Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

Αυτό που ψάχνει ο Άνθρωπος και δεν το βρίσκει


Μια φορά και ένα καιρό ήταν ο Άνθρωπος. Ξεκίνησε από το μηδέν. Προόδευσε όμως. Έφτιαξε μηχανές, σπίτια, βελτίωσε τον τόπο ζωής του, πέταξε ψηλά, ταξίδεψε παντού.
Όμως σε όλη αυτή την διαδρομή κάτι άλλο έψαχνε και δεν μπορούσε να το βρει. Δεν μπορούσε να καταλάβει, τι ήταν αυτό. Αλλά πάντα ότι και να έκανε, πάντα του φαινόταν πως κάτι έλειπε!
Και έτσι αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι, μήπως και τελικά μπορέσει να βρει, αυτό που του έλειπε.
Στο δρόμο καθώς διάβαινε, συνάντησε την Ματαιοδοξία μαζί με την Απληστία. Τους εξήγησε, για το τι έψαχνε.
-Εμάς ψάχνεις του αποκρίθηκαν.
-Σίγουρα; τους λέει.
-Ναι, έλα να σου δείξουμε το βασίλειό μας.
Και ο άνθρωπος τις ακολούθησε. Τον οδήγησαν μέσα από ακριβά σπίτια, ακριβά αυτοκίνητα, όμορφους κήπους, βουνά από χρυσάφι και ασήμι.
Ο Άνθρωπος θαμπώθηκε. Αυτό έψαχνα μάλλον,
είπε από μέσα του. Μετά από ώρα έφτασαν σε μια φυλακή. Η φυλακή ήταν γεμάτη από άλλους ανθρώπους. Καλοντυμένους και περιποιημένους.
-Για να αποκτήσεις όλα αυτά, του είπαν, πρέπει να κλειστείς μέσα σε αυτή την φυλακή. Θα βγαίνεις για λίγο, θα τα απολαμβάνεις και μετά θα σε ξαναρίχνουμε εδώ.
-Α δεν νομίζω να ψάχνω για κάτι τέτοιο, είπε ο Άνθρωπος και έφυγε.
Συνέχισε το ταξίδι του μέχρι που αντάμωσε στον δρόμο την Εξουσία. Τον οδήγησε μέσα από βασίλεια και παλάτια, αλλά κατέληξαν στην ίδια φυλακή.
Και έτσι ο Άνθρωπος έφυγε και από εκεί.
Μετά από καιρό και πολύ κόπο, και ενώ είχε χάσει σχεδόν την ελπίδα του, βρήκε την Προπαγάνδα και τον Ολοκληρωτισμό.
Του εξήγησαν πόσο ξεχωριστός και διαφορετικός είναι από όλους τους άλλους. Του είπαν, ότι αν τους ακολουθούσε, θα ζούσε μια ζωή, έτσι όπως του άξιζε. Με ανθρώπους που άρμοζαν στο επίπεδό του.
Ο Άνθρωπος σκέφτηκε και ρώτησε:
-Ποια είναι η δική σας φυλακή.
-Δεν υπάρχει φυλακή του είπε η Προπαγάνδα. Μόνο μια προϋπόθεση.
-Να την ακούσω, είπε ο Άνθρωπος.
-Θα πρέπει να ζήσεις με το Μίσος.
-Να το γνωρίσω πρώτα, είπε και έφυγαν για το σπίτι του Μίσους.
Το σπίτι του Μίσους ήταν ερειπωμένο και βρώμικο, αλλά με πολύ κόσμο μέσα. Α εδώ δεν θα νιώθω μοναξιά, είπε ο Άνθρωπος στον εαυτό του. Μόλις όμως αντίκρισε το Μίσος, τρόμαξε. Δεν περίμενε, να είναι τόσο άσχημο. Μάλλον δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, σκέφτηκε. Ήταν τόσο κουρασμένος, που δεν μπορούσε να φύγει. Και αποφάσισε να μείνει για ένα βράδυ.
Το βράδυ όμως, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Το στρώμα ήταν σκληρό και έκανε κρύο. Τα σκεπάσματα ήταν λίγα και το κρεβάτι μικρό. Το πρωί ξύπνησε, περισσότερο κουρασμένος από ποτέ. Το Μίσος του έβαλε να φάει.
Το φαγητό όμως και αυτό ήταν άνοστο και καμένο. Δεν μπορούσε να χαρεί τίποτα σε εκείνο το σπίτι. Οι ώρες του φαίνονταν χρόνια. Εδώ είναι χειρότερα και από φυλακή, σκέφτηκε και έτσι αποφάσισε, να φύγει.
Πήρε ξανά τον δρόμο την αναζήτησης. Ταξίδευε χρόνια. Κατά διαστήματα συναντούσε διάφορα. Το Χρήμα, την Οργή, την Ζήλια, τον Εγωισμό και άλλους.
Κανένα όμως δεν ήταν, αυτό που αποζητούσε. Όλα τον οδηγούσαν σε μια φυλακή. Τα πόδια του είχαν πρηστεί από το περπάτημα. Διψούσε και πεινούσε πολύ. Και ξαφνικά, ενώ δεν είχε δει κανέναν για καιρό, βλέπει μια όμορφη γυναίκα.
-Γεια σου, της λέει, είμαι ο Άνθρωπος.
-Γεια σου και σένα, του απαντά. Είμαι η Ελευθερία.
-Θα με πάρεις μαζί σου; της λέει. Ότι ακολούθησα, το μετάνιωσα. Κουράστηκα να περιπλανιέμαι. Κουράστηκα να αναζητώ κάτι τόσο άπιαστο, κάτι που ίσως και μην υπάρχει.
-Και εγώ κουράστηκα του λέει. Κουράστηκα να με κουβαλάν τόσο χρόνια οι άνθρωποι, αλλά να μη με χρησιμοποιούν. Να με έχουν δίπλα τους, αλλά να μην με θέλουν. Να με νιώθουν, αλλά να με φοβούνται.
Ο Άνθρωπος παραξενεύτηκε. Πως είναι δυνατόν, να είναι τόσα χρόνια πλάι του αυτή την όμορφη κοπέλα και να μην την βλέπει.
-Εγώ, της λέει, δεν σε έχω δει ποτέ.
-Κι όμως, με κουβαλάς και συ μαζί σου πάντα. Άσχετα αν δεν θες, να το παραδεχθείς. Γιατί με φοβάσαι.
-Και γιατί να σε φοβάμαι, ρωτά απορημένος.
-Γιατί μαζί μου ζει και η Ευθύνη. Και οι άνθρωποι ναι μεν θέλουν την ελευθερία τους, αλλά θέλουν να την αποκτήσουν χωρίς την ευθύνη.
-Αυτή είναι η δική σου φυλακή λοιπόν ε; Η Ευθύνη;
Και η Ελευθερία του απάντησε.
-Ο κάθε άνθρωπος θέλει, να κλείνεται πάντα σε μια φυλακή. Και αυτό γιατί δεν μπορεί, να επιλέξει την ελευθερία. Την φοβάται, γιατί νομίζει ότι η ευθύνη που θα την συνοδεύσει, είναι και αυτή μια φυλακή. Και την απορρίπτει, ενώ κλείνεται σε μεγαλύτερες φύλακές και πιο σκληρές. Προτιμά να εξουσιάζεται, παρά να εξουσιάσει τον ίδιο του τον εαυτό. Προτιμά να του λένε οι άλλοι τι να κάνει , παρά να αυτοπειθαρχεί στον εαυτό του. Προτιμά να ρίχνει το βάρος και το λάθος σε άλλους, παρά να αναλάβει τις ευθύνες του. Και έτσι, η Ελευθερία φαντάζει κάτι δύσκολο και άπιαστο. Και επιλέγει την σκλαβιά. Και όχι μόνο την επιλέγει, αλλά φοβάται να μην την χάσει κιόλας.
-Μα εγώ λέει ο Άνθρωπος, δεν θέλω να ζω στην σκλαβιά, θέλω εσένα.
-Με έχεις, του λέει, εσύ επέλεξες, να μην σκλαβωθείς και να βρεθώ τελικά στον δρόμο σου. Εσύ απέρριψες όλες τις φυλακές, όσο ελκυστικές και να φαινόντουσαν αρχικά.
Εσύ περπάτησες τόσο δρόμο για να με βρεις. Μόνο μαζί μου θα βρεις τη Ελπίδα, την Αγάπη, την Ειρήνη, την Ηρεμία.
Και έτσι ο Άνθρωπος πήρε από το χέρι την Ελευθερία, αγκάλιασε την Ευθύνη και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς, θα δούμε !
Οι άνθρωποι έχουμε το δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης, αλλά το απεμπολούμε . Νομίζουμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι. Δεν τολμούμε να είμαστε ελεύθεροι.
Και εκεί πατούν όλοι οι δυνάστες και κυβερνούν και ορίζουν τις ζωές μας.
Και όσο τους αφήνουμε να μας πατούν στο κ
εφάλι και δεν αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας, πάντα θα ζούμε μέσα σε μια φυλακή !

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019

Ένας παράξενος δήμαρχος


Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια πολύ άσχημη πόλη.
Βία, εγκλήματα, κυκλοφοριακό, ατυχήματα, ναρκωτικά, βρωμιά και γκρίζοι δυστυχισμένοι πολίτες. Και δεν ήταν καμιά μικρή πόλη, είχε έξι εκατομμύρια κατοίκους, που είχαν παραδοθεί εντελώς στην μαυρίλα.
Ένα πρωί, ο διευθυντής του Πανεπιστημίου της πόλης, που ήταν μαθηματικός και φιλόσοφος, εκεί που πήγαινε στη δουλειά του και βλέποντας την κατάντια της πόλης του, πήρε μια πολύ κουφή απόφαση.
Δήλωσε την παραίτησή του στο Πανεπιστήμιο, λέγοντας πως ήθελε να διευρύνει την διδασκαλία του και στα έξι εκατομμύρια κατοίκους...
Στους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο, ο καθηγητής αυτός ήταν γνωστός για τους περίεργους τρόπους διδασκαλίας του. Γενικά δηλαδή, εφεύρισκε αστείους και εντελώς ανορθόδοξους τρόπους, για να πετυχαίνει τον σκοπό του και περιέργως, πάντα τα κατάφερνε.
Για παράδειγμα, μια φορά που επικρατούσε χάβρα στο μάθημα, κατάφερε να επαναφέρει την τάξη, κατεβάζοντας τα βρακιά του.
Για την προεκλογική καμπάνια του λοιπόν, φόρεσε μια στολή σούπερμαν, αυτοχρίστηκε "υπερπολίτης" και αμολύθηκε στους δρόμους, βάζοντας ταυτόχρονα υποψηφιότητα για δήμαρχος.
Έφερε πολύ γέλιο στον κόσμο, αλλά επειδή όπως έλεγαν, είχε αρκετά ειλικρινή φάτσα, τον ψήφισαν.
Ο καινούργιος δήμαρχος όμως δεν είχε καμία σχέση με τους προηγούμενους.
Η πρώτη του κίνηση ήταν να προσλάβει 20 μίμους και να τους σκορπίσει στους δρόμους της πόλης.
Η δουλειά τους ήταν να χλευάζουν, όσους παραβίαζαν τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας.
Σιγά, θα μου πείτε.
Οι πολίτες όμως (που εννοείται στα παλιά τους τα παπούτσια οι κανόνες οδικής συμπεριφοράς), άρχισαν να συμμορφώνονται, γιατί αποδείχτηκε, πως τους πείραζε πολύ περισσότερο η δημόσια κοροϊδία, παρά τα πρόστιμα.
Αμέσως μετά, βγήκε σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές και έκανε ντους κατατσίτσιδος live, κλείνοντας την παροχή νερού ενώ σαπουνιζόταν, για να δείξει στους πολίτες, πώς μπορούν να εξοικονομούν νερό.
Και πράγματι η κατανάλωση νερού έπεσε αμέσως !
Όρισε Ημέρα Γυναίκας, όπου οι άντρες θα φρόντιζαν τα παιδιά και οι γυναίκες θα έβγαιναν βόλτα στην πόλη.
Αυτό ήταν ανήκουστο, γιατί η συγκεκριμένη πόλη ήταν πολύ επικίνδυνο μέρος τα βράδια, ενώ οι γυναίκες δεν έβγαιναν βόλτες σχεδόν ποτέ ως τότε.
Χιλιάδες γυναίκες γέμισαν τους δρόμους πανηγυρίζοντας.
Το καλύτερο;
Μοίρασε στους πολίτες ταμπέλες με thumbs up ( like, μου αρέσει ) και thumbs down, για να επιδοκιμάζουν ή να αποδοκιμάζουν δημόσια τις πράξεις των συμπολιτών τους.
Πράγμα φυσικά που δεν έχασαν την ευκαιρία να το εφαρμόσουν δεόντως, αλλά όλως περιέργως, ειρηνικά.
Το ομαδικό κράξιμο ήταν ότι έπρεπε τελικά.
Γενικώς σκαρφιζόταν αστείες ή περίεργες καμπάνιες για κάθε τι που ήθελε να πετύχει, όπως όταν ζήτησε να του τηλεφωνήσει (στο προσωπικό του γραφείο μάλιστα), όποιος πολίτης συναντούσε έστω κι έναν υποδειγματικό ταξιτζή.
Σύντομα, 150 τηλεφωνήματα συντέλεσαν στο να δημιουργηθεί ομάδα ταξιτζήδων, που ο δήμαρχος ονόμασε Ιππότες της Ζέβρας και είχαν την προσωπική του υποστήριξη.
Ίδρυσε επίσης ταμείο εθελοντικών φόρων για σους ήθελαν να δώσουν παραπάνω χρήματα (!) στο δημοτικό ταμείο.
Φυσικά είχε ανταπόκριση η κίνησή του και μάζεψε χρήματα.
Τέλος, προσπαθώντας να δείξει πόσο σημαντική είναι η ανθρώπινη ζωή, ζωγράφισε αστέρια σε κάθε σημείο στην πόλη , όπου συνέβη θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, πράγμα εξαιρετικά έξυπνο, γιατί το αποτέλεσμα ήταν πανέμορφο, αλλά και ιδιαίτερα σοκαριστικό.
Όχι, δεν είναι παραμύθι ούτε γέννημα φαντασίας κάποιου μυθιστοριογράφου !
Πρόκειται για τα κατορθώματα του Κολομβιανού Antanas Mockus, τον δήμαρχο της Μποκοτά το 1993.
Μετά το πέρας της θητείας του, ο παράξενος αυτός δήμαρχος, ξεκίνησε διαλέξεις, αναλύοντας τα συμπεράσματά του από το κοινωνικό του πείραμα.
Ένα από τα συμπεράσματά του είναι, πως η γνώση δίνει δύναμη, αρκεί να καταφέρεις να τη μεταδώσεις μέσω της τέχνης, του χιούμορ και της δημιουργικότητας.
Μόνο έτσι οι άνθρωποι αποδέχονται τις αλλαγές.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Άμεση αντιπάθεια του άλλου


Τι κάνετε, που δεν θεωρείται καθόλου κολακευτικό και προκαλεί την άμεση αντιπάθεια του άλλου;
Σε γενικές γραμμές, από την στιγμή που γνωρίζεις κάποιον για πρώτη φορά, έχει 10 μόνο λεπτά να τον εντυπωσιάσεις και να τον κάνεις να θέλει να περάσει περισσότερο χρόνο μαζί σου.
Και σε αυτά τα πολύτιμα 10 λεπτά όλα μετράνε: από τον τρόπο που θα μιλήσεις, το επίθετο που θα του πεις μέχρι και το άρωμά σου.
Για αυτό, η συμπεριφορά σου και οι συνήθειές σου, καλές ή κακές, παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο. Τι γίνεται, όμως, όταν αυτά που κάνεις δεν θεωρούνται καθόλου κολακευτικά και προκαλούν την άμεση αντιπάθεια του άλλου;
Παρακάτω ακολουθούν λόγοι στους οποίους (μάλλον) οφείλονται τα «αιχμηρά» βλέμματα προς το μέρος σου!
1. Όταν ανοίγεσαι πολύ γρήγορα σε μια νέα γνωριμία
Γενικά, το να μοιράζεσαι στιγμές από την ζωή σου σε κάνει πιο αποδεκτό και είναι ο καλύτερος τρόπος, για να αποκτήσεις φίλους. Όταν, όμως, μοιράζεσαι κάτι πολύ προσωπικό, (όπως πχ. ότι η αδερφή σου έχει εξώγαμη σχέση), ενώ ακόμα βρίσκεσαι σε στάδιο γνωριμία με ένα νέο άτομο, μπορεί να βλάψει την εικόνα, που έχει σχηματίσει για εσένα.
2. Όταν κάνεις πολλές ερωτήσεις, χωρίς να μιλάς καθόλου για τον εαυτό σου
Όπως προαναφέρθηκε πιο πάνω, το να μοιράζεσαι πράγματα είναι καλό, εφόσον γίνει με προσοχή και δεν πεις παραπάνω, απ΄όσα πρέπει!
3. Κρύβεις τα συναισθήματά σου
Όταν δείχνεις την χαρούμενη, γλυκιά πλευρά σου (υπάρχει, κάπου εκεί στο βάθος έχεις και εσύ μια) όπως καταλαβαίνεις, είναι πολύ πιο εύκολο να σε συμπαθήσεις κανείς.
4. Είσαι υπερβολικά καλός/ καλή
Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου της Γουάσιγκτον εκείνοι, που δείχνουν υπερβολικά καλοί και είναι πάντα πρόθυμοι να βοηθήσουν και δείχνουν πάντα ανιδιοτελείς, δημιουργούν την εικόνα, πως έχουν κάποιο απώτερο σκοπό ή πολλές φορές κάνουν τους άλλους να νιώθουν άσχημα.
5. Η ψεύτικη ταπεινοφροσύνη
Πολλοί για να εντυπωσιάσουν φίλους ή πιθανούς εργοδότες συγκαλύπτουν την αυτοπεποίθησή τους ή μιλούν για φοβίες και τραυματικές εμπειρίες, για να γίνουν αρεστοί. Αυτό, όμως, σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, δημιουργεί μια αρνητική εικόνα.
6. Το υπερβολικό άγχος
Πολλές φορές είναι σχεδόν αδύνατο να μετριάσουμε το άγχος μας, αλλά σύμφωνα με έρευνα η οσμή του ιδρώτα που προκαλείται από το άγχος σας, μπορεί να επηρεάσει υποσυνείδητα την γνώμη του άλλου για την προσωπικότητά σας.
7. Όταν δεν χαμογελάς
Είναι γνωστό πως το χαμόγελο μας κάνει περισσότερο ελκυστικούς και δείχνουμε νεότεροι. Είμαστε φυσικά σχεδιασμένοι να χαμογελάμε και φυσικά γινόμαστε πιο εύκολα συμπαθείς.
Ο Σούφι και το παλάτι-χάνι


Κάποτε μπροστά στην πύλη του ανακτόρου εμφανίστηκε ένας ζητιάνος σούφι.
Κανένας δεν τόλμησε να τον σταματήσει και εκείνος κατευθύνθηκε στον θρόνο, που στρογγυλοκαθόταν ο βασιλιάς.
- Τι θέλεις; Τον ρώτησε αυστηρά ο βασιλιάς.
– Θέλω μια γωνιά, για να διανυκτερεύσω στο χάνι σου.
– Εδώ δεν είναι χάνι, είναι το παλάτι μου, είπε προσβεβλημένος ο Βασιλιάς.
– Μήπως μπορείς να μου πεις, ποιος ήταν ιδιοκτήτης αυτού του παλατιού πριν από εσένα;
– Ο πατέρας μου, που πέθανε, είπε με απορία ο μεγάλος βασιλιάς.
– Και ποιος ήταν νοικοκύρης πριν τον πατέρα σου;
– Ο παππούς μου, αλλά και αυτός είναι πεθαμένος, απάντησε ο Βασιλιάς.
– Δηλαδή, σ’ αυτό το μέρος οι άνθρωποι σταματάνε για κάποιο μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, για να συνεχίζουν την άλλη μέρα τον δρόμο τους. Δεν άκουσα καλά, ή μήπως κάνω λάθος, εσύ δεν ήσουνα εκείνος που είπε, πως δεν είναι χάνι;

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Όλοι είμαστε περαστικοί


Λένε πως ήταν κάποιος μια φορά, που πήγε να επισκεφθεί έναν διάσημο ραβίνο, να τον συμβουλευθεί για κάποιο θρησκευτικό ζήτημα.
Μπαίνει στο σπίτι του ραβίνου και το βλέπει τελείως άδειο. Υπήρχαν μόνο δύο σκαμνάκια, ένα στρώμα ριγμένο στο πάτωμα κι ένα απλό τραπεζάκι. Ο επισκέπτης αφού πήρε τις απαντήσεις που ήθελε, στο ζήτημα που τον απασχολούσε, ρωτάει τον ραβίνο:
'' Με συγχωρείτε, ραβίνε. Πού είναι τα έπιπλα σας; ''
Ο ραβίνος του λέει:
'' Τα δικά σου πού είναι; ''
Ο επισκέπτης τού απαντάει:
'' Μα εγώ δεν είμαι από δω, είμαι περαστικός από αυτή την πόλη. ''
'' Κι εγώ περαστικός είμαι! '' του λέει ο ραβίνος.
Φαίνεται ότι ζούμε σ’ έναν κόσμο, όπου αγοράζουμε, αποκτούμε ένα σωρό πράγματα και μένουμε δεμένοι σ’ αυτά. Ζούμε σ’ έναν κόσμο, όπου από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα η βιομηχανική κοινωνία μάς υποσχόταν κάτι, που στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιήσει , αλλά αυτό δεν μας το είπε κανείς.
Μας υποσχέθηκε, ότι αν μπορέσουμε να αγοράσουμε όλα όσα νομίζουμε πως επιθυμούμε, τότε θα είμαστε καλά, δεν θα υποφέρουμε, και τα λοιπά… και τα λοιπά… Μας ξεγέλασαν! Μας είπαν ψέματα! Ψέματα!
Η ζωή δείχνει, πως αν έχεις μια στέγη να μείνεις , φαγητό να φας και νερό να πιεις , ρούχα να ντυθείς και η κοινωνία στην οποία ζεις, σου παρέχει ασφάλεια και προοπτική να συνεχίσεις να τα έχεις, τότε ευκολότερα μπορείς να αναζητήσεις την πληρότητα και την ευτυχία μέσα σου !

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

Ο Μέμος και ο Δράκος


Κάποτε υπήρχε ένα χωριό ψηλά σ’ ένα βουνό, με λιγοστούς κατοίκους, γύρω στις εκατό οικογένειες. Αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν πολύ αρμονικά και ευτυχισμένα μεταξύ τους. Ποτέ δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα, ήταν πάντα γελαστοί και αισιόδοξοι.
Μια μέρα, εμφανίστηκε στο χωριό ένας δράκος. Κατέβηκε από τα βουνά και εγκαταστάθηκε σε μια σπηλιά πάνω από τα σπίτια τους. Κάθε τόσο κατέβαινε στο χωριό και κάθε που κατέβαινε έτρωγε έναν χωρικό, άντρα, γυναίκα, παιδί, δεν έκανε διακρίσεις.
Οι χωρικοί είχαν πανικοβληθεί, δεν ήξεραν πώς να τον αντιμετωπίσουν. Ο ένας μετά τον άλλον οι πιο γενναίοι άντρες του χωριού οπλίζονταν και πήγαιναν να παλέψουν μαζί του. Όμως ο δράκος πάντα νικούσε και τους σκότωνε.
Όταν πια είχαν απελπιστεί, μάζεψαν τα υπάρχοντα τους και μετακόμισαν σε ένα γειτονικό χωριό εκεί κοντά. Ο δράκος όμως τους ακολούθησε και εξακολουθούσε να τους επιτίθεται και να τους τρώει έναν-έναν.
Τότε, εμφανίστηκε στο χωριό ένας άντρας νέος, κοντούλης και αδύνατος και τους είπε:
'' Εγώ θα σκοτώσω το δράκο. ''
Όλοι γέλασαν μαζί του και τον κορόιδεψαν, έμοιαζε στο σώμα σαν μικρό παιδί!
'' Θα σε κάνει μια χαψιά, '' του έλεγαν.
Εκείνος όμως ,Μέμος ήταν τ’ όνομα του, πήρε ένα μικρό μαχαίρι, ένα μπουκάλι νερό και ένα κομμάτι ψωμί και ξεκίνησε για τη φωλιά του δράκου.
Πλησίασε αργά και αθόρυβα, για να μην τον πάρει χαμπάρι, και του έστησε καραούλι. Περίμενε μέχρι να νυχτώσει για τα καλά και, όταν ο δράκος αποκοιμήθηκε και άρχισε να ροχαλίζει, πήδηξε γρήγορα-γρήγορα μέσα στο στόμα του και κατέβηκε στην κοιλιά του. Εκεί κάθισε ήσυχα σε μια γωνιά, έβγαλε το μαχαίρι από τη ζώνη του και άρχισε να κόβει την κοιλιά του δράκου από μέσα. Κάθε μέρα που περνούσε έκοβε κι από ένα μικρό κομματάκι.
Ο δράκος, που ήταν τεράστιος, στην αρχή δεν καταλάβαινε τίποτε. Ύστερα από λίγες μέρες, άρχισε να έχει αφόρητους πόνους και να μην μπορεί πια να φάει. Ο Μέμος, με υπομονή και επιμονή, έκοβε κάθε μέρα και λίγο περισσότερο από την κοιλιά του. Ακόμα κι όταν σώθηκε το νερό και το ψωμί που είχε πάρει μαζί του, εκείνος, εξαντλημένος και πεινασμένος, συνέχιζε να κόβει.
Οι χωρικοί πίστεψαν ότι ο Μέμος είχε πεθάνει, ότι τον είχε φάει ο δράκος όπως τους υπόλοιπους. Έλεγαν μάλιστα, ότι ήταν τόσο ανόητος αυτός, που πήγε και μπήκε μόνος του στο στόμα του δράκου!
Καθώς περνούσαν οι μέρες και ο δράκος δεν έκανε πια επιθέσεις, παραξενεύτηκαν. Μετά από ένα μήνα, μαζεύτηκαν όλοι έξω από τη σπηλιά του δράκου και τον παρακολουθούσαν να σφαδάζει από τους πόνους, να χτυπιέται, να βγάζει φωτιές, αλλά χωρίς να μπορεί να σηκωθεί.
Και ξαφνικά, ο δράκος ξεψύχησε μ’ ένα εκκωφαντικό αγκομαχητό. Άνοιξε τότε η κοιλιά του και βγήκε από μέσα ο Μέμος! Οι χωρικοί έμειναν άφωνοι για λίγο και ύστερα άρχισαν να ζητωκραυγάζουν και να χειροκροτούν τον ήρωα τους. Τον σήκωσαν στα χέρια και τον οδήγησαν στην πλατεία του χωριού, για να του αποδώσουν τις τιμές που τού έπρεπαν.
Αφού του έδωσαν να πιει νερό και να φάει καλά, τον ρώτησαν πώς τα κατάφερε, ένας τόσος δα ανθρωπάκος, να σκοτώσει το δράκο, κάτι που δεν είχαν καταφέρει δέκα δυνατοί άντρες μαζί. Και ο Μέμος τους είπε:
'' Το μυστικό είναι να μπεις μέσα στο θεριό, πριν προλάβει εκείνο να σε φάει. Να μπεις με τη θέληση σου, καλά προετοιμασμένος και να έχεις υπομονή κι επιμονή. Θα σου πάρει καιρό, αλλά τελικά θα καταφέρεις να το σκοτώσεις. Όταν είσαι μέσα του ζωντανός, δεν μπορεί να σε πολεμήσει. Ο χρόνος είναι ο σύμμαχος σου. Το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένα μικρό μαχαίρι. ''
Ο δράκος είναι η θλίψη, το πένθος , η απελπισία. Μπορεί να παρουσιαστούν στη ζωή σου εντελώς ξαφνικά και αν δεν ξέρεις πώς να τα αντιμετωπίσεις, θα σε φάνε. Αν προσπαθήσεις να τα αγνοήσεις, είσαι σίγουρα χαμένος. Αν πάλι πας να τα πολεμήσεις βιαστικά και να τα χτυπήσεις ενώ είσαι απ’ έξω, θα σε καταβάλουν . Ο μόνος τρόπος να τα εκμηδενίσεις είναι να μπεις μέσα τους, να τα αναγνωρίσεις , να αποδεχτείς πως υπάρχουν και να τα πολεμήσεις μεθοδικά. Κάθε μέρα κι από λίγο. Με υπομονή και επιμονή.
Το μαχαίρι του Μέμου είναι η δύναμη της θέλησης, που έχει ο καθένας μας. Και ο χρόνος ο σύμμαχος 
μας !

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Ο Θαλής και ο σοφιστής


Ένας Σοφιστής, κάποτε, πλησίασε έναν απ' τους Σοφούς της αρχαίας Ελλάδος, ελπίζοντας να τον φέρει σε αμηχανία, με τις περίπλοκες ερωτήσεις του.
Ο Σοφός όμως, ο Θαλής ο Μιλήσιος, φάνηκε αντάξιος της δοκιμασίας, γιατί απάντησε χωρίς δισταγμό και με μεγάλη ακρίβεια, σε όλες τις ερωτήσεις:

1.- Ποιο είναι το παλαιότερο απ' όλα τα πράγματα;
" Ο Θεός, γιατί υπήρχε πάντοτε. "

2.- Ποιο είναι το ωραιότερο απ' όλα τα πράγματα;
" Το Σύμπαν, γιατί είναι έργο του Θεού. "

3.- Ποιο είναι το μεγαλύτερο απ' όλα τα πράγματα;
" Το Διάστημα, γιατί περιέχει όλα, όσα έχουν δημιουργηθεί. "

4.- Ποιο είναι το σταθερότερο απ' όλα τα πράγματα;
" Η Ελπίδα, γιατί παραμένει με τον άνθρωπο ακόμη κι όταν αυτός έχει χάσει τα πάντα. "

5.- Ποιο είναι το καλύτερο απ' όλα τα πράγματα;
" Η Αρετή, γιατί χωρίς αυτήν δεν υπάρχει τίποτα καλό. "

6.- Ποιο είναι το ταχύτερο απ' όλα τα πράγματα;
" Η Σκέψη, γιατί ακαριαία μπορεί, να πετάξει στα πέρατα της Οικουμένης. "

7.- Ποιο είναι το εντονότερο απ' όλα τα πράγματα;
" Η Ανάγκη, γιατί κάνει τον άνθρωπο ικανό, να αντιμετωπίσει όλους τους κινδύνους της ζωής. "

8.- Ποιο είναι το ευκολότερο απ' όλα τα πράγματα;
" Να δίνεις συμβουλές. "

Όταν έφτασε όμως στην ένατη ερώτηση, ο Σοφός, απάντησε με μια παραδοξολογία. Έδωσε μια απάντηση την οποία, ο στα εγκόσμια Σοφιστής, σίγουρα δεν κατάλαβε και στην οποία ο περισσότερος κόσμος και σήμερα δίνει, ίσως, μόνο κάποια επιπόλαια σημασία.

9.- Ποιο είναι το δυσκολότερο απ' όλα τα πράγματα;
" Να γνωρίζεις τον Εαυτό σου ! "