Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

Ο ένοχος κατακρίνει


Κάποια μέρα ένας Γέροντας πήρε τρία πνευματικά του παιδιά και ξεκίνησαν να τελέσουν Εσπερινό σε κάποιο μοναστήρι. Επειδή ήταν μακριά το μοναστήρι, αποφάσισαν να πάρουν ταξί , για να πάνε εκεί. Όταν φάνηκε ένα ταξί στον δρόμο , τα πνευματικά παιδιά του γέροντα του είπαν να κάνουν νεύμα , ώστε να σταματήσει ο ταξιτζής. Ο Γέροντας όμως τους ανταπάντησε, πως ο ταξιτζής θα σταματήσει χωρίς νεύμα μπροστά τους. Συνεχίζοντας τους είπε να μη μιλήσουν καθόλου , όταν μπουν στο ταξί , ότι κι αν ακούσουν να πει ο ταξιτζής. Ο ίδιος ο Γέροντας θα μιλούσε με τον ταξιτζή.
Πράγματι το ταξί σταμάτησε μπροστά τους, χωρίς να του κάνουνε νεύμα. Μπήκανε λοιπόν και ο οδηγός , παρά την παρουσία του Γέροντα , άρχισε να καταφέρεται εναντίον των κληρικών και να τους κατηγορεί για πολλά και διάφορα.
« Έτσι δεν είναι ρε παιδιά , » είπε απευθυνόμενος στα πνευματικοπαίδια ο ταξιτζής. « Τι λέτε κι εσείς ; » ρωτούσε αλλά τα παιδιά κάνοντας υπακοή στον Γέροντα δεν ανταπαντούσαν,
Αφού είδε κι αποείδε ο οδηγός από την μη απάντηση των παιδιών , στράφηκε προς τον Γέροντα :
« Έτσι δεν είναι παππούλη ; Τι λες κι εσύ ; Δεν είναι αλήθεια όσα γράφουν οι εφημερίδες κι αφορούν τα σκάνδαλα με τους ιερωμένους ; »
Ο Γέροντα λοιπόν του απάντησε :
« Παιδί μου θα σου πω μια μικρή ιστορία . Πιστεύω πως αν την ακούσεις τη πρώτη φορά , δεν θα χρειαστεί να την επαναλάβω. Κάποιος άνθρωπος είχε έναν ηλικιωμένο γείτονα , που ήταν ιδιοκτήτης ενός μεγάλου κτήματος. Αυτό το κτήμα το είχε βάλει στο μάτι ο περί ου ο λόγος κι αποφάσισε να το κάνει δικό του. Επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να το πετύχει αυτό , αποφάσισε και προχώρησε στον φόνο του ηλικιωμένου γείτονα , τον οποίο κι έθαψε . Επειδή ο γείτονας δεν είχε στενούς συγγενείς , η απουσία του πέρασε απαρατήρητη. Μετά την παρέλευση κάποιου εύλογου χρονικού διαστήματος , ο φονιάς με πλαστά χαρτιά διεκδίκησε και πήρε στην κυριότητά του το κτήμα του δολοφονημένου. Αφού λοιπόν το έκανε δικό του , το πούλησε το κτήμα και με τα χρήματα που πήρε , αγόρασε ένα ταξί . Έφυγε λοιπόν από το χωριό και κατέβηκε στην πόλη κι έκτοτε δουλεύει το ιδιόκτητο ταξί.!»
Ο ταξιτζής συγκλονισμένος με όσα άκουσε , σταμάτησε το ταξί στην άκρη του δρόμου.
« Παππούλη σε παρακαλώ μη πεις πουθενά αυτήν την ιστορία. Μόνο εσύ κι εγώ την γνωρίζουμε. »
« Όχι παιδί μου , του απάντησε ο Γέροντας. Εκτός από εμάς τους δύο την γνωρίζει κι ο Θεός. Και να φροντίσεις από εδώ κι εμπρός να αλλάξεις ζωή , ώστε να μη χάσεις την ψυχή σου. »

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Το βασικό είναι να πραγματοποιείς


Ένας επισκέπτης ζήτησε από έναν μεγάλο δάσκαλο του 
Ζεν , να του εξηγήσει, ποιο είναι το νόημα της διδασκαλίας του Βούδα.
Ο δάσκαλος του απάντησε με τα λόγια της «Βίβλου» του Βουδισμού , πως το νόημα της διδασκαλίας είναι να μην κάνεις κακό , αλλά πάντοτε να επιδιώκεις να κάνεις το καλό.
Ο επισκέπτης δυσφόρησε με την απάντηση του δασκάλου , επειδή περίμενε μια βαθυστόχαστη απάντηση από αυτόν και θεώρησε πως ξεφεύγει, λέγοντάς του κάτι κοινότυπο. Έτσι απογοητευμένος ο επισκέπτης είπε, πως την συγκεκριμένη απάντηση του δάσκαλου θα μπορούσε να την δώσει κι ένα παιδάκι τριών χρόνων.
Ο δάσκαλος συμφώνησε, πως θα μπορούσε να γνωρίζει την απάντηση ένα τρίχρονο παιδάκι . Με τη σειρά του όμως κατέληξε, πως ακόμη κι αν γνωρίζει ένα παιδάκι, πως πρέπει να κάνει το καλό και να αποφεύγει το κακό , το ζήτημα είναι, πως ακόμη κι ένας ογδοντάχρονος ηλικιωμένος δεν μπορεί να το πραγματοποιήσει αυτό.
Η γωνιά του παππού


Κάποτε ζούσε ένας παππούς με τον γιο του, τη νύφη του και το εγγονάκι του.
Ήταν όμως άσχημη η κατάστασή του. Σχεδόν τυφλός, σχεδόν κουφός , δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί. Ούτε να φάει δεν μπορούσε. Σκόρπιζε όλο το φαγητό κάτω και λερωνόταν διαρκώς. Κάποιες φορές μάλιστα έριχνε το πιάτο κάτω και το έσπαζε.
Ο γιος και η νύφη σκέφτηκαν, ότι ήταν ανυπόφορο, όλο αυτό που ζούσαν. Υποχρέωσαν λοιπόν τον γέρο, να τρώει σε μια γωνιά πλάι στο τζάκι. Του έδωσαν μάλιστα και ένα ξύλινο πιάτο, για να μην το σπάζει.
Μια μέρα ο μικρός εγγονός έφτιαχνε κάτι με μερικά κομμάτια ξύλου. Όταν ο πατέρας του τον ρώτησε τι έφτιαχνε, ο μικρός απάντησε:
-Φτιάχνω ξύλινες γαβάθες, για να τρώτε εσύ και η μητέρα, όταν μεγαλώσω.
Από κείνη την ημέρα ο παππούς κάθισε και πάλι μαζί τους στο τραπέζι. Κανείς δεν είπε ξανά λέξη.
Η « Κυριακή Προσευχή » σαν θυμοσοφικός- θεατρικός διάλογος


Τα πρόσωπα: Ένας (ορατός) πιστός (Π) Ο (αόρατος) Θεός (Θ).

Π: « Πάτερ ημών, ο … »
Θ: Ορίστε!
Π: Μη με διακόπτεις, όσο κάνω την προσευχή μου!
Θ: Μα εσύ με κάλεσες!
Π: Σε κάλεσα; Δεν σε κάλεσα καθόλου. Εγώ την προσευχή μου έκαμα: « Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς… »
Θ: Να, πάλι απευθύνθηκες σε εμένα!
Π: Εγώ;
Θ: Ναι, εσύ. Είπες: « Πάτερ ημών, ο εν τοις 

ουρανοίς ». Ήρθα, εδώ είμαι . Τι θέλεις;
Π: Μα Σου είπα δεν σκεφτόμουν, δεν είχα σκοπό να σε καλέσω. Εγώ την προσευχή μου έλεγα, το « Πάτερ ημών ». Την λέω κάθε μέρα, διότι με κάνει να αισθάνομαι ωραία, όπως ακριβώς αισθάνεται κάποιος, που κατάφερε να πραγματοποιηθούν , όσα έβαλε σκοπό να κάνει.
Θ: Εντάξει. Συνέχισε τώρα την προσευχή σου.
Π: « Αγιασθήτω το όνομά Σου… »
Θ: Για σταμάτα λίγο! Τι εννοείς, με αυτό που λες;
Π: Ορίστε; Πως δηλαδή, « τι εννοώ με αυτό που 

λέω; »
Θ: Ρωτάω τι σημαίνει για σένα το « Αγιασθήτω το όνομά Σου. »
Π: Μμμ, σημαίνει … Αυτό μου έλειπε! Από που θέλεις να ξέρω εγώ τι σημαίνει; Είναι μέρος της προσευχής, σου αρκεί η εξήγηση; (Παύση) Πες μου, αλήθεια, τι σημαίνει;
Θ: Εννοεί: « Να είναι το όνομά Του δεδοξασμένο, άγιο, θαυμαστό. »
Π: Ασφαλώς. Είναι λογικό αυτό που λες! Δεν μελέτησα ποτέ την έννοια αυτών των λέξεων. 

« Γεννηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της 
γης. »
Θ: Είσαι σίγουρος, πως θέλεις να συμβαίνουν, αυτά που λες;
Π: Βεβαίως. Γιατί όχι;
Θ: Τότε, μήπως σκέφτηκες, να κάνεις κι εσύ κάτι ως προς αυτά;
Π: Εγώ; Τίποτα. Τι μπορώ να κάνω εγώ; Θεωρώ απλώς, ότι καλό θα ήταν να ελέγχεις την κατάσταση κι εδώ κάτω, επάνω στην γη, όπως την ελέγχεις εκεί ψηλά.
Θ: Μήπως ελέγχω εσένα με κάποιον τρόπο;
Π: Μα, εγώ πηγαίνω στην Εκκλησία κάθε Κυριακή…
Θ: Δεν σε ρώτησα, κάθε πότε πηγαίνεις στην Εκκλησία. Αναφέρομαι παραδείγματος χάρη, στην φύση σου… Έχεις πολύ ευέξαπτη φύση, να ξέρεις! Η φύση σου αποτελεί μεγάλο πρόβλημα!
Π: Γιατί τα βάζεις μαζί μου; Δεν είμαι χειρότερος από εκείνους τους υποκριτές, που έρχονται ανελλιπώς στην Εκκλησία και …
Θ: Συγγνώμη, μα μου φάνηκε πως προσευχόσουν να γίνει το θέλημά μου! Κι αν πρόκειται να γίνει αυτό, τότε πρέπει να αρχίσουμε μ’ αυτούς που προσεύχονται σ’ εμένα. π.χ. – μαζί σου…
Π: Καλά, εντάξει! Έχεις δίκαιο. Έχω κι εγώ τα ελαττώματά μου, τις ακλόνητες, τις απόλυτες ιδέες μου  και θα μπορούσα να σου απαριθμήσω μερικά…
Θ: Κι εγώ θα μπορούσα να το κάνω …
Π: Κύριε, αλήθεια είναι, πως θέλω να τις εγκαταλείψω, να τις διώξω, να απελευθερωθώ από το βάρος τους.
Θ: Αρχίζουμε να προοδεύουμε, λοιπόν! Θα συνεργαστούμε και θα δεις πόσες νίκες θα καταφέρνουμε μαζί! Είμαι περήφανος για σένα!
Π: Ωραία! Τώρα όμως θέλω να τελειώσω την προσευχή μου! Εάν μου μιλάς, η προσευχή μου διαρκεί πολύ περισσότερο από το συνηθισμένο. « Τον άρτον ημών τον επιούσιον, δος ημίν σήμερον... »
Θ: Θα έπρεπε να κόψεις λίγο το ψωμί, παραπάχυνες τον τελευταίο καιρό!
Π: Για περίμενε λίγο! Δεν καταλαβαίνω, τι θέλεις πραγματικά από μένα; Βλέπεις, ότι κάνω το χριστιανικό μου χρέος και λέω τις προσευχές μου κι εσύ, απρόσκλητος, με διακόπτεις συνέχεια, για να μου υπενθυμίζεις όλα τα μειονεκτήματά μου!
Θ: Το να προσεύχεσαι είναι « επικίνδυνη » δουλειά, δεν το γνωρίζεις; Μπορεί να σε μεταμορφώσει ολοκληρωτικά. Αυτό προσπαθώ, να σου εξηγήσω. Με κάλεσες και ήρθα. Τώρα είναι αργά πλέον για να σταματή­σεις. Συνέχισε την προσευχή σου! Μ’ ενδιαφέρει πολύ πως θα τη συνεχίσεις. (Παύση) Ε!, τι κάνεις; Πες την συνέχεια!
Π: Φοβάμαι…
Θ: Τι φοβάσαι;
Π: Ξέρω εγώ, τι θα μου πεις μετά;!
Θ: Συνέχισε την προσευχή σου!
Π: « Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. »
Θ: Με τον Ανδρέα όμως, τι σκοπεύεις να κάνεις;
Π: Βλέπεις; Ήξερα εγώ ότι θα έφερνες την κουβέντα σ’ αυτόν! Μα, Κύριε, τι να κάνω εγώ, αφού αυτός είπε τόσα ψέματα για μένα και το άλλο, ότι μ’ εξαπάτησε μ’ ένα τόσο μεγάλο ποσό; Σου ορκίζομαι, Κύριε, θα του δείξω εγώ! Δεν θα ησυχάσω, μέχρι να τον πληρώσω για όλα με το ίδιο νόμισμα!
Θ: Και με την προσευχή τι θα γίνει; Τι έλεγες προ ολίγου προσευ­χόμενος;
Π: Εκείνα, Κύριε, δεν θα τα έλεγα από την καρδιά, αλλά έτσι μηχανικά.
Θ: Καλά που το αναγνωρίζεις. Αισθάνεσαι όμως καλά, κουβαλώντας μέσα σου τόσο μεγάλο πόθο για εκδίκηση;
Π: Όχι. Αλλά θα αισθανθώ καλύτερα, όταν θα τον εκδικηθώ! Έχω κάποια φοβερά σχέδια σχετικά με τον ανεπρόκοπο τον Ανδρέα!
Θ: Δεν θα αισθανθείς καθόλου όπως σκέφτεσαι τώρα. Αλλά θα αισθανθείς πολύ χειρότερα, διότι η εκδίκηση έχει πολύ πικρή γεύση. Σκέψου καλά πόσο δυστυχής είσαι ακόμη και τώρα, που τρέφεις αυτά τα σχέδια εναντίον του. Εγώ όμως θα σε βοηθήσω, να αλλάξεις ολοκληρωτικά.
Π: Θαυμάσια! Πως σκοπεύεις να με βοηθήσεις ; Τι με συμβουλεύεις να κάνω;
Θ: Απλά. Συγχώρεσε εσύ τον Ανδρέα και κατόπιν θα συγχωρέσω κι εγώ εσένα. Τότε, το βάρος της αμαρτίας δεν θα επιβαρύνει εσένα, αλλά εκείνον. Θα χάσεις βέβαια εκείνα τα λεφτά, αλλά εάν τον συγχωρέσεις, θα κερδίσεις την ησυχία της ψυχής σου.
Π: Δύσκολα, πολύ δύσκολα είναι αυτά που μου ζητάς, Κύριε, αλλά διαισθάνομαι, πως αξίζει να προσπαθήσω ν’ ακολουθήσω τον λόγο σου. Ευχαριστώ που με βοήθησες να λύσω και αυτό το ζήτημα. « Και μη

εισε­νέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού. Αμήν. »
Το οικογενειακό κειμήλιο


Ένας πατέρας είπε στον γιο του:
« Αυτό είναι ένα ρολόι , ένα οικογενειακό κειμήλιο , που κατασκευάστηκε πριν από διακόσια χρόνια περίπου και ανήκε ανέκαθεν στην οικογένειά μας. Επειδή θα περάσει στη δική σου την κυριότητα , θα ήθελα να γνωρίζεις την χρηματική του αξία . Πάρε το λοιπόν και πήγαινε στην υπαίθρια αγορά και προσπάθησε φαινομενικά να το πουλήσεις. Πρόσεξε όμως, όσα κι αν σου δώσουν , μην το πουλήσεις , αλλά να έρθεις σε εμένα και να μου πεις την τιμή. »
Πραγματικά ο γιος πήγε στην αγορά και απευθύνθηκε σε όσους πουλούσαν τις πραμάτειές του , αλλά και σε όσους βρισκότανε εκεί σαν αγοραστές , ρωτώντας τους, αν επιθυμούν να αγοράσουν το ρολόι και πόσα χρήματα ήταν διατεθειμένοι να δώσουν.
Οι περισσότεροι στους οποίους πρότεινε την αγορά του ρολογιού , βλέποντας το παλαιό ρολόι, δεν καταδέχτηκαν ούτε καν να του απαντήσουν. Κάποιοι , που μπορεί να τον πέρασαν και για ζητιάνο , του είπαν ότι θα μπορούσαν να του δώσουνε το πολύ 50 ευρώ.
Επιστρέφοντας ο γιος είπε στον πατέρα του , όσα διαδραματίστηκαν στην αγορά σε σχέση με το ρολόι. Ο πατέρας του τότε του πρότεινε να πάει στο γωνιακό μαγαζί της κεντρικής αγοράς , που πουλούσε κοσμήματα , χρυσαφικά και αντίκες και να δοκιμάσει να πουλήσει στον ιδιοκτήτη του μαγαζιού το ρολόι. Του επέστησε όμως την προσοχή περισσότερο έντονα από την προηγούμενη φορά , σε καμιά περίπτωση να μη δεχτεί να το πουλήσει , ακόμη κι αν η τιμή που του προταθεί , να φαντάζει εξωπραγματική.
Ο γιος όταν επέστρεψε είπε στον πατέρα του :
« Απευθυνόμενος στον ιδιοκτήτη του καταστήματος χρυσαφικών που με έστειλες , αμέσως μου είπε, πως δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την αξία του ρολογιού , αλλά μου πρότεινε αν είχα την καλοσύνη, να περιμένω για λίγο στο μαγαζί , μέχρι να έρθει ο ειδικός , που θα μπορούσε να εκτιμήσει την αξία του ρολογιού με μεγάλη ακρίβεια. Αφού λοιπόν έλεγε την τιμή ο ειδικός , τότε θα μου έδινε μια προσφορά ο καταστηματάρχης , για να του το πουλήσω.
Πράγματι μετά από λίγο ήρθε ο ειδικός και αφού επισταμένως εξέτασε το ρολόι , χρησιμοποιώντας προς τούτο και τα κατάλληλα όργανα κι εργαλεία που είχε , είπε πως η αξία μεταπώλησής του αγγίζει τα δύο εκατομμύρια ευρώ . Ο καταστηματάρχης τότε μου πρότεινε , επειδή δεν είχε τόσα χρήματα στο θησαυροφυλάκιό του , να μου δώσει επιτόπου ένα εκατομμύριο ευρώ μετρητά και να υπογράψει γραμμάτια για το υπόλοιπο ποσό με ολική εξόφληση μέσα σε έναν χρόνο. Επειδή όμως πατέρα είπες να μη δεχτώ να το πουλήσω , όποια τιμή κι αν ακούσω , ομολογώ πως με βαριά καρδιά έκανα το θέλημά 
σου. »
Ο πατέρας τότε του απάντησε :
« Όλα αυτά σε έβαλα να τα κάνεις , αφ΄ ενός για να γνωρίζεις την αξία του ρολογιού , όταν θα περάσει αυτό στα δικά σου χέρια , ώστε κανένας να μη σου το αγοράσει σε ευτελή τιμή κι αφ΄ ετέρου για να σου δείξω, πως αν χρειαστείς ποτέ να μάθεις, πόση θεωρούν οι άλλοι πως είναι η αξία σου , θα απευθυνθείς στους κατάλληλους ανθρώπους και στο κατάλληλο μέρος και δεν θα ζητήσεις να εκτιμήσουν την αξία σου λάθος άνθρωποι σε λάθος μέρη , που δεν σου ταιριάζουν ! »
Στο χωριό του παππού


O γέρο Χαραλάμπης έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του με την νοσταλγία της χαμένης του πατρίδας.
Σκεφτόταν συνέχεια το όμορφο χωριό του κοντά στην Προύσα και τα μάτια του βούρκωναν. Μ' αυτόν τον καημό έφυγε για την ζωή.
Συχνά έπαιρνε στην αγκαλιά του τον εγγονό του τον Μπάμπη και του μιλούσε για το χωριό του. Του περιέγραφε πως ήταν η εκκλησία, το σχολείο που έμαθε τα πρώτα του γράμματα, την πλατεία που έπαιζε.
Με μεγάλη λεπτομέρεια του περιέγραφε το σπίτι που γεννήθηκε, παντρεύτηκε, απέκτησε τα παιδιά του.
Ο Μπάμπης μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα. Πάντα όμως θυμόταν τον παππού του και όταν κάποια μέρα πληροφορήθηκε, πως ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο προγραμμάτιζε εκδρομή στα μέρη της Προύσας, θεώρησε χρέος του να επισκεφθεί αυτόν τον τόπο στη μνήμη του παππού του.
Δυνατή συγκίνηση κατέλαβε τον Μπάμπη, όταν βρέθηκε στο χωριό του παππού του. Είδε πρώτα την εκκλησία, μόνο που τώρα ήταν τζαμί. Πλησίασε στο καφενεδάκι του παππού του, ήταν κλειστό. Και η πλατεία εντελώς παραμελημένη. Κι έφτασε μπροστά στο σπίτι. Με τρεμάμενο χέρι έσπρωξε την αυλόπορτα. Στα σκαλοπάτια καθόταν ένα γεροντάκι. Σηκώθηκε μόλις τον είδε.
" Έλα παιδί μου, τι θέλεις; " τον ρώτησε στα τούρκικα.
Με τις λίγες τούρκικες λέξεις που είχε μάθει ο Μπάμπης από τον παππού του, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει, πως είχε έρθει από την Ελλάδα, για να γνωρίσει το χωριό του παππού του. Σαν το άκουσε αυτό ο γέρος τινάχτηκε πάνω. Άπλωσε τα χέρια και τον έσφιξε στην αγκαλιά του.
" Καλώς όρισες, " του είπε ελληνικά. " Το ξέρα πως θα έρθεις και σε περίμενα. "
Ο Μπάμπης τον κοίταξε σαστισμένος. Τον έπιασε εκείνος από το χέρι και τον οδήγησε σ´ ένα μικρό δωμάτιο στο εσωτερικό του σπιτιού.
Τον έβαλε να καθίσει στην μοναδική καρέκλα . Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπο του και συνέχισε.
« Γεννήθηκα σ´ ένα όμορφο χωριουδάκι της Μακεδονίας. Οι γονείς μου ήταν Μωαμεθανοί και στο επάγγελμα αγρότες.
Εγώ ήμουν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Όταν οι άλλοι λείπανε όλη μέρα στα κτήματα, εγώ έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Νικολάκη. Πολλές φορές κοιμόμουνα κιόλας. Οι γονείς του μ´ αγαπούσαν και δεν με ξεχώριζαν από τα παιδιά τους. Ήταν καλοί άνθρωποι και πιστοί χριστιανοί. Εκκλησιάζονταν συχνά το βράδυ όλη η οικογένεια, γονάτιζαν και προσεύχονταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, όπου έκαιγε συνέχεια το καντήλι και δίπλα το θυμιατήρι, που σκορπούσε σ´ όλο το σπίτι ευωδία.
Όλα αυτά έμενα μ´ έκαναν να νιώθω δέος. Πολλές φορές γονάτιζα και εγώ μαζί τους και μιλούσα με την Παναγία, σαν να μιλούσα με την μάνα μου. Η ψυχή μου τότε γέμιζε γαλήνη.
Κάποια μέρα η οικογένεια του Νικολάκη πήγανε σ´ ένα ξωκλήσι, που πανηγύριζε. Με πήραν κι εμένα μαζί τους. Παρακολούθησα τη Θεία λειτουργία κι όταν είδα τους πιστούς να προχωρούν προς την Ωραία Πύλη για να μεταλάβουν, ακολούθησα και εγώ. Ο πατέρας του φίλου μου με συγκράτησε.
" Όχι εσύ παιδί μου, " μου είπε χαμηλόφωνα. " Δεν μπορείς να μεταλάβεις γιατί είσαι αβάφτιστος. "
Τον κοίταξα με παράπονο
" Τότε να βαπτιστώ, " του απάντησα.
Λίγο αργότερα ο κυρ Δημήτρης μου εξήγησε, πως ανήκουμε σε διαφορετικές θρησκείες και οι γονείς μου δεν θα μου επέτρεπαν να βαπτιστώ. Θα μπορούσα όμως να το κάνω, όταν γινόμουνα ενήλικος κι εξακολουθούσα να έχω τον ίδιο πόθο.
Κι εγώ περίμενα την πολυπόθητη εκείνη μέρα και συνέχιζα να προσεύχομαι στην Παναγία. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα να πραγματοποιήσω τη μεγάλη μου επιθυμία. Πριν ακόμα ενηλικιωθώ έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών.
Με πήραν οι γονείς μου και με φέρανε σε τούτο εδώ το χωριό.
Ήταν νύχτα και δεν μπόρεσα να αποχαιρετήσω τον φίλο μου και την αγαπημένη μου εκείνη οικογένεια. Αυτό μου στοίχισε πολύ. Μια δυο φορές θέλησα να φύγω από το σπίτι. Οι γονείς μου αναγκάστηκαν να με κλειδώσουν σε τούτο εδώ το δωμάτιο και συνέχισα να μένω όλα αυτά τα χρόνια.
Ένα βράδυ πάνω στην απελπισία μου γονάτισα, όπως έκανε η οικογένεια του Νικολάκη και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσα την Παναγία, να με βοηθήσει να γυρίσω πίσω. Και ξαφνικά αισθάνθηκα μια υπέροχη ευωδιά, να πλημμυρίζει το δωμάτιο. Το θεώρησα σαν απάντηση της Παναγίας στην προσευχή μου. Την ίδια ευωδία την νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα, όταν το βράδυ προσεύχομαι.
Αργότερα άρχισα να ακούω κάποια ελαφρά χτυπήματα κάτω από το κρεβάτι που κοιμόμουν. Έναν ολόκληρο χρόνο δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε, ούτε όμως τολμούσα να το πω σε κάποιον. Βρήκα την ευκαιρία κάποια μέρα, που όλη η οικογένεια μου είχε πάει σ´ ένα γάμο στο διπλανό χωριό κι έψαξα με πολύ προσοχή στο σημείο εκείνο. Πρόσεξα πως κάποια σανίδια δεν εφάρμοζαν εντελώς.
Τα ανασήκωσα μ' ένα αιχμηρό αντικείμενο. Είδα από κάτω ένα μεταλλικό κουτί.
" Σίγουρα θα είναι κάποιος κρυμμένος θησαυρός , " σκέφτηκα.
Ρίγος με κατέλαβε όταν το άνοιξα. Μέσα υπήρχε μια ολόχρυση εικόνα της Παναγίας, ένα καντήλι και ένα θυμιατήρι, που ευωδίαζαν. Σκέφτηκα πως οι άνθρωποι που φύγανε από αυτό το σπίτι, έκρυψαν τον πολύτιμο θησαυρό τους, για να μην πέσει σε βέβηλα χέρια . Το ίδιο σκέφτηκα να κάνω και εγώ. Να φυλάξω την εικόνα μέχρι να βρεθεί κάποιος από την οικογένεια, που θα μπορούσα να την παραδώσω. Κι αυτό ήταν το αίτημα μου, όταν προσευχόμουν κάθε βράδυ στην Παναγία. Πέρασαν χρόνια από τότε.
Οι γονείς μου φύγανε από τη ζωή. Τα αδέρφια μου παντρεύτηκαν κι έκαναν δικό τους σπιτικό. Εγώ έμεινα εδώ μόνος. Φύλαγα την εικόνα της Παναγίας. Δεν θέλησα να παντρευτώ, ούτε να μπει γυναίκα στο σπίτι μου. Οι συγγενείς και συγχωριανοί μου με θεωρούσαν αλλοπαρμένο και δεν με πλησίαζαν. Αυτό με βόλευε, γιατί δεν με ενοχλούσαν.
Είχα πάντα την Παναγία που με προστάτευε.
Τελευταία οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν.
" Μην αφήσεις Παναγία μου να πεθάνω, πριν παραδώσω σε χέρια σίγουρα την εικόνα σου, " προσευχόμουνα συνέχεια.
Και ψες το βράδυ πήρα την απάντηση της . Η ευωδία σταμάτησε. Μια δροσερή αύρα απλώθηκε στην ψυχή μου. Έβγαλα την εικόνα από το κουτί και μου φάνηκε πως η Παναγία μου χαμογέλασε.
" Κάποιον θα στείλει σήμερα να την πάρει ", σκέφτηκα και κάθισα από το πρωί στα σκαλοπάτια να περιμένω. Τώρα πια μπορώ να κλείσω τα μάτια μου ήσυχος. »
Συγκινημένος ο Μπάμπης πήρε το ιερό κειμήλιο από τα χέρια του γέροντα. Έσκυψε μετά και φίλησε το χέρι του κι ένιωσε σαν να φιλούσε το χέρι του παππού του.
Τον ευχαρίστησε με όλη του την καρδιά. Αποχαιρετίστηκαν δακρυσμένοι. Πριν φύγει ο Μπάμπης, ο γέροντας του έδωσε ένα σακουλάκι .
" Πάρε παιδί μου, " του είπε. " Έχει χώμα από τον κήπο του παππού σου. Βάλτο στον τάφο του να αναπαυθεί η ψυχή του! "
Συνέχισέ το


Πριν από χρόνια ένας σπουδαίος γιατρός ταξίδευε με την οικογένειά του στην έρημο με ένα τροχόσπιτο. Ξαφνικά, μετά από ένα απότομο τράνταγμα, το αυτοκίνητο στρίβει δεξιά στο πλάι του δρόμου.
Λάστιχο στον μπροστινό δεξί τροχό. Τα δίδυμα έχουν τρομάξει, η γυναίκα του προσπαθεί να τα ηρεμήσει.
« Μην ανησυχείτε, » τους λέει, « θα βάλω τη ρεζέρβα και θα συνεχίσουμε.»
Πράγματι, αλλάζει το λάστιχο με μεγάλο κόπο. Είχε 40 βαθμούς θερμοκρασία. Μπαίνει στο αυτοκίνητο και διαπιστώνει, πως τα δίδυμα συνεχίζουν να κλαίνε. Η γυναίκα του έχει απελπιστεί. Ο γιατρός της λέει:
« Κάνε υπομονή, σε 50 χιλιόμετρα έχει βενζινάδικο και θα σταματήσουμε.»
Ξαναβγαίνει στο δρόμο, δεν προλαβαίνει όμως να κάνει πάνω από 50 μέτρα και ένας θόρυβος, ίδιος με πριν, τον αναγκάζει να φρενάρει απότομα. Βγαίνει και τι να δει; Και το άλλο λάστιχο σκασμένο.
Τα δίδυμα έχουν τρομάξει πολύ και κλαίνε πια με λυγμούς. Ο γιατρός είναι απελπισμένος και η γυναίκα του από τον πανικό της βρίσκεται σε κατάσταση υστερίας. Εν τω μεταξύ, αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι και ούτε ένα αυτοκίνητο δε φαίνεται στον ορίζοντα. Ο γιατρός όσο περνά η ώρα καταλαμβάνεται από έναν απίστευτο φόβο, όχι τόσο για τον ίδιο όσο για την οικογένειά του.
Έχουν περάσει δύο ώρες, όταν στο βάθος φαίνονται τα φώτα ενός αυτοκινήτου. Ο γιατρός σαν τρελός με τα χέρια ψηλά τρέχει στη μέση του δρόμου, να σταματήσει τον περαστικό για να ζητήσει βοήθεια. Το αυτοκίνητο πλησιάζει και φρενάρει. Είναι ένα μεγάλο αγροτικό, που στην καρότσα του έχει ένα λυκόσκυλο. Φαίνεται καλό σκυλί. Ο γιατρός πάει στο τζάμι του οδηγού και αντικρίζει ένα μεγαλόσωμο άνδρα με απεριποίητο μούσι. Στο δεξί κάθισμα βλέπει ένα ζευγάρι δεκανίκια.
« Σε παρακαλώ, έχω δύο μικρά παιδιά, έπαθα δύο φορές λάστιχο, βοήθησέ μας, » λέει στον άγνωστο οδηγό.
« Και τι θες να κάνω; » του απαντάει εκείνος.
« Είδα στο χάρτη, ότι σε 50 χιλιόμετρα έχει ένα βενζινάδικο. Θα με πας, να φτιάξω το λάστιχο; » του λέει ο γιατρός.
« Θες να σου δώσω το αυτοκίνητο να πας εσύ, να μείνω εγώ με την οικογένειά σου, να μη μείνουν μόνοι τους στην ερημιά; » ψιθυρίζει ήρεμα ο άγνωστος.
Ο γιατρός κοιτάζει άφωνος τον ξένο, για τη διάθεσή του να του δώσει το αυτοκίνητο, αλλά και ανήσυχος να τον αφήσει μόνο με την οικογένειά του. Ο ξένος καταλαβαίνει τον προβληματισμό του και του λέει:
« Μην ανησυχείς, είμαι καλή παρέα για τα παιδιά. Εσύ να προσέξεις το σκύλο μου, που είναι στην καρότσα. Είναι καλό σκυλί αλλά άγριο και έχει μάθει, να με προστατεύει. »
Ο γιατρός από το φόβο του, μήπως ο άγνωστος αλλάξει γνώμη, του λέει:
« Σύμφωνοι. »
Εξηγεί την κατάσταση στη γυναίκα του, ενώ ο άγνωστος πηγαίνει στο τροχόσπιτο με τις πατερίτσες. Έχει δύο ξύλινα πόδια. Ο γιατρός δεν περιμένει την αντίδραση της γυναίκας του. Είναι φοβισμένος και απελπισμένος. Φεύγει με το αγροτικό γεμάτος αγωνία και ενοχές.
Πηγαίνει στο βενζινάδικο, φτιάχνει το λάστιχο και παίρνει το δρόμο της επιστροφής με τον ιδρώτα να στάζει από την αγωνία για την οικογένειά του. Μετά από μιάμιση ώρα από τη στιγμή που έφυγε, φρενάρει απότομα δίπλα στο τροχόσπιτο. Πλησιάζει και αντί για κλάματα, ακούει γέλια.
Ανοίγει την πόρτα και βρίσκεται μπροστά στο εξής θέαμα: Ο άγνωστος κάνει γκριμάτσες στα δίδυμα, τα οποία έχουν ξεκαρδιστεί στα γέλια και η γυναίκα του φτιάχνει κάτι να φάνε, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Γυρνάει, τον κοιτάζει και του λέει:
« Γεια σου αγάπη μου. »
Ο γιατρός τους κοιτάζει άφωνος. Ο άλλος δεν περιμένει την απάντησή του, πιάνει τις πατερίτσες του και σηκώνεται μονολογώντας:
« Να πηγαίνω κι εγώ. »
Ο γιατρός τον συνοδεύει έξω και φτάνοντας στο αυτοκίνητό του, λέει:
« Σε ευχαριστώ πολύ, με έσωσες. Πώς μπορώ να σου ξεπληρώσω το καλό, που μου έκανες; »
Ο άγνωστος με τα ξύλινα πόδια τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει:
« Θα σου πω μια μικρή ιστορία. Ήμουν στρατιώτης στο Βιετνάμ, όταν έπεσε δίπλα μου μια χειροβομβίδα. Ένας άνδρας, με κουβάλησε στην πλάτη του 5 χιλιόμετρα . Νιώθω πολύ ευτυχισμένος, που μου λείπουν μόνο δύο πόδια. Μόνο μια χάρη θέλω να μου κάνεις. Συνέχισέ το. »
« Ποιο; » τον ρωτάει ο γιατρός.
« Το καλό που σου έκανα ,» του απαντά εκείνος.
Ο γιατρός είναι σήμερα διάσημος για δύο λόγους: Ο πρώτος είναι οι μοναδικές ικανότητές του ως χειρουργού και ο δεύτερος η φράση, « Συνέχισέ το », που έλεγε κάθε φορά, που κάποιος χωρίς οικονομική δυνατότητα τον ρωτούσε:
« Γιατρέ, τι σου χρωστάω; »