Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Πως ο έρωτας τυφλώθηκε


Μία μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλα τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Η τρέλα, επειδή λυπήθηκε την βαρεμάρα, πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει, ενώ η περιέργεια, που δεν μπορούσε να κρατηθεί ρώτησε:
« Τι είναι το κρυφτό; Πως παίζεται ; »
Ο ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την ευφορία και η χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω, για να καταφέρει να πείσει το δίλημμα και την απάθεια να παίξουν κι αυτοί.
Αλλά υπήρχαν πολλοί, που δεν ήθελαν να παίξουν . Η αλήθεια δεν ήθελε να παίξει, γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.
« Ένα, δύο, τρία, » άρχισε να μετράει η τρέλα…
Η πρώτη που κρύφτηκε πίσω από τον πρώτο βράχο, ήταν η τεμπελιά. Ήταν πολύ νωθρή, για να ψάξει να κρυφτεί λίγο μακρύτερα.
Η πίστη πέταξε στους ουρανούς και η ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του θριάμβου, που με τη δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Ο αλτρουισμός δεν μπόρεσε να κρυφτεί, γιατί κάθε μέρος που έβρισκε το άφηνε για κάποιον άλλο, ενώ η γενναιοδωρία κάθε κρυψώνα που έβρισκε, την παραχωρούσε σε όποιον της την ζητούσε.
Ο εγωισμός αντίθετα βρήκε καλή κρυψώνα, αγνοώντας όλους τους γύρω του, ενώ ξοπίσω του έτρεξε η ρουφιανιά. Το ψέμα κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού, ενώ το πάθος και ο πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.
Ο έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου, για να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες. Ξαφνικά φάνηκε μπροστά του ένας θάμνος από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.
« ....1000, » μέτρησε η τρέλα και άρχισε να ψάχνει.
Την πρώτη που βρήκε ήταν η τεμπελιά, αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά.
Μετά βρήκε την πίστη, που μίλαγε φωναχτά στον ουρανό με το Θεό.
Ένιωσε το σεισμό του πόθου και του πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και, αφού βρήκε τη ζήλια, δεν δυσκολεύτηκε να βρει και το θρίαμβο, που ζητωκραύγαζε για την κρυψώνα του!
Συνεχίζοντας η τρέλα, βρήκε πολύ εύκολα το δίλημμα, που μη μπορώντας να αποφασίσει σε ποιο μέρος να κρυφτεί, δεν κρύφτηκε τελικά πουθενά.
Η γενναιοδωρία αποκαλύφθηκε μόνη της, για να βοηθήσει, οπότε ο αλτρουισμός φιλοτιμήθηκε και βγήκε δίπλα της. Στο μεταξύ, η ρουφιανιά, πηγαίνοντας να καρφώσει τον εγωισμό, αποκαλύφθηκε μαζί του.
Σιγά-σιγά τους βρήκε σχεδόν όλους η τρέλα, αλλά τον έρωτα δεν μπόρεσε να τον ανακαλύψει. Έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει, βρήκε τον θάμνο από τριαντάφυλλα κι από τον θυμό της άρχισε να τον κλωτσάει νευρικά, ώσπου ακούστηκε ένα βογγητό πόνου. Ήταν ο έρωτας, που τα αγκάθια των τριανταφυλλιών , που κλωτσούσε η τρέλα, τον είχαν τυφλώσει!
Η τρέλα ταράχτηκε, δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη. Στο τέλος, μην μπορώντας να ξαναδώσει το φως του στον έρωτα, ορκίστηκε να γίνει ο οδηγός του και ποτέ να μην τον εγκαταλείψει.
Κι από τότε, ο Έρωτας είναι τυφλός και η Τρέλα τον συνοδεύει !

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019

Η μεγαλύτερη οικογενειακή ευτυχία


Πάντα εν σοφία εποίησας


Kουρασμένος και ταλαιπωρημένος από τη ζέστη της ημέρας ο Ναστραδίν Χότζα, έψαχνε μέρος να ξαπλώσει και να σκιαστεί. Μια ψηλή και με πυκνό φύλλωμα καρυδιά στην αρχή του δάσους φαινόταν το τέλειο σημείο.
Ξάπλωσε ο Ναστραδίν και άφησε ελεύθερη τη ματιά του, να πλανηθεί και να μαζέψει τις ομορφιές του τόπου του.
Όπως ξαπλωμένος ραχάτευε και η ψυχή του χαιρόταν και ευλογούσε τη Σοφία του Θεού, για την σκιά που
έδωσε σαν προφύλαξη μας από τη ζέστη και τον ήλιο, βλέπει πάνω από το κεφάλι του να κρέμονται ,τι άλλο; καρύδια.
Βλέποντας πόσο μικρά σε μέγεθος φαίνονται τα καρύδια , ενώ η καρυδιά είναι ψηλή και μεγάλη , μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του Ναστραδίν :
« Α Θεέ μου! Εσύ που όλα καλά τα έφτιαξες σε αυτόν τον κόσμο, έκανες ένα λάθος! Έβαλες ένα τόσο μεγάλο, ψηλό και δυνατό δέντρο να κάνει πολύ μικρούς καρπούς. Αντίθετα τη μικρή και σερνάμενη στο χώμα πόα την έβαλες να κάμει μεγάλα και βαριά καρπούζια ! »
Το αεράκι που τον άκουσε, φύσηξε και η καρυδιά κούνησε τα κλαδιά της.
Ένα καρύδι αποκόπηκε από τη θέση και προσγειώθηκε με γδούπο στην κεφαλή του καλού μας Ναστραδίν!
Πόνεσε και βόγκηξε ο Ναστραδίν, αλλά έσφιξε τα χείλη και μιλιά δεν έβγαλε.
Μια κοιτούσε το καρύδι, μια τον ουρανό :
« Συγχώρα με Θεέ μου, » παρακάλεσε στο τέλος. « Εσύ καλά και σοφά τα έκανες
όλα, εγώ δεν είχα το μυαλό να σκεφτώ τι θα πάθαινα, αν μου ερχόταν ένα καρπούζι κατακέφαλα! »

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Αγάπη και Χρόνος


Κάποτε ζούσαν μαζί σε ένα νησί όλα τα συναισθήματα και τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Επειδή κάποια μέρα έμαθαν, ότι το νησί τους θα βούλιαζε, επισκεύασε το καθένα τη δική του βάρκα κι άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή. Εξ άλλου δεν είχε και βάρκα !
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Όλοι τότε την περιγελούσαν και της έλεγαν, « εμείς πάντα το λέγαμε, ότι μόνο η αγάπη δεν φτάνει. »
Αγέρωχη, με ψηλά το κεφάλι, παρά τα δάκρυα που θόλωναν το βλέμμα της, βλέπει τον Πλούτο, που περνούσε με μια λαμπρή θαλαμηγό και τον ρωτάει :
« Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου; »
« Όχι, δεν μπορώ, » απάντησε ο Πλούτος. « Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα. »
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία , που επίσης περνούσε από μπροστά της με ένα εντυπωσιακό σκάφος.
« Σε παρακαλώ βοήθησε με, » είπε η Αγάπη.
« Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου, » της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Ευδαιμονία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά κι αυτή δεν της έδωσε σημασία. Χαμένη στον γυάλινο κόσμο της, ούτε καν άκουσε την Αγάπη, που ζητούσε βοήθεια.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε, να ζητήσει από αυτήν βοήθεια.
« Λύπη, άφησε με να έρθω μαζί σου. »
« Ω Αγάπη, είμαι τόσο θλιμμένη, που θέλω να μείνω μόνη μου, » είπε η Λύπη.
Το Μίσος έριχνε άγριες ματιές στην Αγάπη και η Ειρωνεία μισογελούσε και της μόρφαζε, ενώ συνέχιζαν να κάνουν βόλτες με μια γρήγορη θαλαμηγό, απολαμβάνοντας το θέαμα, το νησί να βουλιάζει και η αγάπη να εκλιπαρεί μόνη στην ακρογιαλιά και να ζητάει κάποιον να την σώσει ! Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
« Αγάπη, έλα εδώ. Θα σε πάρω εγώ μαζί μου. »
Ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος, που η Αγάπη δεν γνώριζε.
Όταν έφτασαν ασφαλείς στην στεριά, ο κύριος την άφησε στο πανέμορφο « λιμανάκι της αγκάλης » και συνέχισε αργά και σίγουρα το δρόμο του.
Η Αγάπη ένοιωσε γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον άγνωστο αλλά ήταν τόση η ταραχή της, που ξέχασε να τον ρωτήσει το όνομά του.
Γνωρίζοντας πόσα του χρωστούσε, που τη βοήθησε, ρώτησε τη Γνώση :
« Γνώση, ποιος με βοήθησε; »
« Ο Χρόνος, » της απάντησε η Γνώση.
« Ο Χρόνος; » απόρησε η Αγάπη. « Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος; »
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
« Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει, πόσο μεγάλη αξία έχει η Αγάπη! »
Οι δυο φίλοι και η αρκούδα


Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

Ο Φυλακισμένος


Ο Κουρέας κι ο Πελάτης του


Μια φορά πήγε ένας τύπος στο κουρείο για το καθιερωμένο κούρεμα και ξύρισμα.
Καθώς ο κουρέας άρχισε να δουλεύει, άρχισε μια καλή συζήτηση.
Μίλησαν για τόσα πολλά πράγματα και πάρα πολλά θέματα…
Όταν τελικά άγγιξαν το θέμα της θρησκείας και του Θεού, ο κουρέας αναφώνησε:
- Δεν πιστεύω ότι ο Θεός υπάρχει !
- Γιατί το λες αυτό; ρώτησε ο πελάτης.
Ο κουρέας απάντησε :
- Λοιπόν, απλά βγες έξω στο δρόμο, για να καταλάβεις, γιατί ο Θεός δεν υπάρχει. Πες μου γιατί αν ο Θεός υπάρχει, υπάρχουν τόσοι διεστραμμένοι; Γιατί τόσα εγκαταλελειμμένα παιδιά; Αν ο Θεός υπήρχε, δε θα υπήρχε ούτε δυστυχία ούτε πόνος. Δε μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που αγαπάει και συμπονεί, να επιτρέπει, όλα αυτά που γίνονται.
Ο πελάτης το σκέφτηκε για μια στιγμή, αλλά δεν απάντησε, γιατί δεν ήθελε να μπει σε λεκτική αντιπαράθεση και χαλάσει τη συζήτηση.
Ο κουρέας τελικά τελείωσε τη δουλειά του και ο πελάτης έφυγε.
Όμως μόλις έφυγε από το κουρείο, είδε ένα άντρα στο δρόμο με μακριά κατσαρά βρώμικα μαλλιά και γένια. Φαινόταν πολύ βρώμικος και απεριποίητος. Αμέσως ο πελάτης γύρισε πίσω και ξαναμπήκε στο κουρείο και είπε στον κουρέα :
- Μόλις ανακάλυψα πως οι κουρείς δεν υπάρχουν !
- Πως μπορείς να το λες αυτό; ρώτησε έκπληκτος ο κουρέας. Είμαι εδώ και είμαι κουρέας! Μόλις σε κούρεψα, τι είναι αυτά που λες ;
- Χρησιμοποιώ ανάλογα επιχειρήματα με τα προηγούμενα δικά σου, απάντησε ο πελάτης και εξήγησε:
- Οι κουρείς δεν υπάρχουν, γιατί αν υπήρχαν, δε θα υπήρχαν αχτένιστοι άνθρωποι με μακριά βρώμικα μαλλιά και γένια, όπως ο τύπος που στέκεται στο πεζοδρόμιο , έξω από το μαγαζί σου !
- Μα οι κουρείς όντως υπάρχουν! Ανταπάντησε ο κουρέας. Συμβαίνει να υπάρχουν άνθρωποι αχτένιστοι , ακούρευτοι κι αξύριστοι , επειδή δεν έρχονται σε μένα.
- Ακριβώς! απάντησε ο πελάτης. Αυτό είναι το θέμα! Αν οι άνθρωποι συνήθιζαν να αναζητούν και να πηγαίνουν στον Θεό , προσευχόμενοι και ζητώντας από Αυτόν, να τους δίνει δύναμη και φώτιση , ώστε να μπορούν να ξεπερνούν τις δυσκολίες , που φέρνει η ζωή μπροστά τους , τότε θα ανακάλυπταν πως ο Θεός, επίσης υπάρχει! Αν λοιπόν ερχότανε η ευλογημένη στιγμή, που όλοι οι άνθρωποι θα κάνανε το ίδιο , είναι σίγουρο, πως το κακό , ο πόνος και η δυστυχία θα εξαφανιζότανε από τον κόσμο !