Ύπαρξη – Ανυπαρξία του Θεού
Εάν μπορούσε κάποιος και αποδείκνυε με την λογική την ύπαρξη του Θεού, ουσιαστικά αυτό που θα αποδείκνυε, θα ήταν η ανυπαρξία του Θεού! Εάν οι συνειδητές του αντιλήψεις, που αποτελούνται από κάποιες γνώσεις, που αποκόμισε στην διάρκεια μερικών δεκαετιών, μπορούσαν να χωρέσουν, να ορίσουν και να κατανοήσουν το Απόλυτο, αυτόματα καθιστά ασήμαντο και λυπητερό το ον, που μπορεί και χωράει μέσα στον τόσο περιορισμένο και ατελή ανθρώπινο νου!
Ας σκεφτούμε τι σημαίνει η λέξη Πίστη. Πίστη είναι η περιοχή του μυστηρίου. Όπου υπάρχουν λογικές αποδείξεις, δεν υπάρχει Πίστη. Εκεί στην θέση της Πίστης μπαίνει η γνώση, η αποκάλυψη αντικαθίσταται με την λογική, τα δόγματα αντικαθίστανται με τους συλλογισμούς, η μεταφυσική αντικαθίσταται με τη φυσική. Στις περιπτώσεις που τα οφθαλμοφανή γεγονότα καταγράφονται ένα προς ένα, η Πίστη δεν συμπεριλαμβάνεται. Στον απόλυτο φιλοσοφικό Σκεπτικισμό, αποδεικνύεται με συλλογισμούς, που φαίνονται λογικοί, η καταγραφή των συνεχόμενων αρνήσεων, μέχρι που στο τέλος η κατάληξη είναι η άρνηση της ίδια της άρνησης!
Η Πίστη έχει αναμφίβολες και αναμφισβήτητες αποδείξεις διαφορετικού χαρακτήρα. Είναι η διαισθητική διείσδυση στον υπέρ λογικό άυλο κόσμο, είναι η επικοινωνία του ανθρώπου, ως περιορισμένης προσωπικότητας, με Τον Θεό, που είναι η Απόλυτη Προσωπικότητα, είναι η πραγματική μυστηριακή εμπειρία, η οποία αποκτιέται από άμεση επαφή με τον πνευματικό κόσμο, είναι η εσωτερική αίσθηση της ψυχής, η υποκειμενική γνώση που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και οικεία, με την έννοια της ιδιαίτερης. Εδώ γίνεται κοινωνία με την Θεία Χάρη, που στην γλώσσα της επιστήμης λέγεται, ενέργειες ανωτέρας φύσεως.
Στην κοινωνία με τον Θεό αλλάζει ο ίδιος άνθρωπος, ως υποκείμενο γνώσης και ο πνευματικός του ορίζοντας διευρύνεται αμέτρητα. Χρειάζεται να θυμόμαστε, ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι πιο βαθιά από την λογική του και η γνώση καταλαμβάνει την σφαίρα των συναισθημάτων, όπου η Διάχυτη Αγάπη είναι μια από τις βασικές δυνάμεις κατανοήσεως, που ενώνει το Άπειρο με το περιορισμένο, τον Ζωντανό Θεό με τον άνθρωπο.
Θα μπορούσε κάποιος καλοπροαίρετα να απορήσει, γιατί δεν φανερώνεται ο Θεός στον κόσμο, για να σβήσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες σχετικές με την ύπαρξη Του, να Τον βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας, όπως βλέπουμε τον ήλιο ή τα αστέρια. Σίγουρα τότε θα γινότανε φανερή η ύπαρξή Του στον οποιονδήποτε και κάθε αμφισβήτηση του προσώπου Του θα έπαυε μονομιάς να υφίσταται.
Η απάντηση είναι, πως ο Θεός αποκρύπτει την ύπαρξή Του, για να μην στερήσει στον άνθρωπο την δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στην Πίστη και στην Απιστία και να επιτρέψει στον άνθρωπο, να λύσει το υπαρξιακό πρόβλημα αυτόνομα. Αν δεν υπήρχε τέτοια επιλογή, τότε η Πίστη σαν ελεύθερη πράξη της ψυχής δεν θα μπορούσε να υπάρχει και στην θέση της θα έμπαινε το ηθικά αδιάφορο ολοφάνερο. Ο Θεός δεν μας έβαλε μπροστά στο αναπόφευκτο γεγονός της ύπαρξης Του, επειδή θέλει να Τον ψάχνουμε με την ελεύθερή μας βούληση, επειδή θέλει να προσελκυόμαστε σ’ Αυτόν, επειδή θέλει να διψάμε γι’ Αυτόν. Θέλει να είναι η αγάπη της καρδιάς μας και όχι το αποτέλεσμα μιας λογικής μας ανάλυσης.
Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα της προσωπικής επαφής μαζί Του μέσω της ελεύθερης βούλησης και την έδωσε σε εμάς και μόνο σε εμάς από όλα τα δημιουργήματά του. Αυτή η δυνατότητα προσωπικής επαφής είναι το πιο άξιο και ανώτερο, που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα από τον Δημιουργό και το δημιούργημα. Αυτό και μόνο αποδεικνύει, πως ο άνθρωπος δεν είναι ένα απλό προϊόν δημιουργίας του Θεού, όπως είναι όλα τα υπόλοιπα που Αυτός δημιούργησε, αλλά είναι η αντανάκλαση του Θεού στην γη. Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ελεύθερη βούληση, τότε δεν θα ήταν εικόνα του Θεού. Χωρίς την ελευθερία δεν υφίσταται η ύπαρξη του καλού, χωρίς την ελευθερία υπάρχει μόνο η αναγκαιότητα. Χωρίς προσωπική ελευθερία δεν υπάρχει αγάπη και χωρίς την πνευματική αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει η θέωση, σαν ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Είναι φανερό, ότι ακόμα και ο πιο δυστυχής άνθρωπος δεν θα ήθελε να ανταλλάξει την θέση του με ένα ευτυχισμένο ζώο, το οποίο καθοδηγείται από τα ένστικτα επιβίωσης και μόνο, δίχως να μπορεί να αντιταχθεί στα ένστικτα αυτό.
Φαίνεται ότι η άρνηση της ύπαρξης του Θεού, στην πραγματικότητα είναι κρυφή και βαθιά νοσταλγία για τον Θεό κι αυτοί που αρνούνται την ύπαρξη του Θεού, την αισθάνονται σαν πόνο, αδυνατώντας να καταλάβουνε, από που προέρχεται ο πόνος αυτός. Η καρδιά θρηνεί την μοναξιά της, σαν το μωρό στην κούνια του που θρηνεί, όταν απουσιάζει η ζεστασιά της παρουσίας της μητέρας. Ο νους όμως πετρωμένος μέσα στην υπερηφάνεια του, γοητευμένος από την νεκρή λάμψη του Εωσφόρου, αντιστεκόμενος στην καρδιά την μαλώνει:
- Σώπασε και άσε με στα χέρια του κακού δαίμονα της ζωής μου, δεν θέλω ούτε τον Θεό ούτε καμία άλλη δύναμη, να μ’ εξουσιάζει. Για ποια αιώνια ζωή μου μιλάς; Το μέλλον του σύμπαντος είναι μια μαύρη διαστημική τρύπα, όπου σαν σκιές θα εξαφανιστούν οι κόσμοι και θα εξαφανιστεί η ίδια η ύλη, θα τελειώσει ο χρόνος, αλλά δεν θα έρθει η αιωνιότητα. Θα γίνει η αποκορύφωση του σύμπαντος, που είναι το μέγα Τίποτα!






