Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

Διηγήσεις τον καιρό της καραντίνας



Δεν ζηλέψαμε την δόξα του Βοκάκιου, αλλά ας επιχειρήσουμε να πούμε κάποιες ιστορίες, που τυχαίνει να είναι και αληθινές. Ας πάρουμε θάρρος , υπομονή, διαβάζοντας το τι μπορεί να φέρει η ζωή και να αντέξουμε αυτά που έχουμε μπροστά μας. Μιλάμε λοιπόν πολύ αυτές τις μέρες στα τηλέφωνα και σήμερα ένας αδελφικός μου φίλος μου εμπιστεύτηκε τις παρακάτω ιστορίες της οικογένειάς του. Τις καταγράφω λοιπόν χωρίς να προσθέσω ή να αφαιρέσω τίποτε. Προσωπικά με συγκλόνισαν και όπως είπα και στον φίλο μου, εδώ περάσανε οι δικοί μας τόσα πράγματα και ζήσανε, δημιουργήσανε και ορθοποδήσανε κι εμείς θα φοβηθούμε ΄΄τοι κορώνας τον σέφτελον τον γιόν;΄΄ Ζητώ την κατανόησή σας!

Ιστορία Πρώτη.

Η μικρή Σοφία γεννημένη σε ένα χωριό κοντά στην Τραπεζούντα ήταν μικρότερη από δέκα χρονών, όταν δόθηκε η εντολή να εγκαταλείψουν όλοι οι συγχωριανοί της το χωριό και να ξεκινήσουν ένα οδοιπορικό με τα πόδια στα βάθη της Ανατολής. Θυμάται τον πόνο, τα δάκρυα, τις κακουχίες, τις προσβολές, τους βιασμούς.
Δύο επεισόδια μείνανε ανεξίτηλα στη μνήμη της, το ένα το βάρβαρο, που δεν το χωράει νους ανθρώπου, να βλέπει με τα παιδικά αθώα μάτια τους κτηνώδεις στρατιώτες να παίζουν με κομπολόγια, που είχανε κατασκευάσει και είχαν αντί για κεχριμπαρένιες χάντρες, ρώγες σφαγμένων γυναικών!
Το δεύτερο, που της φόρτωνε τύψεις , μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής της, αφορούσε το μικρό το αδελφάκι της. Επειδή ήταν πολύ μικρό και δεν μπορούσε να περπατήσει, η μικρή Σοφία το κουβαλούσε στην αγκαλιά της. Όταν επιχείρησε να περάσει ένα ποτάμι μέσα από την κοίτη του, επειδή δεν είχε γέφυρα, γλίστρησε το βρέφος από την αγκαλιά της Σοφία, έπεσε στο φουσκωμένο ποτάμι και πνίγηκε!

Ιστορία Δεύτερη.
Η μικρή Σοφία με την ανταλλαγή πληθυσμών βρέθηκε σε ένα παραμεθόριο χωριό της Κεντρικής Μακεδονίας. Εκεί παντρεύτηκε με συγχωριανό της από την πατρίδα τον Πόντο και έκανε οικογένεια. Στον πόλεμο του 1940 στο Αλβανικό Μέτωπο πολεμούσε ο άνδρας της Σοφίας στην μάχη για την κατάληψη της Κορυτσάς, ο Χαράλαμπος. Ήτανε στα χαρακώματα προστατευμένος και εκτός βολών των δύο πυροβολικών , του Ιταλικού και του Ελληνικού Στρατού, όταν ξαφνικά άκουσε να ουρλιάζει και να ζητάει βοήθεια ένας Ιταλός στρατιώτης, ο οποίος άγνωστο πως βρέθηκε μέσα στο πεδίο βολής των πυροβολικών. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Χαράλαμπος βγήκε από τα χαρακώματα και παρόλο που οι οβίδες έσκαβαν λάκκους γύρω του ρισκάρισε , πλησίασε τον Ιταλό, που ήταν τραυματισμένος στα πόδια και άρχισε να τον σέρνει προσεκτικά προς την Ελληνική μεριά.
Αμέσως ο Χαράλαμπος δέχτηκε πυρά από τους Ιταλούς στρατιώτες και τραυματίστηκε στο πόδι. Έσφιξε τα δόντια και κατάφερε να φτάσει ασφαλής μαζί με τον Ιταλό στα Ελληνικά Χαρακώματα και λιποθύμησε από τους πόνους.
Την επόμενη μέρα ξύπνησε ο Χαράλαμπος μέσα σε μια σκηνή που λειτουργούσε σαν ένα πρόχειρο νοσοκομείο. Δίπλα του αντιλαμβανότανε γιατρούς και νοσοκόμες να προσπαθούν να περιποιηθούν τους τραυματίες, όπως περιποιόταν και τον ίδιο. Άκουσε τον διοικητή του τάγματός του να δίνει αναφορά τηλεφωνικά για νεκρούς και τραυματίες στους ανωτέρους του. Άκουγε δίπλα του γογγυσμούς και ουρλιαχτά από τραυματίες, που τους ακρωτηριάζανε τα μέλη οι γιατροί, για να μην πάθουν γάγγραινα.
Μετά από τις πρώτες βοήθειες στάλθηκε ο Χαράλαμπος για θεραπεία και ανάρρωση σε νοσοκομείο της Αθήνας. Οι νοσοκόμες ήταν του Ερυθρού Σταυρού και αρκετές από αυτές, γνωρίζανε τα Γαλλικά, που την περίοδο του μεσοπολέμου ήταν δημοφιλής γλώσσα, όπως στα χρόνια μας είναι τα Αγγλικά.
Στο κρεβάτι δίπλα από το κρεβάτι του Χαράλαμπου, ήταν ένας τραυματίας, που η φυσιογνωμία του φάνηκε γνωστή στον Χαράλαμπο. Όταν έμαθε πως ήταν Ιταλός στρατιώτης, που τραυματίστηκε και αναγκάστηκαν να του κόψουν και τα δύο πόδια για να του σώσουν την ζωή, βεβαιώθηκε ο Χαράλαμπος, πως ήταν ο Ιταλός που έσωσε στην Κορυτσά!
Το ανέφερε λοιπόν αυτό στις νοσοκόμες, που με τα Γαλλικά που γνωρίζανε κατάφεραν να συνεννοηθούν με τον Ιταλό στρατιώτη και να επιβεβαιωθεί, πως σωστά κατάλαβε ο Χαράλαμπος.
Τις επόμενες δεκαπέντε μέρες που μείνανε στο Νοσοκομείο ο Χαράλαμπος και ο Ιταλός, γίνανε οι καλύτεροι φίλοι! Τι κι αν δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν με λέξεις. Η γλώσσα του σώματος και τα νοήματα τα έλεγαν όλα!
Ο Ιταλός ήταν από πλούσια οικογένεια της Ρώμης. Σχεδόν κάθε μέρα, μέσω Ερυθρού Σταυρού οι δικοί του στέλνανε του κόσμου τα καλούδια στον γιο τους στο Νοσοκομείο στην Αθήνα. Ο Ιταλός δεν κρατούσε τίποτε από αυτά αλλά τα έδινε όλα στον Χαράλαμπο, που με τη σειρά του τα έστελνε στο παραμεθόριο χωριό του στην Κεντρική Μακεδονία, στην οικογένειά του!
Την ημέρα που έφυγε αποθεραπευμένος ο Χαράλαμπος από το Νοσοκομείο, στο προαύλιο βγήκε φωτογραφία με τον φίλο του τον Ιταλό. Σαφώς ταλαιπωρημένος ο Χαράλαμπος, στηριγμένος στις πατερίτσες ο Ιταλός.

Ιστορία Τρίτη
Είμαστε στα χρόνια της κατοχής. Στο χωριό του Χαράλαμπου και της Σοφίας είχε έρθει μια μονάδα Γερμανών στρατιωτών. Μαζί τους είχαν σαν βοηθητικό προσωπικό για περιποίηση και φύλαξη των υποζυγίων (μουλάρια) μελαψούς αφρικανούς. 

Ο επικεφαλής αξιωματικός της μονάδας περιηγήθηκε το χωριό ψάχνοντας κατάλληλα καταλύματα γι’ αυτόν και τους στρατιώτες του. Περνώντας από το σπίτι του Χαράλαμπου, ο Χαράλαμπος του έκανε νόημα να μπει στην αυλή και του προσέφερε τσίπουρο και ζήτησε από την Σοφία να φέρει και λίγο καβουρμά για μεζέ.
Ο Γερμανός αξιωματικός ζήτησε από τον Χαράλαμπο να πιει πρώτα εκείνος από το τσίπουρο και μετά ήπιε ο Γερμανός. Δεν κατάλαβε ο Χαράλαμπος αν το έκανε αυτό ο Γερμανός από ευγένεια ή επειδή φοβότανε μήπως το τσίπουρο ήταν δηλητηριασμένο.
Επειδή ήταν μεγάλο το σπίτι του Χαράλαμπου κι επειδή ήταν αρκετά εύπορος, φιλοξενούσε πολλά κορίτσια , συγγενείς και συγχωριανές , που είχανε χάσει τους δικούς τους και θεωρούσανε προστάτες τους τον Χαράλαμπο και τη Σοφία.
Το βράδυ που πέσανε να κοιμηθούνε , ξαφνικά μέσα στη νύκτα αντιλήφθηκε ο Χαράλαμπος πως κάποιοι επιχειρούσαν να ανοίξουν την σφαλιστή πόρτα και να μπουν στο σπίτι. Διακριτικά κοιτώντας αντιλήφθηκε πως ήταν κάποιοι μαύροι αφρικανοί , οι μουλαράδες του Γερμανικού στρατιωτικού τμήματος, που τους καλαρέσανε τα κορίτσια του σπιτιού. Αμέσως ο Χαράλαμπος βγήκε κρυφά από την πίσω αυλή και πήγε στο σπίτι στο χωριό , που γνώριζε πως θα διανυκτέρευε ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός. Όταν του είπε τι συμβαίνει αμέσως ο Γερμανός οργάνωσε ένα άγημα , πήγε στο σπίτι του Χαράλαμπου, έπιασε τους επίδοξους βιαστές και διέταξε τους στρατιώτες του και τους τσάκισαν στο ξύλο.

Ιστορία Τέταρτη
Ήταν Πάσχα του 1974 και κατάφεραν ο Χαράλαμπος και η Σοφία να προγραμματίσουν και να ταξιδέψουν στην πατρίδα, να ξαναδούν το χωριό που γεννήθηκαν , κοντά στην Τραπεζούντα.
Ο Χαράλαμπος ήταν από πλούσια οικογένεια, οι γονείς του ήταν καθηγητές στο Αμερικάνικο κολλέγιο Ανατόλια, που εκείνα τα χρόνια ήταν στην Τραπεζούντα. Τον Χαράλαμπο τον πρόσεχε και τον μεγάλωνε μια τουρκική οικογένεια από το χωριό. Ένα από τα παιδιά της τουρκικής οικογένειας ήταν συνομήλικος του Χαράλαμπου και τα δυο παιδιά γίνανε αδελφικοί φίλοι
Όταν έφτασαν λοιπόν στο χωριό και πήγανε στο καφενείο του χωριού, ο Χαράλαμπος γνώρισε έναν από τους θαμώνες που ήταν εκείνη τη στιγμή στο καφενείο, παρά το γεγονός που είχαν περάσει πάνω από πενήντα χρόνια. Ήταν ο αδελφικός του φίλος , ο γιος της τουρκικής οικογένειας , που μεγάλωσε τον Χαράλαμπο!
Ο Χαράλαμπος και η Σοφία πέρασαν αξέχαστα δύο εβδομάδες στο χωριό που γεννήθηκαν και αναστήθηκαν. Όλοι οι παλιοί συγχωριανοί τους φερθήκαν φιλόξενα. Όταν ήρθε ο καιρός να φύγουν από το χωριό ο Χαράλαμπος τους έδωσε όλα όσα είχε μαζί του. Γύρισε στην Ελλάδα που λέει ο λόγος με τα ρούχα που φορούσε μόνο!
Για να ευχαριστήσει ο Χαράλαμπος για την φιλοξενία, κανόνισε κι έστειλε μια μεγάλη τηλεόραση στο χωριό του, για να στηθεί στο καφενείο του χωριού. Μεσολάβησαν όμως τα γεγονότα της Κύπρου το καλοκαίρι του 1974 και τον Σεπτέμβριο επιστράφηκε μέσα στο κουτί της η τηλεόραση σπασμένη στον Χαράλαμπο!

Ιστορία Πέμπτη
Άνοιξη του 2005 και ο εγγονός του Χαράλαμπου βρίσκεται για δουλειά από την υπηρεσία του στην Αθήνα. Κάποιος Αθηναίος συνάδελφός του , όταν μαθαίνει την καταγωγή του Γιώργου, του εγγονού, από το παραμεθόριο χωριό της Κεντρικής Μακεδονίας του λέει πως ο δικός του πατέρας υπηρέτησε στον εμφύλιο την στρατιωτική του θητεία στην περιοχή του χωριού και θα ήθελε πολύ να γνωρίσει τον Γιώργο.
Ο Γιώργος δέχτηκε να συναντηθούνε με τον πατέρα του συναδέλφου του και μια Κυριακή προσκεκλημένος του συναδέλφου του για γεύμα στο σπίτι, γνωρίστηκε με τον πατέρα του.
Στην συζήτηση που είχανε και του εξιστορούσε ο παλαιός στρατιώτης επεισόδια που έζησε στην περιοχή του χωριού της καταγωγής του Γιώργου, μια διήγηση κάτι θύμισε στον Γιώργο, επειδή κάτι σχετικό είχε ακούσει από τον δικό του πατέρα.
Διηγήθηκε λοιπόν ο παλαιός στρατιώτης πως μεταφέρανε υλικά τροφοδοσίας με ένα στρατιωτικό φορτηγό τύπου Τζέιμς σε ένα πολυβολείο στην ευρύτερη περιοχή. Συγχρόνως είχανε και σακιά γεμάτα με φερτά υλικά, για ενίσχυση της οχύρωσης του πολυβολείου. Στην διαδρομή πατήσανε νάρκη , ανατινάχτηκε το φορτηγό, αλλά τα τρία άτομα που ήτανε μέσα δεν σκοτωθήκανε, επειδή τους προστατεύσανε τα γεμάτα, απλώς πεταχτήκανε πάνω σε κάποιο δέντρο, όπου και πέρασαν στα κλαδιά του όλο το βράδυ, μέχρι το πρωί να έρθει και να τους περισυλλέξει ο τακτικός στρατός.
Κάποιες μέρες μετά ο παλαιός στρατιώτης μετείχε σε ένα απόσπασμα, το οποίο είχε επιφορτιστεί να εκτελέσει έναν αντάρτη, που είχε συλληφθεί. Στην διαδρομή προς το σημείο της εκτέλεσης, ο αντάρτης απευθύνθηκε στον στρατιώτης μας και με παράπονο του είπε:
- Είχαμε παραφυλάξει και είδαμε πως παρόλο που ανατινάχτηκε το φορτηγό εσείς την γλυτώσατε και βρεθήκατε πάνω στο δέντρο, άοπλοι και ανυπεράσπιστοι. Θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να σας σκοτώσουμε κι όμως δεν το κάναμε. Και τώρα εσύ με πας για εκτέλεση!
Ποτέ δεν μπόρεσε να ξεχάσει αυτά τα λόγια ο στρατιώτης, αλλά ούτε και το παραπονεμένο πρόσωπο του αντάρτη!
Ο Γιώργος θυμήθηκε πως ο δικός του πατέρας του είχε πει, πως ενώ ήταν στο χωράφι του, πρόσεξε μια ομάδα ανταρτών, που χρησιμοποιώντας μια ρόδα φορτηγού έκαναν ροδιές πάνω στο δρόμο , ώστε να τις ακολουθήσει κάποιο άλλο φορτηγό και να πέσει ακριβώς πάνω στις νάρκες, που είχαν πιο μπροστά τοποθετήσει!
Εκείνη τη στιγμή κάλεσε από το κινητό του ο Γιώργος τον πατέρα του και του έδωσε να συνομιλήσει με τον πατέρα του συναδέλφου του. Καταλαβαίνουμε όλοι νομίζω τη συγκίνηση των δύο ηλικιωμένων, που θυμότανε και διηγούτανε ο ένας στον άλλον θύμησες της δικής τους νεότητας, άσχετα κι αν ήταν βουτηγμένη στους πολέμους, στη φτώχεια και στις κακουχίες! Τα δάκρυα μούσκεψαν τα πάντα!

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021

Στον εσπερινό της συγχωρήσεως



Ο Αντώνης ο Μητσάκος ήταν σκληρός άνθρωπος. Κακός όμως δεν ήταν. Δεν αδίκησε ποτέ κανέναν και ήταν και φιλάνθρωπος. Αλλά ο Αντώνης ήταν σκληρός, πολύ σκληρός σε όποιον του έφταιγε:
- Δεν μπαίνω στα χωράφια κανενός κι ούτε θέλω να μπει κάποιος στα δικά μου χωράφια, συνήθιζε να λέει. Με την λέξη χωράφια εννοούσε κάθε τι που τον αφορούσε.
Κάποτε ο Αντώνης παρεξηγήθηκε με έναν καλό του φίλο, επειδή ο τελευταίος τον συμβούλεψε να επιτρέψει στον γιο του να σπουδάσει δάσκαλος, όπως ήταν και το όνειρο του μικρού κι να μην επιμείνει ο Αντώνης να γίνει ο γιος του Πολιτικός Μηχανικός!
Με αυτά κι εκείνα κατάφερε ο Αντώνης να είναι κακιωμένος με το μισό χωριό. Φυσικά και στενοχωριόταν για αυτό, αλλά από την άλλη θεωρούσε σαν προσωπική του αξιοπρέπεια, να κρατάει μούτρα και τουπέ, σε όποιον κατά την γνώμη του τού έφταιξε, είτε θεληματικά είτε αθέλητα.
Ο πατέρας Πέτρος ο εφημέριος της εκκλησίας του χωριού πρόσφατα ανέλαβε τα καθήκοντά του, λίγο πριν την έναρξη του Τριωδίου. Από την πρώτη στιγμή που λειτούργησε ο π. Πέτρος, κέρδισε τους πιστούς, που τον περιβάλλαν με αγάπη και υποστήριξη. Την τελευταία Κυριακή πριν την Καθαρά Δευτέρα, μόλις τελείωσε την λειτουργία, παρακάλεσε τους πιστούς να ξαναμαζευτούν στην εκκλησία το απόγευμα, προκειμένου να τελεστεί ο Εσπερινός, επειδή αυτήν την τελευταία Κυριακή των Αποκριών, ο Εσπερινός έχει ιδιαίτερο νόημα κι ονομάζεται ο Εσπερινός της Συγχωρήσεως. Οι πιστοί κοιτάχτηκαν με απορία μεταξύ τους επειδή πρώτη φορά άκουσαν πως υπάρχει αυτός ο Εσπερινός της Συγχωρήσεως.
- Σας παρακαλώ αδελφοί, δεν θα ήθελα να λείψει κανείς το απόγευμα, να έρθετε όλοι από τον μικρότερο μέχρι τον μεγαλύτερο, ικέτευσε με θερμή φωνή ο π. Πέτρος!
Ίσως να ήταν η περιέργεια ίσως να ήταν η επιθυμία των πιστών να μην λυπήσουν τον νέο τους παπά και το απόγευμα μαζεύτηκαν όλοι στην εκκλησία, για να παρακολουθήσουν τον Εσπερινό.
Αφού ολοκλήρωσε το τελετουργικό ο π. Πέτρος στο κήρυγμα που ακολούθησε διηγήθηκε την ιστορία του Αγίου Διονυσίου, που συγχώρησε τον φονιά του αδελφού του. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του παπά κι έβρεχαν τα γένια του, όταν με συγκίνηση ανέφερε τις λεπτομέρειες της ιστορίας.
- Δεν σας γνωρίζω ακόμη καλά αδελφοί μου, μα αν ζούσαμε έστω και μια μέρα στη γη δεν θα αποφεύγαμε κάποιον να στενοχωρήσουμε, κάποιον να λυπήσουμε, σε κάποιον να φταίγαμε, κατέληξε ο ιερέας. Για αυτό σας παρακαλώ να συγχωρέσουμε ο ένας τον άλλον όλοι, ώστε να μπούμε καθαροί, πεντακάθαροι στην Αγία Σαρακοστή. Σας παρακαλώ λοιπόν να περάσετε όλοι πρώτα από εμένα και μετά από όλους τους συγχωριανούς μας, για να συγχωρεθούμε ο ένας από τον άλλον.
- Πρώτος εγώ πάτερ, πρώτος εγώ, γιατί χρειάζεται να συγχωρεθώ από τους περισσότερους φώναξε ο Αντώνης ο Μητσάκος με τα δάκρυα να αυλακώνουν το πρόσωπό του και να μουσκεύουν το μουστάκι του.
Με γοργό βηματισμό πλησίασε ο Αντώνης την Ωραία Πύλη, έκανε μια εδαφιαία μετάνοια μπροστά στον παπά και του φίλησε το χέρι. Ύστερα γύρισε και κοίταξε όλους τους συγχωριανούς έναν-έναν στα μάτια και με εμφανή την συναισθηματική φόρτιση στην φωνή του, είπε:
- Χωριανοί συγχωρέσατέ με για όλα όσα σας έφταιξα, αλλά περισσότερο σας παρακαλώ να με συγχωρέσετε, επειδή δεν ήθελα να συγχωρώ εσάς.
Αμέσως μετά προχώρησε ο Αντώνης έσφιξε χέρια, αγκάλιασε και φίλησε έναν-έναν όλους τους συγχωριανούς του.
Στο τέλος πήγε ο Αντώνης και στάθηκε μπροστά στην γυναίκα του:
- Πολύ σε παίδεψα γυναίκα, συγχώρεσέ με κι ας με συγχωρέσει κι ο Θεός, της είπε αγκαλιάζοντας και φιλώντας την!
Από εκείνον τον Εσπερινό κι από εκείνη τη στιγμή, όλοι στο χωριό γνωρίζανε, πως ότι κι αν γινότανε μέσα στην χρονιά, κάθε αντιπαλότητα και φιλονικία, σημαντική ή ασήμαντη, θα έσβηνε στον επόμενο Εσπερινό της Συγχωρήσεως. Η αλήθεια βέβαια είναι πως ο π. Πέτρος, άγρυπνος φρουρός πάνω στο ποίμνιό του δεν άφηνε τα προβλήματα να χρονίσουν, αλλά γρήγορα δρούσε σαν πυροσβέστης πάνω στα πάθη των συγχωριανών του. Κι από δίπλα στον παπά πάντοτε ο Αντώνης ο Μητσάκος πρόθυμος να φιλοτιμήσει, να παροτρύνει, να συμβουλεύσει, χωρίς να τα χάσει ή να τα παρατήσει, αν συναντούσε σοβαρή αντίσταση.
- Σκληρότερη πέτρα από την δική μου την καρδιά δεν υπήρχε κι όμως ο Χριστός την έσπασε και την έκανε αλεύρι, συνήθιζε να λέει σε όποιον τον αντιμετώπισε με σκεπτικισμό και επιφύλαξη.
Πολλοί από το χωριό συνήθιζαν να περηφανεύονται και να ομολογούν, πως ο Αντώνης ο Μητσάκος τους φίλιωσε με όσους ήταν μαλωμένοι. Για τον λόγο αυτό όλοι στο χωριό αγαπούσαν τον Αντώνη. Μάλλον όμως ο π. Πέτρος ήταν αυτός που αγαπούσε τον Αντώνη περισσότερο από όλους τους συγχωριανούς!

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

 Έκαστος εφ’ ω ετάχθη




Ζούσαν κάποτε στη μακρινή Ανατολή δυο ξαδέλφια. Μεγάλωσαν μαζί από την πρώτη μέρα που γεννήθηκαν, μαζί μπουσούλισαν, μαζί περπάτησαν και έτρεξαν, μαζί κολύμπησαν στο ποτάμι και ανέβηκαν στα δέντρα. Ήταν πάντα μαζί, αχώριστοι και αφοσιωμένοι φίλοι.

Αλλά, όπως συχνά γίνεται στη ζωή, καθώς μεγάλωναν, οι δρόμοι τους άρχισαν να απομακρύνονται. Ο ένας αγαπούσε πολύ το διάβασμα και τα βιβλία και διακρινόταν στο σχολείο του. Ο άλλος δεν έδειχνε συμπάθεια για τη μελέτη, απουσίαζε συχνά από το σχολείο και η επίδοσή του κάθε χρόνο χειροτέρευε.
Όταν μεγάλωσαν ο πρώτος που είχε διακριθεί για τις γνώσεις του, έγινε σύμβουλος του βασιλιά, ενώ ο άλλος έγινε κωπηλάτης στο βασιλικό ποταμόπλοιο.
Κάποια μέρα ο βασιλιάς αποφάσισε να περιηγηθεί τη χώρα με τους συμβούλους του, ακολουθώντας την πορεία προς τις πηγές του Μεγάλου Ποταμού. Κάθονταν σε αναπαυτικές πολυθρόνες κάτω από μια τέντα στην πλώρη του καραβιού, εκεί που φυσούσε πιο δροσερό το αεράκι και συζητούσαν διάφορες κρατικές υποθέσεις.
Την ίδια στιγμή οι κωπηλάτες, κι ανάμεσά τους ο ξάδελφος του συμβούλου, ιδροκοπούσαν παλεύοντας να οδηγήσουν το πλοίο ενάντια στο ρεύμα.
— Δεν είναι ζωή αυτή, ψιθύρισε ο ξάδελφος. Εγώ πνίγομαι στον ιδρώτα και ο τεμπέλης ο ξάδελφός μου την έχει αράξει στη σκιά και στο βοριαδάκι και αερολογεί. Εγώ θα έπρεπε να είμαι σύμβουλος και αυτός βαρκάρης!
Είχε νυχτώσει για καλά, όταν ο βαρκάρης ένιωσε στην πλάτη του κάποιο χέρι. Ήταν ο βασιλιάς:
— Κάποιος θόρυβος ακούγεται από τη μεριά αυτής της όχθης και δεν με αφήνει να κοιμηθώ. Πας να δεις τι συμβαίνει;
Ο κωπηλάτης πήδησε στην ακτή και ανέβηκε τρέχοντας στο γειτονικό λόφο. Σε λίγα λεπτά ξαναγύρισε:
— Δεν είναι τίποτα, Μεγαλειότατε. Μια γάτα έχει γεννήσει και ακούγονται νιαουρίσματα.
— Τι είδους γατάκια είναι; ρώτησε ο βασιλιάς.
Ο ξάδελφος δεν το είχε προσέξει αυτό. Ξαναπήδησε στην όχθη, έτρεξε στον λόφο και σε λίγο ξαναγύρισε:
— Σιαμαία, Μεγαλειότατε.
— Πόσα είναι; ρώτησε ο βασιλιάς.
Ο βαρκάρης ξανάτρεξε στον λόφο και σε λίγο γύρισε πίσω:
— Έξι, είπε λαχανιασμένος.
— Πόσα είναι αρσενικά και πόσα θηλυκά; ξαναρώτησε ο βασιλιάς.
Πάλι έπρεπε να πηδήσει στην όχθη ο κωπηλάτης, να τρέξει στον λόφο και να ξανάρθει:
— Τρία αρσενικά και τρία θηλυκά, είπε με κομμένη την ανάσα, έτοιμος να λιποθυμήσει από την κούραση.
— Και τι χρώμα έχουν; ρώτησε ο βασιλιάς.
— Λυ-λυπήσου με, Με-μεγαλειότατε, είπε εκείνος κοντανασαίνοντας. Θα μείνω στον δρόμο αν πρέπει να ξανανεβώ στον λόφο!
— Καλά, έκανε ο βασιλιάς. Έλα μαζί μου να δεις κάτι.
Πήγαν στην πλώρη και ο βασιλιάς ξύπνησε τον ξάδελφο – σύμβουλο.
— Κάποιος θόρυβος ακούγεται από τη μεριά αυτής της όχθης και δεν με αφήνει να κοιμηθώ. Πας, σε παρακαλώ, να δεις τι συμβαίνει;
Ο σύμβουλος χάθηκε στη νύχτα. Σε λίγα λεπτά ξαναγύρισε:
— Είναι μια γάτα με έξι σιαμαία γατάκια, Μεγαλειότατε. Τρία αρσενικά και τρία θηλυκά. Έχουν το γνωστό χρώμα των σιαμαίων γατιών, εκτός από ένα που είναι πιο σκούρο. Ανήκουν στην πριγκίπισσα της περιοχής, η οποία σας ζητά συγγνώμη για την ενόχληση και λέει ότι θα ευχαριστηθεί πολύ, αν της κάνετε την τιμή να παρευρεθείτε με την ακολουθία σας στο δείπνο, που θα διοργανώσει για σας αύριο. Είπε ακόμα ότι θα σας πληρώσει και τους φόρους, που σας χρωστά για τον τελευταίο χρόνο.
Ο βασιλιάς γύρισε στον κωπηλάτη:
— Κάποιος άνθρωπός μου κρυφάκουσε αυτά που είπες το μεσημέρι. Ναι, η ζωή μοιάζει άδικη πολλές φορές αλλά καθένας πρέπει να κάνει τη δουλειά που ξέρει και που μπορεί να κάνει καλύτερα από τους άλλους. Πήγες τόσες φορές στον λόφο και πάλι δεν τέλειωσες τη δουλειά που σου ζήτησα. Αντίθετα, ο ξάδερφός του χρειάστηκε να πάει μόνο μια φορά και έμαθε πολύ περισσότερα από όσα του ζήτησα. Κατάλαβες τώρα γιατί αυτός είναι σύμβουλός μου και εσύ κωπηλάτης μου;

 Οι πραγματικοί Άγγελοι



— Mαμά, υπάρχουν αληθινά άγγελοι; ρώτησε η Λενιώ.
— Δεν ξέρω, μωρό μου. Ίσως ναι, αλλά μάλλον δεν μοιάζουν όπως τους δείχνει αυτό το βιβλίο, είπε η μαμά δείχνοντας το βιβλίο που ξεφύλλιζε η τετράχρονη Λενιώ.
— Εγώ θα πάω να ψάξω για να δω αν υπάρχουν και πώς είναι, είπε με παιδικό πείσμα η μικρή.
— Δεν είναι άσχημη ιδέα. Τι θα έλεγες να έρθω κι εγώ μαζί σου, μωρό μου;
— Δεν είμαι μωρό πια! Κοίτα πόσο ψηλή είμαι!
— Έχεις δίκιο, αλλά είναι τόσο ωραία μέρα, που θα ήθελα κι εγώ να κάνω μια βόλτα.
Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί, το κοριτσάκι τρέχοντας και πηδώντας, κι η μαμά σέρνοντας το κουτσό πόδι της.
Ξαφνικά βλέπουν να έρχεται ένα άλογο, που το ίππευε μια πεντάμορφη κοπέλα με ξανθά μαλλιά, φορτωμένη με διαμάντια και κοσμήματα στον λαιμό και στα μπράτσα.
— Είσαι άγγελος; την ρώτησε η Λενιώ όταν πλησίασε.
Η κοπέλα δεν απάντησε, αλλά κοίταξε λοξά και παγωμένα το παιδί. Ύστερα έδωσε μια στα σπιρούνια του αλόγου και αυτό τινάχτηκε μπροστά σαν αστραπή γεμίζοντας με σκόνη την κακόμοιρη τη Λενιώ.
Η μαμά της την πήρε αγκαλιά και της καθάρισε τα χείλη, το πρόσωπο και τα ρούχα από τη σκόνη.
— Δεν ήταν άγγελος, είπε η Λενιώ.
— Μάλλον όχι, συμφώνησε η μητέρα.
Συνέχισαν τον δρόμο τους, το κορίτσι πηδώντας και τρέχοντας και η μητέρα σέρνοντας το κουτσό πόδι της.
Στη στροφή του δρόμου αντάμωσαν μια όμορφη κοπέλα ντυμένη στα ολόλευκα. Τα μάτια της ήταν φωτεινά σαν αστέρια και το πρόσωπό της λευκό σαν το χιόνι.
Η Λενιώ έτρεξε και την αγκάλιασε:
— Εσύ είσαι πραγματικά άγγελος, της είπε. Τώρα είμαι σίγουρη.
— Παλιόπαιδο! έκανε αυτή θυμωμένη. Μου λέρωσες το ολόλευκο φόρεμά μου! Πώς θα συναντήσω τώρα τον πρίγκιπα;
Πραγματικά εκείνη τη στιγμή φάνηκε από μακριά ένας πρίγκιπας καβάλα στο άσπρο άλογό του. Η κοπέλα έσπρωξε βίαια τη μικρή από την αγκαλιά της, χωρίς καν να της περνά από το μυαλό πόσο πιο ελκυστική θα ήταν στα μάτια του νέου με ένα παιδί στην αγκαλιά.
Η Λενιώ βρέθηκε για άλλη μια φορά χάμω, με σκόνη στα χείλη, στο πρόσωπο και στο φόρεμά της. Έβαλε τα κλάματα. Η μητέρα της την πήρε αγκαλιά και της σκούπισε τα ρούχα και τα δακρυσμένα μάτια.
— Ούτε αυτή ήταν άγγελος! έβγαλε το συμπέρασμα.
— Μάλλον όχι, ξανάπε η μητέρα. Ας βαδίσουμε όμως ακόμα λίγο. Μπορεί να βρούμε κάπου ένα πραγματικό άγγελο.
— Όχι, μαμά. Νιώθω τόσο κουρασμένη! Πώς θα γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι μας;
— Γιατί νομίζεις ότι ήρθα μαζί σου; Θα σε πάω εγώ αγκαλιά!
Με το κοριτσάκι σφιχτά στην αγκαλιά της η μητέρα πήρε τον δρόμο της επιστροφής, τραγουδώντας του με χαμηλή φωνή τα αγαπημένα του τραγούδια.
Ξαφνικά η Λενιώ σήκωσε το κεφαλάκι της από τον ώμο της μάνας της και την κοίταξε στα μάτια:
— Μανούλα, μήπως είσαι εσύ ο άγγελος;
— Τι σκέψη κι αυτή, Λενιώ! Πού ακούστηκε άγγελος με μάλλινο φουστάνι; απάντησε η μητέρα γελώντας καλόκαρδα!

 Στον ζωολογικό κήπο


Ένας άντρας και η σύζυγός του πήγαν στο ζωολογικό κήπο. Εκεί είδαν έναν αρσενικό πίθηκο να αγκαλιάζει με πάθος τη σύντροφό του. Η γυναίκα νοσταλγικά, είπε:
- Τι ρομαντικό!
Τότε είδαν ένα λιοντάρι και τη λιονταρίνα του να είναι απόμακρα μεταξύ τους. Το λιοντάρι ήταν σιωπηλό και μόνο στη γωνία του σαν να μην υπήρχε η λέαινα.
Η σύζυγός γυρνάει και λέει στον άντρα της:
- Τι θλιβερή σκηνή χωρίς αγάπη! Τότε ο σύζυγός της λέει:
- Ρίξε αυτή την πέτρα στη λιονταρίνα και πρόσεξε!
Μόλις η γυναίκα πέταξε την πέτρα, το αρσενικό λιοντάρι πήδηξε για να υπερασπιστεί τη λιονταρίνα του!
Αμέσως μετά παίρνει μια πέτρα ο άντρας και την πετάει προς το μέρος της θηλυκής πιθήκου. Αντιλαμβανόμενος την πέτρα ο αρσενικός πίθηκος παρατάει την σύντροφό του και τρέχει μακριά φοβισμένος.
Ο σύζυγος γυρνάει και λέει:
- Μην ξεγελιέσαι από αυτό που βλέπεις ως ρομαντισμό σε μερικούς. Είναι συχνά μια παραπλανητική πτυχή, που κρύβει μια κενή καρδιά. Υπάρχουν άλλοι αντίθετα που δεν δείχνουν τίποτα, αλλά οι καρδιές τους είναι γεμάτες ειλικρινή αγάπη!
Δυστυχώς μάλλον οι περισσότεροι από εμάς μοιάζουμε με τον πίθηκο περισσότερο, παρά με το λιοντάρι.

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

 Το τέλος του ληστή



Μια φορά πιάσανε έναν ληστή και τον καταδικάσανε σε θάνατο με απαγχονισμό, γιατί καθώς έκλεβε προσπάθησε κάποιος να τον εμποδίσει κι εκείνος τον σκότωσε. Οπότε καταδικάστηκε και για φόνο, όχι μόνο για τις κλοπές που είχε κάνει.
Εκεί που ήταν έτοιμος να ανεβεί στην κρεμάλα, μπροστά στα βλέμματα πλήθους κόσμου που παρακολουθούσε, ήρθε η μητέρα του και έκλαιγε φωνάζοντας:
- Καημένο μου παιδί, τί σου έμελλε να πάθεις!
Όταν ο δήμιος ρώτησε τον ληστή για το ποια είναι η τελευταία του επιθυμία, ο ληστής ζήτησε να του επιτραπεί να φιλήσει για τελευταία φορά τη μητέρα του.
Πλησίασε λοιπόν η μητέρα τον γιο της κι εκείνος της ζήτησε να του επιτρέψει να την φιλήσει στη γλώσσα της. Παραξενευμένη η μάνα το δέχτηκε και έγειρε το πρόσωπό της με τη γλώσσα της παρατεταμένη, για να δεχθεί το φιλί του γιου της.
Ο γιος με μια ξαφνική κίνηση απέκοψε με τα δόντια τη γλώσσα της μάνας του και την έφτυσε στα πόδια της!
Ο κόσμος όλος που παρακολουθούσε τη σκηνή έμεινε κατάπληκτος και ζήτησαν να μάθουν γιατί το έκανε αυτό.
Τότε ο κλέφτης είπε:
- Ακούστε ολόκληρη την ιστορία μου, αφού θέλετε να μάθετε. Όταν πήγα μικρός στο σχολείο, στην πρώτη τάξη άρχισα να κλέβω από τους συμμαθητές μου διάφορα μικροπράγματα, ένα μολύβι, μια σβήστρα, μια ξύστρα. Ποτέ η μάνα μου, που έβλεπε να φέρνω στο σπίτι πράγματα που δεν ήταν δικά μου, δεν με χτύπησε ούτε με μάλωσε, αλλά μου έλεγε και “ Μπράβο! Μόνο πρόσεξε να μην καταλάβουν πως εσύ είσαι αυτός που κλέβει ”.
Στη δευτέρα τάξη άρχισα να κλέβω πανωφόρια παιδιών από την κρεμάστρα, πάλι αυτή, η μάνα μου, δεν με μάλωσε, συνέχιζε να με συγχαίρει και να μου θυμίζει πως δεν πρέπει να μάθει κανείς πως είμαι εγώ ο κλέφτης.
Την συνέχει την καταλαβαίνετε όλοι σας. Σε κάθε τάξη που πήγαινα στο σχολείο, έκλεβα όλο και ακριβότερα πράγματα, κι αυτή, η μάνα μου που βλέπετε, χαιρόταν.
Σαν τελείωσα το σχολείο, το είχα πια καμάρι μου να κλέβω και να μη με πιάνουνε. Έφτασα να ζω μονάχα με την κλεψιά.
Έτσι έφτασα να κάνω και φόνο, που γι’ αυτό με πιάσατε και θα με κρεμάσετε.
Γι’ αυτό της αξίζει που της έκοψα με τα δόντια μου τη γλώσσα της, επειδή αν αυτή η γλώσσα αντί να με επαινέσει την πρώτη φορά που έκλεψα, με μάλωνε και μου εξηγούσε πόσο κακό είναι αυτό που κάνω, τότε σίγουρα δεν θα βρισκόμουν σήμερα μπροστά σας, περιμένοντας τον θάνατό μου!
Όπως της έκοψα τώρα τη γλώσσα έτσι και αυτή έπρεπε να έκοβε το κακό στη ρίζα του, όσο ήταν καιρός”.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

Ανάγκες κι επιθυμίες


Κάποτε στην Ινδία ένας πλούσιος αποφάσισε να εγκαταλείψει τα πλούτη του και να ασκητέψει. Μια και στη χώρα αυτή ο καιρός είναι πάντα ζεστός, σκέφτηκε ότι το μόνο που θα χρειαζόταν χειμώνα-καλοκαίρι, ήταν ένα κομμάτι ρούχο γύρω από τη μέση του.
Διάλεξε μια ερημική περιοχή και έφτιαξε την πιο απλή καλύβα, για να τον προστατεύει από τον ήλιο και τη βροχή.
Τις πρώτες μέρες τις πέρασε ξέγνοιαστα. Μετά όμως άρχισε να ανησυχεί μήπως τα ποντίκια, που είχαν μαζευτεί από τα λίγα ψίχουλα που έπεφταν από το απλό δείπνο του, του έτρωγαν το πανί που φορούσε στη μέση του, όταν αυτός κοιμόταν.
— Χρειάζομαι μια γάτα να κυνηγά τα ποντίκια, αποφάσισε. Πήγε στο κοντινό χωριό και πήρε ένα γατάκι.
Σε λίγες μέρες όμως είδε ότι το γατάκι όλο κι αδυνάτιζε.
«Πώς δεν το είχα σκεφτεί!» συλλογίστηκε. «Το γατάκι χρειάζεται γάλα για να μεγαλώσει».
Πήγε στο χωριό κι αγόρασε μια κατσίκα, για να ταΐζει με το γάλα της το γατάκι του.
Αλλά η ευτυχία του δεν κράτησε πολύ.
«Τι θα γίνει αν η κατσίκα μου φύγει; Και ποιος θα τη βόσκει και θα την ποτίζει;»
Ξαναπήγε στο χωριό και ζήτησε από ένα βοσκόπουλο, να έρθει να του προσέχει την κατσίκα.
— Και πού θα κοιμάμαι; ρώτησε το τσοπανόπουλο. Η καλύβα σου δεν χωρά ούτε εσένα.
Αναγκάστηκε λοιπόν ο ασκητής, να φτιάξει μια νέα καλύβα. Και να πάρει μια υπηρέτρια για να την καθαρίζει και για να μαγειρεύει για το βοσκόπουλο.
Αλλά έπρεπε να χτίσει ένα σπίτι, για να μένει η κοπέλα. Και για να μη νιώθει μοναξιά, αναγκάστηκε να της φέρει και τις φίλες της.
Έτσι έπρεπε να χτίσει ένα μικρό πανδοχείο. Ο πανδοχέας έφερε εκεί και την οικογένειά του και, για να μην τα πολυλογούμε, σε μερικούς μήνες, γύρω από τη φτωχική καλύβα, είχε χτιστεί ένα μικρό χωριό, που σε λίγο έγινε κωμόπολη και σε μερικά χρόνια πολιτεία.
«Όσο πιο πολύ παλεύεις να ικανοποιήσεις τις ανάγκες και τις επιθυμίες σου, τόσο περισσότερο τις αυξάνεις», σκέφτηκε ο πρώην ασκητής.