Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Ομαδική Συνείδηση 



Κάποιοι επιστήμονες έκλεισαν μία οικογένεια 
ποντικών, πατέρα, μητέρα και τα δύο μικρά τους, σε ένα ντεπόζιτο νερού με δύο ανοίγματα, το ένα σκοτεινό και το άλλο φωτεινό. Το τελευταίο δεν οδηγούσε έξω κι όταν πλησίαζαν εκεί τα ποντίκια, δέχονταν μια ελαφριά ηλεκτρική εκκένωση, ενώ η έξοδος διαφυγής ήταν από το σκοτεινό άνοιγμα.
Το πείραμα έγινε πρώτα στην Αγγλία, μετά στην Αυστραλία και κατόπιν στην Αμερική, κάθε φορά με διαφορετικά πειραματόζωα και από διαφορετικούς επιστήμονες οι οποίοι, μέχρι να τελειώσει το πείραμα, δεν είχαν καμία επικοινωνία μεταξύ τους κι έτσι δεν έκαναν ανταλλαγή πληροφοριών.
Το πείραμα γινόταν με τον εξής τρόπο:
Έβαζαν τους τέσσερις ποντικούς μέσα στο σκοτεινό ντεπόζιτο και άρχιζαν να το γεμίζουν με νερό. Τα δύο μεγαλύτερα ποντίκια, μαμά και μπαμπάς, έτρεχαν προς το άνοιγμα που είχε φως, προφανώς γιατί στο υποσυνείδητό τους υπήρχε η πληροφορία, ότι άνοιγμα με φως σημαίνει “έξοδος”. Μόλις όμως, πλησίαζαν εκεί, δέχονταν αμέσως την ηλεκτρική εκκένωση και απομακρύνονταν.
Ύστερα από κάμποση ώρα, γύρω στα 30 λεπτά, και επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες προσπάθειες να βγουν από το άνοιγμα με το φως, τα μικρά ποντίκια ήταν εκείνα που ανακάλυπταν τελικά, ότι η έξοδος ήταν από το σκοτεινό άνοιγμα.
Στο επόμενο πείραμα στην Αυστραλία, μετά από πολύ καιρό, το οποίο πραγματοποίησαν, όπως προαναφέραμε, άλλοι επιστήμονες με άλλα ποντίκια, αφού το ντεπόζιτο άρχιζε να γεμίζει με νερό, έπειτα από λιγότερες προσπάθειες αυτή τη φορά και σε λιγότερη ώρα , γύρω στα 15 λεπτά, πάλι τα μικρά ποντίκια ανακάλυψαν πριν από τους γονείς τους, που παιδεύονταν προσπαθώντας να βγουν από το φωτεινό άνοιγμα, ότι η έξοδος από το ντεπόζιτο γινόταν από το σκοτεινό άνοιγμα και βγήκαν όλοι από εκεί. 

Την τρίτη φορά που έγινε το πείραμα κάπου στην Αμερική, πολλούς μήνες αργότερα, μόλις άρχισε το ντεπόζιτο να γεμίζει με νερό όλα τα ποντίκια, γονείς και παιδιά, χωρίς να καθυστερήσουν καθόλου, έτρεξαν αμέσως προς το σκοτεινό άνοιγμα και βγήκαν έξω.
Οι επιστήμονες που έκαναν το πείραμα ανακάλυψαν, ότι υπάρχει ομαδική συνείδηση. Όταν ένα ποντίκι μάθαινε κάτι, αυτό που μάθαινε μεταφερόταν στη συνείδηση όλων.
Ίσως κάτι ανάλογο να συμβαίνει και με εμάς τους ανθρώπους. Δεν βλέπουμε αμέσως κάτι, που είναι αλήθεια. Χρειαζόμαστε χρόνο. Έπειτα κάποιοι μαθαίνουν πιο γρήγορα κι αυτό μεταφέρεται γενετικά. Λέμε, λοιπόν, ότι αν μεταμορφωθείς μέσα σου, αυτό μεταδίδεται στο σύνολο της συνείδησης της ανθρωπότητας.
Στην παιδική χαρά



Μια γυναίκα κάθισε σε ένα παγκάκι δίπλα σε έναν άντρα, που δεν γνώριζε.
“Αυτός είναι ο γιος μου”, είπε, δείχνοντας ένα αγοράκι με κόκκινο πουλόβερ που έπαιζε στην τσουλήθρα.
“Είναι όμορφος”, απάντησε ο άντρας. “Το κορίτσι με το λευκό φόρεμα που κάνει ποδήλατο είναι η κόρη μου”, είπε ο άντρας.
Μετά, κοιτάζοντας το ρολόι του, ο άντρας φώναξε στην κόρη του :

“Μαίρη, νομίζω ήρθε η ώρα να πάμε σπίτι!”
“Πέντε λεπτά παραπάνω, σε παρακαλώ! Ας κάτσουμε πέντε λεπτά ακόμα”, είπε η μικρή.
Ο άντρας της έγνεψε καταφατικά και η μικρή συνέχισε τις βόλτες της με το ποδήλατο. Λίγα λεπτά αργότερα, σηκώθηκε και πλησίασε την κόρη του.
“Είναι ώρα να φύγουμε.”
“Μπαμπάκα, σε παρακαλώ, πέντε λεπτά ακόμα.”
Ο άντρας χαμογέλασε και συμφώνησε.
“Γιατί την αφήνεις να συμπεριφέρεται  έτσι;” ρώτησε έκπληκτη η γυναίκα. “Πρέπει να είσαι πιο αυστηρός, αλλιώς θα το εκμεταλλευτεί.”
Ο άντρας αναστέναξε και είπε: 

“Ο μεγαλύτερος αδερφός της χτυπήθηκε από έναν μεθυσμένο οδηγό πριν από πέντε χρόνια, όταν έκανε ποδήλατο εδώ. Ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να περάσω αρκετό χρόνο με τον γιο μου και τώρα θα έδινα τα πάντα, για να έχω πέντε λεπτά ακόμα μαζί του. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου, να μην κάνω το ίδιο λάθος με την κόρη μου.
Νομίζει, ότι έχει πέντε λεπτά ακόμα για να παίξει. Αλλά στην πραγματικότητα εγώ κερδίζω πέντε λεπτά ακόμα, να την βλέπω να παίζει.”
Δεν υπάρχει πιο σημαντική προτεραιότητα από την οικογένεια. Περάστε όσο παραπάνω χρόνο μπορείτε με τους αγαπημένους σας και να είστε ευτυχισμένοι!
Τα δέντρα που πραγματοποιούν ευχές

Κάποτε, ένας άνθρωπος ταξίδευε και μπήκε τυχαία στον παράδεισο.
Σύμφωνα με την ινδική αντίληψη του παραδείσου, υπάρχουν δέντρα που εκπληρώνουν ευχές.
Εσύ το μόνο που κάνεις είναι να καθίσεις κάτω από ένα τέτοιο δέντρο και να φανταστείς κάτι κι αυτό, αμέσως πραγματοποιείται.
Ο άνθρωπος ήταν κουρασμένος και αποκοιμήθηκε κάτω από το δέντρο των ευχών.Όταν ξύπνησε
ένιωσε πολύ πεινασμένος και είπε:

'' Πώς πεινάω! Φαντάζομαι πως κάπου θα βρω  λίγο φαγητό! '' 
Αμέσως από το πουθενά το φαγητό φάνηκε να πετάει στον αέρα.Πεινούσε τόσο πολύ,που δεν έδωσε σημασία, από που ερχόταν το φαγητό. Όταν πεινάς, δεν το φιλοσοφείς. Άρχισε αμέσως να τρώει και το φαγητό ήταν τόσο νόστιμο.Τώρα ένιωθε ικανοποιημένος.
Μια άλλη σκέψη γεννήθηκε μέσα του:

'' Φαντάζομαι, πως κάτι θα υπάρχει για να πιω .''
Αμέσως εμφανίστηκε ένα θαυμάσιο κρασί. Πίνοντας
ήρεμα το κρασί στη σκιά του δέντρου, άρχισε να αναρωτιέται:

'' Μα τι γίνεται ; Τι συμβαίνει; Ονειρεύομαι ή μήπως υπάρχουν φαντάσματα γύρω μου, που μου παίζουν παιχνίδια; ''
Και τότε εμφανίστηκαν τα φαντάσματα. Άρχισε να τρέμει και του γεννήθηκε η σκέψη:
'' Τώρα σίγουρα θα με σκοτώσουν.''
Και τον σκότωσαν!
Το δέντρο που πραγματοποιεί τις ευχές, είναι ο νους.
Ότι και να σκεφτείς αργά ή γρήγορα εκπληρώνεται.
Αν παρατηρήσεις βαθιά, θα ανακαλύψεις, πως όλες οι σκέψεις σου δημιουργούν εσένα και τη ζωή σου.
Αυτές δημιουργούν την κόλαση και τον παράδεισό σου.
Δημιουργούν τη δυστυχία και τη χαρά σου.
Δημιουργούν το θετικό και το αρνητικό.
Ο ψαράς και η γοργόνα


Μια φορά κι έναν καιρό, ένας  ψαράς είχε βγει για ψάρεμα με το καΐκι του. Κόντευε να ξημερώσει, μα η ψαριά του δεν ήταν καθόλου καλή.
- Πώς θα γυρίσω σπίτι, συλλογιζόταν, με άδεια δίχτυα;
Ξάφνου ο τόπος άστραψε και από τη θάλασσα ξεπρόβαλε μια γοργόνα. Πλησίασε το καΐκι του μικρού ψαρά και τον χαιρέτησε:
- Γεια σου παλικάρι, του είπε.
- Γεια σου και σένα γοργόνα, της απάντησε. Τι θέλεις από μένα;
- Σου φέρνω δύο σακούλια. Αν διαλέξεις το πρώτο, θα γυρίσεις σπίτι σου με την πιο καλή ψαριά που είχες ποτέ και όλοι θα τρίβουν τα μάτια τους για το κατόρθωμά σου.
- Κι αν διαλέξω το δεύτερο; ρώτησε το παλικάρι όλο περιέργεια.
- Αν διαλέξεις το δεύτερο, θα σου χαρίσω ένα φιλί.
Το παλικάρι απόμεινε σκεφτικό. Να γυρίσει πίσω με την πιο καλή ψαριά και όλοι να τον παινεύουν; Ή να δεχτεί το φιλί της γοργόνας; Ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που είχε αντικρίσει ποτέ του και τα μάτια της αστραποβολούσαν φως. Γρήγορα έβγαλε απόκριση:
- Διαλέγω το δεύτερο σακούλι, είπε αποφασισμένος.
- Ωραία λοιπόν, έκανε η γοργόνα και αμέσως πέταξε το πρώτο σακούλι στη θάλασσα. Μονομιάς σκόρπισαν εκατοντάδες αστραφτερά μαργαριτάρια που είχε μαζέψει από τα βάθη του ωκεανού.
- Μα τι κάνεις εκεί! Φώναξε το παλικάρι. Είναι κρίμα. Τόσα σπάνια μαργαριτάρια…
- Δεν είναι καθόλου κρίμα, απάντησε ψύχραιμη η γοργόνα. Μην παραπονιέσαι παλικάρι. Είναι το σακούλι που αρνήθηκες, του είπε κι αμέσως ανασηκώθηκε από τη θάλασσα. Τότε το παλικάρι έσκυψε και δέχτηκε το πιο γλυκό φιλί του κόσμου. Έμεινε με κλειστά μάτια για να κρατήσει μέσα του όλη αυτή την ομορφιά, που ποτέ άνθρωπος δεν είχε ξαναγευτεί.
Όταν τα άνοιξε πάλι, η γοργόνα είχε χαθεί στα νερά κι είχε πάρει πάλι να σκοτεινιάζει. Στα χέρια του είχε απομείνει το δεύτερο σακούλι.
- Μα τι μπορεί να είναι πιο ακριβό από τόσα σπάνια μαργαριτάρια του βυθού; Συλλογίστηκε και έλυσε το κορδόνι. Στα χέρια του κρατούσε ένα σακούλι με μύθους, μύθους του βυθού.
Χαμογέλασε και τότε μόνο κατάλαβε, πως ούτε όλα τα μαργαριτάρια του κόσμου δεν άξιζαν όσο ένα ζωντανό, αληθινό παραμύθι
Το πιο σημαντικό μέρος του σώματός μας


Κάποτε με ρώτησε η μητέρα μου, διηγείται κάποιος, ποιο κατά τη γνώμη μου ήταν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας.
Στην αρχή νόμισα ότι βρήκα εύκολα την απάντηση και έτρεξα στη μητέρα μου όλο χαρά. Είχα ανακαλύψει τη μαγεία και την ομορφιά των ήχων και της είπα: "Νομίζω πως είναι τα αυτιά, με τα οποία ακούμε". Εκείνη με διόρθωσε: 

"Όχι", μου είπε, "υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που δεν ακούνε, γιατί είναι κουφοί, γύρω μας".
Συνέχισα να σκέφτομαι την ερώτηση μεγαλώνοντας. Όταν συνειδητοποίησα πόσο φοβερό δώρο είναι η όραση και τι μεγάλες δυνατότητες έχει, έτρεξα στη μητέρα μου μάλλον σίγουρος αυτή τη φορά, και της είπα:

"Μάλλον είναι τα μάτια μας που βλέπουμε, το σημαντικότερο μέρος στο σώμα μας".
Με κοίταξε με αγάπη η μητέρα μου, χάρηκε που ασχολούμαι με το ερώτημά της και κάνω και μεγάλη πρόοδο, αλλά και πάλι με διόρθωσε: 

"Όχι, δεν είναι τα μάτια. Χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο μας είναι τυφλοί. Προσπάθησε ακόμα".
Προσπάθησα κι άλλες φορές και η μητέρα μου έβλεπε ότι ωριμάζω και προοδεύω, αλλά όσες φορές κι αν επανήλθαμε στο θέμα αυτό, δεν κατάφερα να βρω τη σωστή απάντηση.
Πέρυσι πέθανε ο παππούς μου.
Όλοι μας πονέσαμε και κλάψαμε.
Ακόμα και ο πατέρας μου έκλαψε και το λέω αυτό, γιατί άλλη μια φορά μόνο τον είχα δει να κλαίει στη ζωή μου.
Ξαφνικά ακούω τη μητέρα μου: 

"Ξέρεις ποιο είναι το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας;" με ρώτησε τότε η μητέρα μου.
Εγώ παραξενεύτηκα, γιατί πάντα νόμιζα ότι ήταν ένα αστείο ανάμεσά μας και τίποτα παραπάνω. Με είδε που παραξενεύτηκα και με πήρε κοντά της.
"Αυτό που θα σου πω αγόρι μου είναι πολύ σημαντικό", μου είπε, "και θέλω να το κρατήσεις μέσα στην ψυχή σου. Λοιπόν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα σου είναι ο ώμος σου. Και δεν είναι γιατί κρατάει το χέρι σου στη θέση του και μπορεί να κινείται, αλλά γιατί μπορεί να κρατήσει το κεφάλι ενός πονεμένου αγαπημένου σου, την ώρα που κλαίει. Όλοι μας θα χρειαστούμε έναν ώμο να γείρουμε και να ακουμπήσουμε την ώρα της θλίψης και του πόνου, αγόρι μου. Σου εύχομαι να έχεις πάντα στη ζωή σου έναν τέτοιο ώμο, γεμάτο παρηγοριά για κείνους που θα κλάψουν και θα 'χουν ανάγκη τον ώμο της αγάπης σου για να γείρουν. Όταν θα το έχεις καταλάβει αυτό που σου λέω και θα συμφωνείς, τότε θα είναι σημάδι ότι έχεις μεγαλώσει αρκετά και ότι ζεις σωστά τη ζωή σου".
Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτά που έλεγες...
Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτά που έκανες...
Αλλά ποτέ δε θα ξεχάσουν πώς τους έκανες να αισθάνονται.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Όλα όσα αναζητάς είναι μέσα σου


Κάποτε δύο μαθητές, αναζητητές της αλήθειας, ρώτησαν το δάσκαλό τους :" Δάσκαλε πώς μπορούμε να βρούμε την αλήθεια και τη γαλήνη στη ζωή; "
Ο δάσκαλος τους έδωσε από ένα σφραγισμένο μήνυμα να παραδώσουν σε έναν άρχοντα μιας μακρινής χώρας και ένα πουγκί με χρυσά φλουριά λέγοντας, ότι αυτά είναι όλα όσα χρειάζονται.
Ο κάθε μαθητής ξεκίνησε το δικό του μονοπάτι. Σε κάθε μικρό γεφυράκι που συναντούσαν στο δρόμο τους, στεκόταν ένας γιγαντόσωμος φύλακας, ο οποίος για τη διέλευσή τους απαιτούσε τη δούλεψη του μαθητή, για όσο καιρό αυτός έκρινε ή ένα χρυσό φλουρί ως αντάλλαγμα.
Ο πρώτος μαθητής θεώρησε ασέβεια να πληρώνει από το πουγκί και υπέμενε να κάνει τις εργασίες, από τις οποίες κέρδιζε επιδεξιότητες. Έτσι περιπλανήθηκε 10 χρόνια.
Ο δεύτερος μαθητής κυριευμένος από την επιθυμία να φτάσει γρήγορα, για να γνωρίσει μια ζωή απαλλαγμένη από βάσανα και πλήρη νοήματος, σε κάθε γεφυράκι άκουγε τον ανέκφραστο φύλακα μετά από την άρνησή του:
"Ξέρεις ποιο είναι το τίμημα".
Και ο μαθητής πλήρωνε ένα χρυσό φλουρί από το πουγκί.
Στο τέλος έφθασε στη μακρινή χώρα και παρουσιάστηκε στον άρχοντα. Αυτός τον καλωσόρισε και διάβασε το μήνυμα, το οποίο έγραφε, ότι ο μαθητής θα του παραδώσει ένα πουγκί με φλουριά.
Μόλις ο άρχοντας κατάλαβε, ότι δεν έχει τα φλουριά, ρώτησε αν είναι πρόθυμος, να εργαστεί αρκετά χρόνια χωρίς αμοιβή, όμως εκείνος αρνήθηκε.
Όταν παρουσιάστηκε ο πρώτος μαθητής στον άρχοντα, παρέδωσε το πουγκί, που του ζήτησε.
Ο άρχοντας ευχαριστημένος του παραχώρησε μια περιοχή να διοικεί σύμφωνα με τις ικανότητες, που απέκτησε στο ταξίδι του.
Ο δεύτερος μαθητής έφυγε κυριευμένος από αισθήματα προδοσίας και θυμού αναζητώντας τον δάσκαλό του.
" Με κορόιδεψες δάσκαλε, πρόδωσες την εμπιστοσύνη που σου έδειξα, του είπε μόλις τον αντίκρισε.
" Γιε μου, κορόιδευες τον εαυτό σου, όταν του έλεγες ψέματα αποφεύγοντας την εργασία. Η προδοσία γεννιόταν μέσα σου, κάθε φορά που αντάλλασσες ένα κομμάτι του εαυτού σου και έτσι έδινες τροφή στο θυμό που θέριευε. 
Όλα όσα αναζητάς είναι μέσα σου, εκεί ψάξε την αλήθεια . Ο εξωτερικός κόσμος είναι η εκδήλωσή του σε χρόνο και ύλη. 
"
Μόνο το μάτι δεν χορταίνει !



Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς και ταξίδευε με το προσωπικό του σκάφος. Όμως, σε μια κακοκαιρία, το σκάφος βούλιαξε και ο βασιλιάς κινδύνεψε να πνιγεί. Τούτο και θα γινόταν, εάν δεν έβλεπε τη σκηνή ένας ταπεινός ψαράς και με κίνδυνο της ζωής του δεν έσωζε τη ζωή του βασιλιά.
Ο βασιλιάς θέλησε να ευχαριστήσει τον ψαρά και του έταξε το εξής: 

"Βγες με τη βάρκα σου για ψάρεμα και όσα ψάρια πιάσεις θα σου δώσω το βάρος τους σε χρυσάφι", του είπε.
Χαρούμενος ο ψαράς, φόρτωσε στο καΐκι του το πιο μεγάλο του δίχτυ και ανοίχτηκε για να ψαρέψει. Ωστόσο, η τύχη δεν ήταν με το μέρος του. Όταν τράβηξε τα δίχτυα του, για πρώτη φορά στη ζωή του δεν είχε πιάσει ούτε ένα ψάρι. Μόνο ένα μάτι από ψάρι είχε πιαστεί σε ένα από τα άγκιστρα του διχτυού.
Απογοητευμένος ο ψαράς πήρε τη μηδαμινή ψαριά του και κίνησε για το παλάτι. 

Εκεί ο βασιλιάς είχε ετοιμάσει την αίθουσα του θρόνου για την τελετή της ανταμοιβής. Στο κέντρο της αίθουσας είχε στηθεί μια μεγάλη ζυγαριά ακριβείας, με δύο τάσια: στο ένα θα έβαζαν την ψαριά και στο άλλο το χρυσάφι. Δίπλα στη ζυγαριά είχε στηθεί ένας σωρός από μικρά τσουβάλια χρυσού.
Όταν ο ψαράς έδειξε το μάτι που του είχε αποφέρει η ψαριά εκείνης της ημέρας, ο βασιλιάς γέλασε. 

"Είσαι πολύ άτυχος αγαπητέ μου", του είπε, "ωστόσο ας τηρήσουμε τη συμφωνία κι ας ζυγίσουμε την ψαριά σου". 
Έβαλε λοιπόν το μάτι του ψαριού στο ένα τάσι της ζυγαριάς κι έριξε ένα τσουβαλάκι χρυσού στο άλλο, σκοπεύοντας να φανεί όσο το δυνατόν γενναιόδωρος. Προς μεγάλη έκπληξη όλων των παρευρισκομένων, η ζυγαριά δεν έγειρε προς το μέρος του χρυσού, παρά το γεγονός ότι ένα τσουβάλι χρυσάφι είναι σίγουρα πιο βαρύ από ένα μάτι ψαριού.
Γεμάτος περιέργεια ο βασιλιάς, έριξε κι ένα δεύτερο τσουβαλάκι χρυσάφι στη ζυγαριά, ξανά όμως αυτή δεν κινήθηκε καθόλου και το μάτι έδειχνε να είναι και πάλι πιο βαρύ. Έριξε τρίτο, έριξε τέταρτο και το αποτέλεσμα δεν άλλαζε. Στο τέλος είχε ρίξει όλο το χρυσάφι που υπήρχε στην αίθουσα κι όμως το μάτι ακόμη έδειχνε βαρύτερο.
Γεμάτος απορία ο βασιλιάς, έστειλε τον αγγελιοφόρο του να φωνάξει στο παλάτι το σοφό του βασιλείου, έναν γέροντα ερημίτη που είχε τη σκήτη του στο βουνό. Μετά από αρκετή αναμονή, ο σοφός έφτασε στην αίθουσα του θρόνου. Ο βασιλιάς του εξήγησε το τι ακριβώς είχε συμβεί και του ζήτησε να του δώσει μια εξήγηση για το θαυμαστό αυτό γεγονός.
Ο σοφός περιεργάστηκε για λίγο τη ζυγαριά με το μάτι και το χρυσάφι, χωρίς να μιλήσει και ξαφνικά πήγε στο τζάκι, πήρε μια χούφτα στάχτη και με αυτήν κάλυψε το μάτι. Άξαφνα η ζυγαριά ανατράπηκε με πάταγο που έκανε όλους τους αυλικούς αλλά και το βασιλιά να τιναχτούν έντρομοι από τη θέση τους. Η ισορροπία και η λογική είχαν επιτέλους αποκατασταθεί.
Ο βασιλιάς ζήτησε εξηγήσεις από το σοφό, για το τι είχε στην πραγματικότητα συμβεί. 

"Βασιλιά μου", απάντησε ο γέροντας, "το μάτι δεν χορταίνει ποτέ, όσο χρυσάφι και να του δώσεις. Εάν δεν το κάλυπτα με τη στάχτη, θα έχανες όλο σου το βασίλειο και πάλι η ζυγαριά δεν θα είχε γείρει" !