Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Η πένα


Το μικρό παιδί ήταν πολύ ενθουσιασμένο, που είχε βρει μία πένα. Οι ενήλικες χαμογέλασαν, επειδή ήξεραν, ότι μια πένα δεν αξίζει πολύ. Αλλά το παιδί δεν το ήξερε αυτό. Ήταν τόσο περήφανο για το εύρημά του, όσο ένας ενήλικας μπορεί να ήταν, αν έβρισκε ένα χαρτονόμισμα εκατό λιρών. Κάθε μέρα γυάλιζε τη πένα του και την επέστρεφε με σεβασμό στη τσέπη του. Μερικές μέρες δεν είχε καν τσέπη, έτσι τη μετέφερε στο παπούτσι του. Αλλά πάντα την είχε μαζί του.
Έγινε ένα φυλαχτό, ένα γούρι. Ήξερε ότι αυτό σήμαινε, πως κάτι ιδιαίτερο θα έρθει σ ‘αυτόν. Έκανε ακόμη να πιστεύει, ότι εφόσον είχε αυτή τη πένα και αυτός ο ίδιος ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ειδικά επειδή 

είχε βρει την πένα. Οι ενήλικες το έβρισκαν «χαριτωμένο».
Μέχρι που ξεκίνησε
Κανείς δεν μπορούσε να πει πότε ξεκίνησε ή ακόμα και το πώς, αλλά σιγά-σιγά, πολύ αργά, η πένα άρχισε να λάμπει. Στην αρχή όλοι νόμιζαν, ότι ήταν επειδή το παιδί τη γυάλιζε τόσο πολύ. Όμως, σταδιακά κατέστη προφανές, ότι μια συνηθισμένη πένα δεν θα μπορούσε να λάμπει σαν αυτή, χωρίς να έχει σημασία πόσο προσεκτικά ήταν γυαλισμένη. Και επιπλέον, η λάμψη άρχισε να αλλάζει. Μερικές ημέρες ήταν χρυσή, άλλες μέρες ήταν μπλε ή πορτοκαλί και μερικές φορές, τα χρώματα έλαμπαν μέσα και έξω σαν ακτίνες του ουράνιου τόξου.
Όλοι ήταν έκπληκτοι και σοκαρισμένοι, εκτός από το ίδιο παιδί. Για το παιδί ανέκαθεν η πένα ήταν ιδιαίτερη και ήταν ιδιαίτερο το ότι την βρήκε.
Δυστυχώς, η ζωή είναι όπως είναι, και κάποιος (και δεν θα πούμε ποιος) πόθησε αυτή τη πένα τόσο πολύ, που αποφάσισε να τη κλέψει από το παιδί.
Ένα βράδυ, όταν το παιδί κοιμόταν, ο κλέφτης μπήκε στο δωμάτιό του, πήρε τη λαμπερή πένα, και την έβαλε στην τσέπη του. Ωστόσο, εκείνο το βράδυ το παιδί είχε ένα όνειρο. Στο όνειρο ένας σοφός γέρος ήρθε σε αυτόν και είπε,
«Κάποιος θέλει αυτό που έχεις, και θα σου το κλέψει ενώ κοιμάσαι.»
«Όχι, όχι!», Έκλαψε το παιδί. «Αυτό δεν μπορεί να γίνει! Χρειάζομαι αυτή τη πένα! »
«Όχι, παιδί μου, δεν έχεις δίκιο. Βλέπεις, η πένα που είχες είναι απλά μία συνηθισμένη πένα και την έκανες ιδιαίτερη… Επειδή Εσύ είσαι ιδιαίτερος! Εσύ είσαι μοναδικός! Η λάμψη έρχεται, όχι από την πένα, αλλά από εσένα Η πένα ήταν απλά κάτι, που αγαπούσες έξω από τον εαυτό σου, γιατί δεν γνώριζες ακόμη την εσωτερική σου αξία. Η πένα εξαφανίστηκε τώρα, γιατί δεν τη χρειάζεσαι πλέον. »
-«Αλλά εγώ χρειάζομαι ακόμα την πένα.»
-«Να,», απάντησε ευγενικά ο άνθρωπος, «πάρε αυτή. Αυτή είναι μια πένα που έρχεται από μέσα σου και ας είναι το σύμβολο της εσωτερικής αυτοεκτίμησης 

σου. »
«Αλλά είναι μόνο μια συνηθισμένη πένα! Δεν μπορεί να αξίζει πολύ! 
» είπε το αγόρι.
«Μόνο μια πένα; Προτίμησες να ακούσεις τους άλλους, αντί για τον εαυτό σου; Ακόμα και το μεγαλύτερο δέντρο μεγαλώνει από ένα μικρό σπόρο. Εάν ο σπόρος έχει αγαπηθεί και έχει φροντίδα από την αρχή, το δέντρο θα αναπτυχθεί υγιές και ψηλό. Αυτή η πένα είναι σαν το σπόρο σου. Πρόκειται για μια ειδική πένα, γιατί είναι δική σου, ένα κομμάτι του Εαυτού σου. »
Το παιδί ξύπνησε μόνο με τη μνήμη ενός δέντρου. Άρπαξε την πένα του, από εκεί που του την άφησε ο σοφός γέρος και πήγε στο σχολείο του.
Ο κλέφτης της πένας ήταν γεμάτος με ενοχή και δεν μπορούσε να καταλάβει, γιατί το παιδί δεν ήταν αναστατωμένο. Τέλος, ο κλέφτης του είπε,
«Πώς είναι η πένα σου σήμερα;»
Το παιδί χαμογέλασε και έπιασε κάτι στην τσέπη του. Έβγαλε κάτι που έλαμπε δυνατότερα από ποτέ. Μάλιστα, η λάμψη ήταν τόσο ισχυρή, που κανείς δεν μπορούσε καν να δει μια πένα μέσα από αυτή. Αμέσως, ο πονηρός κλέφτης έτρεξε να δει τη κλεμμένη πένα που είχε.
Η πένα που είχε, δεν είχε πια καμία λάμψη, ήταν μία συνηθισμένη πένα!
Η φωνή της ενοχής του ψιθύρισε στο αυτί του:
«Βλέπεις; Μπορείς να κλέψεις τη πένα κάποιου, αλλά δεν μπορείς ποτέ να κλέψεις τη λάμψη του!»
Αγαπάς για χάρη της αγάπης


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός αγρότης , που ζούσε με τη γυναίκα του σ’ ένα μικρό κτήμα στην εξοχή. Ήταν τόσο φτωχοί, ώστε αυτά που έβγαζαν, μόλις που αρκούσαν για να ζήσει. 
Κάποτε όμως, ένα μεγάλο αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από το αγρόκτημα και δυο μαυροντυμένοι κύριοι με χρυσές αλυσίδες κατέβηκαν από αυτό. Αρνήθηκαν το φτωχικό γεύμα που τους πρόσφεραν και εξήγησαν πως ήρθαν για να δώσουν μια προσφορά για το αγρόκτημα.
Ο φτωχός αγρότης αρνήθηκε ευγενικά και είπε, πως δεν ενδιαφέρεται. Εκείνοι για να τον δελεάσουν περισσότερο του εξήγησαν, πως με τα χρήματα θα μπορούσε να αποκτήσει, όλα όσα επιθυμούσε στη ζωή του. Κοίταξε τη γυναίκα του και είπε στους ξένους, πως έχει ήδη όλα όσα επιθυμεί. Οι ξένοι έφυγαν θυμωμένοι.
Ύστερα από λίγο καιρό η γυναίκα του φτωχού αγρότη πέθανε. Και τότε οι ξένοι γύρισαν με μια μεγαλύτερη προσφορά. Ο φτωχός αγρότης και πάλι αρνήθηκε ευγενικά. Του υπενθύμισαν, πως μπορούσε να απαλύνει τη μοναξιά του με αυτά τα χρήματα. Εκείνος κοίταξε έξω τα ζώα του. Δεν δέχτηκε. Χάνοντας την ψυχραιμία τους του είπαν, πως αν είναι για τα ζώα του, μπορούσε με τα χρήματα να φτιάξει στάβλους, να αγοράσει τροφή γι’ αυτά, να τα πολλαπλασιάσει. Ο αγρότης είπε, πως δεν είναι για τα ζώα του. Οι ξένοι έφυγαν.
Μετά από μήνες αρρώστια βαριά έπεσε στο αγρόκτημα κι όλα τα ζώα πέθαναν. Και τότε οι ξένοι γύρισαν πάλι. Βρήκαν τον αγρότη να σκαλίζει με το δάχτυλό του γύρω από ένα μικρό τόσο δα λουλούδι. Του είπαν, ότι έφεραν περισσότερα χρήματα. Ο αγρότης δεν έδωσε σημασία. Ήταν πολύ απορροφημένος.
Γι’ αυτό γίνονται όλα αυτά τώρα; Ρώτησαν θυμωμένα. Για ένα λουλούδι;
Ο αγρότης κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
Το ξέρεις πως είναι ανόητο και άσκοπο όλο αυτό, είπαν πάλι. Σύντομα θα πεθάνει. Τι σημασία έχει λοιπόν;
Ο αγρότης χάιδεψε με τα ακροδάχτυλά του το λουλούδι και σηκώθηκε.
«Για μένα και για σας ίσως να μην έχει καμιά σημασία. Μα έχει για το λουλούδι…» είπε.
Οι μαυροφορεμένοι κύριοι με τις χρυσές αλυσίδες, ποτέ δε θα καταλάβουν, πως δεν αγαπάς για να σ’ αγαπήσουν.
Αγαπάς για χάρη της αγάπης.

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

Η απαισιοδοξία των Αρχαίων Ελλήνων


Λένε, λοιπόν, πως κάποτε έγινε ένας αγώνας ανάμεσα στον Ό­μηρο και στον Ησίοδο για το πρωτείο. Να κριθεί, τέλος πάντων, στους Έλληνες, ποιος από τους δύο μεγαλύτερους είναι ο πιο μεγάλος.
Η επιτροπή κρίσης, εκεί κάπου στην Αυλίδα ή στις Θήβες, κάθι­σε με σεβασμό τους δύο σοφούς στο θρονί τους, και άρχισε να τους ερωτά. Ήθελαν να μετρήσουν, ποιος θα δώσει τις πιο φρόνιμες 

αποκρίσεις στα ζητήματα.
Ρωτήσανε τον Ησίοδο και αποκρίθηκε ζυγιασμένα. Οι θέσεις που έλαβε, φανέρωναν τον άνθρωπο, που έζησε τον κόσμο και απέκτησε πλούσια πείρα. Που έκαμε, και έπαθε, και έμαθε.
Ρωτήσανε και τον Όμηρο. Ο γλυκός αοιδός με τη λευκή κεφαλή και τα άδεια μάτια, που κάποια ερμηνεία θέλει να επιμένει πως έχα­σε το φως του, γιατί δεν άντεξε το πολύ κακό που αντίκρισε στον κόσμο, τους άκουσε μειλίχια.
Πες μας, λοιπόν, αστέρι στις θάλασσες και ήλιε στα βουνά, του είπανε. Πες μας, ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό. «Άριστο σε όλους και σε όλες»,αποκρίθηκε ο Όμηρος, «είναι ο άν­θρωπος ποτέ να μη γεννιέται!».
Η επιτροπή έμεινε καγκελόξυλο. Ένας πονηρός όμως ανάμεσα στους κριτές, ένας ελληνικά πονηρός, ένας μικρός Οδυσσέας, σκόρ­πισε την ταραχή που γέννησε η σπαθιά του Ομήρου, με μια δεύτερη ερώτηση.
Κανένας, του λέει, δεν μας ζήτησε γνώμη, αν θέλουμε να μας γεν­νήσει ή όχι. Να μας ειπείς, λοιπόν, ποιο είναι το δεύτερο στον άν­θρωπο καλό, που να το κρατά και στο χέρι. Το πάντων αιρετώτατον. Εκείνο που να μπορούμε δηλαδή, να το διαλέγουμε κιόλας.
«Το δεύτερο στον άνθρωπο καλό», είπε ο Όμηρος, «είναι όταν γεν­νηθεί ο άνθρωπος, αμέσως να πεθαίνει»
Κυνηγούσε ο βασιλιάς Μίδας αγρίμια στα όρη της Μακεδονίας. Εκεί, αποσταμένος, έγειρε στη ρίζα ενός δρυ να συνεφέρει. Τότες ήταν που είδε δίπλα του το Σιληνό να κοιμάται.
Έχω την ευκαιρία, συλλογίστηκε ο ξύπνιος βασιλιάς. Και πιάνει το δαίμονα, και τον δένει με το σκοινί, να μη φύγει. Λέει:
— Εγώ θα σ’ απολύσω, αλλά πρώτα να μου ειπείς.
— Πες το μου, να στο ειπώ, κι απέ να μ’ αφήσεις να φύγω, του λέει ο αρχισάτυρος. Κι ούτε χρειαζόταν να με δέσεις, για να σου ειπώ.
— Εξήγα μου, λοιπόν. Εσύ που κρέμεσαι ανάμεσα ουρανού και γης, και γνωρίζεις πράγματα που δεν τα φτάνει ανθρώπου νους. Ε­ξήγα μου, γιατί χρόνους τώρα τυραννιέμαι, και πάω να κρεπάρω. Ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό;
Ο Σιληνός αλαφιάστηκε. Τον συνεπήρε το ξάφνιασμα, ιδιοτρόπησε, κοίταξε πέρα.
— Λύσε με να πηγαίνω, του λέει, και τράβα στο καλό σου. Ρωτάς πράγματα που δεν απαντιούνται.
Ο Μίδας εστάθηκε.
— Κι αν δε μου αποκριθείς, του λέει, σ’ αυτό που σ’ ερωτώ, δεν έχεις λευτεριά. Εδώ στο δέντρο θα μείνεις δεντρωμένος. Όσο να σε λύσει ο λιμός, και να σε κατελύσει ο λύκος.
Θύμωσε τότε ο δαίμονας. Τίναξε βίαια τα χέρια του ψηλά, πέσανε τα δεσμά. Έστρεψε και κοίταξε τον άνθρωπο βλοσυρά, κι όλα τα γύρω μυρίσανε θειάφι. Το θείο συνεπήρε τον τόπο. Ο Μίδας, του πάρθηκε η μιλιά, κι έπεσε κατά γης. Και τότε ο Σιληνός, ο κορυφαίος στα όργια και ο σύντροφος του Διονύσου, τον επετίμησε:
– «Δαίμονος επιπόνου και τύχης χαλεπής εφήμερον σπέρμα, τι με βιάζεσθε λέγειν, ά υμίν άρειον μη γνώναι;»
μ’ ερωτάς, συνεχίζει,
«τί εστι το βέλτιστον τοις ανθρώποις, και τί τών πάντων αιρετώτατον»· μάθε το λοιπόν, και σκάσε:
«μετ’ αγνοίας των οικείων κακών αλυπότατος ο βίος. Άριστον γαρ πάσι και πάσαις το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν ως τάχιστα» [Πλουτάρχου, Παραμυθητικός προς Απολλώνιον, 115 d].
Εντελώς ομοιότυπη για τον πεσσιμισμό των ελλήνων με τις δημο­τικές μαρτυρίες του Ομήρου, του Αριστοτέλους και του Πλουτάρχου, είναι και η προσωπική κατάθεση του Σοφοκλή που γίνεται με το στό­μα του χορού στο βασιλιά Οιδίποδα:
Μη φύναι τον άπαντα νι­κά λόγον· το δ’, επεί φανήι, βήναι κείσ’ οπόθεν περ ήκει πολύ δεύτερον ως τάχιστα.
(Το πιο καλύτερο απ’ όλα θε νά ‘τανε να μην είχε κανείς γεννηθεί, ή, μια που ήρθε στο φως, να γυρνά κείθ’ όπου ήρθε μια ώρα πιο μπρος. [Σοφοκλέους, Οιδίπους επί Κολωνώι, 1224. Μετάφρ. Γ. Γρυπάρη]. Εκτός από το Σοφοκλή είναι και πολλοί άλλοι έλληνες που μιλάνε με την ίδια πεσιμιστική σφοδρότητα. Ο Πλάτων λ.χ., ο Ευριπίδης, ο Βακχυλίδης, ο Θέογνις).
Το συμπέρασμα είναι πως από όλη ετούτη την κοιλάδα των κλαυθμών οι δάσκαλοι και οι διδακτικοί δεν μας έδειξαν φύλλο. Αντίθετα, μας είπαν τα αντίθετα. Μιλούν για ήλιο τα μεσάνυχτα και για πανη­γύρια στο καταχείμωνο.
Η Ελλάδα, μας λένε, σημαίνει την ηρεμία, το ρυθμό, τη γαλήνη. Ελλάδα είναι ο λογισμός, η αγνή απλότητα, η ευδαιμονία, το μέτρο. Προπάντων το μέτρο.

Δημήτρης Λιαντίνης - "Τα Ελληνικά"
Ζήσε με πάθος


Ένας μεγάλος Ινδός μυστικιστής αποφάσισε κάποτε, να πάει να συναντήσει το Θεό.
Καθώς περπατούσε, συνάντησε ένα γέροντα σοφό, που καθόταν κάτω από ένα δέντρο. Ο γέρος σοφός του είπε :
«Μιας και πας να συναντήσεις το Θεό, κάνε του σε παρακαλώ, μια ερώτηση από εμένα. Πες του ότι, εδώ και τρεις ζωές προσπαθώ συνεχώς. Πόσο θα χρειαστεί ακόμη;»
Ο μυστικιστής γέλασε και τον διαβεβαίωσε, ότι θα ρωτούσε το Θεό για το σοφό γέροντα.
Καθώς συνέχισε την πορεία του, συνάντησε κάτω από ένα άλλο δέντρο ένα νεαρό που χόρευε και τραγουδούσε.
Αστειευόμενος ο Μυστικιστής τον ρώτησε:
«Μήπως θέλεις να ρωτήσω τίποτα το Θεό για σένα;»
Αλλά ο νεαρός ούτε που τον είχε ακούσει και συνέχισε να χορεύει και να τραγουδάει.
Μετά από μερικές μέρες, ο Μυστικιστής γύρισε πίσω. Πλησίασε το γέρο σοφό και του είπε:
«Ρώτησα το Θεό για σένα. Μου είπε ότι χρειάζεσαι ακόμη τρεις ζωές.»
Ο γέρος εξοργίστηκε.
«Αυτό είναι τελείως άδικο! Άκου ακόμη τρεις ζωές!» ξεφώνισε και πέταξε έξαλλος τα κομποσκοίνια και τις ιερές γραφές.
Ο Μυστικιστής προχώρησε και πλησίασε το νεαρό που ακόμη χόρευε και τραγουδούσε.
«Αν και δεν μου το ζήτησες» του είπε, «εγώ ρώτησα το Θεό και για σένα. Φοβάμαι όμως να σου πω, ύστερα από την οργή που είδα στο γέροντα σοφό.»
Ο νεαρός δεν του απάντησε και εξακολούθησε το χορό και το τραγούδι του. Ο Μυστικιστής συνέχισε.
« Όταν λοιπόν Τον ρώτησα για σένα, Εκείνος μου είπε: '' Πες στο νεαρό, ότι θα πρέπει να γεννηθεί τόσες φορές, όσες είναι και τα φύλλα του δέντρου κάτω από το οποίο χορεύει. '' 
»
Ο νεαρός άρχισε να χορεύει με μεγαλύτερο πάθος.
«Τόσο γρήγορα;» είπε. «Υπάρχουν τόσα πολλά δέντρα και τόσα πολλά φύλλα στον κόσμο! Τόσο λίγο μόνο; Όταν θα ξαναπάς στο Θεό, σε παρακαλώ, ευχαρίστησέ Τον για μένα!
Όταν υπάρχει εμπιστοσύνη, ο χρόνος δεν έχει καμιά σημασία. Όσο προσπαθείς να εξαγοράσεις την εύνοια του Θεού, τόσο απομακρύνεσαι από το πραγματικό νόημα.
Η ζωή είναι μια γιορτή! Ο πόνος, η χαρά, η θλίψη, ο ενθουσιασμός, η λύπη, η ευδαιμονία, είναι τα συστατικά αυτής της γιορτής.
Ζήσε με πάθος , ζήσε με όλο σου το είναι, χωρίς φόβο, χωρίς δισταγμούς. Δώσε τα όλα! Αξίζει!
Το πολύτιμο δώρο


Όταν ο Θεός ολοκλήρωσε τη δημιουργία του, ήταν τόσο ικανοποιημένος από αυτά που είχε φτιάξει, ώστε θέλησε να κάνει ένα τελευταίο δώρο στα πλάσματά του, το δώρο του θανάτου, για να μπορούν κάποιες στιγμές να αναπαύονται και να βρίσκονται κοντά του.
Στην αρχή λοιπόν, έδωσε το θάνατο στα βουνά. Όταν όμως πέθανε το πρώτο βουνό, τα υπόλοιπα άρχισαν να θρηνούν τόσο δυνατά, που τίποτα δεν μπορούσε να σταθεί όρθιο πάνω στη γη.
Πήρε τότε το δώρο του θανάτου από τα βουνά και το έδωσε στα ποτάμια.
Όταν όμως πέθανε το πρώτο ποτάμι, ο θρήνος των υπολοίπων ήταν τόσο μεγάλος, που τη βουή τους δεν μπορούσε να την αντέξει κανένα πλάσμα.
Πήρε ξανά ο Θεός το δώρο του θανάτου από τα ποτάμια και τα έδωσε στις θάλασσες και στις λίμνες.
Όταν πέθανε η πρώτη λίμνη όμως, οι υπόλοιπες στέρεψαν και οι θάλασσες φούσκωσαν και ξεχείλισαν.
Στη συνέχεια, έδωσε το δώρο του στα σύννεφα, αλλά και πάλι, όταν πέθανε το πρώτο σύννεφο, η βροχή από το κλάμα των άλλων σύννεφων ήταν τόση πολλή, που κόντεψε να πλημμυρίσει όλη τη γη.
Αφού δοκίμασε με όλα τα δημιουργήματά του, στο τέλος, έφτασε και στον άνθρωπο.
Όταν πέθανε ο πρώτος άνθρωπος, ο Θεός διαπίστωσε ότι οι άλλοι άνθρωποι θρηνούσαν αλλά άντεχαν, συνέχιζαν τη ζωή τους και μετά από καιρό, μπορούσαν και πάλι να χαμογελούν.
Ικανοποιημένος από την εξέλιξη αυτή, χάρισε για πάντα το δώρο του θανάτου στον άνθρωπο, μιας και ήταν εκείνος που το άξιζε πραγματικά.
Και από τότε, ο άνθρωπος κέρδισε τη δυνατότητα, να μπορεί να ξεκουράζεται κατά καιρούς στο μακρύ ταξίδι της εξέλιξής του.
Για τον πατέρα




Πόσοι ξέρουν, ότι η Γιορτή του Πατέρα είναι την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου;
Ο κόσμος, λένε, φτιάχτηκε από άνδρες. Όμως αν μετρήσεις τις γιορτές και τα μπουκέτα, νομίζεις ότι γεννήθηκε μόνο από γυναίκες. Η μητέρα θα πάρει τα λουλούδια της σταθερά κάθε Μάη. Ο πατέρας συνήθως θα πάρει άνθη μόνο μία φορά. Και δεν μπορεί να τα δει, ούτε να τα μυρίσει, γιατί έχει και ένα μάρμαρο από πάνω του.
Ο Θεός είναι ο Άγιος Πατέρας, όμως τα τάματα πηγαίνουν στην Παναγιά. Τη μάνα δεν τραγουδάει και η μούσα; Είναι ζήτημα, αν για κάθε εκατό τραγούδια της μάνας υπάρχει ένα του πατέρα. Να, σταματήστε τώρα και μετρήστε. Πόσους πατέρες θα βρείτε μέσα σε στίχους και μελωδίες; Βρήκα το «Γιε μου» και το «Πατέρα κάτσε φρόνιμα». Μέχρι εκεί.
Δεν υπάρχει χώρος για τον πατέρα. Γέμισε από μαμάδες, που θηλάζουν. Έχουν ειπωθεί τόσα για τη μάνα, που δεν έμεινε λέξη να μιλήσει για τον πατέρα. Όμως δεν θα έπρεπε;
Είναι πολλά αυτά, που θέλουν να πουν οι μπαμπάδες, αλλά δεν τους δίνουν φωνή και λόγια. Ντρέπονται. Δεν αισθάνονται άνετα με αυτά. Για τη μέρα, που εκείνη ήταν μέσα στη χαρά και εκείνος παγωμένος από τρόμο. Το μεσημέρι που γέλασε, σαν μαλάκας, στον εαυτό του, λέγοντας κάτι περί αθανασίας. Τότε που έπνιξε ένα λυγμό και έγλειψε δύο δάκρυα, επειδή το πρόσωπο του μπαμπά είναι σαν του οξυγονοκολλητή, ανέγγιχτο πίσω από τη μάσκα.
Είναι τόσες οι ιστορίες για πονεμένες μάνες και άκαρδους πατέρες. Δεν μένει χρόνος να ακούσεις, για τον μπαμπά που διεκδικεί τον ρόλο του. Για τον τύπο που στέκεται έξω από το σχολείο, περιμένοντας να πάρει μόνο μια ματιά. Που κερδίζει αγάπη με πόνο. Απολογούμενος με σιωπή. Προσπαθώντας να μάθει τα λόγια σε ένα έργο, που δεν έχει ρόλο για αυτόν.
Είναι η Γιορτή του Πατέρα, αλλά, πιθανότατα, ο μπαμπάς σας δεν το ξέρει. Και αν του το πείτε, δεν θα του κάνει εντύπωση. Ο μπαμπάς έχει μάθει, να μην περιμένει τίποτα από σας.
Λένε ότι πρέπει να προλάβεις να ευχαριστήσεις τους γονείς σου, πριν τους χάσεις. Μην ανησυχείτε, δεν χάνεις ποτέ τους γονείς σου. Λείπουν για κάποιο διάστημα από τον κόσμο και μετά επιστρέφουν. Έρχεται η στιγμή, που τους βλέπεις στο σχήμα της σκιάς σου.


Η ερμηνεία αλλάζει


Ο βασιλιάς ήταν ερωτευμένος με τη Σαμπρίνα, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής, που την έκανε τελευταία του γυναίκα. Ένα απόγευμα κι ενώ ο βασιλιάς έλειπε στο κυνήγι ήρθε ένας αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει, ότι η μητέρα της Σαμπρίνας ήταν άρρωστη.
Ο βασιλιάς της είχε απαγορεύσει, να χρησιμοποιεί την προσωπική του άμαξα κι αν παραβίαζε την εντολή του, θα το πλήρωνε με το κεφάλι της. Όταν γύρισε ο βασιλιάς έμαθε τα καθέκαστα.
'' Μα δεν είναι θαυμάσιο, ''είπε '' αυτό είναι αληθινή αγάπη κόρης προς τη μητέρα. Δεν την ένοιαζε να διακινδυνεύσει το κεφάλι της, για να φροντίσει τη μητέρα της. Είναι υπέροχη. ''

Την επόμενη μέρα κι ενώ η Σαμπρίνα καθόταν στο κήπο του παλατιού κι έτρωγε φρούτα, ήρθε ο βασιλιάς. Τον χαιρέτισε και μετά δάγκωσε το τελευταίο ροδάκινο, που είχε στο καλάθι της.
'' Φαίνονται γλυκά '' είπε ο βασιλιάς.
'' Πράγματι '' αποκρίθηκε η βασίλισσα κι απλώνοντας το χέρι της, έδωσε το τελευταίο της ροδάκινο στον αγαπημένο της.
'' Πόσο με αγαπάει ! '' σχολίασε μετά ο βασιλιάς, '' στερήθηκε την απόλαυση της, για να μου δώσει εμένα το τελευταίο ροδάκινο του καλαθιού. Δεν είναι εκπληκτική; ''
Πέρασαν ορισμένα χρόνια και ποιος ξέρει, το πάθος και ο έρωτας του βασιλιά έσβησαν απ τη καρδιά του. Καθόταν μαζί μ ένα στενό του φίλο κι έλεγε:
'' Ποτέ δε φέρθηκε σαν βασίλισσα, μια φορά μάλιστα με παράκουσε και χρησιμοποίησε τη προσωπική μου άμαξα. Θυμάμαι και μια μέρα, που μου έδωσε να φάω ένα δαγκωμένο φρούτο. ''
Η πραγματικότητα είναι πάντα η ίδια. Κι είναι όντως, αυτό που είναι. Ωστόσο ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τον ακριβώς αντίθετο. ”
Πρόσεχε τι αντιλαμβάνεσαι, έλεγε κάποιος σοφός. Αν ότι βλέπεις, ταιριάζει '' γάντι '' με τη πραγματικότητα που περισσότερο σε βολεύει, τότε μην εμπιστεύεσαι τα μάτια σου !