Οι δυο μοναχοί
Σε ένα ησυχαστήριο δυο μοναχοί ζούσαν για χρόνια απλά κι αγαπημένα.
Ένα απόγευμα μετά τον Εσπερινό, καθισμένοι στην σκιά του μεγάλου δέντρου της αυλής τους, πρόσεξαν ένα πουλί, που καθότανε στα κλαδιά.
– Τι ωραίο χελιδόνι, είπε ο ένας.
– Μα είναι κόρακας, δεν το βλέπεις, απάντησε ο άλλος.
– Εσύ δεν βλέπεις καλά. Επαναλαμβάνω πως είναι χελιδόνι.
– Μα στραβός είσαι αδελφέ μου και δεν βλέπεις, πως είναι κόρακας;
Χελιδόνι ο ένας, κόρακας ο άλλος σε λίγο ανάψανε τα αίματα και βρέθηκαν σε σφοδρή αντιπαλότητα. Ανταλλάξανε λόγια σκληρά και προσβλητικά, λίγο έλειψε να έρθουν στα χέρια και να χειροδικήσει ο ένας στον άλλο, αλλά ευτυχώς δεν φθάσανε μέχρι εκεί.
Μετά από το γεγονός αυτό οι δρόμοι τους χωρίσανε και η τόσων χρόνων αγαπημένη συμβίωσή τους έληξε με τον χειρότερο τρόπο.
Μετά από καιρό ο ένας από τους δυο μοναχούς δεν άντεξε και εξομολογήθηκε στον πνευματικό του, το περιστατικό που συνέβη, ζήτησε την βοήθειά του και τον παρακάλεσε να του εξηγήσει, πως βρέθηκε σε τόσο σφοδρή αντιπαλότητα με τον μέχρι εκείνη τη στιγμή αγαπημένο συγκάτοικο κι αδελφό του.
Πήρε την εξήγηση:
– Ο διάβολος, που δεν θέλει την ενότητα και την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων, έκανε ώστε ενώ κοιτούσατε και οι δύο το ίδιο πουλί, ο ένας να το βλέπει σαν χελιδόνι κι ο άλλος σαν κόρακα. Οι δυο σας πέσατε στην παγίδα, που σας έστησε ο πονηρός και ο εγωισμός του καθενός σας , παράβλεψε το δέσιμο και την αγάπη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή σας ένωνε και αφήσατε τη διχόνοια να μπει ανάμεσά σας , για ένα ζήτημα ευτελούς σημασίας. Ακόμη και σήμερα ο εγωισμός σας δεν επιτρέπει να βρεθείτε και να ζητήσει συγχώρεση και να συγχωρεθεί ο ένας από τον άλλον!
Δεν είναι λίγες οι φορές που παθαίνουμε το ίδιο. Ωστόσο, αν και μπορούμε να προφασιστούμε χιλιάδες λόγους για να δικαιολογήσουμε τις ενδεχόμενες αστοχίες μας, το να εμμένουμε σ’ αυτές , παρά το γεγονός πως αντιλαμβανόμαστε το λάθος μας και να μην ζητάμε συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών είναι ασυγχώρητη επιλογή. Μόνο με την συγγνώμη και τη συγχώρεση γίνεται η αποτίναξη των δεσμών του εγωισμού και της περηφάνιας μας και μας δίνετε η δυνατότητα της ελευθερίας.
Τι να κάνεις, αλήθεια, το δίκαιό σου, όταν χαλάσεις τη σχέση σου με το συνάνθρωπό σου; Ποιο «δίκαιο» μπορεί να σου δώσει χαρά και ζωή; Γιατί άλλο να αισθανθείς ικανοποίηση με τη «νίκη σου κατά του αντιπάλου» και άλλο να γεμίσει η καρδιά σου με ευρυχωρία και ανάπαυση. Δεν είναι πιο λογικό να θέλεις τα ανώτερα βιώματα; Δεν είναι καλύτερα να αδικηθείς και να νιώσεις ενότητα, παρά να δικαιωθείς και να απομονωθείς;
Το «συγγνώμη» και το «συγχώρα με», που ο Χριστός μάς καλεί να ζητάμε, μας οδηγεί στο δικό Του κόσμο, όπου η ειρήνη της καρδίας και η γλυκύτητα της παρουσίας Του κάνουν πραγματικότητα την «εντός ημών Βασιλεία» Του. Να γιατί είπε, ότι «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί». Αυτή η Βασιλεία γίνεται δωρεά, σ’ όσους μπορούν να συγχωρούν, όπως Εκείνος, να αγαπούν όπως Εκείνος, να πορεύονται δηλαδή όπως Εκείνος!






