Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

Τα τρία ερωτήματα - Λέων Τολστόι


Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε, ότι αν ήξερε πάντοτε την κατάλληλη στιγµή, για να δίνει την αμέριστη προσοχή του, αν ήξερε ποιοι είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι, για να επιζητά την συντροφιά τους και πάνω από όλα αν ήξερε πάντοτε, ποιο είναι το σημαντικότερο πράγµα, που χρειαζότανε να κάνει, δε θα αποτύχαινε, σε ότι επιχειρούσε.
Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το βασίλειό του, ότι θα έδινε σπουδαία αµοιβή σ’ εκείνον που θα του απαντούσε στα ερωτήματα, ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, ποιοι είναι οι πιο αναγκαίοι άνθρωποι και πως θα μπορούσε να ξέρει, ποιό είναι το πιο σπουδαίο πράγµα να κάνει.
Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις στα ερωτήματα.
Σ’ απάντηση του πρώτου ερωτήματος, κάποιοι είπαν ότι, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να φτιάξει προκαταβολικά ένα πρόγραµµα ηµερών, µηνών και ετών και να το ακολουθήσει πιστά. Μόνον έτσι, είπαν αυτοί, θα µπορούσε να γίνει το κάθε τι στην κατάλληλη στιγµή. Άλλοι δήλωσαν ότι θα ήταν αδύνατο να αποφασίσει κανείς εκ των προτέρων την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, αλλά αν δεν αφήσει τον εαυτό του να απορροφηθεί σε µάταιες ενασχολήσεις, θα µπορούσε πάντοτε να προσέχει τι συµβαίνει και τότε να κάνει ότι θα ήταν αναγκαίο. Άλλοι πάλι είπαν, ότι όσο κι αν πρόσεχε ο βασιλιάς ότι συµβαίνει, θα ήταν αδύνατο σε έναν άνθρωπο να αποφασίζει σωστά, ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, γι’ αυτό θα έπρεπε να έχει ένα συµβούλιο από σοφούς ανθρώπους, που θα τον βοηθούσαν να καθορίσει την κατάλληλη στιγµή για κάθε τι.
Αλλά πάλι, άλλοι του είπαν ότι υπάρχουν συγκεκριμένα πράγµατα που δε θα µπορούσαν να περιµένουν να εξεταστούν από ένα συµβούλιο και για τα οποία πρέπει κανείς να αποφασίσει αµέσως, αν θα τα επιχειρήσει ή όχι. Για να µπορεί όµως κανείς να το αποφασίσει αυτό, πρέπει εκ των προτέρων να γνωρίζει, τι πρόκειται να συµβεί. Μόνο µάγοι µπορούν να το κάνουν αυτό και γι’ αυτό, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να συµβουλεύεται µάγους.
Εξ ίσου ποικίλες ήταν οι απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτηµα. Μερικοί είπαν ότι οι άνθρωποι που χρειάζεται περισσότερο ο βασιλιάς είναι οι σύµβουλοί του, άλλοι οι ιερείς, άλλοι οι γιατροί, ενώ άλλοι είπαν, ότι πιο αναγκαίοι είναι οι πολεµιστές.
Στο τρίτο ερώτηµα για το ποιά είναι πιο σπουδαία ενασχόληση, µερικοί απάντησαν, ότι πιο σπουδαίο πράγµα στο κόσµο είναι οι επιστήµες. Άλλοι είπαν, ότι είναι η πολεµική επιδεξιότητα και άλλοι υποστήριξαν, ότι είναι η θρησκευτική λατρεία.
Όλες οι απαντήσεις ήταν διαφορετικές και ο βασιλιάς δε συµφώνησε σε καµία απ’ αυτές και σε καµία δεν έδωσε σηµασία. Αλλά θέλοντας ακόµη να βρει τις σωστές απαντήσεις, αποφάσισε να συµβουλευτεί έναν ερηµίτη πολύ γνωστό για την σοφία του.
Ο ερηµίτης ζούσε σ’ ένα δάσος, απ’ το οποίο δεν αποµακρυνόταν ποτέ και δε δεχόταν παρά τους απλούς ανθρώπους.
Έτσι ο βασιλιάς ντύθηκε απλά ρούχα και πριν φτάσει στο κελί του ερηµίτη, κατέβηκε απ’ τ’ άλογό του, άφησε πίσω τη φρουρά του και πήγε µόνος του. Όταν πλησίασε ο βασιλιάς, ο ερηµίτης έσκαβε τη γη µπροστά στην καλύβα του. Όταν είδε το βασιλιά, τον χαιρέτησε και συνέχισε να σκάβει.
Ο ερηµίτης ήταν άνθρωπος ασθενικός και αδύνατος και κάθε φορά που σφήνωνε την αξίνα του στην γη για να σηκώσει λίγο χώµα, ανάπνεε βαριά.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε:
- Ήρθα σε σένα σοφέ ερηµίτη για να σε ρωτήσω τρία πράγµατα: Πώς θα µάθω να κάνω το κατάλληλο πράγµα στην κατάλληλη στιγµή, ποιοι είναι οι άνθρωποι που χρειάζοµαι περισσότερο και εποµένως ποιους θα πρέπει να προσέχω περισσότερο από τους άλλους και ποιες υποθέσεις είναι πιο σπουδαίες και χρειάζονται περισσότερο προσοχή.
Ο ερηµίτης άκουσε το βασιλιά, αλλά δεν έδωσε καµιά απάντηση. Μόνο έφτυσε στις παλάµες του και ξανάρχισε το σκάψιµο.
- Είσαι κουρασµένος, είπε ο βασιλιάς, σε µε να πάρω την αξίνα και να δουλέψω εγώ λίγο για σένα.
Ο ερημίτης ευχαρίστησε τον βασιλιά και δίνοντας του την αξίνα, κάθησε στο χώμα. Όταν έσκαψε ο βασιλιάς δύο αυλάκια, σταµάτησε και επανέλαβε τα ερωτήµατά του. Ο ερηµίτης και πάλι δεν απάντησε, αλλά σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του να πάρει την αξίνα και είπε:
- Ξεκουράσου τώρα λίγο και άσε µένα να δουλέψω.
Ο βασιλιάς όµως δεν του έδωσε την αξίνα και συνέχισε να σκάβει. Πέρασε µια ώρα και άλλη µια. Ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω απ’ τα δέντρα και ο βασιλιάς στο τέλος σφήνωσε την αξίνα στο χώµα και είπε:
- Ήρθα σε σένα σοφέ άνθρωπε για µια απάντηση στα ερωτήµατά µου. Αν δεν µπορείς να µου δώσεις καµία, πες το µου να γυρίσω στο σπίτι µου.
- Να, κάποιος έρχεται τρέχοντας, είπε ο ερηµίτης, ας δούµε ποιος είναι.
Ο βασιλιάς γύρισε και είδε ένα γενειοφόρο άνδρα να έρχεται τρέχοντας από το δάσος, σφίγγοντας µε τα χέρια του το στοµάχι του, απ’ το οποίο έτρεχε ποτάµι το αίµα. Όταν πλησίασε το βασιλιά, έπεσε λιπόθυµος στο χώµα, βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγµό. Ο βασιλιάς και ο ερηµίτης ξεκούµπωσαν τα ρούχα του. Υπήρξε ένα µεγάλο τραύµα στο στοµάχι του. Ο βασιλιάς το έπλυνε όσο καλύτερα µπορούσε και το έδεσε µε το µαντήλι του και µε µια πετσέτα, που τού έδωσε ο ερηµίτης. Αλλά το αίµα δε σταµατούσε να τρέχει και ο βασιλιάς ξανά και ξανά άλλαζε τον επίδεσµο, µουσκεµένο από καυτό αίµα, τον έπλενε και ξανάδενε το τράυµα. Όταν σταµάτησε να τρέχει το αίµα, ο πληγωµένος συνήλθε και ζήτησε κάτι να πιει. Ο βασιλιάς έφερε φρέσκο νερό και του το έδωσε. Στο µεταξύ ο ήλιος έδυσε και άρχισε να κρυώνουν. Έτσι ο βασιλιάς µε τη βοήθεια του ερηµίτη µετέφερε τον πληγωµένο στην καλύβα και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ο πληγωµένος, έκλεισε τα µάτια του και ησύχασε, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο κουρασµένος απ’ το περπάτηµα και τη δουλεία που είχε κάνε, που κάθισε στο κατώφλι και τον πήρε και αυτόν ο ύπνος τόσο βαθιά, ώστε κοιµήθηκε συνέχεια όλη την καλοκαιριάτικη νύχτα.
Όταν ξύπνησε το πρωί, πέρασε πολλή ώρα πριν µπορέσει να θυµηθεί που ήταν, ή ποιος ήταν ο άγνωστος γενειαφόρος άνδρας που ήταν ξαπλωµένος στο κρεβάτι και τον κοίταζε έντονα και µε φλογισµένα µάτια.
- Συγχώρεσέ µε, είπε ο γενειοφόρος άνδρας µε µια ασθενική φωνή, όταν είδε ότι ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε.
- Δε σε ξέρω και δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω, είπε ο βασιλιάς.
- Εσύ δε µε ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω. Είµαι αυτός ο εχθρός σου, που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση από σένα, γιατί εκτέλεσες τον αδελφό του και κατάσχεσες την περιουσία του. Ήξερα πως είχες πάει µόνος σου να δεις τον ερηµίτη και αποφάσισα να σε σκοτώσω στην επιστροφή. Αλλά πέρασε η ηµέρα και δεν γύρισες. Έτσι βγήκα απ’ την ενέδρα µου και έπεσα στους φρουρούς σου και αυτοί µε αναγνώρισαν και µε τραυµάτισαν. Τους ξέφυγα, αλλά θα είχα πεθάνει απ’ την αιµορραγία, αν εσύ δεν είχες φροντίσει το τραύµα µου. Εγώ ήθελα να σε σκοτώσω κι εσύ µου έσωσες την ζωή. Τώρα, αν ζήσω, κι αν το θέλεις κι εσύ, θα σε υπηρετήσω σαν ο πιο πιστός σου σκλάβος και θα ζητήσω απ’ τους γιους µου να κάνουν το ίδιο. Συγχώρεσέ µε.
Ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστηµένος, που είχε συµφιλιωθεί τόσο εύκολα µε τον εχθρό του και που είχε κάνει ένα φίλο και όχι µόνο τον συγχώρεσε, αλλά είπε ότι θα έστελνε τους υπηρέτες του και το προσωπικό του γιατρό να τον φροντίσουν και υποσχέθηκε να του ξαναδώσει την περιουσία του.
Αφού έφυγε απ’ τον πληγωµένο ο βασιλιάς, πήγε έξω στον εξώστη και κοίταξε τριγύρω να βρει τον ερηµίτη. Ήθελε πριν φύγει, να τον παρακαλέσει ακόµη µια φορά, να απαντήσει στα ερωτήµατα, που του είχε κάνει. Ο ερηµίτης ήταν έξω γονατισµένος και φύτευε σπόρους στ’ αυλάκια, που ‘χαν σκαφτεί την προηγούµενη µέρα.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε:
- Για τελευταία φορά σε παρακαλώ απάντησε στα ερωτήµατά µου, σοφέ άνθρωπε.
- Μα έχουν ήδη απαντηθεί, είπε ο ερηµίτης, σκύβοντας ακόµα στ’ αδύνατα πόδια του και κοιτάζοντας προς το βασιλιά που στεκόταν µπροστά του.
Ο βασιλιάς ρώτησε:
- Πως απαντήθηκαν; Τι εννοείς;
- Αν δεν είχε λυπηθεί χθες την αδυναµία µου και δεν είχες σκάψει για µένα τ’ αυλάκια, αλλά είχες φύγει, αυτός ο άνθρωπος θα σου είχε επιτεθεί και θα είχες μετανιώσει, που δεν έµεινες µαζί µου. Έτσι η πιο σπουδαία στιγµή ήταν, όταν έσκαβες τ’ αυλάκια, εγώ ήµουν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και η περισσότερο σπουδαία ενέργεια ήταν, πως μου έκανες καλό. Ύστερα, όταν αυτός ο άνθρωπος ήρθε σε µας, η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν τον φρόντιζες, γιατί αν δεν είχες δέσει το τραύµα του, θα πέθαινε χωρίς να συµφιλιωθεί µαζί σου. Έτσι αυτό ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και αυτό που έκανες γι’ αυτόν ήταν η πιο σπουδαία δουλειά.
Να θυµάσαι λοιπόν: Υπάρχει µόνο µία στιγµή, που είναι η πιο σπουδαία, το παρόν. Είναι η πιο σπουδαία στιγµή, γιατί είναι η µόνη, πάνω στην οποία έχεις κάποια δύναµη. Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός, µαζί µε τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει, αν θα έχει ποτέ πάρε- δώσε µε κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγµα είναι να του κάνεις καλό, γιατί µόνο γι’αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’ αυτόν τον κόσµο!


tag

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Ένας Ινδιάνικος Μύθος


Ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι - χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.
- Αγαπιόμαστε, αρχίζει ο νέος.
- Και θα παντρευτούμε, λέει εκείνη.
- Και αγαπιόμαστε τόσο, που φοβόμαστε. Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό, κάτι που θα μας εγγυάται, ότι θα είμαστε για πάντα μαζί, που θα μας εξασφαλίσει, ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου. Σε παρακαλούμε σεβάσμιε γέροντα, πες μας τι μπορούμε να κάνουμε!
Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται, που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
- Υπάρχει κάτι, λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα, αλλά είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.
- Δεν μας πειράζει, λένε με μια φωνή και οι δύο.
- Ωραία, ακούστε με τότε, λέει ο μάγος, Ψηλό Σύννεφο, θέλω να ανέβεις στο βουνό της βροντής, που είναι βόρεια από το χωριό μας, μοναχή έχοντας στα χέρια σου μόνο ένα δίχτυ και να αιχμαλωτίσεις την ομορφότερη και δυνατότερη γερακίνα του βουνού και να την φέρεις ζωντανή εδώ την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο.
Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.
- Κι εσύ Άγριε Ταύρε, θέλω να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, που είναι νότια από το χωριό μας, μοναχός έχοντας στα χέρια σου μόνο ένα 
δίχτυ  και να αιχμαλωτίσεις τον πιο άγριο το πιο μεγαλοπρεπή αετό και να το φέρεις ζωντανό εδώ την ίδια μέρα, που θα φέρει το Ψηλό Σύννεφο την γερακίνα.
Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν, για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο.
Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.
Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
Ο μάγος ρωτάει τους δύο νέους:
- Πετούσαν ψηλά τα πουλιά;
- Ναι, βέβαια. Κι εμείς, καταφέραμε να τα αιχμαλωτίσουμε χωρίς να τα πληγώσουμε. Τι χρειάζεται να κάνουμε τώρα; Μήπως να τα σκοτώσουμε και να πιούμε την τιμή από το αίμα τους ή να τα μαγειρέψουμε και να φάμε την γενναιότητα από το κρέας τους;
- Όχι, απαντάει ο γέρος, θέλω να πάρετε τα πουλιά και να δέσετε καλά τα πόδια του ενός με τα πόδια του άλλου. Αφού δέσετε τα πόδια τους, αφήστε τα ελεύθερα να πετάξουν!
Αφού απελευθερώνονται με δεμένα πόδια τα δυο πουλιά προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι, να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα, που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.
- Αυτό είναι το μυστικό, για να είσαστε για πάντα μαζί κι αγαπημένοι, λέει στο νεαρό ζευγάρι ο μάγος. Μην ξεχάσετε ποτέ, αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, μοιάζετε κι εσείς με τον αετό και την γερακίνα. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι!

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

Οι δυο σκύλοι



Μια φορά κι έναν καιρό, δύο σκύλοι μπήκαν, σε διαφορετικό χρόνο ο καθένας, στο ίδιο δωμάτιο. Όταν βγήκε ο πρώτος κουνούσε όλο χαρά την ουρά του και ήταν πολύ χαρούμενος. Όταν βγήκε ο δεύτερος, γρύλιζε και γάβγιζε επιθετικά με θυμό.
Μια γυναίκα που παρατηρούσε τα δυο σκυλιά, μπήκε στο δωμάτιο όλο περιέργεια, για να δει τι ήταν αυτό, που έκανε το ένα σκυλί να είναι τόσο χαρούμενο και το άλλο τόσο θυμωμένο. Προς μεγάλη της έκπληξη διαπίστωσε, ότι το δωμάτιο ήταν γεμάτο καθρέφτες.
Ο πρώτος σκύλος, μπαίνοντας στο δωμάτιο με τους καθρέπτες κι αντικρίζοντας όλους τους άλλους σκύλους, χάρηκε κι άρχισε να κουνάει την ουρά του και να γαβγίζει φιλικά. Αμέσως τότε οι άλλοι σκύλοι που έβλεπε, ανταποκρίθηκαν στην χαρούμενη αντίδραση του και έκαναν ακριβώς το ίδιο με αυτόν. Έτσι ο πρώτος σκύλος κρατώντας την καλή διάθεση, βγήκε από το δωμάτιο.
Αντίθετα ο δεύτερος σκύλος μόλις είδε τους σκύλους να τον κοιτούν, γρύλισε θυμωμένος, έδειξε τα δόντια του και ετοιμάστηκε να χιμήξει επάνω τους. Ακριβώς το ίδιο έκαναν και οι άλλοι σκύλοι και έτσι ο δεύτερος σκύλος βγήκε από τον δωμάτιο θυμωμένος κι έτοιμος για καυγά.
Ακριβώς το ίδιο με τους σκύλους, συμβαίνει και στην δική μας ζωή. Θυμώνουμε κι εκνευριζόμαστε με τους άλλους, επειδή η δική μας διάθεση εκείνη τη στιγμή είναι άσχημη, ενώ αντίθετα βλέπουμε χαρούμενους και φιλικούς τους άλλους απέναντί μας, επειδή εμείς επιδεικνύουμε φιλική και χαρούμενη συμπεριφορά. Είμαστε πομποί κι εκπέμπουμε ενέργεια. Αν η ενέργεια που εκπέμπουμε είναι καλή ή κακή δεν το καταλαβαίνουμε από μόνοι μας, αλλά όταν αντιλαμβανόμαστε να εισπράττουμε από τους άλλους αρνητική ή θετική ενέργεια, σημαίνει πως συντονίζονται στην ενέργεια, την οποία εμείς εκπέμπουμε. Αν λοιπόν μας ενοχλεί αυτό που βλέπουμε στο περιβάλλον μας, δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε να το αλλάξουμε. Αν μπορέσουμε να αλλάξουμε τον δικό μας εαυτό, τότε θα παρατηρήσουμε πως αλλάζει και το περιβάλλον γύρω μας!

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Η ξυπόλητη κυριούλα


Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν, ακόμη κι αν είναι μεγάλη γιορτή.
Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι, σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα, περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας, δεν μίλησε.
Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα, στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου». Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία, που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντιζε τη μητέρα της!
Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα, που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι συντηρητικοί πολιτικοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. «Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος, που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους, που τους βοηθούσε να λένε τόσο μεγάλα, βαθυστόχαστα λόγια!
Κάποιος κύριος, που άκουγε τις παραπάνω στιχομυθίες, έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, να αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του με κρυφή υπερηφάνεια, επειδή αυτός ήταν άνθρωπος των έργων κι όχι των λόγων!
Μια καλοντυμένη κυρία που πρόσεξε όλα αυτά, άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ να απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού σε παρακαλώ να δώσεις, ότι χρειάζεται η κυρούλα αυτή».
Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και φορούσε ένα μάλλινο σκούφο, που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσικής. Ο νέος κουνούσε το σώμα του ρυθμικά, στο σκοπό της μουσικής, που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Μόλις πρόσεξε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό, για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα!
Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα κορδόνια των παπουτσιών του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.
Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε:
- Όχι, μαμά τον είδα πολύ καθαρά. Ήταν άνθρωπος!»

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Ο πατέρας που δούλευε πολύ


Ο πατέρας ήταν σκληρά εργαζόμενος. Δούλευε ως διανομέας για να βγάζει τα προς το ζην για τον ίδιο, τη σύζυγο και τα τρία παιδιά τους. Τα απογεύματα τα περνούσε παρακολουθώντας σεμινάρια, επιδιώκοντας να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις, έτσι ώστε να καταφέρει μια ημέρα να βρει μια καλύτερη δουλειά.
Μόνο τις Κυριακές είχε λίγο διαθέσιμο χρόνο για να περάσει μαζί με την οικογένειά του. Εργαζόταν και μελετούσε πολύ σκληρά, γιατί ήθελε να βγάλει πολλά χρήματα, ώστε να προσφέρει στην οικογένειά του ότι επιθυμούσαν.
Όταν η οικογένεια του παραπονιότανε, ότι δεν ξόδευε αρκετό χρόνο μαζί τους, η απάντηση του ήταν, πως εργάζεται σκληρά, γιατί νοιάζεται γι’ αυτούς και δεν θέλει να τους λείψει τίποτε!
Όμως κατά βάθος αντιλαμβανότανε, πως και σ’ αυτόν έλειπε η οικογένειά του και ποθούσε να μπορούσε, να περνάει περισσότερο χρόνο μαζί τους.
Η ημέρα έφτασε και ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού που είχε λάβει μέρος. Προς μεγάλη χαρά του πατέρα, πέρασε από τους πρώτους και έπιασε μια καλύτερη δουλειά. Λίγο μετά, του προσφέρθηκε προαγωγή, και αμειβόταν πια καλά.
Το όνειρο του έγινε πραγματικότητα. Θα μπορούσε πια να προσφέρει την οικογένειά του κάποιες μικρές πολυτέλειες, όπως ωραία ρούχα, καλό φαγητό και διακοπές στο εξωτερικό.
Ωστόσο, η οικογένεια εξακολουθούσε να μην βλέπει τον πατέρα το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας. Αυτός συνέχιζε να εργάζεται πολύ σκληρά, ελπίζοντας να προαχθεί στη θέση του διευθυντή. Μάλιστα για να αυξήσει τις πιθανότητες να το πετύχει, γράφτηκε στο ανοικτό πανεπιστήμιο και μελετούσε πολύ.
Και πάλι, κάθε φορά που η οικογένεια παραπονιότανε, ότι δεν ξοδεύει αρκετό χρόνο μαζί τους, η απάντηση ήταν ότι το έκανε για αυτούς. Στην πραγματικότητα, πράγματι ποθούσε να περνάει περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του.
Η σκληρή προσπάθεια του πατέρα απέδωσε καρπούς και προήχθη. Αισθανόμενος μεγάλη περηφάνια, αποφάσισε να προσλάβει μια καθαρίστρια, για να ξεκουράσει τη σύζυγό του από τις οικιακές εργασίες. Επίσης θεώρησε, ότι τα τρία δωμάτια στο διαμέρισμά τους δεν ήταν πλέον αρκετά μεγάλα, οπότε αγόρασε ένα μεγαλύτερο σπίτι με όλες τις ανέσεις.
Έχοντας ήδη δρέψει τους καρπούς της σκληρής δουλειάς του αρκετές φορές, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές παράλληλα με τη δουλειά του. Η οικογένεια πλέον δεν τον έβλεπε ούτε τις Κυριακές, επειδή χρειαζότανε να βρίσκεται με πελάτες της εταιρείας σε επαγγελματικά γεύματα και δείπνα.
Και πάλι, κάθε φορά που η οικογένεια τον κατηγορούσε ότι δεν ξοδεύει αρκετό χρόνο μαζί τους, η απάντηση ήταν ότι τα κάνει όλα αυτά για αυτούς. Παρόλο που ποθούσε να περνάει περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η σκληρή δουλειά του πατέρα απέδωσε ξανά καρπούς, και αγόρασε ένα πολύ όμορφο εξοχικό πάνω σε μια παραδεισένια ακρογιαλιά. Το πρώτο Σάββατο, που μαζεύτηκε όλη η οικογένεια στο εξοχικό, ο πατέρας ανακοίνωσε στην οικογένειά του, ότι αποφάσισε να σταματήσει την επιδίωξη καλύτερης θέσης στην εταιρεία. Θα μείωνε πολύ τις ώρες εργασίας. Είχε αποφασίσει να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην οικογένειά του.
Το επόμενο πρωινό ο πατέρας δεν ξύπνησε!

Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

Η μονόφθαλμη μάνα


Κάθε φορά που κυκλοφορούσε μαζί με την μητέρα του, ένιωθε πολύ άβολα. Ντρεπότανε, να τον βλέπει ο κόσμος μαζί της!
Όταν χρειαζόταν να έρθει εκείνη στο σχολείο, ο Γιώργος εξαφανιζόταν, για να μην την συναντήσει. Κάθε φορά που τον έβλεπαν οι συμμαθητές του μαζί της, τον κορόιδευαν:
- Να ο Γιώργος με την μονόφθαλμη μάνα!
Η κυρία Τασία είχε μόνο ένα μάτι. Η θέση του άλλου ματιού ήταν πάντα κλειστή. Σαν τάφος!
- Σου έχω πει, να μην έρχεσαι στο σχολείο. Τι δεν καταλαβαίνεις, της έλεγε κάθε φορά και κλεινόταν στο δωμάτιο του, χτυπώντας πίσω του την πόρτα, κατάμουτρα στο πρόσωπό της μάνας του!
Ένα πρωινό καθώς ο μικρός Γιώργος πήγε στη κουζίνα, για να φάει το πρωινό του, την είδε να κλαίει ήσυχα, σαν απαλή βροχούλα.
Δίχως να της μιλήσει, βγήκε από τη κουζίνα. Επέστρεψε στο δωμάτιο του. Εκεί υποσχέθηκε στον εαυτό του, να γίνει μεγάλος, επιτυχημένος. Να ξεφύγει από την μονόφθαλμη μάνα του και την μεγάλη φτώχεια τους!
Ο Γιώργος εργάστηκε σκληρά. Μετακόμισε σε άλλη πόλη. Έγινε πετυχημένο στέλεχος πολυεθνικής εταιρείας. Παντρεύτηκε. Έχει δυο παιδιά και ζει σε ένα σπίτι, που δεν του θυμίζει καθόλου το σπίτι της μητέρας του.
Μια μέρα χτύπησε η πόρτα. Ο Γιώργος άνοιξε. Στη θέα της μάνας του έγινε έξαλλος.
- Τι θέλεις; Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ! Τ ακούς; Καμία!
- Συγνώμη, μάλλον έκανα λάθος στο σπίτι, είπε η κυρία Τασία κι έφυγε.
- Ευτυχώς δεν με γνώρισε, σκέφτηκε ο Γιώργος
Τον επόμενο μήνα ο Γιώργος πήγε στην παλιά του γειτονιά, επειδή είχαν συγκέντρωση οι παλιοί συμμαθητές κι έκρινε, πως θα ήταν καλό γι’ αυτόν να συμμετάσχει, παρά το γεγονός, πως δεν είχε καμία καλή ανάμνηση. Ήταν μια ευκαιρία γι’ αυτόν μέσα από τον κύκλο των παλιών του συμμαθητών, να αναζητήσει γνωριμίες και διασυνδέσεις, που ίσως αποδεικνυότανε χρήσιμες για την δουλειά του!
Η βραδιά πλησίαζε στη λήξη της, όταν ένας παλιός συμμαθητής του, εμφανώς αναστατωμένος μετά από μια κλήση που είχε στο κινητό του, είπε στον Γιώργο, ότι βρέθηκε η μητέρα του πεσμένη στο πάτωμα του σπιτιού της από μια γειτόνισσα. Δυστυχώς είχε πεθάνει κι έψαχναν τον Γιώργο, για να τον ειδοποιήσουν σχετικά.
Όταν πήγε στο σπίτι της κυρίας Τασίας ο Γιώργος, βρήκε κάποιους λίγους γείτονες να τον περιμένουν. Ο Γιώργος έριξε ένα βιαστικό βλέμμα στην νεκρή μητέρα του, χωρίς να κυλήσει ούτε ένα δάκρυ από τα μάτια του!
Ένας παλιός γείτονας, που αμυδρά θυμότανε ο Γιώργος, τον πλησίασε, έβαλε το χέρι του στον ώμο του, τον συλλυπήθηκε και του είπε :
- Η γυναίκα μου βρήκε την μητέρα σου νεκρή στο πάτωμα. Επειδή έμενε η κυρία Τασία μόνη στο σπίτι κι εμπιστευότανε την γυναίκα μου, της είχε δώσει ένα κλειδί του σπιτιού και την είχε παρακαλέσει, να έχει το μυαλό της. Από το πρωί η γυναίκα μου δεν είδε τη μητέρα σου, να βγαίνει στην αυλή, όπως το συνήθιζε, τα παραθυρόφυλλα παρέμεναν κλειστά και δεν απαντούσε η μητέρα σου ούτε στο τηλέφωνο, αλλά ούτε και στο κουδούνι της εξώπορτας. Έτσι η γυναίκα μου με το κλειδί της άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε το μακάβριο θέαμα. Δίπλα στο τραπεζάκι ήταν ένα φάκελος, που έγραφε το δικό σου όνομα. Ορίστε πάρε τον!
Ο Γιώργος άνοιξε τον φάκελο, έβγαλε το σημείωμα που υπήρχε μέσα και άρχισε να διαβάζει:
« Γιε μου, μού είναι πολύ δύσκολο, να έρχομαι στο σπίτι σου, για να σε βλέπω. Μόλις έμαθα, ότι γίνεται συγκέντρωση των συμμαθητών σου, σκέφτηκα να έρθω να σε δω. Όμως σταμάτησα. Δεν ήθελα να συνεχίσω, να σε φέρνω σε δύσκολη θέση με το μάτι μου. Να σε προσβάλλω. Όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες κάποιο ατύχημα. Οι γιατροί είπαν, ότι πρέπει να σου αφαιρέσουν το μάτι σου. Σου έδωσα λοιπόν το δικό μου. Ο γιος μου είπα, πρέπει να βλέπει όλον τον κόσμο και όχι τον μισό. Όταν μεγάλωσες και με μάλωνες και με έδιωχνες έλεγα μέσα μου, ότι κατά βάθος με αγαπάς. Παρηγορούμουν. Πόσο θα ήθελα, να ήσουν μικρούλης πάλι και να σε είχα να τριγυρνάς κοντά μου. Μου λείπεις γιε μου. Είσαι ότι πιο πολύτιμο έχω στη ζωή μου!»
Ο Γιώργης για πρώτη φορά στη ζωή του δάκρυσε. Φυσικά για τον άνθρωπο, που έδωσε τα πάντα για εκείνον. Αλλά περισσότερο επειδή λυπήθηκε για την κατάντια του ίδιου του εαυτού του. Μπορεί κάποιος να καταφέρει, να κοροϊδέψει όλον τον κόσμο, αλλά είναι αδύνατον να ξεφύγει από τον εαυτό του!

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Ο βάτραχος μέσα στο νερό



Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, που είναι ενδεχόμενο να μην είναι αληθινή.
Μέσα σε ένα δοχείο με βρασμένο νερό, πετάμε ένα βατραχάκι. Η στάθμη του νερού είναι χαμηλότερη από το ύψος του βατράχου. Ακαριαία το βατραχάκι δίνει έναν πήδο και πετάγεται έξω από το δοχείο με το βρασμένο νερό.
Το ίδιο βατράχι τοποθετείται σε ένα δοχείο με δροσερό νερό, που η στάθμη του πάλι είναι χαμηλότερη από το ύψος του σώματός του. Το βατράχι βρίσκεται μέσα στο στοιχείο του , το νερό, δεν έχει κανέναν λόγο να μην παραμείνει μέσα στο δοχείο και να απολαύσει την εμπειρία. Αρχίζουμε να θερμαίνουμε σταδιακά το δοχείο με το νερό, που μέσα είναι αραχτός ο βάτραχος, με αποτέλεσμα το νερό να αρχίσει να γίνεται περισσότερο θερμό. Που και που φαίνεται πως η επαφή με το ζεστό νερό ενοχλεί τον βάτραχο, αλλά μάλλον γρήγορα εγκλιματίζεται και το συνηθίζει, επειδή συνεχίζει να είναι ξαπλωμένος μέσα στο νερό. Κάποια στιγμή το νερό αρχίζει να βράζει, οπότε και είναι πολύ αργά για το βατράχι, να πηδήξει έξω το νερό. Ακινητοποιείται. Και το βατράχι βράζει ζωντανό!
Η συνήθεια λοιπόν καμιά φορά είναι ο καλύτερος υπηρέτης, αλλά γρήγορα μπορεί να γίνει απαίσιος δυνάστης. Όταν οι αλλαγές εξελίσσονται με αργό ρυθμό, δεν μπορούμε να τις διακρίνουμε εύκολα, με αποτέλεσμα να επαναπαυόμαστε σε μία κατάσταση, όπως και ο βάτραχος που σιγοκάηκε. Οι σταδιακές αλλαγές είναι δύσκολα παρατηρήσιμες, μας κάνουν να πιστεύουμε πως όλα είναι καλά, αλλά ακόμη κι αν μας ενοχλήσουν λίγο, πιστεύουμε πως είναι απλά θέμα χρόνου να επανέλθουν τα πράγματα στην πρότερη καλή κατάσταση. Εθελοτυφλούμε και παραμένουμε απαθείς, όμως το νερό ζεσταίνεται κάθε λεπτό!
Συνήθως αυτό που μας κινητοποιεί, ώστε να αλλάξουμε κάτι στον εαυτό μας, είναι ο πόνος, η θερμοκρασία όπου νιώθουμε, ότι βράζουμε. Ο πόνος λειτουργεί σαν συναγερμός και ειδοποιεί για άμεση δράση, αλλά αν εμείς κωφεύσουμε στον συναγερμό, μπορεί να μην βρούμε τον χρόνο να κινητοποιηθούμε, όταν πλέον το αποφασίσουμε.
Η απόφαση για αλλαγή δεν είναι μία εύκολη υπόθεση. Όταν αλλάζουμε, αποχωριζόμαστε το παλιό, που μας είναι πλέον άχρηστο, αλλά γνώριμο και οικείο, ενώ παράλληλα πηγαίνουμε σε κάτι καινούργιο, που μας είναι ακόμα άγνωστο. Οι άνθρωποι συχνά προτιμάμε τη βεβαιότητα της δυστυχίας, παρά την δυστυχία της αβεβαιότητας.
Αυτό που είναι γνώριμο, μας προσφέρει ασφάλεια και μας παρηγορεί. Όμως, ταυτόχρονα μπορεί να αποτελέσει και παγίδα.