Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Το πιο σημαντικό μέρος του σώματός μας


Κάποτε με ρώτησε η μητέρα μου, διηγείται κάποιος, ποιο κατά τη γνώμη μου ήταν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας.
Στην αρχή νόμισα ότι βρήκα εύκολα την απάντηση και έτρεξα στη μητέρα μου όλο χαρά. Είχα ανακαλύψει τη μαγεία και την ομορφιά των ήχων και της είπα: "Νομίζω πως είναι τα αυτιά, με τα οποία ακούμε". Εκείνη με διόρθωσε: 

"Όχι", μου είπε, "υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που δεν ακούνε, γιατί είναι κουφοί, γύρω μας".
Συνέχισα να σκέφτομαι την ερώτηση μεγαλώνοντας. Όταν συνειδητοποίησα πόσο φοβερό δώρο είναι η όραση και τι μεγάλες δυνατότητες έχει, έτρεξα στη μητέρα μου μάλλον σίγουρος αυτή τη φορά, και της είπα:

"Μάλλον είναι τα μάτια μας που βλέπουμε, το σημαντικότερο μέρος στο σώμα μας".
Με κοίταξε με αγάπη η μητέρα μου, χάρηκε που ασχολούμαι με το ερώτημά της και κάνω και μεγάλη πρόοδο, αλλά και πάλι με διόρθωσε: 

"Όχι, δεν είναι τα μάτια. Χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο μας είναι τυφλοί. Προσπάθησε ακόμα".
Προσπάθησα κι άλλες φορές και η μητέρα μου έβλεπε ότι ωριμάζω και προοδεύω, αλλά όσες φορές κι αν επανήλθαμε στο θέμα αυτό, δεν κατάφερα να βρω τη σωστή απάντηση.
Πέρυσι πέθανε ο παππούς μου.
Όλοι μας πονέσαμε και κλάψαμε.
Ακόμα και ο πατέρας μου έκλαψε και το λέω αυτό, γιατί άλλη μια φορά μόνο τον είχα δει να κλαίει στη ζωή μου.
Ξαφνικά ακούω τη μητέρα μου: 

"Ξέρεις ποιο είναι το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα μας;" με ρώτησε τότε η μητέρα μου.
Εγώ παραξενεύτηκα, γιατί πάντα νόμιζα ότι ήταν ένα αστείο ανάμεσά μας και τίποτα παραπάνω. Με είδε που παραξενεύτηκα και με πήρε κοντά της.
"Αυτό που θα σου πω αγόρι μου είναι πολύ σημαντικό", μου είπε, "και θέλω να το κρατήσεις μέσα στην ψυχή σου. Λοιπόν το πιο σημαντικό μέρος στο σώμα σου είναι ο ώμος σου. Και δεν είναι γιατί κρατάει το χέρι σου στη θέση του και μπορεί να κινείται, αλλά γιατί μπορεί να κρατήσει το κεφάλι ενός πονεμένου αγαπημένου σου, την ώρα που κλαίει. Όλοι μας θα χρειαστούμε έναν ώμο να γείρουμε και να ακουμπήσουμε την ώρα της θλίψης και του πόνου, αγόρι μου. Σου εύχομαι να έχεις πάντα στη ζωή σου έναν τέτοιο ώμο, γεμάτο παρηγοριά για κείνους που θα κλάψουν και θα 'χουν ανάγκη τον ώμο της αγάπης σου για να γείρουν. Όταν θα το έχεις καταλάβει αυτό που σου λέω και θα συμφωνείς, τότε θα είναι σημάδι ότι έχεις μεγαλώσει αρκετά και ότι ζεις σωστά τη ζωή σου".
Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτά που έλεγες...
Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτά που έκανες...
Αλλά ποτέ δε θα ξεχάσουν πώς τους έκανες να αισθάνονται.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Όλα όσα αναζητάς είναι μέσα σου


Κάποτε δύο μαθητές, αναζητητές της αλήθειας, ρώτησαν το δάσκαλό τους :" Δάσκαλε πώς μπορούμε να βρούμε την αλήθεια και τη γαλήνη στη ζωή; "
Ο δάσκαλος τους έδωσε από ένα σφραγισμένο μήνυμα να παραδώσουν σε έναν άρχοντα μιας μακρινής χώρας και ένα πουγκί με χρυσά φλουριά λέγοντας, ότι αυτά είναι όλα όσα χρειάζονται.
Ο κάθε μαθητής ξεκίνησε το δικό του μονοπάτι. Σε κάθε μικρό γεφυράκι που συναντούσαν στο δρόμο τους, στεκόταν ένας γιγαντόσωμος φύλακας, ο οποίος για τη διέλευσή τους απαιτούσε τη δούλεψη του μαθητή, για όσο καιρό αυτός έκρινε ή ένα χρυσό φλουρί ως αντάλλαγμα.
Ο πρώτος μαθητής θεώρησε ασέβεια να πληρώνει από το πουγκί και υπέμενε να κάνει τις εργασίες, από τις οποίες κέρδιζε επιδεξιότητες. Έτσι περιπλανήθηκε 10 χρόνια.
Ο δεύτερος μαθητής κυριευμένος από την επιθυμία να φτάσει γρήγορα, για να γνωρίσει μια ζωή απαλλαγμένη από βάσανα και πλήρη νοήματος, σε κάθε γεφυράκι άκουγε τον ανέκφραστο φύλακα μετά από την άρνησή του:
"Ξέρεις ποιο είναι το τίμημα".
Και ο μαθητής πλήρωνε ένα χρυσό φλουρί από το πουγκί.
Στο τέλος έφθασε στη μακρινή χώρα και παρουσιάστηκε στον άρχοντα. Αυτός τον καλωσόρισε και διάβασε το μήνυμα, το οποίο έγραφε, ότι ο μαθητής θα του παραδώσει ένα πουγκί με φλουριά.
Μόλις ο άρχοντας κατάλαβε, ότι δεν έχει τα φλουριά, ρώτησε αν είναι πρόθυμος, να εργαστεί αρκετά χρόνια χωρίς αμοιβή, όμως εκείνος αρνήθηκε.
Όταν παρουσιάστηκε ο πρώτος μαθητής στον άρχοντα, παρέδωσε το πουγκί, που του ζήτησε.
Ο άρχοντας ευχαριστημένος του παραχώρησε μια περιοχή να διοικεί σύμφωνα με τις ικανότητες, που απέκτησε στο ταξίδι του.
Ο δεύτερος μαθητής έφυγε κυριευμένος από αισθήματα προδοσίας και θυμού αναζητώντας τον δάσκαλό του.
" Με κορόιδεψες δάσκαλε, πρόδωσες την εμπιστοσύνη που σου έδειξα, του είπε μόλις τον αντίκρισε.
" Γιε μου, κορόιδευες τον εαυτό σου, όταν του έλεγες ψέματα αποφεύγοντας την εργασία. Η προδοσία γεννιόταν μέσα σου, κάθε φορά που αντάλλασσες ένα κομμάτι του εαυτού σου και έτσι έδινες τροφή στο θυμό που θέριευε. 
Όλα όσα αναζητάς είναι μέσα σου, εκεί ψάξε την αλήθεια . Ο εξωτερικός κόσμος είναι η εκδήλωσή του σε χρόνο και ύλη. 
"
Μόνο το μάτι δεν χορταίνει !



Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς και ταξίδευε με το προσωπικό του σκάφος. Όμως, σε μια κακοκαιρία, το σκάφος βούλιαξε και ο βασιλιάς κινδύνεψε να πνιγεί. Τούτο και θα γινόταν, εάν δεν έβλεπε τη σκηνή ένας ταπεινός ψαράς και με κίνδυνο της ζωής του δεν έσωζε τη ζωή του βασιλιά.
Ο βασιλιάς θέλησε να ευχαριστήσει τον ψαρά και του έταξε το εξής: 

"Βγες με τη βάρκα σου για ψάρεμα και όσα ψάρια πιάσεις θα σου δώσω το βάρος τους σε χρυσάφι", του είπε.
Χαρούμενος ο ψαράς, φόρτωσε στο καΐκι του το πιο μεγάλο του δίχτυ και ανοίχτηκε για να ψαρέψει. Ωστόσο, η τύχη δεν ήταν με το μέρος του. Όταν τράβηξε τα δίχτυα του, για πρώτη φορά στη ζωή του δεν είχε πιάσει ούτε ένα ψάρι. Μόνο ένα μάτι από ψάρι είχε πιαστεί σε ένα από τα άγκιστρα του διχτυού.
Απογοητευμένος ο ψαράς πήρε τη μηδαμινή ψαριά του και κίνησε για το παλάτι. 

Εκεί ο βασιλιάς είχε ετοιμάσει την αίθουσα του θρόνου για την τελετή της ανταμοιβής. Στο κέντρο της αίθουσας είχε στηθεί μια μεγάλη ζυγαριά ακριβείας, με δύο τάσια: στο ένα θα έβαζαν την ψαριά και στο άλλο το χρυσάφι. Δίπλα στη ζυγαριά είχε στηθεί ένας σωρός από μικρά τσουβάλια χρυσού.
Όταν ο ψαράς έδειξε το μάτι που του είχε αποφέρει η ψαριά εκείνης της ημέρας, ο βασιλιάς γέλασε. 

"Είσαι πολύ άτυχος αγαπητέ μου", του είπε, "ωστόσο ας τηρήσουμε τη συμφωνία κι ας ζυγίσουμε την ψαριά σου". 
Έβαλε λοιπόν το μάτι του ψαριού στο ένα τάσι της ζυγαριάς κι έριξε ένα τσουβαλάκι χρυσού στο άλλο, σκοπεύοντας να φανεί όσο το δυνατόν γενναιόδωρος. Προς μεγάλη έκπληξη όλων των παρευρισκομένων, η ζυγαριά δεν έγειρε προς το μέρος του χρυσού, παρά το γεγονός ότι ένα τσουβάλι χρυσάφι είναι σίγουρα πιο βαρύ από ένα μάτι ψαριού.
Γεμάτος περιέργεια ο βασιλιάς, έριξε κι ένα δεύτερο τσουβαλάκι χρυσάφι στη ζυγαριά, ξανά όμως αυτή δεν κινήθηκε καθόλου και το μάτι έδειχνε να είναι και πάλι πιο βαρύ. Έριξε τρίτο, έριξε τέταρτο και το αποτέλεσμα δεν άλλαζε. Στο τέλος είχε ρίξει όλο το χρυσάφι που υπήρχε στην αίθουσα κι όμως το μάτι ακόμη έδειχνε βαρύτερο.
Γεμάτος απορία ο βασιλιάς, έστειλε τον αγγελιοφόρο του να φωνάξει στο παλάτι το σοφό του βασιλείου, έναν γέροντα ερημίτη που είχε τη σκήτη του στο βουνό. Μετά από αρκετή αναμονή, ο σοφός έφτασε στην αίθουσα του θρόνου. Ο βασιλιάς του εξήγησε το τι ακριβώς είχε συμβεί και του ζήτησε να του δώσει μια εξήγηση για το θαυμαστό αυτό γεγονός.
Ο σοφός περιεργάστηκε για λίγο τη ζυγαριά με το μάτι και το χρυσάφι, χωρίς να μιλήσει και ξαφνικά πήγε στο τζάκι, πήρε μια χούφτα στάχτη και με αυτήν κάλυψε το μάτι. Άξαφνα η ζυγαριά ανατράπηκε με πάταγο που έκανε όλους τους αυλικούς αλλά και το βασιλιά να τιναχτούν έντρομοι από τη θέση τους. Η ισορροπία και η λογική είχαν επιτέλους αποκατασταθεί.
Ο βασιλιάς ζήτησε εξηγήσεις από το σοφό, για το τι είχε στην πραγματικότητα συμβεί. 

"Βασιλιά μου", απάντησε ο γέροντας, "το μάτι δεν χορταίνει ποτέ, όσο χρυσάφι και να του δώσεις. Εάν δεν το κάλυπτα με τη στάχτη, θα έχανες όλο σου το βασίλειο και πάλι η ζυγαριά δεν θα είχε γείρει" !
Η Αγάπη με τα μάτια των παιδιών



Αγάπη: δύσκολα ορίζεται από τους μεγάλους. Οι μικρότεροι πάντως έχουν διαφορετική και μάλλον ιδιαίτερη αντίληψη του τι είναι αγάπη.
Τι είναι αγάπη, λοιπόν; Να τι απάντησαν τα μικρά παιδιά...

Βασίλης, 4 ετών

Όταν κάποιος σ' αγαπάει, ο τρόπος που λέει το όνομά σου είναι διαφορετικός. Ξέρεις ότι το όνομά σου είναι ασφαλές στο στόμα του.

Τόνια, 8 ετών

Όταν η γιαγιά μου έπαθε αρθρίτιδα δεν μπορούσε να βάψει τα νύχια των ποδιών της, γιατί δεν μπορούσε να σκύψει. Έτσι, της τα έβαφε ο παππούς μου παρότι και αυτός είχε αρθρίτιδα στα χέρια του.

Κάρολος, 4 ετών

Αγάπη είναι όταν ένα κορίτσι βάζει άρωμα κι ένα αγόρι after shave και μετά βγαίνουν έξω μαζί και μυρίζουν ο ένας τον άλλον.

Χριστίνα, 6 ετών

Αγάπη είναι όταν βγαίνεις για φαγητό και δίνεις στον άλλον τις μισές τηγανιτές σου πατάτες, χωρίς να του ζητήσεις να σου δώσει κι αυτός από τις δικές του.

Λευτέρης 4 ετών

Αγάπη είναι αυτό που σε κάνει να χαμογελάς, όταν είσαι κουρασμένος.

Δανιήλ, 7 ετών

Αγάπη είναι όταν η μαμά φτιάχνει καφέ για τον μπαμπά και πίνει πρώτα μια γουλιά εκείνη, για να δει αν τον πέτυχε.

Αιμιλία, 8 ετών

Αγάπη είναι όταν φιλιέσαι όλη την ώρα. Μετά βαριέσαι να φιλιέσαι αλλά θέλεις συνέχεια να είσαι μαζί με τον άλλον και να μιλάτε. Η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου έτσι κάνουν. Κι όταν φιλιούνται, εμένα μου φαίνεται αηδία.

Θανάσης, 7 ετών

Η αγάπη είναι όταν είσαι στο δωμάτιό σου τα Χριστούγεννα και ανοίγεις τα δώρα. Αν σταματήσεις το άνοιγμα, θα ακούσεις την αγάπη.

Νίκη, 6 ετών

Αν θέλεις να μάθεις ν' αγαπάς καλύτερα, πρέπει να ξεκινήσεις από έναν φίλο που μισείς.

Τζένη, 7 ετών

Η αγάπη είναι όταν λες σε ένα αγόρι, ότι σου αρέσει το πουκάμισό του κι αυτός μετά να το φοράει κάθε μέρα.

Θωμάς, 6 ετών

Η αγάπη είναι σαν τον παππού και τη γιαγιά που μετά από τόσα χρόνια που γνωρίζονται, είναι ακόμα φίλοι.

Σίσσυ, 8 ετών

Κατά τη διάρκεια του ρεσιτάλ πιάνου μου μ' έπιασε φόβος πάνω στη σκηνή. Τότε κοίταξα κάτω και είδα τον μπαμπά μου, να με χαιρετάει χαμογελώντας. Ήταν ο μόνος που το έκανε αυτό. Τότε μου πέρασε ο φόβος.

Κατερίνα, 6 ετών

Η μαμά μου με αγαπάει πιο πολύ απ' όλους. Κανένας άλλος δεν έρχεται να με φιλήσει, όταν πέφτω για ύπνο.

Ελένη, 5 ετών

Η αγάπη είναι όταν η μαμά δίνει στον μπαμπά την καλύτερη μερίδα φαγητού.

Χρήστος, 7 ετών

Η αγάπη είναι όταν η μαμά βλέπει τον μπαμπά αξύριστο και βρώμικο και πάλι πιστεύει, ότι είναι ομορφότερος κι από τον Brad Pitt.

Άννα-Μαρία, 4 ετών

Αγάπη είναι όταν το σκυλάκι σου σου γλείφει το πρόσωπο, ακόμα κι αφού το άφησες μόνο του όλη μέρα.

Λαμπρινή, 4 ετών

Ξέρω ότι η αδελφή μου μ' αγαπά, γιατί μου δίνει όλα τα ρούχα της ακόμα κι αν πρέπει να βγει έξω και να αγοράσει άλλα.

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

Λάθος Προορισμός



'' Κάποτε υπήρχε ένας άνθρωπος, ο οποίος ήταν πολύ φωτεινός και καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του, συμπεριφερόταν στους γύρω του με πολύ αγάπη. Όταν πέθανε λοιπόν όλος ο κόσμος έλεγε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να πάει κάπου αλλού εκτός από τον παράδεισο. Ο ίδιος όμως δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα για το που θα πάει, αλλά επειδή όλοι έλεγαν ότι θα πήγαινε στον Παράδεισο, κατευθύνθηκε προς τα εκεί.
Εκείνη την εποχή όμως έκαναν στον Παράδεισο μια μεγάλη ανακαίνιση, οπότε τα πράγματα δεν λειτουργούσαν σωστά. Ένα από αυτά, που δεν λειτουργούσε σωστά, ήταν και η ρεσεψιόν. Η κοπέλα λοιπόν που είχε μείνει στην ρεσεψιόν τα είχε χαμένα και έτσι έριξε μια βιαστική ματιά στις αιτήσεις και για κάποιον λόγο δεν βρήκε το όνομα του ανθρώπου αυτού. Γι αυτόν τον λόγο τον προέτρεψε, να κατευθυνθεί προς την κόλαση.
Και στην κόλαση, ξέρετε πως είναι. Δεν έχει είσοδο, δεν έχει υποδοχή όποιος θέλει μπαίνει, όποιος θέλει βγαίνει, όλα χύμα με λίγα λόγια.
Ο άνθρωπος λοιπόν μπήκε ήρεμος στην κόλαση, βρήκε μια γωνιά και κάθισε.
Μερικές μέρες αργότερα, ο Διάολος πολύ θυμωμένος, έφτασε στην πύλη του Παραδείσου φωνάζοντας τον Άγιο Πέτρο να βγει έξω και οργισμένος του είπε:
- Είσαι ένα καθίκι. Κανείς δεν φανταζόταν ότι θα έκανες ένα τέτοιο χτύπημα κάτω από τη μέση. Αυτό που κάνεις είναι τρομοκρατία!
Χωρίς να καταλαβαίνει τον λόγο που ο Διάολος είχε θυμώσει τόσο πολύ, ο Άγιος Πέτρος έκπληκτος τον ρώτησε τι είχε συμβεί.
- Εσύ έστειλες αυτόν τον τύπο στην κόλαση και αυτός έχει δημιουργήσει μεγάλη φασαρία, μας έφερε πολλούς μπελάδες.
Όταν έφτασε εκεί, κάθισε και άκουγε τα παράπονα των ανθρώπων, τους κοίταζε στα μάτια και έπιανε κουβέντα μαζί τους. Και τώρα όλοι εκεί κάτω είναι χαμογελαστοί, φιλιούνται και αγκαλιάζονται μεταξύ τους. Η κόλαση έχει γίνει ανυπόφορη, έχει γίνει σαν παράδεισος. Για αυτό κάνε μου την χάρη:
- Πέτρο, σε παρακαλώ πάρε αυτόν τον άνθρωπο από εκεί και κράτησέ τον εδώ! ''
Ζήσε τη ζωή σου έχοντας την καρδιά σου γεμάτη αγάπη, κι ακόμα και εάν κατά λάθος βρεθείς στην κόλαση, ο ίδιος ο διάολος θα σε γυρίσει πίσω στον παράδεισο.

Στο κρουαζιερόπλοιο που βυθιζότανε στη θάλασσα
«Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη βάρκα. Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση».
Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:
«Τι νομίζετε ότι του φώναξε;»
Οι περισσότεροι από τους μαθητές με ενθουσιασμό απάντησαν ότι η σύζυγος φώναξε:
«Σε μισώ!»,
«Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα»
«Νόμιζα ότι με αγαπούσες».
Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι που ήταν συνέχεια σιωπηλό. Τον ρώτησε τι πίστευε ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:
«Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: Να προσέχεις το παιδί μας». Έκπληκτη η δασκάλα τον ρώτησε:
«Έχεις ακούσει ξανά αυτή την ιστορία;»
Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά:
«Όχι, αλλά αυτό ήταν που είπε και η δική μου μαμά στον μπαμπά μου, λίγο πριν πεθάνει από την αρρώστια της».
Η δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους είπε με χαμηλή φωνή:
«Η απάντηση είναι σωστή».
Η Δικαιοσύνη του Θεού



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ιερωμένος πολύ ευσεβής. Ήταν μάλιστα και πνευματικός κι εξομολογούσε τους πιστούς. Έτσι, έκρινε τα αμαρτήματα των ανθρώπων και τους έβαζε να μετανοούν. Έφτασε να πιστεύει πως ξέρει τι είναι το καλό και το κακό.
Ένα πρωί, του εμφανίστηκε ένας άγγελος. 

"Ο Θεός με έστειλε για να σου δείξω κάτι", του είπε. Τον πήρε και τον μετέφερε με θαυμαστό τρόπο πίσω από ένα θάμνο. 
"Πες μου τι βλέπεις;", τον ρώτησε. 
"Βλέπω έναν πλάτανο με παχύ ίσκιο και μια βρύση με δροσερό νερό να ρέει πλάι του", αποκρίθηκε αυτός. "Τώρα θα πρέπει να μου ορκιστείς ότι δεν θα επέμβεις ή έστω μιλήσεις, ότι και να δεις να συμβαίνει", τον πρόσταξε ο άγγελος. 
Ο ιερέας ορκίστηκε με κατάνυξη.
Μετά από λίγο, εμφανίστηκε ένας πλούσιος με το άλογό του και σταμάτησε να πιει νερό και να ξαποστάσει. Ήπιε νερό και ξάπλωσε για λίγο κάτω από το δροσερό ίσκιο του πλάτανου, όπου πήρε έναν υπνάκο. Ύστερα ξύπνησε, ανέβηκε στο άλογό του και συνέχισε το δρόμο του, αφήνοντας όμως πίσω του ένα πουγγί παραγεμισμένο με χρυσές λίρες.
Μετά από λίγη ακόμη ώρα, ένας δεύτερος άνθρωπος εμφανίστηκε πεζός και σταμάτησε να πιει νερό. Ξαφνικά, είδε το πουγγί με τις λίρες, το σήκωσε και άρχισε να χοροπηδά από χαρά. Έβαλε το πουγγί στην τσέπη του και χωρίς να χάσει καιρό, έτρεξε να εξαφανιστεί.
Λίγο αργότερα, ένας τρίτος άνθρωπος, έφτασε κι αυτός στη βρύση. Την ώρα όμως που έπινε νερό, επέστρεψε ο πλούσιος, ο οποίος είχε στο μεταξύ αντιληφθεί ότι είχε χάσει το πουγγί του και γύρισε να το αναζητήσει. Μόλις λοιπόν είδε τον άλλο άνθρωπο, άρχισε να τον κατηγορεί ότι του έκλεψε το πουγγί με τις λίρες και να του ζητά να του τις επιστρέψει. Άρχισαν να καυγαδίζουν και πάνω στον καυγά, ο πλούσιος έσπρωξε απότομα τον άλλο, εκείνος έπεσε στο έδαφος κι έσπασε το σβέρκο του σε μια απ' τις ρίζες του πλάτανου. Ο πλούσιος πανικόβλητος, ανέβηκε στο άλογό του κι εξαφανίστηκε...
"Πες μου τώρα", είπε ο άγγελος στον ιερέα. 

"Τι πιστεύεις γι' αυτά που είδες, ήταν καλά ή κακά;"
"Καλέ μου άγγελε", απάντησε εκείνος, "η ψυχή μου είναι βαριά από το κακό που είδα να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω. Ο ένας έκλεψε το πουγγί που δεν ήταν δικό του, ο άλλος κατηγόρησε άδικα έναν αθώο άνθρωπο και από πάνω τον σκότωσε, χωρίς μάλιστα να τιμωρηθεί."
"Δεν γνωρίζεις όμως ακριβώς την ιστορία", αποκρίθηκε ο άγγελος. 

"Ο πλούσιος που ήρθε πρώτος στη βρύση, είχε καταπατήσει τα χωράφια του δεύτερου και τα δικαστήρια τον είχαν δικαιώσει, όπως κάνει πάντοτε η ανθρώπινη δικαιοσύνη, να αδικεί τους φτωχούς και να αθωώνει τους πλούσιους. Η θεία δικαιοσύνη όμως απαιτούσε ο πλούσιος να πληρώσει το χρέος του και αυτός ήταν ο τρόπος, που επέλεξε ο Θεός, για να συμβεί αυτό.
Ο τρίτος άνθρωπος, αυτός που σκοτώθηκε, είχε δολοφονήσει τον αδελφό του, χωρίς να το υποψιαστεί κανείς, ούτε και να τον κατηγορήσει. Οι τύψεις του όμως ήταν τέτοιες, που γονατιστός παρακάλεσε το Θεό να τον απαλλάξει απ' το βάρος που κουβαλούσε. Αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε ο Θεός για ν' ανταποκριθεί στην προσευχή του.
Όσο για τον ίδιο τον πλούσιο, μετά από αυτό που έκανε, χάρισε την περιουσία του στους φτωχούς και πήγε να γίνει ιεραπόστολος, προσφέροντας τεράστιο ανθρωπιστικό έργο στην Αφρική και σώζοντας πολλές ζωές."
Ο ιερέας κοίταξε τον άγγελο εμβρόντητος, μην ξέροντας τι να πει. 

"Πήγαινε λοιπόν εν ειρήνη", τον αποχαιρέτησε ο άγγελος "και να θυμάσαι πόσο λίγα γνωρίζεις, ώστε να μπορείς ν' αποφασίσεις τι είναι καλό και τι κακό."