Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Όμορφα και τρυφερά αποφθέγματα για τη μητέρα






1. «Η αγάπη της μητέρας είναι ευλογία και ειρήνη. Δεν χρειάζεται να προσπαθήσεις να την αποκτήσεις, ούτε να την αξίζεις» – Έριχ Φρομ

2. «Ο Θεός δεν μπορούσε να βρίσκεται παντού και γι’ αυτό έφτιαξε τις μητέρες» – Rudyard Kipling

3. «Η δυνατή μητέρα δεν λέει στο μικρό της, Γιε μου, μείνε αδύναμος ώστε οι λύκοι να σε πιάσουν. Λέει, σκλήρυνε, αυτή είναι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε» – Lauryn Hill

4. 
«Μπορείς να επιχρυσώσεις τον χρυσό, αλλά ποιος μπορεί να κάνει μια μητέρα πιο όμορφη;» – Mahatma Gandhi

5. «Η καρδιά της μητέρας είναι μια βαθιά άβυσσος, στο κάτω μέρος της οποίας θα βρείτε πάντα τη συγχώρεση» – Honore de Balzac

6. «Όλα όσα είμαι ή ελπίζω να γίνω, τα οφείλω στη μητέρα μου» – Abraham Lincoln

7. «Μόνο οι μητέρες σκέφτονται πραγματικά το μέλλον, γιατί του δίνουν ζωή μέσω των παιδιών τους» – Maxim Gorky

8. «Η πρώτη δασκάλα ενός παιδιού είναι η μητέρα του» – Peng Liyuan

9. «Κάθε γυναίκα καταλήγει να είναι σαν τη μητέρα της. Αυτό είναι η τραγωδία της. Κανένας άντρας δεν καταλήγει σαν τη μητέρα του. Αυτή είναι η δική του τραγωδία» – Οscar Wilde

10. «O θυμός της μάνας είναι σαν το ανοιξιάτικο χιόνι: πέφτει πολύ αλλά λιώνει γρήγορα» – Ρώσικη παροιμία
Χτίζετε γέφυρες ή φράκτες;



Μια φορά κι έναν καιρό μάλωσαν δύο αδέλφια, που ζούσαν σε γειτονικές φάρμες. Η διένεξη ξεκίνησε από μια μικρή παρεξήγηση, εξελίχθηκε σε μια σημαντική διαφορά και τελικά κατέληξε σε ολοκληρωτική διακοπή των σχέσεων μεταξύ τους.
Ένα πρωί κάποιος χτύπησε την πόρτα του μεγαλύτερου αδελφού. Εκείνος άνοιξε και αντίκρισε έναν άνθρωπο με την εργαλειοθήκη ενός ξυλουργού.
'' Ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών '' είπε. '' Ίσως έχετε ανάγκη για κάποιες μικροεργασίες και θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος. ''
'' Πράγματι '' αναφώνησε ο μεγαλύτερος αδελφός. '' Έχω μια δουλειά για σένα. Κοίταξε σε εκείνο τον κολπίσκο στο απέναντι αγρόκτημα. Αυτός είναι ο γείτονάς μου. Στην πραγματικότητα, είναι ο μικρότερος αδερφός μου. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα υπήρχε ένα χωράφι ανάμεσα μας. Όμως, έσκαψε με την μπουλντόζα του μέχρι το ανάχωμα του ποταμού και τώρα υπάρχει ένα ποταμάκι ανάμεσα μας. Λοιπόν, μπορεί να κατάφερε να μ’ εκνευρίσει, αλλά εγώ θα κάνω κάτι χειρότερο. Βλέπεις αυτή τον σωρό με ξύλα στο στάβλο; Θέλω να φτιάξεις ένα ψηλό φράχτη. Δεν θέλω να ξαναδώ το πρόσωπο του.''
Ο ξυλουργός απάντησε: 

'' Νομίζω ότι καταλαβαίνω την κατάσταση. Πιστεύω ότι μπορώ να τα καταφέρω και ότι στο τέλος θα ευχαριστηθείς με τη δουλειά μου .''
Ο μεγαλύτερος αδελφός έπρεπε να πάει στην πόλη γα να τελειώσει κάποιες δουλειές. Έτσι, βοήθησε τον ξυλουργό να μεταφέρει τα ξύλα και έφυγε για την πόλη.
Ο ξυλουργός εργάστηκε σκληρά κατά τη διάρκεια της μέρας. Λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα, όταν ο γεωργός επέστρεψε, ο ξυλουργός είχε μόλις τελειώσει τη δουλειά του.
Τα μάτια του αγρότη γούρλωσαν από αυτό που αντίκρισε. Δεν είχε κατασκευαστεί ο φράχτης, που είχε ζητήσει. Αντί για τον φράχτη υπήρχε μια γέφυρα, από την μια μεριά του ρέματος μέχρι την άλλη.
Εκείνη την ώρα είδε από την άλλη μεριά της γέφυρας να έρχεται προς το μέρος του ο γείτονας, ο νεώτερος αδελφός του. Όταν τον πλησίασε, άπλωσε τα χέρια του και αναφώνησε:
'' Είσαι ο καλύτερος αδελφός που θα μπορούσα να είχα. Μετά από όλα όσα έχω κάνει και έχω πει εναντίον σου, έχτισες μια γέφυρα ανάμεσα μας.''
Τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν, μετανιωμένα για ότι είχε συμβεί ανάμεσα τους. Γύρισαν και είδαν τον ξυλουργό να σηκώνει την εργαλειοθήκη και να την κρεμάει στον ώμο του.
'' Όχι, μην φεύγεις, περίμενε! Μείνε λίγες ημέρες. Έχω κι άλλες εργασίες για σένα '' , είπε ο μεγαλύτερος αδελφός.'' Θα ήθελα πολύ να μείνω,'' είπε ο ξυλουργός, ''αλλά έχω να χτίσω κι άλλες γέφυρες.''
Γιατί δεν φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο


– Γιατί δεν φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, για να σβήσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες σχετικές με την ύπαρξη Του, για να Τον βλέπουμε σαν τον ήλιο ή τα αστέρια; Θα είχαν εξαφανιστεί πολλά προβλήματα και η ζωή θα ήταν πιο απλή.
– Ο Θεός κρύβει το πρόσωπό Του στα νέφη, για να μην στερήσει στον άνθρωπο την δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στην πίστη και απιστία και να επιτρέψει στον άνθρωπο, να λύσει το υπαρξιακό πρόβλημα αυτόνομα. Αν δεν υπήρχε τέτοια επιλογή, τότε η πίστη σαν ελεύθερη πράξη της ψυχής δεν θα μπορούσε να υπάρχει και στην θέση της θα έμπαινε το ηθικά αδιάφορο ολοφάνερο.
Ο Θεός δεν μας έβαλε μπροστά στο αναπόφευκτο γεγονός της ύπαρξης Του. Ήθελε να είναι ο εσωτερικός παράγοντας της ανθρώπινης ψυχής. Θέλει να Τον ψάχνουμε με την ελεύθερή μας βούληση, να προσελκυόμαστε σ’ Αυτόν, να διψάμε γι’ Αυτόν. Θέλει να είναι η αγάπη της καρδιάς μας και όχι το αποτέλεσμα μιας λογικής μας ανάλυσης.
Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα της προσωπικής επαφής μαζί Του , το πιο άξιο και ανώτερο που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα από τον Δημιουργό και το δημιούργημα.
Την σχέση του Θεού με το κόσμο μπορούμε να δούμε σαν την σχέση του μάστορα και του προϊόντος. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι προϊόν, είναι η αντανάκλαση του Θεού στην γη. Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ελεύθερη βούληση, τότε δεν θα ήταν εικόνα του Θεού. Χωρίς την ελευθερία δεν υφίσταται η ύπαρξη του καλού, υπάρχει αναγκαιότητα. Χωρίς προσωπική ελευθερία δεν υπάρχει αγάπη και χωρίς την πνευματική αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει η θέωση σαν ένωση του ανθρώπου με τον Θεό.
Η τιμωρία για την παράβαση των Νόμων


Ζούσε ολόκληρη η οικογένεια κάπου 30 ψυχές, από τον 80χρονο παππού μέχρι και τα δισέγγονα, στον περιφραγμένο με ψηλή μάντρα χώρο, όπου κατέβαινε για τον χειμώνα.
– Παππού, ρώτησε ένα βράδυ ο δεκαοχτάχρονος εγγονός, ο Θεός μας τιμωρεί, αν ξεφύγουμε από τον νόμο του;
– Πήγαινε παιδί μου, φέρε ξύλα για την φωτιά και θα τα πούμε μετά.
Το παιδί τυλίχτηκε στη χοντρή κάπα του και βγήκε για να φέρει ξύλα. Όμως ξαφνικά άκουσε ένα γρύλλισμα και κατάλαβε πως κάποιο αγρίμι βρίσκεται κοντά στη μάντρα. Χωρίς να το σκεφτεί, άρπαξε από την αποθήκη ένα όπλο και όρμησε να σκοτώσει το αγρίμι.
Ήδη είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και κυνηγώντας το ζώο ήταν σίγουρος, ότι θα το έπιανε. Όμως το αγρίμι ξεμάκραινε, η νύχτα έπεφτε πια για καλά και είχε ήδη μπει στο μεγάλο σκοτεινό δάσος. Άρχισε να φοβάται. Τι έπρεπε να κάνει; Μέχρι τότε δεν τον έπαιρναν οι μεγάλοι μαζί τους για κυνήγι , αλλά ήξερε ότι κυνηγούσανε στο δάσος μόνο την ημέρα.
Ξαφνικά άκουσε πολλά περισσότερα γρυλίσματα. Το ζώο τον είχε παρασύρει και τώρα ολόκληρη η αγέλη τον είχε κυκλώσει. Το άλογο αφήνιασε και τον έριξε κάτω. Αρπάζοντας το όπλο του, πυροβόλησε μέσα στη νύχτα, όμως τα θηρία παρόλο που για λίγο σάστισαν, κινήθηκαν απειλητικά προς το μέρος του .
Φοβισμένος άρπαξε ένα κλαδί και ανέβηκε σε ένα δέντρο. Η νύχτα προχωρούσε παγερή και αυτός σκεφτόταν πια τον σίγουρο θάνατο, ξυλιασμένος πάνω στο δέντρο.
Ξαφνικά μακριά στην κοιλάδα άκουσε τον ήχο κυνηγετικού βούκινου. Τον έψαχναν! Όμως δεν μπορούσε να απαντήσει, γιατί δεν είχε πάρει μαζί του το δικό του βούκινο.
Τελικά στάθηκε τυχερός επειδή μετά από πολλή ώρα τον βρήκαν και τον μετέφεραν στο σπίτι. Όταν πια συνήλθε, ρώτησε τον παππού:
– Ποια θα είναι η τιμωρία μου, που παρέβηκα τους νόμους της οικογένειας και ξεμάκρυνα μοναχός μου και μπήκα νύκτα στο σκοτεινό δάσος ;
Ο παππούς χαμογέλασε και είπε:
– Τιμωρία είναι όλη αυτή η ταλαιπωρία, που πέρασες. Ρώτησες αν μας τιμωρεί ο Θεός , όταν παραβαίνουμε τους Νόμους Του. Ο Θεός ρίχνει τις ακτίνες της αγάπης Του σε όλη την γη αδιάκοπα. Όταν εμείς λοιπόν από πείσμα επιλέγουμε να σταθούμε σε σκιά για να αποφύγουμε αυτές τις ακτίνες , ταλαιπωρούμαστε και την ταλαιπωρία μας αυτή την θεωρούμε τιμωρία από τον Θεό.
Η τέχνη της τοξοβολίας



Κάποιος γιόγκι ήταν δάσκαλος της τοξοβολίας.
Ένα πρωί κάλεσε τον πιο αγαπημένο του μαθητή, να παρακολουθήσει μια επίδειξη του ταλέντου του. Αυτός, παρά το γεγονός ότι είχε ξαναδεί κάτι το ανάλογο πάνω από εκατό φορές, αποφάσισε να υπακούσει το δάσκαλό του.
Πήγαν στο δάσος, που γειτόνευε με το μοναστήρι. Καθώς έφταναν μπροστά σε μια ωραία βελανιδιά, ο γιόγκι έκοψε ένα από τα λουλούδια, που φορούσε γύρω από το λαιμό του και το ακούμπησε σε ένα κλαδί. Μετά άνοιξε τη φαρέτρα κι έβγαλε τρία αντικείμενα: το υπέροχο τόξο του από ακριβό ξύλο, ένα βέλος κι ένα μαντήλι λευκό, κεντημένο με λουλούδια πασχαλιάς.
Ο γιόγκι πήρε ύστερα θέση εκατό βήματα μακριά από τη βελανιδιά, όπου είχε αφήσει το λουλούδι. Απέναντι από το στόχο, ζήτησε από το μαθητή του να του δέσει τα μάτια με το κεντημένο μαντήλι. Το παιδί έκανε, ότι τον διέταξε ο δάσκαλος.
– Πόσες φορές με έχεις δει να εξασκώ το ευγενικό και αρχαίο άθλημα της τοξοβολίας; ρώτησε ο γιόγκι.
– Κάθε μέρα, απάντησε το παιδί. Και σας έχω δει, να πετυχαίνετε ένα τριαντάφυλλο από απόσταση τριακοσίων βημάτων.
Ο γιόγκι έχοντας δεμένα τα μάτια, πήρε την κατάλληλη θέση, τέντωσε το τόξο με όλη του τη δύναμη , σημαδεύοντας το λουλούδι, που βρισκόταν σε ένα από τα κλαδιά της βελανιδιάς  και έριξε. Το βέλος έσκισε τον αέρα, κάνοντας ένα οξύ σφύριγμα και χωρίς ούτε να αγγίξει το δέντρο, έφυγε μακριά.
– Το άγγιξα; ρώτησε ο γιόγκι βγάζοντας το μαντήλι, που του σκέπαζε τα μάτια.
– Αποτύχατε και με μεγάλη διαφορά, απάντησε το παιδί. Νόμιζα, ότι θα μου δείχνατε τις μαγικές σας ικανότητες, που θα επέτρεπαν να πετύχετε το στόχο με τη δύναμη της αυτοσυγκέντρωσης, ακόμη και με κλειστά μάτια.
– Σου έδωσα το πιο ουσιαστικό μάθημα σχετικά με τη δύναμη της σκέψης, απάντησε ο γιόγκι. Όταν επιθυμείς κάτι, συγκεντρώσου απλά σε αυτό. Κανείς δεν μπορεί να επιτύχει ένα στόχο, που δεν τον βλέπει.

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Απλά κρατήστε την ανάσα σας


Ο καθηγητής φιλοσοφίας μπήκε στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου. Άφησε κάτω τα βιβλία του, κοίταξε τους φοιτητές και έκανε μια ερώτηση:
«Εάν για κάποιον λόγο σας καταδίκαζαν σε ισόβια φυλάκιση και γνωρίζατε ότι θα ζήσετε το υπόλοιπο της ζωής σας στη φυλακή, τι θα κάνατε;»
Μια ξαφνική βουβαμάρα εξαπλώθηκε στην αίθουσα από την περίεργη ερώτηση του καθηγητή. Μετά από λίγη σκέψη, κάποιοι φοιτητές είπαν :
«Θα αυτοκτονούσα», «Δεν θα ήθελα τη ζωή μου»
και οι υπόλοιποι φάνηκαν να συμφωνούν μαζί τους.
«Πολύ ωραία», είπε ο καθηγητής και απευθυνόμενος σε έναν από τους φοιτητές που μίλησε φωναχτά, τον ρώτησε «Μπορείτε να μου εξηγήσετε γιατί θα αυτοκτονούσατε;»
«Φυσικά», είπε οι φοιτητής και συνέχισε με θέρμη. «Δεν μπορώ να αντέξω να μην βλέπω την οικογένειά μου, τους φίλους μου, τον σκύλο μου, να μην κάνω τα χόμπι μου, η ζωή μου δεν θα είχε κανένα νόημα».
«Συμφωνείτε;» ρώτησε ο καθηγητής τους υπόλοιπους φοιτητές. Και η συντριπτική πλειοψηφία φάνηκε να τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ αυτής της άποψης.
«Πολύ ωραία», είπε ο καθηγητής και συνέχισε «Τώρα ας κάνουμε μια απλή άσκηση. Θα κάνετε ακριβώς αυτό που θα σας πω. Αφού κλείσετε τα μάτια σας πάρτε μια βαθιά εισπνοή και περιμένετε μέχρι να σας πω εγώ να εκπνεύσετε».
Οι φοιτητές έκλεισαν τα μάτια τους και πήραν μια βαθιά εισπνοή περιμένοντας την επόμενη οδηγία από τον καθηγητή τους. Όμως η ώρα περνούσε και ο καθηγητής δεν έδινε καμία άλλη οδηγία. Κάποιοι άρχισαν να νιώθουν άβολα και μετά από δευτερόλεπτα άρχισαν να αισθάνονται δυσφορία. Ο ένας μετά τον άλλον άνοιξαν τα μάτια τους και πήραν μια βαθιά ανάσα. Σε λιγότερο από ένα λεπτό , όλοι οι φοιτητές είχαν ανοίξει τα μάτια τους και κοιτούσαν αποσβολωμένοι τον καθηγητή τους.
Ο καθηγητής απευθύνθηκε στον φοιτητή που είχε μιλήσει πιο πριν:
«Καθώς περιμένατε να πάρετε την επόμενη ανάσα σας, σκεφτήκατε την οικογένειά σας, τους φίλους σας, τον σκύλο σας ή τα χόμπι σας;».
«Όχι», απάντησε ο φοιτητής, «Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν η επόμενη ανάσα μου».
Οι υπόλοιποι φοιτητές φάνηκαν επίσης να συμφωνούν μαζί του.
Ο καθηγητής στράφηκε προς όλους και είπε
«Βλέπετε, είναι εύκολο να πιστεύουμε ότι η ζωή είναι οι φίλοι, η οικογένεια, τα χόμπι, οι σύντροφοί μας. Όμως η ζωή είναι πέρα από όλα αυτά. Η ζωή δεν εξαρτάται από αυτά, που είναι έξω από εμάς. Η ζωή είναι μια εσωτερική διεργασία και είναι αυτοσκοπός. Όταν λοιπόν θα συναντήσετε δυσκολίες εκεί έξω και αρχίσετε να σκέφτεστε «Η ζωή μου δεν έχει νόημα», απλά πάρτε μια βαθιά ανάσα και κρατήστε την όσο μπορείτε. Με αυτόν τον τρόπο θα υπενθυμίζετε στον εαυτό σας την πραγματική αξία της ζωής και ότι αξίζει να αγωνιστείτε και να κάνετε το καλύτερο δυνατό υπό όλες τις συνθήκες.
Το διαμάντι



Αφού έφτασε στην άκρη του χωριού, ο μοναχός κάθισε κάτω από ένα δέντρο, για να ξεκουραστεί τη νύχτα, όταν ξαφνικά ένας χωρικός ήρθε τρέχοντας προς το μέρος του.
«Δώσε μου τον πολύτιμο λίθο!», του φώναξε.
«Ποιόν λίθο;», ρώτησε ο μοναχός.
«Χθες το βράδυ», του απάντησε ο χωρικός, «ένας άγγελος εμφανίστηκε στο όνειρό μου. Μου είπε ότι αν πάω στην άκρη του χωριού το σούρουπο, θα βρω έναν άντρα κάτω από το δέντρο. Αυτός θα μου δώσει έναν πολύτιμο λίθο, που θα με κάνει πλούσιο για πάντα». 

Ο μοναχός έψαξε στο σακίδιό του και έβγαλε έναν λίθο. 
«Ο άγγελος κατά πάσα πιθανότητα εννοούσε αυτό εδώ», είπε δίνοντάς τον στον χωρικό.«Τον βρήκα πριν από λίγες ημέρες σε ένα δάσος. Μπορείς να τον πάρεις, είναι δικός σου».
Ο χωρικός κοίταξε τον λίθο με θαυμασμό. Ήταν ένα διαμάντι, που είχε το μέγεθος γροθιάς και αμύθητη αξία. Τον πήρε λοιπόν και πήγε στο σπίτι του.
Όλη τη νύχτα όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί και στριφογύριζε πάνω στο κρεβάτι του. Κάτι τον έκανε να νιώθει άσχημα, κάτι που δεν ήταν σε θέση να καταλάβει και που τον βασάνιζε συνεχώς.
Την επόμενη μέρα, μόλις ξημέρωσε σηκώθηκε, πήγε πίσω στον άνθρωπο που βρισκόταν κάτω από το δέντρο και του είπε:
«Δάσκαλε, θα με βοηθήσεις να αποκτήσω την γνώση και τον χαρακτήρα, που σου επέτρεψαν να δώσεις ένα τέτοιο διαμάντι με τόση ευκολία;».