Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Τι χρειάζεται για μια ευτυχισμένη ζωή


Δυο φίλοι από την Αλεξάνδρεια έφτασαν μέχρι τα βάθη της ερήμου, ψάχνοντας για ένα σοφό και ευτυχισμένο άνθρωπο. Πραγματικά, μετά από πολύ καιρό, βρήκαν έναν άγιο ασκητή. Και τον ρώτησαν:
« Τι να κάνουμε, γέροντα, για να βρούμε την αληθινή ευτυχία; Βλέπουμε, ότι είσαι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος πού μπορούμε να ρωτήσουμε. Γιατί φαίνεσαι αληθινά ήρεμος και ευτυχισμένος. Μόνο πού εμείς, γιατί να το κρύψουμε, δεν μπορούμε να ζήσουμε όπως εσύ! »
Τότε εκείνος ο άγιος άνθρωπος, σηκώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό και με δάκρυα στα μάτια, τούς είπε:
« Αδέλφια μου, δεν χρειάζεται να ζείτε ακριβώς όπως εγώ, για να είσθε αληθινά ευτυχισμένοι. Αλλά να τι χρειάζεται;
Να σκέπτεστε τον Θεό, τουλάχιστον όσο σκέπτεστε τούς ανθρώπους.
Να φοβάστε τον Θεό, τουλάχιστον όσο φοβάστε τούς ανθρώπους.
Να τιμάτε τον Θεό, τουλάχιστον όπως τιμάτε τους ανθρώπους.
Να ελπίζετε στον Θεό, τουλάχιστον όσο ελπίζετε στους ανθρώπους.
Να εκπληρώνετε τον νόμο του Θεού, τουλάχιστον όσο εφαρμόζετε τον ανθρώπινο νόμο.
Να ζητάτε την βοήθεια του Θεού, τουλάχιστον όσο την ζητάτε από τους ανθρώπους.
Να δοξάζετε τον Θεό, τουλάχιστον όσο δοξάζετε τους ανθρώπους. »
Σκανδαλιά στην δασκάλα της τάξης


Το Δεκέμβρη του 1943, αρχή ενός ακόμα χειμώνα πείνας και παγωνιάς, άχνισε κάτι ζεστό ξαφνικά στην αυλή του σχολείου μας. Ήταν ένα μεγάλο καζάνι και μέσα είχε συσσίτιο για τα παιδιά. Γύρισα στο σπίτι περήφανη, κρατώντας με προσοχή ένα τενεκεδάκι γεμάτο σούπα πηχτή.
« Γιατί δεν την έτρωγες στο σχολείο, καρδούλα 

μου; » λαχτάρισε η μάνα μου. « Αν σου χυνόταν στο δρόμο; »
« Θα φάτε λίγη σούπα κι εσείς, αλλιώς δεν τρώω 

καθόλου », δήλωσα ορθά κοφτά.
« Το ίδιο κι εγώ », φώναξε ο Μάνος, ο αδερφός μου.
Κι έτσι γινόταν από κείνη τη μέρα σε κάθε συσσίτιο, που κουβαλούσαμε οι δυο μας από το σχολείο. Η σούπα ερχόταν τακτικά, πάντα η ίδια, άνοστη και πηχτή.
Ώσπου μια μέρα, μας μοίρασαν κάτι ξεχωριστό. Μπήκαμε στη γραμμή και μας έβαλαν στα τενεκεδάκια κάτι σαν μέλι, αλλά σκούρο κοκκινωπό.
« Γλυκόζη » το είπαν.
Βουτούσαν τα παιδιά το δάχτυλο στη γλυκόζη, το έγλειφαν με απόλαυση και γελούσαν ευτυχισμένα, πειράζοντας το ένα το άλλο.
Ένα μεσημέρι, γυρίζοντας ο αδερφός μου από το σχολείο, δεν ήθελε να βάλει μπουκιά στο στόμα του, ούτε από τη σούπα ούτε από τη γλυκόζη. Ταραγμένος φαινόταν, έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
« Τι συμβαίνει παιδί μου; » ανησύχησε η μαμά.
Εκείνος δεν έβγαζε λέξη. Κι όσο δε μιλούσε, τόσο επέμενε η μάνα μου να μάθει, τόσο μεγάλωνε και η δική μας η περιέργεια. Με τα πολλά, αποφάσισε τελικά να μιλήσει. Κι αυτό που μας είπε, γράφτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα.
Στην αυλή για το συσσίτιο βρισκόταν με της τάξης του τα παιδιά.
« Σκαρώνουμε κάτι; » άκουσε έναν από τους συμμαθητές του , '' πειραχτήρης '' ήταν το παρατσούκλι του , να ψιθυρίζει στον διπλανό, μόλις πήρε τη γλυκόζη στο τενεκεδάκι του. Ο άλλος έγνεψε καταφατικά. Τότε ο πειραχτήρης κάτι του είπε στο αυτί, κρυφογέλασαν οι δυο τους πονηρά κι εξαφανίστηκαν στη στιγμή.
Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι να μπούνε στην τάξη. Πρώτα έμπαιναν τα κορίτσια. Ύστερα τ' αγόρια.
Τελευταία η δασκάλα, που κόντευε να μην ξεχωρίζει από τα παιδιά, έτσι που είχε απομείνει πετσί και κόκαλο. Καταλάβαινες, πως ήταν μεγάλη από τα μάτια της μόνο, που τα σκοτείνιαζαν ολόγυρα δυο μαύροι κύκλοι. Όταν μπαίνανε όλοι στην τάξη, έκλεινε την πόρτα, μετρούσε τα παιδιά σειρά-σειρά, έλεγε 

« εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά » κι αρχίζανε αμέσως το μάθημα.
Το « εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά » τη φορά εκείνη δεν το είπε. Ούτε να τους μετρήσει την είδανε. Κοντά στην πόρτα της τάξης στεκόταν σκυφτή, σαν να ψαχούλευε κάτι.
« Μα τι κάνει η κυρία εκεί; » ρώτησε παραξενεμένος ο Μάνος που δεν καλόβλεπε, τα περισσότερα παιδιά ήταν όρθια ακόμα.
« Πασαλείψαμε το χερούλι με γλυκόζη,» χασκογέλασε από δίπλα ο πειραχτήρης, « για να κολλήσουν τα χέρια της να γελάσουμε! »
Δεν γελάσανε. Καθίσανε τελικά στα θρανία τους και δε μιλούσε κανείς.
Βλέπανε τη δασκάλα τους τώρα όλοι βουβοί, σαστισμένοι... Είχε σκύψει κι έγλειφε με λαχτάρα μια το χερούλι της πόρτας, μια την παλάμη της... Ύστερα γύρισε και τους κοίταξε με παράπονο. Στα μάγουλά της έτρεχαν δάκρυα.
« Μην τη σπαταλάτε τη γλυκόζη, χρυσά μου, για τ' όνομα του Θεού! » είπε ξέπνοα. « Σας τη δώσαμε όλη, ούτε μια σταγονίτσα δεν κρατήσαμε εμείς οι δάσκαλοι, για να τη φάτε να δυναμώσετε εσείς τα παιδιά. Μην τη σπαταλάτε, σας παρακαλώ, είναι κρίμα! Είναι αμαρτία! ».
Την πήραν πάλι τα δάκρυα. Κι έκλαιγε, έκλαιγε...
Μαζευτήκαν όλοι τριγύρω της. Μονάχα ο πειραχτήρης έμεινε στο θρανίο του, με το κεφάλι κατεβασμένο. Οι άλλοι σπρώχνονταν ποιος πρώτα να την αγκαλιάσει, ποιος να της πρωτοπεί « από το δικό μου, από το δικό μου, κυρία, να πάρετε λίγο! »
Ούτε ένα τενεκεδάκι δεν άγγιξε η δασκάλα. Μόνο έκλαιγε, έκλαιγε...
Ο ιδανικός άνθρωπος κατά τον Αριστοτέλη


Δεν εκθέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο για ασήμαντους λόγους, αφού ελάχιστα είναι τα πράγματα που θεωρεί πολύτιμα. Όμως θα διακιν­δυνεύσει για έναν σημαντικό σκοπό και θα είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του, αφού πιστεύει, ότι δεν αξίζει τον κόπο να προστατεύει κανείς τη ζωή του με οποιοδήποτε τίμημα.

Του αρέσει να ευεργετεί, αλλά ντρέπεται να τον ευεργετούν, γιατί το πρώτο είναι ένδειξη ανωτερότητας και το δεύτερο κατωτερότητας…

Πρέπει να εκδηλώνει ανοιχτά και την αγάπη και το μίσος, αφού η απόκρυψη δείχνει δειλία.

Δεν μπορεί να αφήσει τη ζωή του να στρέφεται γύρω από κάποιον άλλο, εκτός αν είναι ένας φίλος, γιατί μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν δουλική.

Σπάνια θαυμάζει κάτι, αφού τίποτα δεν είναι σπουδαίο γι’ αυτόν.

Ούτε είναι μνησίκακος, γιατί δεν είναι ένδειξη μεγαλόψυχου ανθρώπου, το να θυμάται τις αδικίες που έχει υποστεί, αλλά ο μεγαλόψυχος άνδρας τις παραβλέπει.

Δεν μιλά για τους ανθρώπους, ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους άλλους, γιατί δεν επιθυμεί ούτε να επαινούν αυτόν ούτε να ψέγουν τους άλλους. Και ο ίδιος ούτε επαινεί ούτε κακολογεί, ούτε καν τους εχθρούς του, παρά μόνο αν προσβληθεί.

Για αναπόφευκτα ή ασήμαντα ζητήματα δεν διαμαρτύρεται ούτε ζητά βοήθεια, αφού μόνο όποιος τα θεωρεί σοβαρά θα φερόταν έτσι.

Η κίνησή του είναι αργή, η φωνή του βαριά και τα λόγια του μετρημένα. Γιατί δεν βιάζεται αυτός, που ελάχιστα ζητήματα θεωρεί σοβαρά, ούτε εξάπτεται εκείνος που τίποτα δεν θεωρεί σπουδαίο. Γιατί στη βιασύνη και στην έξαψη οφείλεται η στριγκέ φωνή και η βιασύνη…

Υπομένει κάθε είδους ατυχίες με αξιοπρέπεια και κάνει πάντα ότι καλύτερο μπορεί ανάλογα με τις συνθήκες, όπως ο ικανός στρατηγός χρησιμοποιεί με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, τις δυνάμεις που έχει στη διάθεσή του…

Είναι ο καλύτερος φίλος του εαυτού του και του αρέσει η απομόνωση, ενώ ο άνθρωπος χωρίς αρετή ή ικανότητες είναι ο χειρότερος φίλος του εαυτού του και φοβάται τη μοναξιά.

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019

Οι τρεις κανόνες της ζωής


Κάποτε ένας κυνηγός κατάφερε να πιάσει ένα πουλί . Ξαφνιασμένος, άκουσε το πουλί να του μιλά με ανθρώπινη φωνή και να του λέει :
« Άσε με ελεύθερο κι εγώ θα σου διδάξω τρεις κανόνες της ζωής, που θα σου φανούν πολύ 
χρήσιμοι. »
« Πες μου τους κανόνες και θα σ’ αφήσω ελεύθερο, » απάντησε ο θηρευτής.
« Πρώτα θα μου υποσχεθείς, » ανταπάντησε το έξυπνο πουλί, « ότι θα κρατήσεις την υπόσχεσή σου και όντως θα μ’ ελευθερώσεις. »
Κι όταν ο άντρας ορκίστηκε να τηρήσει την υπόσχεσή του, το πουλί είπε:
« Ο πρώτος κανόνας είναι, ποτέ μη μετανιώνεις, για όσα συνέβησαν.
Ο δεύτερος κανόνας είναι, ποτέ μην πιστέψεις, κάτι που καταλαβαίνεις, πως είναι αδύνατο ή απίθανο να συμβεί.
Ο τρίτος κανόνας τέλος είναι, ποτέ μην προσπαθήσεις να πιάσεις κάτι, που από τη φύση του είναι άπιαστο. »
Έχοντας μιλήσει, το πουλί ζήτησε από το θηρευτή να εκπληρώσει την υπόσχεσή του, αφήνοντάς το ελεύθερο κι έτσι ο άντρας με τη σειρά του άνοιξε τα χέρια του και το άφησε να πετάξει μακριά.
Το πουλί προσγειώθηκε στην κορυφή του πιο ψηλού δέντρου και λάλησε κοροϊδευτικά στον άνθρωπο, που στεκόταν από κάτω:
« Ανόητε, μου επέτρεψες να πετάξω μακριά, δίχως να γνωρίζεις ότι κρύβω ένα πολύτιμο μαργαριτάρι στο σώμα μου, την πηγή της ίδιας της σοφίας μου. »
Μόλις ο θηρευτής άκουσε τα λόγια του πουλιού, μετάνιωσε πικρά, που το είχε αφήσει να πετάξει και προχώρησε βιαστικά προς το δέντρο. Προσπάθησε να το σκαρφαλώσει, αλλά δεν τα κατάφερε και πέφτοντας έσπασε τα πόδια του.
Το πουλί γέλασε δυνατά και ξαναλάλησε:
« Ανόητε! Δεν έχει περάσει ούτε μία ώρα από τη στιγμή, που σε δίδαξα τους τρεις κανόνες και ήδη τους έχεις ξεχάσει! Σου είπα ποτέ να μη μετανιώνεις, για όσα συνέβησαν στο παρελθόν κι εσύ μετάνιωσες, που μ’ άφησες ελεύθερο. Σου είπα ποτέ να μην πιστεύεις, ότι είναι εμφανώς αναληθές κι εσύ ήσουν τόσο αφελής που πίστεψες, πως πράγματι κουβαλώ ένα πολύτιμο πετράδι στο σώμα μου. Είμαι απλώς ένα φτωχό άγριο πουλί, που καταφέρνει να επιβιώνει λεπτό προς λεπτό με σκόρπιους κόκκους τροφής.
Και τέλος, σε συμβούλεψα, ποτέ να μην παλεύεις μάταια για το ανέφικτο κι εσύ προσπάθησες να πιάσεις ένα πουλί με γυμνά χέρια και τώρα βρίσκεσαι πεσμένος καταγής στο έδαφος με τα δύο σου πόδια σπασμένα. Για μερικούς σαν εσένα έχουν πει οι φιλόσοφοι πως , '' πιο πιθανό είναι να συνετίσεις ένα σοφό με μια επίπληξη, παρά έναν ανόητο με εκατό μαστιγώματα. '' Αλλά αλίμονο, δεν αποτελείς εξαίρεση στον κόσμο αυτό, καθώς άνθρωποι σαν εσένα υπάρχουν πολλοί! 
»
Και αποσώνοντας τα λόγια του, το σοφό πουλί πέταξε μακριά, για να βρει την τροφή του.
Ο αγρότης στο κατώφλι του σπιτιού του


Κάποια μέρα κατά το σούρουπο, ένας αγρότης, καθότανε στο κατώφλι του ταπεινού σπιτιού του και απολάμβανε το δροσερό αεράκι.
Το σπίτι του αγρότη ήταν σε δρόμο , που οδηγούσε στην πλατεία του χωριού.
Ένας άνδρας, καθώς περνούσε, είδε τον αγρότη και σκέφθηκε:
« Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είναι τεμπέλης. Δεν εργάζεται κι όλη τη μέρα την περνά ρεμβάζοντας στο κατώφλι του σπιτιού του! »
Λίγο αργότερα, φάνηκε στην άκρη του δρόμου ένας άλλος περαστικός. Είδε τον γεωργό και σκέφθηκε:
« Να ένας γυναικάς! Την άραξε παρατηρώντας τα κορίτσια και τις γυναίκες που περνούν. Δεν είναι απίθανο να τα παρενοχλεί κιόλας! »
Πριν σκοτεινιάσει, πέρασε κι ένας ξένος. Είδε το γεωργό και σκέφθηκε:
« Ο άνθρωπος αυτός σίγουρα εργάσθηκε σκληρά όλη μέρα. Τώρα μπορεί να χαρεί και να ξεκουραστεί. Το αξίζει! »
Γεγονός είναι, ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πολλά για το αγρότη, που καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού του. Αντιθέτως μπορούμε να καταλάβουμε πολλά, για τον χαρακτήρα και τις συνήθειες των τριών περαστικών !
Ο Άγιος άνθρωπος


Η φήμη για έναν Άγιο άνθρωπο που ζούσε σ’ ένα μικρό σπιτάκι στην κορυφή ενός βουνού, εξαπλώθηκε σ’ όλη την επαρχία. Έτσι, ένας χωρικός αποφάσισε να κάνει το δύσκολο ταξίδι στην κορυφή, για να τον συναντήσει. Όταν έφτασε στο σπίτι, είδε έναν γέροντα , που τον υποδέχτηκε στην πόρτα.
« Θα ήθελα να δω τον Άγιο άνθρωπο, » είπε ο χωρικός.
Ο γέροντας του χαμογέλασε και τον άφησε να περάσει μέσα. Καθώς προχωρούσαν μέσα στο σπίτι, ο χωρικός κοιτούσε ανυπόμονα γύρω του, αναζητώντας τον Άγιο άνθρωπο. Μα προτού το καταλάβει, έφτασαν στην πίσω πόρτα και ο γέροντας τον συνόδευσε έξω. Ο χωρικός σταμάτησε και είπε στον υπηρέτη, « μα, θέλω να δω τον Άγιο άνθρωπο! »
« Τον είδες » του απάντησε ο γέρος. « Όποιον συναντάς στην ζωή σου, ακόμα κι αν φαίνεται απλός και ασήμαντος, να τον βλέπεις ως Άγιο άνθρωπο. Εάν κάνεις αυτό, τότε ότι πρόβλημα σου κι αν είναι αυτό, που σε έφερε σήμερα εδώ, θα μπορείς να το αντιμετωπίσεις. »
Κάνε το καλό και ρίχ'το στο γιαλό


Κάποτε ένας φτωχός Σκωτσέζος αγρότης, ενώ καλλιεργούσε το χωράφι του, άκουσε τη φωνή ενός παιδιού, που κλαίγοντας ζητούσε βοήθεια.
Αμέσως παράτησε τα εργαλεία του κι έτρεξε προς το μέρος ενός βούρκου, απ' όπου προέρχονταν οι φωνές. Τι να δει; Ένα τρομοκρατημένο αγόρι, βυθισμένο κιόλας μέχρι τη μέση στη λάσπη, πάλευε μάταια να ελευθερωθεί ουρλιάζοντας. Χωρίς αργοπορία ο αγρότης έσωσε το αγόρι, που σίγουρα θα πέθαινε αργά και βασανιστικά.
Την επομένη, μια φανταχτερή άμαξα με δύο άλογα σταμάτησε μπροστά από την αγροικία του. Κατέβηκε ένας καλοντυμένος ευγενής κύριος, που του συστήθηκε ως ο πατέρας του αγοριού, που είχε σώσει ο αγρότης.
- Θα ήθελα να σας ανταμείψω για την πράξη σας, είπε ο κύριος. Σώσατε τη ζωή του γιου μου.
- Όχι, δεν είναι δυνατόν να πληρωθώ για ότι έκανα, απάντησε ο Σκωτσέζος αγρότης, απορρίπτοντας την προσφορά.
Την ίδια στιγμή, στην πόρτα του χαμόσπιτου εμφανίστηκε ο γιος του αγρότη.
- Αυτός είναι ο γιος σας; Ρώτησε ο καλοντυμένος κύριος.
- Μάλιστα, απάντησε με υπερηφάνεια ο αγρότης.
- Θα κάνουμε μια συμφωνία. Αφήστε με να προσφέρω στο γιο σας το ίδιο επίπεδο μόρφωσης, που απολαμβάνει ο δικός μου. Αν ο μικρός μοιάζει στον πατέρα του τότε, χωρίς αμφιβολία, μεγαλώνοντας θα γίνει κάτι, για το οποίο και οι δυο μας θα υπερηφανευόμαστε.
Έτσι κι έγινε.
Ο γιος του αγρότη παρακολούθησε τα καλύτερα σχολεία και αποφοίτησε από τη φημισμένη ιατρική σχολή του νοσοκομείου της Αγίας Μαρίας στο Λονδίνο.
Έπειτα από την αποφοίτηση του, ανακάλυψε την πενικιλίνη.
Το όνομα του Αλεξάντερ Φλέμινγκ.
Ο γιος του ευγενούς κυρίου, που σώθηκε από το βούρκο, χτυπήθηκε από βαριά πνευμονία μετά από χρόνια. Ο μόνος τρόπος να σωθεί ήταν τότε η πενικιλίνη.
Ποιο ήταν το όνομα εκείνου του ευγενούς κυρίου;
Λόρδος Ράντολφ Τσώρτσιλ.
Το όνομα του γιού του;
Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ!
Πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Ο αμόρφωτος αγρότης, πατέρας του πατέρα της πενικιλίνης, έσωσε τη ζωή ενός παιδιού, που, μεγαλώνοντας, θα κυβερνούσε τη Μεγάλη Βρετανία και θα ονομαζόταν, διεθνώς, «Πατέρας της Νίκης» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η έμπρακτη ευγνωμοσύνη του Λόρδου Ράντολφ Τσώρτσιλ άνοιξε το δρόμο στη δημιουργία του Φλέμινγκ, που ανακάλυψε την πενικιλίνη, που θα έσωζε - για δεύτερη φορά - τη ζωή του γιου του Ουίνστον Τσώρτσιλ.
Μια θαυμαστή ιστορία δυο διάσημων προσωπικοτήτων, που  κι επειδή ήταν διάσημοι,  έγινε γνωστή.
Πραγματικά, ο φτωχός Σκωτσέζος αγρότης έκανε ένα καλό με αγνότητα καρδιάς, χωρίς υπολογισμό, γιατί πίστευε απλά στη δύναμή του. Και το καλό αυτό πήγε ανυπολόγιστα μακριά.
Αυτό εκφράζει και ο λαός μας με τη γνωστή παρότρυνση «Κάνε το καλό και ρίχ'το στο γιαλό».
Πιστεύει, ότι θα το πάει μακριά. Ποτέ δεν ξέρεις σε πόσες και ποιες ακρογιαλιές θα το ταξιδέψει η μαγευτική, απέραντη, μυστηριώδης θάλασσα!