Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Το προπατορικό αμάρτημα κάπως διαφορετικά


Κάποιες φυλές, έχουν προσαρμόσει σύμφωνα με τις δικές τους παραδόσεις την ιστορία της Εύας και του φιδιού, που την παρέσυρε στο προπατορικό αμάρτημα:
Η Εύα περπατούσε στον κήπο της Εδέμ, όταν το φίδι σύρθηκε κοντά της.
- Φάε αυτό το μήλο, είπε το φίδι.
Η Εύα, τηρώντας την εντολή του Θεού, αρνήθηκε.
- Φάε αυτό το μήλο, επέμεινε το φίδι, γιατί πρέπει να γίνεις η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου, για να σε αγαπάει παντοτινά ο άντρας σου!
- Μα είμαι η πιο όμορφη γυναίκα, είπε η Εύα, γιατί δεν υπάρχει καμιά άλλη στον κόσμο εκτός από μένα.
Το φίδι γέλασε:
- Εδώ κάνεις λάθος, φυσικά και δεν είσαι η μόνη γυναίκα στον κόσμο.
Καθώς η Εύα δεν πίστεψε σε αυτό που της είπε το φίδι, εκείνο την οδήγησε στην κορυφή ενός λόφου, όπου βρισκόταν ένα πηγάδι.
- Η γυναίκα βρίσκεται μέσα σε αυτή την σπηλιά. Ο Αδάμ την έκρυψε εδώ, για να μην μπορέσεις να την βρεις!
Η Εύα έσκυψε πάνω από το πηγάδι και αντίκρισε μια πανέμορφη γυναίκα, να την κοιτάζει με μεγάλα εκφραστικά μάτια. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, σε εκείνο το σημείο, η Εύα έφαγε το μήλο, που της πρόσφερε το φίδι!
Σύμφωνα με τις παραδόσεις των φυλών, που λένε την παραπάνω ιστορία, όσοι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, στην αντανάκλαση του νερού του πηγαδιού, παύουν να τον φοβούνται κι επιστρέφουν στον Παράδεισο!

Σάββατο 16 Μαΐου 2020

Ο Αναζητητής της Αλήθειας


Ένας άνθρωπος, σ’ όλη του τη ζωή έψαχνε την Αλήθεια και δεν μπορούσε να τη βρει. Πέρασε απ’ όλες τις χώρες του κόσμου, βρέθηκε στις χώρες του Βορρά, στις χώρες του Νότου και της Δύσης χωρίς αποτέλεσμα.
Κάποια φορά που βρέθηκε σε μια μικρή χώρα της Ανατολής, ένοιωσε κουρασμένος και απελπισμένος και κάθισε κοντά στην είσοδο μιας σπηλιάς. Ξαφνικά, από το εσωτερικό της σπηλιάς ακούστηκε κάποιος θόρυβος σαν γρύλισμα. Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πλησίασε την είσοδο με ένα ξίφος στο χέρι. Ξεχώρισε μια σκοτεινή μορφή, που του φάνηκε, ότι ανήκε σε γυναίκα. Μπήκε στη σπηλιά, όπου βασίλευε φοβερή δυσοσμία. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, είδε πράγματι μια γυναίκα, γριά και αποκρουστική, ρυτιδιασμένη, τριχωτή και βρωμερή.
Εκείνη, σήκωσε προς το μέρος του τα θολά μάτια της και τον ρώτησε, τι θέλει.
– Αναζητώ την Αλήθεια, απάντησε εκείνος.
– Τη βρήκες, του είπε η γριά.
– Εσύ είσαι η Αλήθεια;
– Ναι.
– Πώς μπορώ να είμαι σίγουρος;
Εκείνη του έδωσε αποδείξεις. Ήξερε τα πάντα για αυτόν, το όνομά του, την ηλικία του, τις περιπέτειές του. Ο άνθρωπος έμεινε αποσβολωμένος και απογοητευμένος, ρώτησε με αμηχανία:
– Είσαι τόσο άσχημη! Ποτέ δεν είχα συναντήσει τίποτα πιο τρομερό από εσένα. Όμως όλοι θέλουν, να σε γνωρίσουν! Θα με ρωτήσουν! Πρέπει να τους πω κάτι! Τι να τους πω;
– Πες τους ψέματα, είπε η Αλήθεια, πες τους ότι είμαι νέα και ωραία, και όλοι θα σε πιστέψουν!

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

Ο σαμουράι και η γάτα


Ένας σαμουράι, άγριος πολεμιστής, ψάρευε πλάι σ’ ένα ποτάμι. Έπιασε ένα ψάρι και ετοιμάζονταν να το ψήσει, όταν ένας γάτος, που ήταν καταχωνιασμένος κάτω από έναν θάμνο, έδωσε ένα σάλτο και του έκλεψε τη λεία του. Οργισμένος ο σαμουράι έβγαλε το σπαθί του, ζύγωσε τον γάτο και τον έκοψε στα δύο. Ο πολεμιστής αυτός ήταν ένθερμος βουδιστής και άρχισε να κατατρύχεται από τύψεις, επειδή είχε σκοτώσει ένα πλάσμα της φύσης.
Στην διαδρομή του σαμουράι προς το σπίτι του, το θρόισμα του ανέμου στα αυτιά του ακουγότανε σαν νιαούρισμα, το ίδιο τού ακουγότανε και ο θόρυβος των βημάτων του στη γη, όποιον άνθρωπο συναντούσε στον δρόμο, νόμιζε πως εκείνος νιαούριζε, στα βλέμματα των παιδιών, που έπαιζαν στις αυλές των σπιτιών τους, ο σαμουράι νόμιζε πως έβλεπε νιαουρίσματα.
Τις άλλες μέρες οι φίλοι του επίσης φαινότανε, πως νιαούριζαν αδιάκοπα, σαν τους πλησίαζε. Σ’ όλους τους τόπους, σε όλες τις περιστάσεις, ακούγονταν σπαραξικάρδια νιάου. Τις νύκτες ο σαμουράι ονειρευόταν μονάχα νιάου. Κάθε ήχος, κάθε σκέψη, κάθε πράξη της ζωής του μεταμορφωνόταν σε νιάου!
Η κατάστασή του ολοένα χειροτέρευε. Η ιδεοληψία του τον καταδίωκε και τον βασάνιζε δίχως ανάπαυλα, ακατάπαυστα. Επειδή δεν μπορούσε να βγάλει πέρα όλα αυτά τα νιάου, πήγε σ’ έναν ναό για να ζητήσει συμβουλή από ένα γέρο δάσκαλο του Ζεν.
- Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, λυτρώστε με, βοηθείστε με, τον ικέτεψε.
Ο δάσκαλος Ζεν του αποκρίθηκε:
- Εσείς, ένας πολεμιστής, πως μπορέσατε να πέσετε τόσο χαμηλά; Αν δεν είστε σε θέση να κατανικήσετε μόνος σας όλα αυτά τα νιάου, τότε σας αξίζει μονάχα ο θάνατος. Δεν έχετε άλλη λύση παρά να κάνετε χαρακίρι. Εδώ και τώρα, μπροστά μου. Παρόλα αυτά, είμαι ταγμένος στο Θεό και σας λυπάμαι. Μόλις αρχίσετε να ανοίγετε την κοιλιά σας, θα σας κόψω το κεφάλι με το σπαθί μου, για να συντομεύσω το μαρτύριό σας!
Ο σαμουράι δέχτηκε και, παρόλο που φοβόταν το θάνατο, ετοιμάστηκε για το τελετουργικό χαρακίρι. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ανακάθισε στα γόνατά του, κράτησε το στιλέτο με τα δυο του χέρια και το έστρεψε προς την κοιλιά του.
Ορθός πίσω του, ο Δάσκαλος κράδαινε το δικό του σπαθί:
- Ήρθε η ώρα, του είπε. Εμπρός.
Αργά ο σαμουράι ακούμπησε τη μύτη του σπαθιού πάνω στην κοιλιά του. Πριν προλάβει να σπρώξει το στιλέτο, για να αρχίσει να τρυπάει την σάρκα του, ο Δάσκαλος πήρε ξανά το λόγο:
- Εξακολουθείτε να ακούτε νιαουρίσματα;
- Μπα, όχι τώρα πια. Στ’ αλήθεια, όχι!
- Τότε, αν δεν υπάρχουν πια νιάου, δε χρειάζεται να πεθάνετε.
Στην πραγματικότητα, όλοι μας είμαστε ίδιοι με τούτον τον σαμουράι. Αγχώδεις, βασανισμένοι, φοβισμένοι και διστακτικοί. Τα πάντα μας ταράζουν, ακόμη και το πιο μικρό. Είναι γιατί προσπαθούμε να τοποθετήσουμε τον ψεύτικο εαυτό μας ψηλά, σε ένα δήθεν επίπεδο κι οτιδήποτε θεωρούμε, πως δεν ταιριάζει με το επίπεδό αυτό, γίνεται ένα νιάου, που μας βασανίζει. Όλα όμως τα αυτά τα φανταστικά προβλήματα που μας ταλαιπωρούν, δεν έχουν τη σπουδαιότητα, που τους αποδίδουμε.
Απέναντι στο θάνατο, τι είναι πραγματικά πιο σημαντικό;

Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Για καλό ή για κακό


Ένας φτωχός γέρος ξυλοκόπος κι ο νεαρός γιος του ζούσαν σε μια μικρή καλύβα έξω από ένα χωριό. Κάθε μέρα, ξυπνούσαν με την αυγή και πήγαιναν στο δάσος για να κόψουν ξύλα. Αργά το απόγευμα, τα φόρτωναν σε ένα κάρο και τα κουβαλούσαν στο χωριό, όπου τα πουλούσαν για μερικά νομίσματα.
Το άλογο που τραβούσε το κάρο ήταν πανέμορφο, και τόσο εντυπωσιακό, ώστε οι φήμες για τη δύναμη και την ομορφιά του είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρο το βασίλειο.
Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας ήρθε στο χωριό αναζητώντας το θρυλικό ζώο. Όταν ο γερο-ξυλοκόπος έφτασε οδηγώντας το κάρο, ο πρίγκιπας εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε προσπάθησε να αγοράσει το άλογο, προσφέροντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο γέρος, όμως απάντησε ευγενικά, πως δεν είχε καμία διάθεση, να πουλήσει το αγαπημένο του ζώο. Ευχαριστώντας τον πρίγκιπα για τη γενναιόδωρη προσφορά του, άφησε το χωριό και επέστρεψε στο σπίτι του.
Οι χωριάτες έκριναν πως ο ξυλοκόπος ήταν ηλίθιος, αφού με τα χρήματα του πρίγκιπα αυτός κι ο γιος του θα μπορούσαν να ζήσουν άνετα για όλη την υπόλοιπη ζωή τους.
Μερικές βδομάδες αργότερα, ο γέρος κι ο γιος του ξύπνησαν μια μέρα και ανακάλυψαν, πως το άλογο είχε εξαφανιστεί. Αναγκάστηκαν να σύρουν το κάρο μέχρι το χωριό με τα πόδια. Όταν οι χωριάτες τους είδαν, άρχισαν να κοροϊδεύουν λέγοντας:
- Τα είδες, γέρο; Είχαμε δίκιο. Ήσουν ηλίθιος, που δεν πήρες τα λεφτά του πρίγκιπα, επειδή με αυτή τη συμφορά που σου έτυχε, δεν έχεις πια ούτε λεφτά, ούτε άλογο.
- Αν είναι συμφορά αυτό που μου έτυχε, δεν το ξέρω, είπε ο γέρος. Ξέρω μονάχα, πως το άλογό μου εξαφανίστηκε.
- Τι μας λες τώρα; Αν δεν είναι αυτό συμφορά, τότε ποιο είναι;
Ο γέρος απλώς σήκωσε τους ώμους και γύρισε στην καλύβα με το γιο του.
Πέρασαν κάμποσες μέρες, ώσπου ένα πρωί, την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος, ο γέρος κοίταξε έξω από την πόρτα του και είδε με έκπληξη, πως το άλογό του είχε επιστρέψει, φέρνοντας μαζί του δέκα πανέμορφες άγριες φοράδες. Μαθαίνοντας τα νέα, οι χωριάτες έτρεξαν στον ξυλοκόπο λέγοντας:
- Γέρο, τελικά είχες δίκιο. Δεν ήταν συμφορά και ατυχία, που έχασες το άλογό σου, αλλά αποδείχθηκε μεγάλο καλό για εσένα! Τώρα έχεις αρκετά άλογα, που μπορείς να πουλήσεις!»
- Δεν ξέρω αν είναι καλό, που απόκτησα τόσα άλογα, απάντησε ο γέρος. Το μόνο που ξέρω είναι ότι χαίρομαι, επειδή το άλογό μου ξαναγύρισε και δεν θα χρειάζεται πλέον να σέρνουμε ο γιος μου κι εγώ το κάρο.
- Ασφαλώς και είναι καλό, είπαν οι χωριάτες. Πώς μπορείς να μην το αντιλαμβάνεσαι;
Ξανά ο γέρος γύρισε την πλάτη του κι απομακρύνθηκε, αφήνοντάς τους να σχολιάζουν.
Μια εβδομάδα μετά την επανεμφάνιση του αλόγου, ο γιος του γέρου έπεσε από μια φοράδα, που προσπαθούσε να ημερέψει και τραυματίστηκε βαριά. Μόλις έμαθαν τα νέα, οι χωριάτες έτρεξαν στην καλύβα.
- Γέρο, του είπαν, πάλι είχες δίκιο. Αποδείχθηκε πως ήταν μεγάλη ατυχία, που το άλογό σου έφερε μαζί του τις άγριες φοράδες. Τώρα ο γιος σου θα μείνει όλη του τη ζωή σακάτης και δε θα μπορεί, να σε βοηθήσει στη δουλειά.
- Δεν ξέρω αν είναι ατυχία, απάντησε ο γέρος. Ξέρω μόνο, πως ο γιος μου χτυπήθηκε βαριά. Ποιος ξέρει, τι μπορεί να βγει από κάτι τέτοιο;
Όμως οι χωριάτες συνέχιζαν να επιμένουν, πως ήταν φοβερή ατυχία.
Αρκετούς μήνες αργότερα, στην χώρα που ζούσαν, ξέσπασε πόλεμος. Στρατολόγοι ήρθαν στο χωριό και μάζεψαν όλους τους νεαρούς, που μπορούσαν να πολεμήσουν. Όλους, εκτός από έναν. Άφησαν πίσω το γιο του ξυλοκόπου, που κούτσαινε και δεν μπορούσε φυσικά να γίνει στρατιώτης.
Οι χωριάτες πήγαν και πάλι να βρουν το γέρο με δάκρυα στα μάτια.
- Γέρο, πάλι είχες δίκιο, του είπαν. Δεν ήταν ατυχία, που ο γιος σου έπεσε και χτύπησε. Ήσουν πολύ τυχερός, επειδή τώρα θα τον έχεις κοντά σου, ενώ οι δικοί μας γιοι κινδυνεύουν να σκοτωθούν στον πόλεμο και να μη τους ξαναδούμε ζωντανούς.
- Δε θα μάθετε λοιπόν ποτέ, συγχωριανοί μου, τους είπε ο γέρος με μια βαθιά συμπόνια στη φωνή του. Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν ένα πράγμα είναι ευλογία ή συμφορά, τη στιγμή που αυτό συμβαίνει. Μονάχα ο Θεός μπορεί να το γνωρίζει, επειδή μόνο Αυτός το επιτρέπει να γίνει!

Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Το χρώμα του μπουφάν


Κάποια μέρα, ο καθηγητής της φωτογραφίας, στη διάρκεια του μαθήματος, ρώτησε τους σπουδαστές του,
- Τι χρώμα είναι το μπουφάν που φοράει η Κέιτι;
- Είναι κόκκινο, απάντησαν οι σπουδαστές.
- Ορκίζεστε ότι το χρώμα είναι κόκκινο κι ότι δεν μπορεί να αλλάξει;
- Ορκιζόμαστε! Μόνο αν το βάψουμε με άλλο χρώμα, θα αλλάξει από κόκκινο το μπουφάν, διαβεβαίωσαν οι σπουδαστές.
- Τόσο σίγουροι λοιπόν είσαστε!
Ο καθηγητής προχώρησε στα παράθυρα της αίθουσας, τράβηξε τις βαριές κουρτίνες και σκοτάδι έπεσε στην αίθουσα. Αμέσως μετά ο καθηγητής πάτησε έναν διακόπτη και λευκό φως πλημμύρισε την αίθουσα. Ο καθηγητής ρώτησε ξανά:
- Συνεχίζετε να βλέπετε κόκκινο το χρώμα του μπουφάν;
- Βεβαίως, απάντησαν οι σπουδαστές.
Ο καθηγητής πίεσε έναν διαφορετικό διακόπτη και στη συνέχεια άρχισε να φωτίζει διαδοχικά την αίθουσα με διαφορετικό χρώμα φωτός κάθε φορά, ρωτώντας τους σπουδαστές του, αν συνεχίζουν να βλέπουν να είναι κόκκινο το μπουφάν της Κέιτι.
Παραξενεμένοι εκείνοι απαντούσαν πως δεν έβλεπαν να είναι το μπουφάν κόκκινο, αλλά ανάλογα με το χρώμα του φωτός, που διέλυε το σκοτάδι της αίθουσας, βλέπανε και το μπουφάν να αλλάζει χρώμα και να φαίνεται μπλε, μωβ κλπ.
- Πιστεύω να καταλάβατε, είπε ο καθηγητής, πως το μπουφάν της Κέιτι μπορεί να αλλάξει διάφορα χρώματα, χωρίς κατ’ ανάγκη να βαφεί με μπογιά. Να θυμάστε πως αυτό που είδατε σήμερα, συνέχισε να μιλάει ο καθηγητής, δεν ισχύει μόνο στο χρώμα, αλλά ισχύει και στην ίδια τη ζωή. Να μην είσαστε λοιπόν ποτέ απόλυτα σίγουροι, πως τα πράγματα είναι όπως τα αντιλαμβάνεστε, αλλά να μπορείτε να έχετε μυαλό ανοικτό και να ακούτε τις απόψεις, που υποστηρίζουν κάτι διαφορετικό από αυτό που βλέπετε και πιστεύετε. Βλέπετε καμιά φορά τα πράγματα αλλάζουν, επειδή αλλάζουν οι συνθήκες γύρω τους, οπότε αυτό που γνωρίζατε σαν αλήθεια, να έχει διαφοροποιηθεί με την έλευση νέων δεδομένων ή την τοποθέτησή του σε διαφορετικό πλαίσιο. Αν λοιπόν ερευνήσετε και ανακαλύψετε, πως ότι γνωρίζατε έχει πάψει να ισχύει, μην ντραπείτε να το δεχθείτε και να υιοθετήσετε την νέα γνώση, αλλιώς να συνεχίζετε να πιστεύετε, ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή γνωρίζατε και συνεχίστε την πορεία σας.

Τρίτη 12 Μαΐου 2020

Ένα 20ευρω χαρτονόμισμα


Ο καθηγητής κράτησε ψηλά ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ και ρώτησε τους φοιτητές:
- Θέλει κάποιος από εσάς αυτό το χαρτονόμισμα;
Όλοι στην αίθουσα σήκωσαν πάνω το χέρι. Τότε ο καθηγητής το τσαλάκωσε και ξαναρώτησε:
- Υπάρχει κάποιος, που συνεχίζει να θέλει αυτό το χαρτονόμισμα;
Όλοι στην αίθουσα σήκωσαν πάλι το χέρι τους.
Ο καθηγητής έριξε το χαρτονόμισμα στο πάτωμα και άρχισε να το κλωτσά και να χοροπηδά πάνω του με τα παπούτσια του. Το μάζεψε από το πάτωμα τσαλακωμένο, λερωμένο, λασπωμένο:
- Εξακολουθείτε να θέλετε αυτό το τσαλακωμένο, λερωμένο, λασπωμένο, χαρτονόμισμα των 20 ευρώ;
Όλοι ξανά στην αίθουσα σήκωσαν πάνω το χέρι.
Ο καθηγητής συνέχισε:
- Σήμερα πήρατε ένα μεγάλο μάθημα. Ότι και να έκανα στο χαρτονόμισμα, εσείς πάλι το θέλατε, γιατί δεν έχασε την αξία του. Ακόμη αξίζει 20 Ευρώ!
Πολλές φορές στην ζωή, μας τσαλακώνουν, μας κτυπούν, μας ρίχνουν κάτω στο πάτωμα, μας ποδοπατούν, άνθρωποι και γεγονότα.
Έτσι, μερικές φορές πιστεύουμε, πως πλέον έχουμε χάσει όλη την αξία που έχουμε και η αίσθηση αναξιότητάς μας κάνει, να βυθιζόμαστε στη θλίψη και στην ανημποριά.
Η πραγματική μας όμως αξία δεν μειώνεται και ούτε χάνεται, επειδή βρίσκεται ανεκτίμητη μέσα μας και είναι αυτή, που μας χαρακτηρίζει σαν ανθρώπινα όντα.
Ακόμη και τις μέρες που δεν είμαστε στα καλύτερα μας, η αξία μας παραμένει.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Το σπουργιτάκι


Το σπουργιτάκι
Το μικρό σπουργιτάκι κάθε φορά που ακούει την βροντή της θύελλας, ξαπλώνει στη γη και σηκώνει τα μικροσκοπικά ποδαράκια του προς τον ουρανό.
– Γιατί το κάνεις αυτό, το ρώτησε μια φορά η αλεπού.
– Για να προστατέψω τη γη, που τόσα ζωντανά πλάσματα βρίσκονται πάνω της, απάντησε το σπουργιτάκι. Σηκώνω τα μικρά μου πόδια, για να συγκρατήσω τον ουρανό, σε περίπτωση που φανούμε άτυχοι και ο ουρανός πέσει επάνω μας!
– Τα καχεκτικά ποδαράκια σου να συγκρατήσουν τον απέραντο ουρανό, με απορία και ειρωνεία ρώτησε η αλεπού.
– Ο καθένας εδώ κάτω στη γη χρειάζεται να συγκρατήσει το δικό του κομμάτι του ουρανού, απάντησε το σπουργιτάκι!