Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

Ο Βουδιστής Δάσκαλος


Ένας Βουδιστής Δάσκαλος ήρθε με τους μαθητές του σε ένα χωριό. Στο χωριό αυτό όμως δεν συμπαθούσαν τους Βουδιστές , οπότε μαζεύτηκαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού γύρω από τον Δάσκαλο και τους μαθητές και άρχισαν να τον βρίζουν και να τον χαρακτηρίζουν κακό , στραβό , ανάποδο. Μία ώρα, δύο ώρες, τρεις ώρες, πέντε ώρες κράτησε το επεισόδιο αυτό, μέχρι που οι χωρικοί κουραστήκαν και σταματήσανε.
Ο Δάσκαλος τότε έκανε μια υπόκλιση και ευχαρίστησε τους υβριστές του. Οι μαθητές του μείναμε έκπληκτοι. Πώς έγινε αυτό; Θεωρούσαν τον Δάσκαλό τους σαν μεγάλο άνθρωπο και φωτισμένο και μπροστά στα μάτιά τους κάποιοι αχαρακτήριστοι χωρικοί τον περιέλουσαν με τόσες βρισιές και του φόρτωσαν τόσες προσβολές και παρόλα αυτά, αντί ο Δάσκαλός τους να αντιδράσει και να υπερασπιστεί τουλάχιστον τον εαυτό του , επέλεξε απλώς να ευχαριστήσει αυτούς που τον περιέπαιξαν.
Εύλογα λοιπόν παρακάλεσαν τον Δάσκαλό τους να τους εξηγήσει τη συμπεριφορά του. Τότε αυτός τους είπε :
« Ευχαρίστησα τους χωρικούς , επειδή τόση ώρα αυτοί δούλεψαν για εμένα. »
« Εξήγησέ μας! » Επέμειναν οι μαθητές.
« Με βρίζουν τόσες ώρες, έχουν βάλει όλα τα απόβλητα του κόσμου επάνω στο κεφάλι μου και μέσα μου δεν κουνήθηκε τίποτα, ούτε το παραμικρό και εγώ για ακόμα μια φορά επιβεβαιώθηκα, ότι είμαι καθαρός.
Γιατί αν έχουμε μέσα μας ακόμα και λίγες ακαθαρσίες, οπωσδήποτε θα βρεθεί κάποιος, να μας τις τραβήξει. Είναι Νόμος: Αν υπάρχει γάντζος κάτι θα κρεμάσουνε. Αν ο άνθρωπος κάτι έχει, θα τον χτυπάνε συνέχεια εκεί που πονάει. Το γάτο τον τραβάνε από αυτό που εξέχει πιο πολύ. Ή από την ουρά ή από τα 
μουστάκια ! »
Τα δυο αγόρια


Μια αραβική ιστορία λέει ότι κάποτε δύο αγόρια, ένα πλουσιόπαιδο κι ένα φτωχόπαιδο, επέστρεφαν στα σπίτια τους από τα ψώνια, που είχαν κάνει στην αγορά.
Το πλουσιόπαιδο είχε αγοράσει μια σακούλα μελοπάστελα και το φτωχόπαιδο ένα μπαγιάτικο ξεροκόμματο.
Το φτωχόπαιδο, καθώς βάδιζαν στο δρόμο τους, λιμπίστηκε τις λιχουδιές και συνεχώς έριχνε κρυφές ματιές στη σακούλα με τα μελοπάστελα. Είχε γεμίσει το στόμα του σάλια κι άρχισαν να τρέχουν έξω από τα χείλη του. Το πλουσιόπαιδο το παρατήρησε και θέλησε να κάνει τη δοκιμασία σκληρότερη και βαρύτερη.
« Θα σου δώσω να γευτείς από τις λιχουδιές μου, του είπε, αν μου κάνεις μια χάρη. Αν κάνεις το σκύλο, ενώ θα βαδίζουμε. »
Αυτοστιγμεί το φτωχόπαιδο έπεσε στα τέσσερα κι άρχισε να γαυγίζει όσο πιο δυνατά μπορούσε, να γλείφει τα πέδιλα του πλουσιόπαιδου και να τρώει λαίμαργα τα σπασμένα μελοπάστελα, που του πετούσε το πλουσιόπαιδο.
Ένας σοφός γέροντας βλέποντας τη σκηνή κούνησε λυπημένος το κεφάλι του και μονολόγησε:
« Αν το άμοιρο φτωχόπαιδο είχε λίγη αξιοπρέπεια, θα έβρισκε έναν έντιμο τρόπο, για να κερδίσει λίγα χρήματα, για να αγοράσει τις λιχουδιές, που επιθύμησε. Προτίμησε όμως, να μεταβληθεί σε σκύλο, για να γευτεί, ότι λιμπίστηκε. Αν αύριο μεγαλώνοντας οι συγκυρίες το φέρουν στην εξουσία, θα κάνει το ίδιο και για την κατοχή δημόσιου αξιώματος. Θα είναι ικανό να προδώσει την πατρίδα του για ένα πουγκί χρυσού! »
Ο ένοχος κατακρίνει


Κάποια μέρα ένας Γέροντας πήρε τρία πνευματικά του παιδιά και ξεκίνησαν να τελέσουν Εσπερινό σε κάποιο μοναστήρι. Επειδή ήταν μακριά το μοναστήρι, αποφάσισαν να πάρουν ταξί , για να πάνε εκεί. Όταν φάνηκε ένα ταξί στον δρόμο , τα πνευματικά παιδιά του γέροντα του είπαν να κάνουν νεύμα , ώστε να σταματήσει ο ταξιτζής. Ο Γέροντας όμως τους ανταπάντησε, πως ο ταξιτζής θα σταματήσει χωρίς νεύμα μπροστά τους. Συνεχίζοντας τους είπε να μη μιλήσουν καθόλου , όταν μπουν στο ταξί , ότι κι αν ακούσουν να πει ο ταξιτζής. Ο ίδιος ο Γέροντας θα μιλούσε με τον ταξιτζή.
Πράγματι το ταξί σταμάτησε μπροστά τους, χωρίς να του κάνουνε νεύμα. Μπήκανε λοιπόν και ο οδηγός , παρά την παρουσία του Γέροντα , άρχισε να καταφέρεται εναντίον των κληρικών και να τους κατηγορεί για πολλά και διάφορα.
« Έτσι δεν είναι ρε παιδιά , » είπε απευθυνόμενος στα πνευματικοπαίδια ο ταξιτζής. « Τι λέτε κι εσείς ; » ρωτούσε αλλά τα παιδιά κάνοντας υπακοή στον Γέροντα δεν ανταπαντούσαν,
Αφού είδε κι αποείδε ο οδηγός από την μη απάντηση των παιδιών , στράφηκε προς τον Γέροντα :
« Έτσι δεν είναι παππούλη ; Τι λες κι εσύ ; Δεν είναι αλήθεια όσα γράφουν οι εφημερίδες κι αφορούν τα σκάνδαλα με τους ιερωμένους ; »
Ο Γέροντα λοιπόν του απάντησε :
« Παιδί μου θα σου πω μια μικρή ιστορία . Πιστεύω πως αν την ακούσεις τη πρώτη φορά , δεν θα χρειαστεί να την επαναλάβω. Κάποιος άνθρωπος είχε έναν ηλικιωμένο γείτονα , που ήταν ιδιοκτήτης ενός μεγάλου κτήματος. Αυτό το κτήμα το είχε βάλει στο μάτι ο περί ου ο λόγος κι αποφάσισε να το κάνει δικό του. Επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να το πετύχει αυτό , αποφάσισε και προχώρησε στον φόνο του ηλικιωμένου γείτονα , τον οποίο κι έθαψε . Επειδή ο γείτονας δεν είχε στενούς συγγενείς , η απουσία του πέρασε απαρατήρητη. Μετά την παρέλευση κάποιου εύλογου χρονικού διαστήματος , ο φονιάς με πλαστά χαρτιά διεκδίκησε και πήρε στην κυριότητά του το κτήμα του δολοφονημένου. Αφού λοιπόν το έκανε δικό του , το πούλησε το κτήμα και με τα χρήματα που πήρε , αγόρασε ένα ταξί . Έφυγε λοιπόν από το χωριό και κατέβηκε στην πόλη κι έκτοτε δουλεύει το ιδιόκτητο ταξί.!»
Ο ταξιτζής συγκλονισμένος με όσα άκουσε , σταμάτησε το ταξί στην άκρη του δρόμου.
« Παππούλη σε παρακαλώ μη πεις πουθενά αυτήν την ιστορία. Μόνο εσύ κι εγώ την γνωρίζουμε. »
« Όχι παιδί μου , του απάντησε ο Γέροντας. Εκτός από εμάς τους δύο την γνωρίζει κι ο Θεός. Και να φροντίσεις από εδώ κι εμπρός να αλλάξεις ζωή , ώστε να μη χάσεις την ψυχή σου. »

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Το βασικό είναι να πραγματοποιείς


Ένας επισκέπτης ζήτησε από έναν μεγάλο δάσκαλο του 
Ζεν , να του εξηγήσει, ποιο είναι το νόημα της διδασκαλίας του Βούδα.
Ο δάσκαλος του απάντησε με τα λόγια της «Βίβλου» του Βουδισμού , πως το νόημα της διδασκαλίας είναι να μην κάνεις κακό , αλλά πάντοτε να επιδιώκεις να κάνεις το καλό.
Ο επισκέπτης δυσφόρησε με την απάντηση του δασκάλου , επειδή περίμενε μια βαθυστόχαστη απάντηση από αυτόν και θεώρησε πως ξεφεύγει, λέγοντάς του κάτι κοινότυπο. Έτσι απογοητευμένος ο επισκέπτης είπε, πως την συγκεκριμένη απάντηση του δάσκαλου θα μπορούσε να την δώσει κι ένα παιδάκι τριών χρόνων.
Ο δάσκαλος συμφώνησε, πως θα μπορούσε να γνωρίζει την απάντηση ένα τρίχρονο παιδάκι . Με τη σειρά του όμως κατέληξε, πως ακόμη κι αν γνωρίζει ένα παιδάκι, πως πρέπει να κάνει το καλό και να αποφεύγει το κακό , το ζήτημα είναι, πως ακόμη κι ένας ογδοντάχρονος ηλικιωμένος δεν μπορεί να το πραγματοποιήσει αυτό.
Η γωνιά του παππού


Κάποτε ζούσε ένας παππούς με τον γιο του, τη νύφη του και το εγγονάκι του.
Ήταν όμως άσχημη η κατάστασή του. Σχεδόν τυφλός, σχεδόν κουφός , δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί. Ούτε να φάει δεν μπορούσε. Σκόρπιζε όλο το φαγητό κάτω και λερωνόταν διαρκώς. Κάποιες φορές μάλιστα έριχνε το πιάτο κάτω και το έσπαζε.
Ο γιος και η νύφη σκέφτηκαν, ότι ήταν ανυπόφορο, όλο αυτό που ζούσαν. Υποχρέωσαν λοιπόν τον γέρο, να τρώει σε μια γωνιά πλάι στο τζάκι. Του έδωσαν μάλιστα και ένα ξύλινο πιάτο, για να μην το σπάζει.
Μια μέρα ο μικρός εγγονός έφτιαχνε κάτι με μερικά κομμάτια ξύλου. Όταν ο πατέρας του τον ρώτησε τι έφτιαχνε, ο μικρός απάντησε:
-Φτιάχνω ξύλινες γαβάθες, για να τρώτε εσύ και η μητέρα, όταν μεγαλώσω.
Από κείνη την ημέρα ο παππούς κάθισε και πάλι μαζί τους στο τραπέζι. Κανείς δεν είπε ξανά λέξη.
Η « Κυριακή Προσευχή » σαν θυμοσοφικός- θεατρικός διάλογος


Τα πρόσωπα: Ένας (ορατός) πιστός (Π) Ο (αόρατος) Θεός (Θ).

Π: « Πάτερ ημών, ο … »
Θ: Ορίστε!
Π: Μη με διακόπτεις, όσο κάνω την προσευχή μου!
Θ: Μα εσύ με κάλεσες!
Π: Σε κάλεσα; Δεν σε κάλεσα καθόλου. Εγώ την προσευχή μου έκαμα: « Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς… »
Θ: Να, πάλι απευθύνθηκες σε εμένα!
Π: Εγώ;
Θ: Ναι, εσύ. Είπες: « Πάτερ ημών, ο εν τοις 

ουρανοίς ». Ήρθα, εδώ είμαι . Τι θέλεις;
Π: Μα Σου είπα δεν σκεφτόμουν, δεν είχα σκοπό να σε καλέσω. Εγώ την προσευχή μου έλεγα, το « Πάτερ ημών ». Την λέω κάθε μέρα, διότι με κάνει να αισθάνομαι ωραία, όπως ακριβώς αισθάνεται κάποιος, που κατάφερε να πραγματοποιηθούν , όσα έβαλε σκοπό να κάνει.
Θ: Εντάξει. Συνέχισε τώρα την προσευχή σου.
Π: « Αγιασθήτω το όνομά Σου… »
Θ: Για σταμάτα λίγο! Τι εννοείς, με αυτό που λες;
Π: Ορίστε; Πως δηλαδή, « τι εννοώ με αυτό που 

λέω; »
Θ: Ρωτάω τι σημαίνει για σένα το « Αγιασθήτω το όνομά Σου. »
Π: Μμμ, σημαίνει … Αυτό μου έλειπε! Από που θέλεις να ξέρω εγώ τι σημαίνει; Είναι μέρος της προσευχής, σου αρκεί η εξήγηση; (Παύση) Πες μου, αλήθεια, τι σημαίνει;
Θ: Εννοεί: « Να είναι το όνομά Του δεδοξασμένο, άγιο, θαυμαστό. »
Π: Ασφαλώς. Είναι λογικό αυτό που λες! Δεν μελέτησα ποτέ την έννοια αυτών των λέξεων. 

« Γεννηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της 
γης. »
Θ: Είσαι σίγουρος, πως θέλεις να συμβαίνουν, αυτά που λες;
Π: Βεβαίως. Γιατί όχι;
Θ: Τότε, μήπως σκέφτηκες, να κάνεις κι εσύ κάτι ως προς αυτά;
Π: Εγώ; Τίποτα. Τι μπορώ να κάνω εγώ; Θεωρώ απλώς, ότι καλό θα ήταν να ελέγχεις την κατάσταση κι εδώ κάτω, επάνω στην γη, όπως την ελέγχεις εκεί ψηλά.
Θ: Μήπως ελέγχω εσένα με κάποιον τρόπο;
Π: Μα, εγώ πηγαίνω στην Εκκλησία κάθε Κυριακή…
Θ: Δεν σε ρώτησα, κάθε πότε πηγαίνεις στην Εκκλησία. Αναφέρομαι παραδείγματος χάρη, στην φύση σου… Έχεις πολύ ευέξαπτη φύση, να ξέρεις! Η φύση σου αποτελεί μεγάλο πρόβλημα!
Π: Γιατί τα βάζεις μαζί μου; Δεν είμαι χειρότερος από εκείνους τους υποκριτές, που έρχονται ανελλιπώς στην Εκκλησία και …
Θ: Συγγνώμη, μα μου φάνηκε πως προσευχόσουν να γίνει το θέλημά μου! Κι αν πρόκειται να γίνει αυτό, τότε πρέπει να αρχίσουμε μ’ αυτούς που προσεύχονται σ’ εμένα. π.χ. – μαζί σου…
Π: Καλά, εντάξει! Έχεις δίκαιο. Έχω κι εγώ τα ελαττώματά μου, τις ακλόνητες, τις απόλυτες ιδέες μου  και θα μπορούσα να σου απαριθμήσω μερικά…
Θ: Κι εγώ θα μπορούσα να το κάνω …
Π: Κύριε, αλήθεια είναι, πως θέλω να τις εγκαταλείψω, να τις διώξω, να απελευθερωθώ από το βάρος τους.
Θ: Αρχίζουμε να προοδεύουμε, λοιπόν! Θα συνεργαστούμε και θα δεις πόσες νίκες θα καταφέρνουμε μαζί! Είμαι περήφανος για σένα!
Π: Ωραία! Τώρα όμως θέλω να τελειώσω την προσευχή μου! Εάν μου μιλάς, η προσευχή μου διαρκεί πολύ περισσότερο από το συνηθισμένο. « Τον άρτον ημών τον επιούσιον, δος ημίν σήμερον... »
Θ: Θα έπρεπε να κόψεις λίγο το ψωμί, παραπάχυνες τον τελευταίο καιρό!
Π: Για περίμενε λίγο! Δεν καταλαβαίνω, τι θέλεις πραγματικά από μένα; Βλέπεις, ότι κάνω το χριστιανικό μου χρέος και λέω τις προσευχές μου κι εσύ, απρόσκλητος, με διακόπτεις συνέχεια, για να μου υπενθυμίζεις όλα τα μειονεκτήματά μου!
Θ: Το να προσεύχεσαι είναι « επικίνδυνη » δουλειά, δεν το γνωρίζεις; Μπορεί να σε μεταμορφώσει ολοκληρωτικά. Αυτό προσπαθώ, να σου εξηγήσω. Με κάλεσες και ήρθα. Τώρα είναι αργά πλέον για να σταματή­σεις. Συνέχισε την προσευχή σου! Μ’ ενδιαφέρει πολύ πως θα τη συνεχίσεις. (Παύση) Ε!, τι κάνεις; Πες την συνέχεια!
Π: Φοβάμαι…
Θ: Τι φοβάσαι;
Π: Ξέρω εγώ, τι θα μου πεις μετά;!
Θ: Συνέχισε την προσευχή σου!
Π: « Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. »
Θ: Με τον Ανδρέα όμως, τι σκοπεύεις να κάνεις;
Π: Βλέπεις; Ήξερα εγώ ότι θα έφερνες την κουβέντα σ’ αυτόν! Μα, Κύριε, τι να κάνω εγώ, αφού αυτός είπε τόσα ψέματα για μένα και το άλλο, ότι μ’ εξαπάτησε μ’ ένα τόσο μεγάλο ποσό; Σου ορκίζομαι, Κύριε, θα του δείξω εγώ! Δεν θα ησυχάσω, μέχρι να τον πληρώσω για όλα με το ίδιο νόμισμα!
Θ: Και με την προσευχή τι θα γίνει; Τι έλεγες προ ολίγου προσευ­χόμενος;
Π: Εκείνα, Κύριε, δεν θα τα έλεγα από την καρδιά, αλλά έτσι μηχανικά.
Θ: Καλά που το αναγνωρίζεις. Αισθάνεσαι όμως καλά, κουβαλώντας μέσα σου τόσο μεγάλο πόθο για εκδίκηση;
Π: Όχι. Αλλά θα αισθανθώ καλύτερα, όταν θα τον εκδικηθώ! Έχω κάποια φοβερά σχέδια σχετικά με τον ανεπρόκοπο τον Ανδρέα!
Θ: Δεν θα αισθανθείς καθόλου όπως σκέφτεσαι τώρα. Αλλά θα αισθανθείς πολύ χειρότερα, διότι η εκδίκηση έχει πολύ πικρή γεύση. Σκέψου καλά πόσο δυστυχής είσαι ακόμη και τώρα, που τρέφεις αυτά τα σχέδια εναντίον του. Εγώ όμως θα σε βοηθήσω, να αλλάξεις ολοκληρωτικά.
Π: Θαυμάσια! Πως σκοπεύεις να με βοηθήσεις ; Τι με συμβουλεύεις να κάνω;
Θ: Απλά. Συγχώρεσε εσύ τον Ανδρέα και κατόπιν θα συγχωρέσω κι εγώ εσένα. Τότε, το βάρος της αμαρτίας δεν θα επιβαρύνει εσένα, αλλά εκείνον. Θα χάσεις βέβαια εκείνα τα λεφτά, αλλά εάν τον συγχωρέσεις, θα κερδίσεις την ησυχία της ψυχής σου.
Π: Δύσκολα, πολύ δύσκολα είναι αυτά που μου ζητάς, Κύριε, αλλά διαισθάνομαι, πως αξίζει να προσπαθήσω ν’ ακολουθήσω τον λόγο σου. Ευχαριστώ που με βοήθησες να λύσω και αυτό το ζήτημα. « Και μη

εισε­νέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού. Αμήν. »
Το οικογενειακό κειμήλιο


Ένας πατέρας είπε στον γιο του:
« Αυτό είναι ένα ρολόι , ένα οικογενειακό κειμήλιο , που κατασκευάστηκε πριν από διακόσια χρόνια περίπου και ανήκε ανέκαθεν στην οικογένειά μας. Επειδή θα περάσει στη δική σου την κυριότητα , θα ήθελα να γνωρίζεις την χρηματική του αξία . Πάρε το λοιπόν και πήγαινε στην υπαίθρια αγορά και προσπάθησε φαινομενικά να το πουλήσεις. Πρόσεξε όμως, όσα κι αν σου δώσουν , μην το πουλήσεις , αλλά να έρθεις σε εμένα και να μου πεις την τιμή. »
Πραγματικά ο γιος πήγε στην αγορά και απευθύνθηκε σε όσους πουλούσαν τις πραμάτειές του , αλλά και σε όσους βρισκότανε εκεί σαν αγοραστές , ρωτώντας τους, αν επιθυμούν να αγοράσουν το ρολόι και πόσα χρήματα ήταν διατεθειμένοι να δώσουν.
Οι περισσότεροι στους οποίους πρότεινε την αγορά του ρολογιού , βλέποντας το παλαιό ρολόι, δεν καταδέχτηκαν ούτε καν να του απαντήσουν. Κάποιοι , που μπορεί να τον πέρασαν και για ζητιάνο , του είπαν ότι θα μπορούσαν να του δώσουνε το πολύ 50 ευρώ.
Επιστρέφοντας ο γιος είπε στον πατέρα του , όσα διαδραματίστηκαν στην αγορά σε σχέση με το ρολόι. Ο πατέρας του τότε του πρότεινε να πάει στο γωνιακό μαγαζί της κεντρικής αγοράς , που πουλούσε κοσμήματα , χρυσαφικά και αντίκες και να δοκιμάσει να πουλήσει στον ιδιοκτήτη του μαγαζιού το ρολόι. Του επέστησε όμως την προσοχή περισσότερο έντονα από την προηγούμενη φορά , σε καμιά περίπτωση να μη δεχτεί να το πουλήσει , ακόμη κι αν η τιμή που του προταθεί , να φαντάζει εξωπραγματική.
Ο γιος όταν επέστρεψε είπε στον πατέρα του :
« Απευθυνόμενος στον ιδιοκτήτη του καταστήματος χρυσαφικών που με έστειλες , αμέσως μου είπε, πως δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την αξία του ρολογιού , αλλά μου πρότεινε αν είχα την καλοσύνη, να περιμένω για λίγο στο μαγαζί , μέχρι να έρθει ο ειδικός , που θα μπορούσε να εκτιμήσει την αξία του ρολογιού με μεγάλη ακρίβεια. Αφού λοιπόν έλεγε την τιμή ο ειδικός , τότε θα μου έδινε μια προσφορά ο καταστηματάρχης , για να του το πουλήσω.
Πράγματι μετά από λίγο ήρθε ο ειδικός και αφού επισταμένως εξέτασε το ρολόι , χρησιμοποιώντας προς τούτο και τα κατάλληλα όργανα κι εργαλεία που είχε , είπε πως η αξία μεταπώλησής του αγγίζει τα δύο εκατομμύρια ευρώ . Ο καταστηματάρχης τότε μου πρότεινε , επειδή δεν είχε τόσα χρήματα στο θησαυροφυλάκιό του , να μου δώσει επιτόπου ένα εκατομμύριο ευρώ μετρητά και να υπογράψει γραμμάτια για το υπόλοιπο ποσό με ολική εξόφληση μέσα σε έναν χρόνο. Επειδή όμως πατέρα είπες να μη δεχτώ να το πουλήσω , όποια τιμή κι αν ακούσω , ομολογώ πως με βαριά καρδιά έκανα το θέλημά 
σου. »
Ο πατέρας τότε του απάντησε :
« Όλα αυτά σε έβαλα να τα κάνεις , αφ΄ ενός για να γνωρίζεις την αξία του ρολογιού , όταν θα περάσει αυτό στα δικά σου χέρια , ώστε κανένας να μη σου το αγοράσει σε ευτελή τιμή κι αφ΄ ετέρου για να σου δείξω, πως αν χρειαστείς ποτέ να μάθεις, πόση θεωρούν οι άλλοι πως είναι η αξία σου , θα απευθυνθείς στους κατάλληλους ανθρώπους και στο κατάλληλο μέρος και δεν θα ζητήσεις να εκτιμήσουν την αξία σου λάθος άνθρωποι σε λάθος μέρη , που δεν σου ταιριάζουν ! »