Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Η καρδιά της μάνας


Η αχιβάδα και ο ύφαλος


Μια φορά κι έναν καιρό στα βάθη του Ειρηνικού Ωκεανού, υπήρχε ένας ύφαλος.
Ήταν φτιαγμένος με χιλιάδες πολύχρωμα κοράλλια και είχε και το χάρισμα να μιλά. Γι' αυτό κάθε βράδυ όλα τα τροπικά ψάρια μαζεύονταν γύρω του κι εκείνος έλεγε χιλιάδες ιστορίες για γοργόνες, καράβια, ναυάγια και θησαυρούς κρυμμένους στα βάθη του ωκεανού. Είχε δει πάρα πολλά, διότι ήδη ζούσε αμέτρητα χρόνια !
Ένα βράδυ λοιπόν μαζεύτηκαν πάλι γύρω του, να ακούσουν τι θα τους έλεγε. Πήρε λοιπόν το περήφανο ύφος του, μα πριν προλάβει να πει λέξη, μια αδύνατη φωνούλα διέκοψε τη φόρα του ύφαλου. Εκείνος θύμωσε, κοκκίνισε από το κακό του κι όλα τα ψάρια σαστισμένα, γύρισαν το κεφαλάκι τους, να δουν ποιος ήταν αυτός, που τολμούσε να προσβάλει τον γέρο ύφαλο
- Μα ποιος μίλησε; Ρώτησε ο ξιφίας.
- Εγώ! Ξανακούστηκε η φωνούλα λίγο πιο δυνατά.
Έσκυψαν και τι να δουν; Μια μικρή αχιβάδα που ανοιγόκλεινε το κέλυφος στο κύμα του νερού. Ο ύφαλος ξερόβηξε, τα ψάρια κοίταξαν την αχιβάδα και της είπαν:
- Άντε λοιπόν. Ξεκίνα. Να δούμε, ποιος λέει τις ομορφότερες ιστορίες.
Εκείνη ανοιγόκλεισε μια δυο φορές, πήρε φόρα και πήδηξε πάνω σ' ένα μεγάλο κοράλλι, για να την βλέπουν και να την ακούνε όλοι.
« Μια φορά, » άρχισε να λέει « ήταν ένας ναύτης, που αγαπούσε ένα κορίτσι. Αποφάσισε λοιπόν, να πάει στον πατέρα της και να την ζητήσει σε γάμο. Δυστυχώς, όμως, το παλικάρι ήταν φτωχό κι ο πατέρας του κοριτσιού αρνήθηκε την πρόταση. Ήθελε βλέπετε να δώσει την κόρη του σε πλούσιο καπετάνιο! Απελπισμένος ο νέος έφυγε, μα υποσχέθηκε στον εαυτό του και στο κορίτσι του, πως μόλις μάζευε αρκετά χρήματα, θα γύριζε να την παντρευτεί. Εκείνη του υποσχέθηκε με όρκο αγάπης, ότι θα τον περιμένει να γυρίσει.
Κάθισε σε έναν μεγάλο βράχο, φόρεσε το μεταξωτό της άσπρο φόρεμα κι έμεινε εκεί βλέποντας το πλοίο που σαλπάριζε, ώσπου χάθηκε στον γεμάτο από ομίχλη ορίζοντα. »
Η αχιβάδα σώπασε.
- Άντε λοιπόν συνέχισε, της φώναξε ο ύφαλος.
- Αυτή ήταν η ιστορία μου, αποκρίθηκε δειλά η αχιβάδα.
- Είσαι με τα καλά σου ; Είπε ο ύφαλος. Μας διέκοψες και μας χασομέρησες όλους , για να μας πεις μια ιστορία χωρίς τέλος; Και μάλιστα για έναν άγνωστο και ασήμαντο ναύτη;
- Κάνεις λάθος, απάντησε η αχιβάδα τρέμοντας από το φόβο της. Το καράβι του το βύθισες εσύ χθες το βράδυ, χτυπώντας το ύπουλα στ' αμπάρια, για να έχεις σήμερα να λες και άλλη σπουδαία ιστορία. Όσο για τον ασήμαντο ναύτη, αυτός είναι ήρωας, διότι πνίγηκε για να σώσει τους συνεπιβάτες του . Και το πιο σπουδαίο. Η κοπέλα του συνεχίζει να τον περιμένει καθισμένη στον ίδιο βράχο, μια φιγούρα στα κατάλευκα ντυμένη !
Μια σιωπή έπεσε στη θαλασσινή παρέα. Ο ύφαλος βουβάθηκε από ντροπή και τύψεις. Απόμεινε μόνος κι έρημος. Ασάλευτος στη μέση του ωκεανού. Λένε, ότι κάπου-κάπου του κάνει συντροφιά ένας κατάλευκος γλάρος με ανθρώπινη φωνή. Λένε ακόμα, πως στον γλάρο αυτόν μεταμορφώθηκε το κορίτσι του ναύτη. Και πως πηγαίνει εκεί, για να του διδάξει πόσο δύσκολο είναι να ξέρεις, το ποιος είναι σπουδαίος και ποιος όχι !

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2019

Η υπακοή στον Δάσκαλο


Το τελευταίο δώρο του Θεού


Ένα κορίτσι στην τρυφερή ηλικία των 13 χρονών έχασε ξαφνικά τον θείο της, που ήταν αρκετά νέος ακόμη.
Το γεγονός αυτό την αναστάτωσε και την πανικόβαλε, επειδή άρχισε να φοβάται, μήπως το ίδιο συμβεί και χάσει τους γονείς της.
Η γιαγιά της για να την κάνει να ξεπεράσει αυτή την άσχημη ψυχολογική κατάσταση , της διηγήθηκε τα παρακάτω :
'' Ο Θεός ικανοποιημένος από τα δημιουργήματα του, αποφάσισε να κάνει ένα τελευταίο δώρο σε αυτά, να
τους δώσει το δώρο του θανάτου κι έτσι να μπορούν κάποια στιγμή, να βρεθούν κοντά Του.
Στην αρχή έδωσε τον θάνατο στα μεγαλοπρεπή βουνά. Όταν όμως πέθανε το πρώτο βουνό, τα υπόλοιπα άρχισαν να θρηνούν τόσο δυνατά, που σειόταν όλη η γη και τίποτα πάνω της δεν μπορούσε να στεριώσει.
Πήρε λοιπόν ο Θεός το δώρο του θανάτου από τα βουνά και το έδωσε στα ποτάμια. Όταν όμως πέθανε το πρώτο ποτάμι, ο θρήνος των υπολοίπων ήταν τόσο δυνατός, που η βουή που έκαναν , δεν μπορούσε με τίποτα να είναι ανεκτή σε κανένα πλάσμα.
Το έδωσε λοιπόν στην συνέχεια στις λίμνες και στις θάλασσες, όμως όταν πέθανε η πρώτη λίμνη, οι υπόλοιπες στέρεψαν και οι θάλασσες ξεχείλισαν.
Τον έδωσε στα σύννεφα, αλλά μετά τα υπόλοιπα έκλαιγαν συνεχώς και η βροχή κόντεψε να πλημμυρίσει τα πάντα.
Το δοκίμασε σε όλα τα δημιουργήματα του και στο τέλος έφτασε στον άνθρωπο. Όταν πέθανε ο πρώτος άνθρωπος, ο Θεός είδε ότι οι υπόλοιποι σύντροφοί του έκλαψαν βουβά και φανερά , αλλά άντεξαν , συνέχισαν να ζουν και κατάφεραν σε κάποια στιγμή να αρχίσουν να χαμογελούν ξανά !
Ικανοποιημένος ο Θεός από αυτήν την αναπάντεχη εξέλιξη, κατάλαβε πως ο άνθρωπος αξίζει αυτό το μεγάλο δώρο του θανάτου και του το έδωσε για πάντα, για να μπορεί κάποια στιγμή να είναι δίπλα στον δημιουργό του ! ''

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Πως ο έρωτας τυφλώθηκε


Μία μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλα τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Η τρέλα, επειδή λυπήθηκε την βαρεμάρα, πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει, ενώ η περιέργεια, που δεν μπορούσε να κρατηθεί ρώτησε:
« Τι είναι το κρυφτό; Πως παίζεται ; »
Ο ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την ευφορία και η χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω, για να καταφέρει να πείσει το δίλημμα και την απάθεια να παίξουν κι αυτοί.
Αλλά υπήρχαν πολλοί, που δεν ήθελαν να παίξουν . Η αλήθεια δεν ήθελε να παίξει, γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.
« Ένα, δύο, τρία, » άρχισε να μετράει η τρέλα…
Η πρώτη που κρύφτηκε πίσω από τον πρώτο βράχο, ήταν η τεμπελιά. Ήταν πολύ νωθρή, για να ψάξει να κρυφτεί λίγο μακρύτερα.
Η πίστη πέταξε στους ουρανούς και η ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του θριάμβου, που με τη δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Ο αλτρουισμός δεν μπόρεσε να κρυφτεί, γιατί κάθε μέρος που έβρισκε το άφηνε για κάποιον άλλο, ενώ η γενναιοδωρία κάθε κρυψώνα που έβρισκε, την παραχωρούσε σε όποιον της την ζητούσε.
Ο εγωισμός αντίθετα βρήκε καλή κρυψώνα, αγνοώντας όλους τους γύρω του, ενώ ξοπίσω του έτρεξε η ρουφιανιά. Το ψέμα κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού, ενώ το πάθος και ο πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.
Ο έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου, για να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες. Ξαφνικά φάνηκε μπροστά του ένας θάμνος από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.
« ....1000, » μέτρησε η τρέλα και άρχισε να ψάχνει.
Την πρώτη που βρήκε ήταν η τεμπελιά, αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά.
Μετά βρήκε την πίστη, που μίλαγε φωναχτά στον ουρανό με το Θεό.
Ένιωσε το σεισμό του πόθου και του πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και, αφού βρήκε τη ζήλια, δεν δυσκολεύτηκε να βρει και το θρίαμβο, που ζητωκραύγαζε για την κρυψώνα του!
Συνεχίζοντας η τρέλα, βρήκε πολύ εύκολα το δίλημμα, που μη μπορώντας να αποφασίσει σε ποιο μέρος να κρυφτεί, δεν κρύφτηκε τελικά πουθενά.
Η γενναιοδωρία αποκαλύφθηκε μόνη της, για να βοηθήσει, οπότε ο αλτρουισμός φιλοτιμήθηκε και βγήκε δίπλα της. Στο μεταξύ, η ρουφιανιά, πηγαίνοντας να καρφώσει τον εγωισμό, αποκαλύφθηκε μαζί του.
Σιγά-σιγά τους βρήκε σχεδόν όλους η τρέλα, αλλά τον έρωτα δεν μπόρεσε να τον ανακαλύψει. Έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει, βρήκε τον θάμνο από τριαντάφυλλα κι από τον θυμό της άρχισε να τον κλωτσάει νευρικά, ώσπου ακούστηκε ένα βογγητό πόνου. Ήταν ο έρωτας, που τα αγκάθια των τριανταφυλλιών , που κλωτσούσε η τρέλα, τον είχαν τυφλώσει!
Η τρέλα ταράχτηκε, δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη. Στο τέλος, μην μπορώντας να ξαναδώσει το φως του στον έρωτα, ορκίστηκε να γίνει ο οδηγός του και ποτέ να μην τον εγκαταλείψει.
Κι από τότε, ο Έρωτας είναι τυφλός και η Τρέλα τον συνοδεύει !

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019

Η μεγαλύτερη οικογενειακή ευτυχία


Πάντα εν σοφία εποίησας


Kουρασμένος και ταλαιπωρημένος από τη ζέστη της ημέρας ο Ναστραδίν Χότζα, έψαχνε μέρος να ξαπλώσει και να σκιαστεί. Μια ψηλή και με πυκνό φύλλωμα καρυδιά στην αρχή του δάσους φαινόταν το τέλειο σημείο.
Ξάπλωσε ο Ναστραδίν και άφησε ελεύθερη τη ματιά του, να πλανηθεί και να μαζέψει τις ομορφιές του τόπου του.
Όπως ξαπλωμένος ραχάτευε και η ψυχή του χαιρόταν και ευλογούσε τη Σοφία του Θεού, για την σκιά που
έδωσε σαν προφύλαξη μας από τη ζέστη και τον ήλιο, βλέπει πάνω από το κεφάλι του να κρέμονται ,τι άλλο; καρύδια.
Βλέποντας πόσο μικρά σε μέγεθος φαίνονται τα καρύδια , ενώ η καρυδιά είναι ψηλή και μεγάλη , μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του Ναστραδίν :
« Α Θεέ μου! Εσύ που όλα καλά τα έφτιαξες σε αυτόν τον κόσμο, έκανες ένα λάθος! Έβαλες ένα τόσο μεγάλο, ψηλό και δυνατό δέντρο να κάνει πολύ μικρούς καρπούς. Αντίθετα τη μικρή και σερνάμενη στο χώμα πόα την έβαλες να κάμει μεγάλα και βαριά καρπούζια ! »
Το αεράκι που τον άκουσε, φύσηξε και η καρυδιά κούνησε τα κλαδιά της.
Ένα καρύδι αποκόπηκε από τη θέση και προσγειώθηκε με γδούπο στην κεφαλή του καλού μας Ναστραδίν!
Πόνεσε και βόγκηξε ο Ναστραδίν, αλλά έσφιξε τα χείλη και μιλιά δεν έβγαλε.
Μια κοιτούσε το καρύδι, μια τον ουρανό :
« Συγχώρα με Θεέ μου, » παρακάλεσε στο τέλος. « Εσύ καλά και σοφά τα έκανες
όλα, εγώ δεν είχα το μυαλό να σκεφτώ τι θα πάθαινα, αν μου ερχόταν ένα καρπούζι κατακέφαλα! »