Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Ποιος ο προορισμός


Ένα ζευγάρι Αμερικανών αποφάσισε να πάει διακοπές στη Φλόριντα που είχε ζέστη, για να ξεφύγει από το κρύο της Αλάσκας, όπου ζούσε.
Κανόνισαν να μείνουν στο ίδιο ξενοδοχείο, όπου είχαν περάσει και τον μήνα του μέλιτος, αλλά είχαν πολλές υποχρεώσεις και θα ταξίδευαν χώρια. Ο άντρας θα έφτανε Τετάρτη και η γυναίκα Πέμπτη.
Φτάνει ο άντρας στο ξενοδοχείο, πηγαίνει στο δωμάτιό του και βλέπει, ότι τώρα πια υπάρχει εκεί και υπολογιστής και Ιnternet και αποφασίζει να κάνει μια έκπληξη και να στείλει e-mail στη γυναίκα του.
Κάνει όμως ένα λάθος στη διεύθυνση και το e-mail πηγαίνει σε μια άλλη διεύθυνση, στο Χιούστον του Τέξας, σε μια γυναίκα που μόλις είχε γυρίσει από την κηδεία του άνδρα της και τσέκαρε τα μηνύματα που έλαβε στον υπολογιστή της από φίλους και συγγενείς. Μόλις διαβάζει το πρώτο, πέφτει λιπόθυμη. Ο γιος της μπαίνει στο δωμάτιο, τη βλέπει πεσμένη στο πάτωμα, προσπαθεί να καταλάβει τι έγινε, κοιτάζει την οθόνη του υπολογιστή και διαβάζει:
« Προς: την αγαπημένη μου γυναίκα Θέμα: Έφτασα!
Ξέρω πως εκπλήσσεσαι, που παίρνεις email από μένα. Έχουν υπολογιστές πλέον εδώ κάτω και σύνδεση με Ιnternet και μπορείς να στείλεις, όπου θέλεις.
Μόλις έφτασα και μπήκα μέσα. Όλα είναι έτοιμα και για σένα, που θα έρθεις αύριο. Ανυπομονώ να σε δω. Ελπίζω να έχεις το ίδιο καλό ταξίδι με εμένα. Έχει πολλή ζέστη εδώ κάτω! »
Πατέρας και γιος στο δάσος


Ένα νεαρό αγόρι και ο πατέρας του περπατούσαν κατά μήκος ενός δασικού μονοπατιού. Κάποια στιγμή βρήκαν ένα μεγάλο κλαδί δέντρου στο έδαφος μπροστά τους.
Το αγόρι ρώτησε  τον πατέρα του:
« Αν προσπαθήσω, νομίζεις ότι θα μπορούσα να μετακινήσω εκείνο το κλαδί του δέντρου ; »
Ο πατέρας του απάντησε:
« Είμαι βέβαιος ότι μπορείς, αρκεί να χρησιμοποιήσεις όλες τις δυνατότητες , που σου προσφέρονται. »
Το αγόρι έβαλε τα δυνατά του, για να σηκώσει ή να μετακινήσει το κλαδί, αλλά δεν ήταν αρκετά δυνατός και δεν μπορούσε να τα καταφέρει. Είπε με απογοήτευση:
« Έκανες λάθος μπαμπά , που μου είπες, πως μπορώ να το μετακινήσω. Δυστυχώς δεν μπορώ, παρόλο που βάζω όλες τις δυνάμεις μου. »
« Προσπάθησε ξανά, » του πρότεινε ο πατέρας του.
Και πάλι, το αγόρι προσπάθησε σκληρά, να σπρώξει το κλαδί. Αγωνίστηκε, αλλά το κλαδί δεν μετακινήθηκε.
« Μπαμπά, δεν μπορώ να το κάνω, » είπε το αγόρι.
Τελικά ο πατέρας του είπε:
« Γιε μου σε συμβούλευσα, να χρησιμοποιήσεις όλες τις δυνατότητες που σου προσφέρονται , αλλά εσύ δεν το έκανες. Δεν ζήτησες την δική μου βοήθεια. »
Πολλές φορές μπορούμε με τις δικές μας δυνάμεις, να καταφέρουμε να πετύχουμε το στόχο μας. Άλλες φορές όμως αδυνατούμε , οπότε χρειάζεται να αναζητήσουμε την δύναμη και την υποστήριξη αυτών που είναι δίπλα μας και να τους παρακαλέσουμε να μας βοηθήσουν.
Η αλληλεγγύη η αλληλοβοήθεια και η αλληλεξάρτηση πολλαπλασιάζουν την δύναμη του κάθε ατόμου , ενώ η ανεξαρτησία και η απομόνωση εμποδίζουν την υπέρβαση των ορίων του.
Κανένα άτομο δεν έχει όλη τη δύναμη , όλους τους πόρους και όλη την αντοχή , που απαιτούνται για να κατακτήσει η ανθρώπινη κοινωνία τους στόχους και να υλοποιήσει τα οράματά της. Για να προοδεύσει και να εξελιχθεί η κοινωνία προς το συμφέρον των μελών της , απαιτείται η εμπνευσμένη συνεργασία των πολλών .
Το να ζητήσουμε βοήθεια και υποστήριξη όταν χρειαζόμαστε, δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά είναι ένα σημάδι σοφίας.
Όταν δεν παίρνουμε την βοήθεια που ζητάμε, αυτό σημαίνει απλώς ότι πρέπει να την ζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή, ή να την ζητήσουμε με άλλο τρόπο, ή να την ζητήσουμε από κάπου αλλού.



Η απάντηση, μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί


Ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας Έρχαρτ Κέστνερ έκανε την εξής εξομολόγηση:
« Στα 1952 πήγα για πρώτη φορά μετά το πόλεμο στην Αθήνα. Η γερμανική πρεσβεία, όταν άκουσε πως είχα πρόθεση να πάω στη Κρήτη, μου συνέστησε, επειδή ήταν πολύ νωρίς ακόμα και οι πληγές από τη γερμανική κατοχή ανεπούλωτες, να λέω πως είμαι Ελβετός.
Αλλά εγώ τους ήξερα τους Κρήτες. Από την πρώτη στιγμή είπα πως ήμουν Γερμανός και όχι μόνο δεν κακόπαθα, αλλά ξανάζησα παντού όπου πέρασα, τη θρυλική κρητική φιλοξενία.
Ένα σούρουπο, καθώς ο ήλιος βασίλευε, πλησίασα το γερμανικό νεκροταφείο, έρημο με μόνο σύντροφο τις τελευταίες ηλιαχτίδες. Έκανα όμως λάθος. Υπήρχε εκεί και μια ζωντανή ψυχή, ήταν μια μαυροφορεμένη γυναίκα. Με μεγάλη μου έκπληξη την είδα, ν’ ανάβει κεριά στους τάφους των Γερμανών νεκρών του πολέμου και να πηγαίνει μεθοδικά από μνήμα σε μνήμα.
Την πλησίασα και τη ρώτησα.
- Είστε από εδώ;
- Μάλιστα.
- Και τότε γιατί το κάνετε αυτό; Οι άνθρωποι αυτοί σκότωσαν  Κρητικούς.»
Και γράφει ο Κέστνερ:
« Η απάντηση, μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί ». 

Απαντά η γυναίκα:
- Παιδί μου, από τη προφορά σου φαίνεσαι ξένος και δεν θα γνωρίζεις τι συνέβη εδώ στα 41 με 44. Ο άντρας μου σκοτώθηκε στη μάχη της Κρήτης κι έμεινα με το μονάκριβο γιο μου. Μου τον πήραν οι Γερμανοί όμηρο στα 1943 και πέθανε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο Σαξενχάουζεν.
Δεν ξέρω πού είναι θαμμένο το παιδί μου. Ξέρω όμως, πως όλα τούτα ήταν τα παιδιά μιας κάποιας μάνας σαν κι εμένα. Και ανάβω στη μνήμη τους, επειδή οι μάνες τους δεν μπορούν να έρθουν εδώ κάτω. Σίγουρα μια άλλη μάνα θα ανάβει το καντήλι στη μνήμη του γιου μου! »
Τα πάντα είναι θέμα προοπτικής


Ήταν κάποτε ένας μαθητής κάποιου αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου, που ο δάσκαλός του τού επέβαλε επί τρία χρόνια, να δίνει χρήματα σε όποιον τον πρόσβαλε.
Όταν έληξε αυτή η περίοδος δοκιμασίας, ο δάσκαλος του είπε:
« Τώρα μπορείς να μπεις στην Αθήνα και να σπουδάσεις φιλοσοφία. »
Καθώς ο μαθητής έμπαινε στην Αθήνα, συνάντησε κάποιον σοφό άνθρωπο, που καθόταν μπροστά στην πύλη και πρόσβαλε όποιον έφευγε και όποιον ερχόταν.
Αυτός φυσικά πρόσβαλε και τον μαθητή, ο οποίος όμως ξέσπασε σε γέλια.
« Γιατί γελάς, ενώ εγώ σε προσβάλλω; » ρώτησε ο σοφός άνθρωπος.
« Γιατί, » είπε ο μαθητής « επί τρία χρόνια εγώ πλήρωνα για κάτι τέτοιο και τώρα εσύ μου το προσφέρεις δωρεάν. »
« Μπες στην πόλη, » είπε ο σοφός άνθρωπος « είναι όλη δική σου. »
Τα πάντα είναι θέμα προοπτικής.
Μια διαφορετική γωνία παρατήρησης, αλλάζει το όλο σκηνικό.
Όταν δονείσαι σε διαφορετική συχνότητα, από εκείνον που σε προσβάλει, σε υποτιμά, σε προκαλεί με κάθε τρόπο, τίποτα από όσα σου εκπέμπει, δε μπορεί να σε αγγίξει.
Η μεγαλύτερη προστασία από την αρνητικότητα κάθε είδους είναι, το να δονείσαι σε διαφορετική συχνότητα.
Κύπρος 1974


Ήταν το καλοκαίρι του 1974. Τα τουρκικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Κύπρο.
Στην Μόρφου συμβαίνει ένα συνταρακτικό γεγονός. Τούρκοι στρατιώτες συλλαμβάνουν 15 χριστιανούς. Τους φέρνουν στην αυλή του σπιτιού ενός Ελληνοκυπρίου δασκάλου. Και τους καταδικάζουν σε θάνατο. Ετοιμάζουν τα όπλα. Και στρέφουν τους αιχμαλώτους (άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά) στον τοίχο. Θρήνος, κλαυθμός, οδυρμός. Τραγικές στιγμές για τους μελλοθανάτους. Περιμένουν μέσα σε κλίμα φόβου και αγωνίας τον Τούρκο αξιωματικό να έλθει και να διατάξει «πυρ».
Στρέφουν τότε το νου τους και την καρδιά τους στην Ελπίδα των Απελπισμένων. Και προσεύχονται όλοι τους θερμά για το τελευταίο τους ταξίδι και ιδιαίτερα ο δάσκαλος:
« Θεέ μου, συγχώρεσέ μας και δέξου μας κοντά Σου. Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου ».
Ο Τούρκος αξιωματικός έρχεται. Κοιτάζει τους στρατιώτες του με τα όπλα, κοιτάζει βλοσυρός και τους μελλοθάνατους. Ρίχνει μια ματιά προς τα πάνω. Μια κληματαριά απλώνεται και σκεπάζει την αυλή. Ζητάει ένα τσαμπί σταφύλι, για να παρατείνει έτσι σκόπιμα την αγωνία των αιχμαλώτων. Παίρνει το τσαμπί. Μα, ενώ ετοιμάζεται να το φάει, ακούγεται δυνατή η φωνή του δασκάλου:
« Μην το φας! Προχτές το ράντισα με φάρμακο. Είναι ισχυρό δηλητήριο! Θα πεθάνεις! »
Ο αξιωματικός μένει άναυδος. Και γεμάτος κατάπληξη ρωτάει:
« Καλά, αφού ξέρεις, ότι σε λίγο θα δώσω διαταγή να σας σκοτώσουν, γιατί δεν με άφησες να το φάω και έτσι να με εκδικηθείς; »
Του απάντησε ο δάσκαλος, με ειρήνη και γαλήνη:
« Είμαι χριστιανός. Και τώρα που πρόκειται να φύγω από τον κόσμο αυτό και να παρουσιασθώ ενώπιον του Θεού, δεν θα ήθελα να βαρύνω την ψυχή μου με μια αμαρτία τόσο βαριά. »
Ο Τούρκος αξιωματικός συγκλονίζεται, για μια ακόμα φορά. Στρέφεται και λέει στους στρατιώτες του:
« Μαζέψτε τα όπλα και αφήστε τους ελεύθερους όλους! »

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

Κουίζ δύο ερωτήσεων


1η ερώτηση:
Αν γνωρίζατε μια γυναίκα, που ήταν έγκυος και είχε ήδη 8 παιδιά, 3 εκ των οποίων ήταν κουφά, 2 τυφλά, ένα διανοητικά καθυστερημένο και η ίδια είχε σύφιλη, θα τη συμβουλεύατε να κάνει έκτρωση;

2η ερώτηση:
Είναι καιρός να εκλέξετε τον νέο πλανητάρχη και η δική σας ψήφος θα κρίνει το αποτέλεσμα. Σας παραθέτουμε τα προφίλ των τριών υποψηφίων.
Υποψήφιος Α
Συνεργάζεται με διεφθαρμένους πολιτικούς και συμβουλεύεται αστρολόγους. Είχε δύο εξωσυζυγικές σχέσεις. Καπνίζει 3 πακέτα τσιγάρα τη μέρα και πίνει 8 με 10 μαρτίνι τη μέρα.
Υποψήφιος Β
Τον έδιωξαν από το πολιτικό του γραφείο δυο φορές, ξυπνάει το μεσημέρι, έκανε χρήση οπίου στο κολέγιο και πίνει μισό μπουκάλι «σκατς» κάθε βράδι.
Υποψήφιος Γ
Έχει λάβει παράσημο στον πόλεμο. Είναι χορτοφάγος, δεν καπνίζει, πίνει μια μπίρα μια στο τόσο και ποτέ δεν απάτησε τη γυναίκα του.
Ποιόν θα ψηφίζατε;

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ο υποψήφιος Α είναι ο Φράνκλιν Ντ. Ρούσβελτ.

Ο υποψήφιος Β είναι ο Γουίνστον Τσόρτσιλ.

Ο υποψήφιος Γ είναι ο Αδόλφος Χίτλερ.

Επίσης, η απάντηση στην ερώτηση της έκτρωσης...
Αν απαντήσατε ναι, τότε μόλις «σκοτώσατε» τον Μπετόβεν!
Δείπνο με ένα υπέροχο πλάσμα


Η γυναίκα μου μού πρότεινε, να βγω με μια άλλη γυναίκα.
'' Γνωρίζω πολύ καλά πως την αγαπάς, '' μου είπε μια μέρα, ξαφνιάζοντάς με. '' Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της χρόνο. ''
'' Μα εγώ  ΕΣΕΝΑ αγαπώ! '' της είπα έντονα.
'' Το ξέρω. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη. ''
Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που.
Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά για κινηματογράφο.
'' Τι συμβαίνει; Είσαι καλά; '' με ρώτησε.
Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους, που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.
'' Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα, να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί, '' της απάντησα. '' Οι δυο μας μόνοι. Τι λες; ''
Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: 

'' Θα το ήθελα πολύ. ''
Εκείνη την Παρασκευή καθώς οδηγούσα μετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός, που προηγείται ενός ραντεβού. Και πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια, ήταν φοβερά συγκινημένη!
Με περίμενε στην πόρτα, φορώντας το παλιό καλό παλτό της, είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ήταν ντυμένη με το φόρεμα, με το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο του γάμου της. Το πρόσωπό της χαμογελούσε, ακτινοβολούσε φως όπως το πρόσωπο ενός αγγέλου.
'' Είπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου και όλες τους συγκινήθηκαν, '' μου είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου. '' Ανυπομονούν να έρθει  η αυριανή μέρα, για να μάθουν τα πάντα για τη βραδινή έξοδό μας. ''
Πήγαμε σε ένα εστιατόριο  με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο, σαν να ήταν η Πρώτη Κυρία της χώρας.
Μόλις καθίσαμε, έπρεπε εγώ να της διαβάσω τον κατάλογο με τα φαγητά. Το μόνο που έπιαναν τα μάτια της, ήταν κάτι μεγάλες φιγούρες.
Μόλις έφθασα στη μέση του καταλόγου, σήκωσα το πρόσωπό μου. Η μαμά μου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και με χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.
'' Εγώ ήμουν αυτή που σου διάβαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν μικρός, θυμάσαι; ''
'' Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ξεκουραστείς και να μου επιτρέψεις, να  ανταποδώσω τη χάρη, '' απάντησα.
Κατά τη διάρκεια του γεύματος είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση, τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας κάθε μέρα.
Μιλούσαμε για ώρες, που τελικά χάσαμε την ταινία στον κινηματογράφο.
'' Θα βγω μαζί σου την επόμενη φορά, αν μου επιτρέψεις να κάνω εγώ το τραπέζι, '' μου είπε η μητέρα μου, καθώς την επέστρεφα στο σπίτι. Τη φίλησα και  την αγκάλιασα.
'' Πώς πήγε το ραντεβού; '' θέλησε να μάθει η γυναίκα μου, μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.
'' Πολύ όμορφα, σ' ευχαριστώ. Περισσότερο κι απ' ότι περίμενα, '' της απάντησα.
Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου έφυγε από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα.
Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φάκελο από το εστιατόριο, όπου είχαμε δειπνήσει η μητέρα μου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε:
'' Το δείπνο είναι προπληρωμένο. Ήμουν σχεδόν βέβαιη, πως δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ κι έτσι πλήρωσα για δύο άτομα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να αισθανθείς, τι σήμαινε εκείνη η βραδιά για μένα. Σε αγαπώ! ''
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη σπουδαιότητα, του να λέει κάποιος  εγκαίρως '' ΣΕ ΑΓΑΠΩ. ''
Συνειδητοποίησα ακόμη τη σπουδαιότητα, του να δίνουμε στους αγαπημένους μας, το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σημαντικό από την οικογένεια σου. Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δεν μπορούν να περιμένουν.
Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί.
Ούτε μπορεί να γυρίσει πίσω.