Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Το οικογενειακό κειμήλιο


Ένας πατέρας είπε στον γιο του:
« Αυτό είναι ένα ρολόι , ένα οικογενειακό κειμήλιο , που κατασκευάστηκε πριν από διακόσια χρόνια περίπου και ανήκε ανέκαθεν στην οικογένειά μας. Επειδή θα περάσει στη δική σου την κυριότητα , θα ήθελα να γνωρίζεις την χρηματική του αξία . Πάρε το λοιπόν και πήγαινε στην υπαίθρια αγορά και προσπάθησε φαινομενικά να το πουλήσεις. Πρόσεξε όμως, όσα κι αν σου δώσουν , μην το πουλήσεις , αλλά να έρθεις σε εμένα και να μου πεις την τιμή. »
Πραγματικά ο γιος πήγε στην αγορά και απευθύνθηκε σε όσους πουλούσαν τις πραμάτειές του , αλλά και σε όσους βρισκότανε εκεί σαν αγοραστές , ρωτώντας τους, αν επιθυμούν να αγοράσουν το ρολόι και πόσα χρήματα ήταν διατεθειμένοι να δώσουν.
Οι περισσότεροι στους οποίους πρότεινε την αγορά του ρολογιού , βλέποντας το παλαιό ρολόι, δεν καταδέχτηκαν ούτε καν να του απαντήσουν. Κάποιοι , που μπορεί να τον πέρασαν και για ζητιάνο , του είπαν ότι θα μπορούσαν να του δώσουνε το πολύ 50 ευρώ.
Επιστρέφοντας ο γιος είπε στον πατέρα του , όσα διαδραματίστηκαν στην αγορά σε σχέση με το ρολόι. Ο πατέρας του τότε του πρότεινε να πάει στο γωνιακό μαγαζί της κεντρικής αγοράς , που πουλούσε κοσμήματα , χρυσαφικά και αντίκες και να δοκιμάσει να πουλήσει στον ιδιοκτήτη του μαγαζιού το ρολόι. Του επέστησε όμως την προσοχή περισσότερο έντονα από την προηγούμενη φορά , σε καμιά περίπτωση να μη δεχτεί να το πουλήσει , ακόμη κι αν η τιμή που του προταθεί , να φαντάζει εξωπραγματική.
Ο γιος όταν επέστρεψε είπε στον πατέρα του :
« Απευθυνόμενος στον ιδιοκτήτη του καταστήματος χρυσαφικών που με έστειλες , αμέσως μου είπε, πως δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την αξία του ρολογιού , αλλά μου πρότεινε αν είχα την καλοσύνη, να περιμένω για λίγο στο μαγαζί , μέχρι να έρθει ο ειδικός , που θα μπορούσε να εκτιμήσει την αξία του ρολογιού με μεγάλη ακρίβεια. Αφού λοιπόν έλεγε την τιμή ο ειδικός , τότε θα μου έδινε μια προσφορά ο καταστηματάρχης , για να του το πουλήσω.
Πράγματι μετά από λίγο ήρθε ο ειδικός και αφού επισταμένως εξέτασε το ρολόι , χρησιμοποιώντας προς τούτο και τα κατάλληλα όργανα κι εργαλεία που είχε , είπε πως η αξία μεταπώλησής του αγγίζει τα δύο εκατομμύρια ευρώ . Ο καταστηματάρχης τότε μου πρότεινε , επειδή δεν είχε τόσα χρήματα στο θησαυροφυλάκιό του , να μου δώσει επιτόπου ένα εκατομμύριο ευρώ μετρητά και να υπογράψει γραμμάτια για το υπόλοιπο ποσό με ολική εξόφληση μέσα σε έναν χρόνο. Επειδή όμως πατέρα είπες να μη δεχτώ να το πουλήσω , όποια τιμή κι αν ακούσω , ομολογώ πως με βαριά καρδιά έκανα το θέλημά 
σου. »
Ο πατέρας τότε του απάντησε :
« Όλα αυτά σε έβαλα να τα κάνεις , αφ΄ ενός για να γνωρίζεις την αξία του ρολογιού , όταν θα περάσει αυτό στα δικά σου χέρια , ώστε κανένας να μη σου το αγοράσει σε ευτελή τιμή κι αφ΄ ετέρου για να σου δείξω, πως αν χρειαστείς ποτέ να μάθεις, πόση θεωρούν οι άλλοι πως είναι η αξία σου , θα απευθυνθείς στους κατάλληλους ανθρώπους και στο κατάλληλο μέρος και δεν θα ζητήσεις να εκτιμήσουν την αξία σου λάθος άνθρωποι σε λάθος μέρη , που δεν σου ταιριάζουν ! »
Στο χωριό του παππού


O γέρο Χαραλάμπης έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του με την νοσταλγία της χαμένης του πατρίδας.
Σκεφτόταν συνέχεια το όμορφο χωριό του κοντά στην Προύσα και τα μάτια του βούρκωναν. Μ' αυτόν τον καημό έφυγε για την ζωή.
Συχνά έπαιρνε στην αγκαλιά του τον εγγονό του τον Μπάμπη και του μιλούσε για το χωριό του. Του περιέγραφε πως ήταν η εκκλησία, το σχολείο που έμαθε τα πρώτα του γράμματα, την πλατεία που έπαιζε.
Με μεγάλη λεπτομέρεια του περιέγραφε το σπίτι που γεννήθηκε, παντρεύτηκε, απέκτησε τα παιδιά του.
Ο Μπάμπης μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα. Πάντα όμως θυμόταν τον παππού του και όταν κάποια μέρα πληροφορήθηκε, πως ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο προγραμμάτιζε εκδρομή στα μέρη της Προύσας, θεώρησε χρέος του να επισκεφθεί αυτόν τον τόπο στη μνήμη του παππού του.
Δυνατή συγκίνηση κατέλαβε τον Μπάμπη, όταν βρέθηκε στο χωριό του παππού του. Είδε πρώτα την εκκλησία, μόνο που τώρα ήταν τζαμί. Πλησίασε στο καφενεδάκι του παππού του, ήταν κλειστό. Και η πλατεία εντελώς παραμελημένη. Κι έφτασε μπροστά στο σπίτι. Με τρεμάμενο χέρι έσπρωξε την αυλόπορτα. Στα σκαλοπάτια καθόταν ένα γεροντάκι. Σηκώθηκε μόλις τον είδε.
" Έλα παιδί μου, τι θέλεις; " τον ρώτησε στα τούρκικα.
Με τις λίγες τούρκικες λέξεις που είχε μάθει ο Μπάμπης από τον παππού του, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει, πως είχε έρθει από την Ελλάδα, για να γνωρίσει το χωριό του παππού του. Σαν το άκουσε αυτό ο γέρος τινάχτηκε πάνω. Άπλωσε τα χέρια και τον έσφιξε στην αγκαλιά του.
" Καλώς όρισες, " του είπε ελληνικά. " Το ξέρα πως θα έρθεις και σε περίμενα. "
Ο Μπάμπης τον κοίταξε σαστισμένος. Τον έπιασε εκείνος από το χέρι και τον οδήγησε σ´ ένα μικρό δωμάτιο στο εσωτερικό του σπιτιού.
Τον έβαλε να καθίσει στην μοναδική καρέκλα . Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπο του και συνέχισε.
« Γεννήθηκα σ´ ένα όμορφο χωριουδάκι της Μακεδονίας. Οι γονείς μου ήταν Μωαμεθανοί και στο επάγγελμα αγρότες.
Εγώ ήμουν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Όταν οι άλλοι λείπανε όλη μέρα στα κτήματα, εγώ έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Νικολάκη. Πολλές φορές κοιμόμουνα κιόλας. Οι γονείς του μ´ αγαπούσαν και δεν με ξεχώριζαν από τα παιδιά τους. Ήταν καλοί άνθρωποι και πιστοί χριστιανοί. Εκκλησιάζονταν συχνά το βράδυ όλη η οικογένεια, γονάτιζαν και προσεύχονταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, όπου έκαιγε συνέχεια το καντήλι και δίπλα το θυμιατήρι, που σκορπούσε σ´ όλο το σπίτι ευωδία.
Όλα αυτά έμενα μ´ έκαναν να νιώθω δέος. Πολλές φορές γονάτιζα και εγώ μαζί τους και μιλούσα με την Παναγία, σαν να μιλούσα με την μάνα μου. Η ψυχή μου τότε γέμιζε γαλήνη.
Κάποια μέρα η οικογένεια του Νικολάκη πήγανε σ´ ένα ξωκλήσι, που πανηγύριζε. Με πήραν κι εμένα μαζί τους. Παρακολούθησα τη Θεία λειτουργία κι όταν είδα τους πιστούς να προχωρούν προς την Ωραία Πύλη για να μεταλάβουν, ακολούθησα και εγώ. Ο πατέρας του φίλου μου με συγκράτησε.
" Όχι εσύ παιδί μου, " μου είπε χαμηλόφωνα. " Δεν μπορείς να μεταλάβεις γιατί είσαι αβάφτιστος. "
Τον κοίταξα με παράπονο
" Τότε να βαπτιστώ, " του απάντησα.
Λίγο αργότερα ο κυρ Δημήτρης μου εξήγησε, πως ανήκουμε σε διαφορετικές θρησκείες και οι γονείς μου δεν θα μου επέτρεπαν να βαπτιστώ. Θα μπορούσα όμως να το κάνω, όταν γινόμουνα ενήλικος κι εξακολουθούσα να έχω τον ίδιο πόθο.
Κι εγώ περίμενα την πολυπόθητη εκείνη μέρα και συνέχιζα να προσεύχομαι στην Παναγία. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα να πραγματοποιήσω τη μεγάλη μου επιθυμία. Πριν ακόμα ενηλικιωθώ έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών.
Με πήραν οι γονείς μου και με φέρανε σε τούτο εδώ το χωριό.
Ήταν νύχτα και δεν μπόρεσα να αποχαιρετήσω τον φίλο μου και την αγαπημένη μου εκείνη οικογένεια. Αυτό μου στοίχισε πολύ. Μια δυο φορές θέλησα να φύγω από το σπίτι. Οι γονείς μου αναγκάστηκαν να με κλειδώσουν σε τούτο εδώ το δωμάτιο και συνέχισα να μένω όλα αυτά τα χρόνια.
Ένα βράδυ πάνω στην απελπισία μου γονάτισα, όπως έκανε η οικογένεια του Νικολάκη και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσα την Παναγία, να με βοηθήσει να γυρίσω πίσω. Και ξαφνικά αισθάνθηκα μια υπέροχη ευωδιά, να πλημμυρίζει το δωμάτιο. Το θεώρησα σαν απάντηση της Παναγίας στην προσευχή μου. Την ίδια ευωδία την νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα, όταν το βράδυ προσεύχομαι.
Αργότερα άρχισα να ακούω κάποια ελαφρά χτυπήματα κάτω από το κρεβάτι που κοιμόμουν. Έναν ολόκληρο χρόνο δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε, ούτε όμως τολμούσα να το πω σε κάποιον. Βρήκα την ευκαιρία κάποια μέρα, που όλη η οικογένεια μου είχε πάει σ´ ένα γάμο στο διπλανό χωριό κι έψαξα με πολύ προσοχή στο σημείο εκείνο. Πρόσεξα πως κάποια σανίδια δεν εφάρμοζαν εντελώς.
Τα ανασήκωσα μ' ένα αιχμηρό αντικείμενο. Είδα από κάτω ένα μεταλλικό κουτί.
" Σίγουρα θα είναι κάποιος κρυμμένος θησαυρός , " σκέφτηκα.
Ρίγος με κατέλαβε όταν το άνοιξα. Μέσα υπήρχε μια ολόχρυση εικόνα της Παναγίας, ένα καντήλι και ένα θυμιατήρι, που ευωδίαζαν. Σκέφτηκα πως οι άνθρωποι που φύγανε από αυτό το σπίτι, έκρυψαν τον πολύτιμο θησαυρό τους, για να μην πέσει σε βέβηλα χέρια . Το ίδιο σκέφτηκα να κάνω και εγώ. Να φυλάξω την εικόνα μέχρι να βρεθεί κάποιος από την οικογένεια, που θα μπορούσα να την παραδώσω. Κι αυτό ήταν το αίτημα μου, όταν προσευχόμουν κάθε βράδυ στην Παναγία. Πέρασαν χρόνια από τότε.
Οι γονείς μου φύγανε από τη ζωή. Τα αδέρφια μου παντρεύτηκαν κι έκαναν δικό τους σπιτικό. Εγώ έμεινα εδώ μόνος. Φύλαγα την εικόνα της Παναγίας. Δεν θέλησα να παντρευτώ, ούτε να μπει γυναίκα στο σπίτι μου. Οι συγγενείς και συγχωριανοί μου με θεωρούσαν αλλοπαρμένο και δεν με πλησίαζαν. Αυτό με βόλευε, γιατί δεν με ενοχλούσαν.
Είχα πάντα την Παναγία που με προστάτευε.
Τελευταία οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν.
" Μην αφήσεις Παναγία μου να πεθάνω, πριν παραδώσω σε χέρια σίγουρα την εικόνα σου, " προσευχόμουνα συνέχεια.
Και ψες το βράδυ πήρα την απάντηση της . Η ευωδία σταμάτησε. Μια δροσερή αύρα απλώθηκε στην ψυχή μου. Έβγαλα την εικόνα από το κουτί και μου φάνηκε πως η Παναγία μου χαμογέλασε.
" Κάποιον θα στείλει σήμερα να την πάρει ", σκέφτηκα και κάθισα από το πρωί στα σκαλοπάτια να περιμένω. Τώρα πια μπορώ να κλείσω τα μάτια μου ήσυχος. »
Συγκινημένος ο Μπάμπης πήρε το ιερό κειμήλιο από τα χέρια του γέροντα. Έσκυψε μετά και φίλησε το χέρι του κι ένιωσε σαν να φιλούσε το χέρι του παππού του.
Τον ευχαρίστησε με όλη του την καρδιά. Αποχαιρετίστηκαν δακρυσμένοι. Πριν φύγει ο Μπάμπης, ο γέροντας του έδωσε ένα σακουλάκι .
" Πάρε παιδί μου, " του είπε. " Έχει χώμα από τον κήπο του παππού σου. Βάλτο στον τάφο του να αναπαυθεί η ψυχή του! "
Συνέχισέ το


Πριν από χρόνια ένας σπουδαίος γιατρός ταξίδευε με την οικογένειά του στην έρημο με ένα τροχόσπιτο. Ξαφνικά, μετά από ένα απότομο τράνταγμα, το αυτοκίνητο στρίβει δεξιά στο πλάι του δρόμου.
Λάστιχο στον μπροστινό δεξί τροχό. Τα δίδυμα έχουν τρομάξει, η γυναίκα του προσπαθεί να τα ηρεμήσει.
« Μην ανησυχείτε, » τους λέει, « θα βάλω τη ρεζέρβα και θα συνεχίσουμε.»
Πράγματι, αλλάζει το λάστιχο με μεγάλο κόπο. Είχε 40 βαθμούς θερμοκρασία. Μπαίνει στο αυτοκίνητο και διαπιστώνει, πως τα δίδυμα συνεχίζουν να κλαίνε. Η γυναίκα του έχει απελπιστεί. Ο γιατρός της λέει:
« Κάνε υπομονή, σε 50 χιλιόμετρα έχει βενζινάδικο και θα σταματήσουμε.»
Ξαναβγαίνει στο δρόμο, δεν προλαβαίνει όμως να κάνει πάνω από 50 μέτρα και ένας θόρυβος, ίδιος με πριν, τον αναγκάζει να φρενάρει απότομα. Βγαίνει και τι να δει; Και το άλλο λάστιχο σκασμένο.
Τα δίδυμα έχουν τρομάξει πολύ και κλαίνε πια με λυγμούς. Ο γιατρός είναι απελπισμένος και η γυναίκα του από τον πανικό της βρίσκεται σε κατάσταση υστερίας. Εν τω μεταξύ, αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι και ούτε ένα αυτοκίνητο δε φαίνεται στον ορίζοντα. Ο γιατρός όσο περνά η ώρα καταλαμβάνεται από έναν απίστευτο φόβο, όχι τόσο για τον ίδιο όσο για την οικογένειά του.
Έχουν περάσει δύο ώρες, όταν στο βάθος φαίνονται τα φώτα ενός αυτοκινήτου. Ο γιατρός σαν τρελός με τα χέρια ψηλά τρέχει στη μέση του δρόμου, να σταματήσει τον περαστικό για να ζητήσει βοήθεια. Το αυτοκίνητο πλησιάζει και φρενάρει. Είναι ένα μεγάλο αγροτικό, που στην καρότσα του έχει ένα λυκόσκυλο. Φαίνεται καλό σκυλί. Ο γιατρός πάει στο τζάμι του οδηγού και αντικρίζει ένα μεγαλόσωμο άνδρα με απεριποίητο μούσι. Στο δεξί κάθισμα βλέπει ένα ζευγάρι δεκανίκια.
« Σε παρακαλώ, έχω δύο μικρά παιδιά, έπαθα δύο φορές λάστιχο, βοήθησέ μας, » λέει στον άγνωστο οδηγό.
« Και τι θες να κάνω; » του απαντάει εκείνος.
« Είδα στο χάρτη, ότι σε 50 χιλιόμετρα έχει ένα βενζινάδικο. Θα με πας, να φτιάξω το λάστιχο; » του λέει ο γιατρός.
« Θες να σου δώσω το αυτοκίνητο να πας εσύ, να μείνω εγώ με την οικογένειά σου, να μη μείνουν μόνοι τους στην ερημιά; » ψιθυρίζει ήρεμα ο άγνωστος.
Ο γιατρός κοιτάζει άφωνος τον ξένο, για τη διάθεσή του να του δώσει το αυτοκίνητο, αλλά και ανήσυχος να τον αφήσει μόνο με την οικογένειά του. Ο ξένος καταλαβαίνει τον προβληματισμό του και του λέει:
« Μην ανησυχείς, είμαι καλή παρέα για τα παιδιά. Εσύ να προσέξεις το σκύλο μου, που είναι στην καρότσα. Είναι καλό σκυλί αλλά άγριο και έχει μάθει, να με προστατεύει. »
Ο γιατρός από το φόβο του, μήπως ο άγνωστος αλλάξει γνώμη, του λέει:
« Σύμφωνοι. »
Εξηγεί την κατάσταση στη γυναίκα του, ενώ ο άγνωστος πηγαίνει στο τροχόσπιτο με τις πατερίτσες. Έχει δύο ξύλινα πόδια. Ο γιατρός δεν περιμένει την αντίδραση της γυναίκας του. Είναι φοβισμένος και απελπισμένος. Φεύγει με το αγροτικό γεμάτος αγωνία και ενοχές.
Πηγαίνει στο βενζινάδικο, φτιάχνει το λάστιχο και παίρνει το δρόμο της επιστροφής με τον ιδρώτα να στάζει από την αγωνία για την οικογένειά του. Μετά από μιάμιση ώρα από τη στιγμή που έφυγε, φρενάρει απότομα δίπλα στο τροχόσπιτο. Πλησιάζει και αντί για κλάματα, ακούει γέλια.
Ανοίγει την πόρτα και βρίσκεται μπροστά στο εξής θέαμα: Ο άγνωστος κάνει γκριμάτσες στα δίδυμα, τα οποία έχουν ξεκαρδιστεί στα γέλια και η γυναίκα του φτιάχνει κάτι να φάνε, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Γυρνάει, τον κοιτάζει και του λέει:
« Γεια σου αγάπη μου. »
Ο γιατρός τους κοιτάζει άφωνος. Ο άλλος δεν περιμένει την απάντησή του, πιάνει τις πατερίτσες του και σηκώνεται μονολογώντας:
« Να πηγαίνω κι εγώ. »
Ο γιατρός τον συνοδεύει έξω και φτάνοντας στο αυτοκίνητό του, λέει:
« Σε ευχαριστώ πολύ, με έσωσες. Πώς μπορώ να σου ξεπληρώσω το καλό, που μου έκανες; »
Ο άγνωστος με τα ξύλινα πόδια τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει:
« Θα σου πω μια μικρή ιστορία. Ήμουν στρατιώτης στο Βιετνάμ, όταν έπεσε δίπλα μου μια χειροβομβίδα. Ένας άνδρας, με κουβάλησε στην πλάτη του 5 χιλιόμετρα . Νιώθω πολύ ευτυχισμένος, που μου λείπουν μόνο δύο πόδια. Μόνο μια χάρη θέλω να μου κάνεις. Συνέχισέ το. »
« Ποιο; » τον ρωτάει ο γιατρός.
« Το καλό που σου έκανα ,» του απαντά εκείνος.
Ο γιατρός είναι σήμερα διάσημος για δύο λόγους: Ο πρώτος είναι οι μοναδικές ικανότητές του ως χειρουργού και ο δεύτερος η φράση, « Συνέχισέ το », που έλεγε κάθε φορά, που κάποιος χωρίς οικονομική δυνατότητα τον ρωτούσε:
« Γιατρέ, τι σου χρωστάω; »

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Η ελεημοσύνη του χωρικού


Κάποτε ένας χωρικός άκουσε στην εκκλησία, ότι αν δώσεις ελεημοσύνη, θα λάβεις εκατονταπλάσια από τον Θεό. Είπε λοιπόν στην γυναίκα του να δώσουν ως ελεημοσύνη το μοναδικό βόδι, που είχαν και ο Κύριος θα τους επέστρεφε 100 βόδια για την καλή τους πράξη. Δεν δίστασε δε καθόλου να δώσει το βόδι του, έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στον Κύριο.
Έδωσε λοιπόν το βόδι και περίμενε την ανταπόδοση από τον Θεό. Περνούσε ο καιρός και τα 100 βόδια δεν ερχόταν. Ένα πρωί λοιπόν αποφάσισε να ανέβει στο γειτονικό βουνό, για να βρει τον Θεό και να τον ρωτήσει, πότε θα του έδινε τα 100 βόδια, που άκουσε στο κήρυγμα του ιερέα. Ανεβαίνοντας στο βουνό συνάντησε έναν ασκητή.
« Πού πηγαίνεις; » ρώτησε ο ασκητής.
« Πάω να βρω τον Θεό, να τον ρωτήσω πότε θα μου στείλει τα εκατό βόδια , για την ελεημοσύνη που έκανα. »
« Όταν Τον συναντήσεις, » είπε ο ασκητής, « ρώτησέ Τον και για μένα. Είμαι στο βουνό και ζω ασκητικά εδώ και σαράντα χρόνια. Κέρδισα τελικά την Βασιλεία των Ουρανών; »
« Ευχαρίστως να Τον ρωτήσω » αποκρίθηκε ο χωρικός και συνέχισε τον δρόμο του. 

Λίγο πιο πάνω συνάντησε έναν γέρο άντρα με λευκή γενειάδα.
« Ποιόν ψάχνεις; » ρώτησε ο γέροντας.
« Άκουσα στην εκκλησία, ότι αν κάνω ελεημοσύνη, θα πάρω εκατονταπλάσια από τον Θεό. Ψάχνω λοιπόν τον Θεό, να μου πει πότε θα με ανταμείψει, για την ελεημοσύνη μου. »
« Γύρνα στο σπίτι σου και σκάψε κάτω από το δέντρο στην αυλή σου. Θα βρεις ένα τσουκάλι με λίρες. Μη το πεις πουθενά, μόνο συνέχισε να βοηθάς τον κόσμο και δεν θα στερηθείς τίποτα στη ζωή σου. »
« Σε ευχαριστώ γέροντα. Και κάτι ακόμα. Ερχόμενος να σε βρω, συνάντησα έναν ασκητή και μου ζήτησε να σε ρωτήσω, αν μετά από σαράντα χρόνια πνευματικών αγώνων και άσκησης, κέρδισε τελικά την Βασιλεία των Ουρανών. »
« Να πεις σε αυτόν τον ασκητή, ότι κι άλλα σαράντα χρόνια να κάτσει στο βουνό, δεν θα κερδίσει την Βασιλεία των Ουρανών. Τον ασκητή αυτόν του δίνω κάθε μέρα ένα παξιμάδι εδώ και σαράντα χρόνια. Σήμερα , ξέροντας ότι θα έρθεις, του έδωσα δύο παξιμάδια , ένα για αυτόν και ένα για σένα. Αυτός όμως αντί να σου δώσει το ένα , τα κράτησε και τα δύο για τον εαυτό του , χωρίς να έχει εμπιστοσύνη σε μένα. Εσύ όμως χωρίς δισταγμό έδωσες το βόδι σου, πιστεύοντας σε αυτό, που άκουσες στην εκκλησία. »
Οι 27 προκαταλήψεις


Η προκατάληψη της οικογένειας. 
Όλοι μας έχουμε την προδιάθεση, να πιστεύουμε αυτόματα τις πληροφορίες, που μας παρέχουν μέλη της οικογένειάς μας και στενοί φίλοι. Από τότε που γεννιόμαστε, ο εγκέφαλός μας βασίζεται σε αυτά τα άτομα, γι’ αυτό και τείνουμε να αποδεχόμαστε τον κόσμο, χωρίς να ελέγχουμε τα γεγονότα.
Η προκατάληψη της εξουσίας. 

Τείνουμε να πιστεύουμε τους ανθρώπους, που κατέχουν θέσεις ισχύος και γοήτρου. Τους θεωρούμε πιο αξιόπιστους, χωρίς να ελέγχουμε τις πηγές τους.
Η προκατάληψη της γοητείας. 

Θεωρούμε πιο αξιόπιστους τους πιο ψηλούς και γοητευτικούς ανθρώπους, επειδή ο εγκέφαλός μας έλκεται από αυτό, που τον ευχαριστεί αισθητικά. Οι πιο ευπαρουσίαστοι άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες, να μας πείσουν.
Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης. 

Έχουμε την τάση να δίνουμε έμφαση σε πληροφορίες, που στηρίζουν τα πιστεύω μας, ενώ υποσυνείδητα αγνοούμε ή απορρίπτουμε πληροφορίες, που τα αντικρούουν. Από τη στιγμή που τα πιστεύω μας έχουν ενσωματωθεί στο νευρικό μας κύκλωμα, στοιχεία που αντιτίθεται σε αυτά, δεν μπορούν πολλές φορές να εισβάλλουν στις υπάρχουσες διαδικασίες του εγκεφάλου.
Η προκατάληψη της αυτοεξυπηρέτησης. 

Σε συνδυασμό με την προκατάληψη της επιβεβαίωσης εμφανίζουμε επίσης την τάση, να συντηρούμε πεποιθήσεις, που ευνοούν τα προσωπικά μας συμφέροντα και τους προσωπικούς μας στόχους.
Η προκατάληψη της ομάδας. 

Υποσυνείδητα υιοθετούμε ευνοϊκή μεταχείριση για τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας και σπάνια αμφισβητούμε τα πιστεύω τους, επειδή ο εγκέφαλός μας είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε να αναζητά τη συμφωνία με τους γύρω του.
Η προκατάληψη για άτομα εκτός ομάδας. 

Γενικά, απορρίπτουμε ή υποτιμούμε τα πιστεύω ανθρώπων, που δεν ανήκουν στην ομάδα μας, κυρίως όταν οι πεποιθήσεις τους διαφέρουν αισθητά από τις δικές μας. Επιπλέον έχουμε τη βιολογική προδιάθεση να αναστατωνόμαστε, όταν ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους διαφορετικού εθνοτικού και πολιτιστικού υποβάθρου , έστω κι αν είναι μέλη της ομάδας μας.
Η προκατάληψη της κοινωνικής συναίνεσης. 

Όσο περισσότερο οι άλλοι συμφωνούν μαζί μας, τόσο περισσότερο πιστεύουμε, ότι οι πεποιθήσεις μας είναι αληθινές. Αντίθετα όσο περισσότερο διαφωνούν οι άλλοι μαζί μας, τόσο πιθανότερο είναι να καταπιέσουμε και να αμφισβητήσουμε τα ίδια μας τα πιστεύω , ακόμα κι όταν είναι σωστά.
Η προκατάληψη του πλήθους. 

Αυτή η προκατάληψη αντικατοπτρίζει την τάση μας, να υιοθετούμε το σύστημα πεποιθήσεων της ομάδας, στην οποία ανήκουμε. Όσο περισσότεροι άνθρωποι μας περιβάλλουν, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να τροποποιήσουμε τα πιστεύω μας, για να ταιριάζουν με τα δικά τους.
Η προκατάληψη της προβολής. 

Συχνά υποθέτουμε, χωρίς να το επαληθεύουμε, ότι τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας έχουν παρόμοια πιστεύω, παρόμοιες ηθικές αξίες και βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια μας. Η CIA περιγράφει αυτή την προκατάληψη ως τη νοοτροπία « όλοι σκέφτονται όπως εμείς » και τη θεωρεί μια από τις πιο επικίνδυνες,  επειδή οι διαφορετικοί πολιτισμοί και οι διαφορετικοί τύποι ανθρώπων δεν σκέφτονται όπως εμείς.
Η προκατάληψη της προσμονής. 

Όταν ψάχνουμε για πληροφορίες, ή όταν κάνουμε κάποια έρευνα, έχουμε την τάση να
« ανακαλύπτουμε,» αυτό ακριβώς που ψάχνουμε. Στην ιατρική οι διπλά τυφλές μελέτες έχουν σκοπό, να εξαλείψουν αυτή τη διαβρωτική προκατάληψη.
Η προκατάληψη των « μαγικών αριθμών. » 

Οι αριθμοί επηρεάζουν τα πιστεύω μας εξαιτίας των ισχυρών ποσοτικών λειτουργιών του εγκεφάλου. Όσο πιο μεγάλος και υποβλητικός είναι ένας αριθμός, τόσο μεγαλύτερη είναι και η συναισθηματική του αντίδραση. Κι αυτή με τη σειρά της ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη μας στην πληροφορία, που προσδιορίζεται ποσοτικά.
Η προκατάληψη της πιθανότητας. 

Μας αρέσει να πιστεύουμε, ότι είμαστε πιο τυχεροί από τους άλλους και ότι μπορούμε να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες (άτομα με κατάθλιψη τείνουν να πιστεύουν το αντίθετο). Αυτή η αισιοδοξία είναι επίσης γνωστή ως η προκατάληψη του τζογαδόρου.
Αν στρίψεις ένα νόμισμα, και φέρεις κορώνα 9 φορές στη σειρά, οι περισσότεροι άνθρωποι θα στοιχηματίσουν πολλά λεφτά ότι την επόμενη φορά θα είναι γράμματα. Φυσικά, οι πιθανότητες παραμένουν ίδιες κάθε φορά που στρίβεις ένα νόμισμα: πάντα υπάρχουν 50 τοις εκατό πιθανότητες να φέρεις γράμματα. Επίσης, όλοι κουβαλάμε «μαγικές» προκαταλήψεις από την παιδική μας ηλικία. Έτσι, πολλοί ενήλικες, κυρίως οι τζογαδόροι, έχουν πάνω τους διάφορα φυλαχτά (ένα τετράφυλλο τριφύλλι, ένα λαγοπόδαρο, ένα νόμισμα), που υποτίθεται ότι τους φέρνουν τύχη.
Η προκατάληψη της αιτίας-αποτελέσματος. 

Ο εγκέφαλός μας έχει την προδιάθεση να κάνει συνειρμούς ανάμεσα σε δύο γεγονότα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ τους. Αν πιεις κάποιο βότανο και σου περάσει το κρυολόγημα, τότε αποδίδεις την ανάρρωσή σου στο βότανο αυτό, έστω κι αν σε αυτό συνέβαλαν στην πραγματικότητα δεκάδες άλλοι άσχετοι παράγοντες.
Η προκατάληψη της ευχαρίστησης. 

Τείνουμε να πιστεύουμε, ότι οι ευχάριστες εμπειρίες αντικατοπτρίζουν μεγαλύτερες αλήθειες απ’ ότι οι δυσάρεστες εμπειρίες. Εν μέρει, επειδή τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου βοηθούν στον έλεγχο της δύναμης των αντιλήψεων, των αναμνήσεων και των σκέψεων.
Η προκατάληψη της προσωποποίησης. 

Δείχνουμε ιδιαίτερη προτίμηση, στο να δίνουμε αρετές έμψυχων όντων σε άψυχα αντικείμενα. Επίσης, συνηθίζουμε να δίνουμε ανθρώπινη μορφή ή μορφή ζώου σε αφηρημένα ερεθίσματα (σκιές, συγκεχυμένους θορύβους, κ.λπ.). Αυτή η αντιληπτική και γνωστική λειτουργία πυροδοτεί διάφορες δεισιδαιμονίες.
Η προκατάληψη της αντίληψης. 

Ο εγκέφαλός μας υποθέτει αυτόματα, ότι οι αντιλήψεις και τα πιστεύω μας αντιπροσωπεύουν αντικειμενικές αλήθειες για τον εαυτό μας και τον κόσμο. Εξ ου και η έκφραση «Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω».
Η προκατάληψη της επιμονής. 

Όταν πιστεύουμε σε κάτι, επιμένουμε ότι είναι αληθινό, ακόμη κι όταν έχουμε στη διάθεσή μας στοιχεία, που λένε το αντίθετο. Και όσο περισσότερο συντηρούμε ορισμένες πεποιθήσεις, τόσο πιο βαθιά εντυπώνονται στο νευρικό μας κύκλωμα.
Η προκατάληψη της ψευδούς μνήμης. 

Ο εγκέφαλός μας τείνει να συγκρατεί για περισσότερο χρονικό διάστημα ψευδείς απ’ ότι αληθείς μνήμες. Επίσης, είναι εύκολο να εμφυτεύσεις ψευδείς μνήμες σε άλλους, όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και οι πληροφορίες είναι αληθοφανείς.
Η προκατάληψη της θετικής μνήμης. 

Όταν αναπολούμε το παρελθόν, τείνουμε να ωραιοποιούμε τα γεγονότα και να τους δίνουμε μια πιο θετική δύναμη από την πραγματική.
Η προκατάληψη της λογικής. 

Έχουμε την τάση να πιστεύουμε επιχειρήματα, που μας φαίνονται πιο λογικά. Επίσης, συνηθίζουμε να αγνοούμε πληροφορίες, που δεν μας φαίνεται ότι βγάζουν νόημα. Όπως έχει πει ο Γουίλιαμ Τζέημς: «Κατά κανόνα, δεν πιστεύουμε τα γεγονότα και τις θεωρίες, που φαίνονται άχρηστες».
Η προκατάληψη της πειθούς. 

Όταν διαφωνούμε για κάποιο θέμα, πιστεύουμε συνήθως εκείνον, που έχει πιο δραματικά και συναισθηματικά επιχειρήματα για μια άποψη. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συντονίζεται με τους καλούς ομιλητές, με αποτέλεσμα αν κινδυνεύουμε, να πιαστούμε αιχμάλωτοι των συναισθημάτων και των πεποιθήσεών τους.
Η προκατάληψη του πρώτου. 

Δίνουμε περισσότερο βάρος και θυμόμαστε πιο εύκολα ονόματα και πληροφορίες, που αναγράφονται πρώτα σε μια λίστα.
Η προκατάληψη της αβεβαιότητας. 

Ο εγκέφαλός μας δεν συμπαθεί την αβεβαιότητα και την αοριστία. Γι’ αυτό, από το να μην είμαστε σίγουροι, προτιμάμε είτε να πιστεύουμε είτε να μην πιστεύουμε.
Η προκατάληψη των συναισθημάτων. 

Τα δυνατά συναισθήματα συνήθως παρεμποδίζουν τη λογική και την ορθή κρίση. Ο θυμός έχει την τάση, να μας δημιουργεί την πεποίθηση, ότι έχουμε δίκιο και το σωστό με το μέρος μας. Η αγωνία υπονομεύει αυτήν ακριβώς την πεποίθηση, ενώ η κατάθλιψη επισκιάζει τις αισιόδοξες πεποιθήσεις.
Η προκατάληψη της δημοσιότητας. 

Οι εκδότες βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών προτιμούν να εκδίδουν έργα με αίσιο τέλος, ενώ απορρίπτουν έργα με αρνητική έκβαση. Έτσι, μια έρευνα, που δεν έχει επίδραση στον κόσμο, έχει λιγότερες πιθανότητες να δημοσιευθεί σε σχέση με ένα εύρημα με θετικά αποτελέσματα. Μια άλλη διάσταση αυτής της προκατάληψης είναι η τάση των αναγνωστών, να θεωρούν αυτόματα αλήθεια ότι δημοσιεύεται, ακόμη κι αν αποτελεί δημοσίευμα του κίτρινου τύπου.
Η προκατάληψη του τυφλού σημείου. 

Τελευταία, αλλά πολύ σημαντική, είναι η προκατάληψη που οι επιστήμονες αποκαλούν 
« προκατάληψη του τυφλού σημείου. » Οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν, πόσες γνωστικές προκαταλήψεις έχουν στην πραγματικότητα ή πόσο συχνά πέφτουν θύμα αυτών τους των προκαταλήψεων Οι διαφημιστές και οι πολιτικοί έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των τυφλών σημείων και στοχεύουν επίτηδες στις δικές μας προκαταλήψεις, για να πουλήσουν τα προϊόντα ή τις ιδέες τους. Ως ένα βαθμό, όλοι μας χειραγωγούμε τους άλλους, προκειμένου να τους πείσουμε, να ενστερνιστούν τα δικά μας πιστεύω. Το κάνουν οι γονείς με τα παιδιά τους, οι δάσκαλοι με τους μαθητές τους, οι ερευνητές με τους συναδέλφους τους, οι εραστές μεταξύ τους. Δυστυχώς, συχνά το κάνουμε, χωρίς να συνειδητοποιούμε τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του άλλου.
Ο αγνωστικιστής προσήλυτος


Ένας αγνωστικιστής σκέφτηκε να γίνει χριστιανός και θέλησε να εξετάσει τις εκδοχές του χριστιανισμού, για να επιλέξει. Βρίσκει λοιπόν τρεις ιερείς έναν ορθόδοξο, έναν προτεστάντη κι έναν παπικό. Τους λέει τις προθέσεις του κι εκείνοι συμφωνούν να τον 
'' ξεναγήσουν '' στις εκκλησίες τους.
Πάει ο αγνωστικιστής με τον προτεστάντη μια Κυριακή, μπαίνει στο ναό και βλέπει τους ανθρώπους τακτοποιημένους με τα καλά τους ρούχα, ο καθένας στο κάθισμα του, μπροστά από τον κάθε πιστό μια Καινή Διαθήκη, η χορωδία να λέει τους ύμνους αρμονικά, τα πάντα να λάμπουν από καθαριότητα και μετά το τέλος όλοι του φερθήκαν ευγενικά με πολύ καλούς τρόπους.
Την επόμενη Κυριακή συνεννοήθηκε με τον παπικό να πάει στο δικό του ναό. Μπαίνει μέσα, πλένει τα χέρια, ρίχνει το κέρμα ν ανάψει το λαμπάκι αντί για κερί και κάθεται. Ούτε εκεί όρθιοι, όλοι στα καθίσματά τους με τάξη και αρμονία. Άκουσε και την εγκύκλιο του Πάπα, είδε και τις φωτογραφίες του, που δέσποζαν ακόμα και εντός του ναού. Πέρασε η ώρα, τέλειωσε η λειτουργία ,τον καλοδεχθήκαν, τον κέρασαν κι έφυγε.
Την τρίτη Κυριακή κανόνισε να πάει στην ορθόδοξη εκκλησία. Μπαίνει μέσα και βλέπει άλλους να μιλάνε μεταξύ τους, πολλούς όρθιους γιατί δεν έφθαναν τα καθίσματα, τη νεωκόρο να μαλώνει με μια κυρία γιατί της έσβησε γρήγορα το κερί που άναψε, άκουγε τα μωρά να τσιρίζουν και να μη τα παρατηρεί κανείς, ο παπάς να φωνάζει στον ψάλτη να τελειώσει τα τεριρέμ κλπ. Μόλις τελείωσε η λειτουργία άρχισαν και τα μνημόσυνα, όπου άλλοι έβγαιναν στην εκκλησία κι άλλοι έμπαιναν με θόρυβο και φασαρία.
Ο ορθόδοξος απογοητεύτηκε από την εικόνα, που είδε ο προσήλυτος αγνωστικιστής. 

Την επόμενη εβδομάδα συναντήθηκαν όλοι για να μάθουν τι αποφάσισε ο προσήλυτος. Όταν βρεθήκαν όλοι μαζί, τους λέει:
« Στην προτεσταντική εκκλησιά είδα μεγάλη τάξη και ευγένεια.
Στην παπική είδα μεγάλη αφοσίωση στον πνευματικό σας αρχηγό και τις οδηγίες του ιερέα σας.
Στην ορθόδοξη εκκλησιά είδα τέτοιο μπάχαλο, που δεν το περίμενα ! »
Ο ορθόδοξος σκυθρώπιασε απογοητευμένος, ενώ οι άλλοι δυο αναθάρρησαν. Και καταλήγει ο αγνωστικιστής:
« Θα γίνω ορθόδοξος ! »
« Μα πώς; » αναρωτιούνται οι άλλοι.
« Ακούστε, » λέει ο προσήλυτος. « Τα δικά σας δικαιολογούνται με την τάξη, που έχει ο ένας και την πειθαρχία, που έχει ο άλλος. Τούτο εδώ  και δείχνει τον ορθόδοξο,  δεν δικαιολογείται αλλιώς. Με τέτοιο μπάχαλο, μόνο αν έχεις τον Θεό μαζί σου διατηρείσαι 2000 χρόνια! »
Στρείδι και μαργαριτάρι


Τι κάνει το στρείδι για να κατασκευάσει ένα μαργαριτάρι;
Στην αρχή πέφτει μέσα στο όστρακο ένας κόκκος άμμου κι αυτός ο κόκκος είναι μία δυσκολία για το στρείδι, που το ερεθίζει.
« Α λέει, πως θα απαλλαχτώ από αυτή τη δυσκολία; Με πληγώνει, με πονάει, τι να κάνω; »
Και να που αρχίζει να σκέφτεται, μέχρι την ημέρα που θα καταλάβει, ότι ποτέ δεν θα καταφέρει να βγάλει από μέσα του αυτόν τον κόκκο άμμου, αλλά μπορεί να τον σκεπάσει με τρόπο, ώστε να γίνει λείος, γυαλιστερός και βελούδινος.
Και όταν πετύχει, γίνεται ευτυχισμένο και λέει :
« Α! Νίκησα μια δυσκολία. »
Χιλιάδες χρόνια τώρα, το μαργαριτοφόρο στρείδι διδάσκει την ανθρωπότητα, οι άνθρωποι όμως δεν κατάλαβαν το μάθημα.
Και ποιο είναι αυτό το μάθημα ;
Ότι αν καταφέρουμε και περιβάλλουμε τις δυσκολίες μας και ότι άλλο μας στεναχωρεί, με μία φωτεινή, απαλή, ιριδόχρωμη ύλη, θα έχουμε απίστευτα πλούτη.
Λοιπόν στο εξής, αντί να παραπονιόμαστε και να βασανιζόμαστε χωρίς να πετυχαίνουμε τίποτα, ας προσπαθήσουμε να καταφέρουμε να εκκρίνουμε αυτή την ειδική ουσία, που μπορεί να περιβάλλει τις δυσκολίες μας.
Όταν βρεθούμε μπροστά σε ένα οδυνηρό γεγονός, ή συναντήσουμε ανθρώπους με αρνητική 

συμπεριφορά , αντί να μεμψιμοιρήσουμε, ας το αντιμετωπίσουμε λέγοντας:
« Θεέ μου τι τύχη, ακόμη ένας κόκκος άμμου, να η προοπτική για την δημιουργία ακόμη ενός μαργαριταριού ! »
Αν κρατάμε στην επίγνωσή μας αυτή την εικόνα του μαργαριτοφόρου στρειδιού, ίσως να πετυχαίνουμε να γαληνεύουμε και να ηρεμούμε μέσα μας , ακόμη κι όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι σε αντίξοες συνθήκες.