάμε να σου την δείξω.
Ήρθαν στην κόλαση. Ο άνθρωπος με αμηχανία παρατηρεί, πως δεν υπάρχει καμιά διαφορά στον περιβάλλοντα χώρο, όλα είναι έτσι, όπως ήταν και στον παράδεισο. Παρόλο αυτό όμως οι άνθρωποι εδώ στην κόλαση, διαφέρουν από αυτούς που συνάντησε στον παράδεισο. Στην κόλαση οι άνθρωποι εμφανίζονται δυσαρεστημένοι, προσβεβλημένοι, κακότροποι, κακοδιάθετοι και αμέσως καταλαβαίνεις, πως δεν τους αρέσει η ζωή εδώ που βρίσκονται.
Ο άνθρωπος γεμάτος απορία, ρωτά τον αρχάγγελο:
– Δεν καταλαβαίνω, βλέπω, πως εδώ όλα είναι ακριβώς έτσι, όπως και στον παράδεισο. Γιατί όμως οι άνθρωποι εδώ στην κόλαση εμφανίζονται τόσο δυσαρεστημένοι;
– Γιατί νομίζουν, πως στον παράδεισο το περιβάλλον είναι καλύτερο!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






