Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Κάποτε στην Κρήτη


Η έξυπνη κουρούνα


Μια φορά κι έναν καιρό, μέσα στο δάσος ζούσε μια κουρούνα. Μια μέρα ήταν πολύ διψασμένη, αλλά όσο κι αν έψαχνε, πουθενά δεν έβρισκε νερό. Στο τέλος, πήγε και κάθισε στην κορυφή ενός ψηλού δέντρου κι από κει κοίταζε τριγύρω. Κάπου στο βάθος μακριά είδε έναν κήπο.
"Εκεί θα βρω νερό" σκέφτηκε και πέταξε προς τα κει. Φτάνοντας στον κήπο, βλέπει ένα παλιό πιθάρι.
"Εδώ θα πιω νερό" είπε στον εαυτό της και κάθισε στο στόμιο του πιθαριού.
Πραγματικά το πιθάρι είχε μέσα νερό, αλλά το νερό δεν γέμιζε όλο το πιθάρι, απλά έφτανε περίπου μέχρι το μισό του βάθους του πιθαριού. Έτσι η κουρούνα, όσο κι αν έσκυβε και όσο κι αν τεντωνότανε , δεν μπορούσε να φτάσει στην στάθμη του νερού, για να πιει!
Μια πάπια που τριγυρνούσε στον κήπο και την είδε να προσπαθεί, της είπε:
- Τζάμπα προσπαθείς. Δεν θα τα καταφέρεις. Επιπλέον κινδυνεύεις να πέσεις μέσα στο πιθάρι, να χτυπήσεις, να ζαλιστείς και να μη μπορέσεις να βγεις από εκεί μέσα!
Η κουρούνα την άκουσε, αλλά δεν απάντησε. Λίγο μετά την πλησίασε μια χήνα, που της μίλησε:
- Ε, κουρούνα. Τόση ώρα προσπαθείς και σταγόνα νερό δεν ήπιες. Παράτα τα πια!
Η κουρούνα την άκουσε, αλλά ούτε και σ' αυτήν απάντησε. Σταμάτησε για λίγο την προσπάθεια κι έβαλε το μυαλό της να σκεφτεί. Τότε, μια σπουδαία ιδέα πέρασε από το μυαλό της. Αμέσως άρχισε με το ράμφος της να μαζεύει πετραδάκια και να τα ρίχνει μέσα στο πιθάρι. Το νερό σιγά -σιγά άρχισε να ανεβαίνει. Όσο περισσότερα πετραδάκια έριχνε, τόσο ψηλότερα ανέβαινε το νερό, μέχρι που έφτασε στο στόμιο του πιθαριού. Τότε η κουρούνα βούτηξε μέσα το ράμφος της και ήπιε, ήπιε, μέχρι που ξεδίψασε!

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Η γάτα και το ποντίκι


Μια φορά κι έναν καιρό, αποφάσισαν η γάτα και ο ποντικός να συγκατοικήσουν.
Κάνανε την οικονομία τους και αποταμιεύανε τροφή όσο μπορούσανε, για να περάσουν ένα καλό χειμώνα. Μετά από λίγες εβδομάδες, κατάφεραν να εξοικονομήσουν ένα κουτί λίπος, αλλά δεν ήξεραν, πού ακριβώς έπρεπε να το φυλάξουν. Τελικά, ο ποντικός πρότεινε να το κρύψουν μέσα στην εκκλησία.
Αφού πέρασε λίγος καιρός, ένα πρωινό, σηκώθηκε η γάτα από το κρεβάτι και είπε του ποντικού, ότι επρόκειτο να πάει στην πόλη, για να επισκεφτεί την αδελφή της, που γέννησε ένα γατάκι.
Όταν γύρισε πίσω στο σπίτι, ο ποντικός την καλωσόρισε:
- Γεια σου φίλη μου, τι κάνει η μάνα με το παιδί;
- Πολύ καλά!
- Τι όνομα έχει το νεογέννητο;
- «Μόλις άρχισε! »
- Τι παράξενο όνομα ! Δεν το έχω ξανακούσει!
- Αυτό το όνομα συνηθίζεται να δίνεται στις γάτες, αποκρίθηκε η πονηρή γάτα!
Λίγες βδομάδες αργότερα, η γάτα ξεκίνησε πάλι για την πόλη. Αυτή τη φορά είπε, πως ήθελε να δει την άλλη αδελφή της, που γέννησε κι εκείνη. Το βράδυ επέστρεψε σπίτι και όταν ο ποντικός τη ρώτησε, πώς ονομάζεται το νεογέννητο γατάκι, αυτή απάντησε: «Μισοφαγωμένο».
- Τι όμορφο όνομα, ψέλλισε ο ποντικός χωρίς να σκεφτεί κάτι παραπάνω!
Οι μέρες περνούσαν, η μια πίσω από την άλλη, ώσπου ήρθε πάλι η στιγμή, που η γάτα ξανάφυγε στην πόλη, λέγοντας πάντα την ίδια δικαιολογία, πως μια από τις αδελφές της γέννησε.
Ο ποντικός ήταν ήδη ξαπλωμένος στο κρεβάτι, όταν η γάτα γύρισε σπίτι και του διηγήθηκε, πως το νέο γατάκι ονομάστηκε «Αποτελειωμένο». Το ποντίκι κούνησε το κεφάλι του για το παράξενο όνομα, που άκουσε πάλι και σώπασε. Είχε πια συνηθίσει στο άκουσμα τέτοιων περίεργων, γατίσιων ονομάτων.
Τους επόμενους μήνες, η γάτα δεν ξανακατέβηκε στην πόλη. Δεν προέκυψε πραγματικά καμία νέα γέννα!
Ο χειμώνας ήρθε. Παχύ χιόνι σκέπαζε τη φύση και η αναζήτηση τροφής γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Η γάτα δε μιλούσε καθόλου, το ποντίκι όμως άρχισε να ανησυχεί για την κατάσταση. Έκανε τότε λόγο για το κουτί λίπος, που είχανε αποταμιεύσει για τις κρύες μέρες του χειμώνα και είπε, πως ήρθε η στιγμή να το χρησιμοποιήσουνε.
- Πώς σου φαίνεται γάτα να ανοίξουμε το κουτί με το λίπος, που αποταμιεύσαμε και να το μοιραστούμε;
- Ποιο κουτί; ρώτησε η γάτα.
- Εκείνο που κρύψαμε στην εκκλησία.
- Α ναι, έλα μαζί μου, να το πάρουμε, απάντησε η γάτα.
Όταν έφτασαν στην εκκλησία, το ποντίκι βρήκε το κουτί άδειο και κατάλαβε, ότι η γάτα το ξεγέλασε. Τώρα κατανόησε το νόημα των ονομάτων, «Μόλις άρχισε», «Μισοφαγωμένο» και « Αποτελειωμένο».
Το ποντίκι θύμωσε και κατηγόρησε τη γάτα για κλοπή. Εξάλλου το μισό κουτί λίπος ανήκε σε εκείνο. Η γάτα όμως δε σήκωσε την προσβολή. Άρπαξε το ποντίκι και το δάγκωσε από το κεφάλι και το σκότωσε!
Για να αποκρύψει δε το εκδικητικό φονικό, έφαγε το ποντίκι ολόκληρο, όπως ήταν, με πέτσα και μουστάκια. Όμως το κρέας του ποντικού της άρεσε τόσο πολύ, που από τότε και μέχρι σήμερα κυνηγά τους ποντικούς ασταμάτητα και χωρίς έλεος!

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Ο σκύλος και η παρέα του


Στα πολύ παλιά τα χρόνια, ο σκύλος βαρέθηκε να ζει μόνος του και θέλησε να ζήσει με παρέα. Έτσι, αποφάσισε να ξεκινήσει ένα ταξίδι, ώστε να βρει άλλα ζωντανά και να ζήσει μαζί τους.
Μετά από μέρες, συνάντησε ένα τσακάλι.
- Τι ζώο είσαι εσύ;
- Εγώ είμαι τσακάλι!
- Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;
- Ναι, γιατί όχι;
Κι από εκείνη την ημέρα, το τσακάλι και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε, για να κάνουν βόλτες και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά και το τσακάλι φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου:
- Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να μας ακούσει κανένας λύκος, να έρθει και να μας φάει!
Στον σκύλο δεν άρεσε το φοβιτσιάρικο τσακάλι. Έτσι, το επόμενο κιόλας πρωί, εγκατέλειψε το τσακάλι και άρχισε να ψάχνει άλλο ζώο για παρέα. Εκεί που περπατούσε, συνάντησε έναν λύκο.
- Τι ζώο είσαι εσύ;
- Εγώ είμαι λύκος!
- Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;
Ναι, γιατί όχι;
Κι από εκείνη την ημέρα, ο λύκος και ο σκύλος άρχισαν να ζούνε μαζί. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Αλλά τη νύχτα, ο σκύλος γάβγιζε δυνατά κι ο λύκος φοβότανε, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και είπε του σκύλου.
- Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να μας ακούσει καμία αρκούδα, να έρθει και να μας φάει!
Πάλι πήρε τους δρόμους ο σκύλος, για να βρει άλλη παρέα. Από ότι καταλάβαμε ο σκύλος δεν ήθελε καθόλου μα καθόλου τους φοβιτσιάρηδες! Κάποια στιγμή διασταυρώθηκε ο δρόμος του με τον δρόμο μιας αρκούδας.
- Τι ζώο είσαι εσύ;
- Εγώ είμαι αρκούδα!
- Θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;
- Ναι, γιατί όχι;
Κι άρχισαν λοιπόν να συγκατοικούν ο σκύλος με την αρκούδα. Το βράδυ μαντέψτε όταν γάβγιζε ο σκύλος , φοβότανε η αρκούδα. Μια και δυο φοβήθηκε η αρκούδα το δυνατό γάβγισμα του σκύλου , δεν άντεξε και του είπε:
- Σκύλε, μην γαβγίζεις τόσο δυνατά. Μπορεί να μας ακούσει κανένας άνθρωπος, να έρθει και να μας σκοτώσει!
Κι η αρκούδα είναι φοβιτσιάρα, σκέφτηκε ο σκύλος κι έτσι το άλλο πρωί, εγκατέλειψε και την αρκούδα, συνεχίζοντας το ταξίδι του.
Κάποια στιγμή, ο σκύλος συνάντησε μπροστά του τον άνθρωπο.
- Άνθρωπε θες να ζήσουμε μαζί κάτω από την ίδια στέγη;
- Ναι, αμέ, γιατί όχι!
Κι άρχισαν να μένουν μαζί ο σκύλος με τον άνθρωπο. Το πρωί βγαίνανε μαζί για κυνήγι. Μετά κάνανε τις βόλτες τους και το βράδυ πέφτανε για ύπνο δίπλα-δίπλα. Το πρώτο βράδυ, ο σκύλος άρχισε να γαβγίζει δυνατά και τότε ο άνθρωπος σηκώθηκε, τον πλησίασε και του είπε:
Μπράβο σκύλε, έτσι να γαβγίζεις, δυνατά. Αν περνάει κανένα τσακάλι ή κανένας λύκος ή καμιά αρκούδα, σίγουρα θα φοβηθούν από το γάβγισμά σου και θα φύγουν!
Ο άνθρωπος δεν φοβάται, σκέφτηκε ο σκύλος κι έτσι από τότε ζούνε αχώριστοι μαζί, κάτω από την ίδια στέγη!

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Ο δίκαιος δικαστής


Ήταν μια φορά ένας βασιλιάς, που ήθελε να μάθει αν ήταν αλήθεια, ότι ζούσε στο βασίλειό του ένας δίκαιος δικαστής, που έβρισκε μεμιάς το δίκιο του καθενός. Ο βασιλιάς ντύθηκε έμπορος και τράβηξε για την πολιτεία, όπου ζούσε αυτός ο δικαστής.
Στην είσοδο της πόλης ζήτησε από τον βασιλιά ένας ζητιάνος ελεημοσύνη και αφού ο βασιλιάς του έδωσε, τον παρακάλεσε να τον πάει με το άλογό του στο κέντρο της πόλης. Όταν φθάσανε στο κέντρο της πόλης ο ζητιάνος αρνήθηκε να κατέβει από το άλογο του βασιλιά, υποστηρίζοντας πως αυτό ήταν δικό του!
Γύρω από τους δύο άντρες μαζευτήκανε αργόσχολοι και ακούγοντάς και βλέποντάς τους να μαλώνουν για την ιδιοκτησία του αλόγου, τους συμβούλεψαν να καταφύγουν στον δικαστή, για να βρουν το δίκιό τους.
Ο βασιλιάς με τον ζητιάνο πήγανε στον δικαστή. Εκείνη την ώρα ο δικαστής δίκαζε διάφορες υποθέσεις και περίμεναν οι δυο άντρες τη σειρά τους.
Η πρώτη υπόθεση ήταν η αντιδικία μεταξύ ενός γραμματικού και ενός χωριάτη, οι οποίοι υποστήριζαν πως κάποια γυναίκα ήταν δική τους. Ο δικαστής τους άκουσε και τους δύο προσεκτικά , σώπασε για λίγο και ύστερα είπε:
- Αφήστε τη γυναίκα σ’ εμένα κι ελάτε αύριο, να σας πω την απόφασή μου.
Η επόμενη υπόθεση ήταν η αντιδικία ενός χασάπη κι ενός λαδέμπορα . Ο χασάπης ήταν γεμάτος αίματα και ο λαδάς ήταν γεμάτος λάδια. Ο χασάπης κρατούσε στα χέρια του κάτι νομίσματα, ενώ ο λαδάς έσφιγγε το χέρι του χασάπη.
Ο χασάπης είπε:
-Αγόρασα από αυτόν εδώ τον άνθρωπο λάδι, και την ώρα που έβγαλα το πουγκί μου να πληρώσω, με έπιασε από το χέρι και ήθελε, να μου πάρει όλα τα λεφτά. Εγώ κρατάω στο χέρι τα νομίσματα κι αυτός κρατάει εμένα από το χέρι. Μα τα λεφτά είναι δικά μου κι αυτός είναι κλέφτης.
Ο λαδάς πάλι είπε:
- Λέει ψέματα. Ο χασάπης ήρθε σ’ εμένα ν’ αγοράσει λάδι. Όταν του γέμισα ένα λαγήνι, με παρακάλεσε να του αλλάξω μια λίρα, για να πληρώσει. Έβγαλα τα χρήματα και τ’ ακούμπησα στον πάγκο. Εκείνος τότε άρπαξε τα χρήματα κι ήθελε να το σκάσει. Τότε εγώ τον έπιασα από το χέρι και τον έφερα εδώ.
Ο δικαστής σώπασε για λίγο κι ύστερα είπε:
- Αφήστε τα λεφτά κι ελάτε αύριο.
Όταν ήρθε η σειρά του βασιλιά και του ζητιάνου, είπαν και οι δυο την δική τους εκδοχή και διεκδίκησε ο καθένας του την ιδιοκτησία του αλόγου. Ο δικαστής σκέφτηκε και είπε:
- Αφήστε μου το άλογο κι ελάτε αύριο.
Την άλλη μέρα οι διάδικοι παρουσιαστήκανε μπροστά στον δικαστή, περιμένοντας τις αποφάσεις του. Πρώτοι πλησίασαν ο γραμματικός και ο χωριάτης:
- Πάρε τη γυναίκα σου, είπε στο γραμματικό. Και του χωρικού να του δώσετε πενήντα ραβδιές, είπε στους ραβδούχους ο δικαστής.
Μετά ο δικαστής κάλεσε το χασάπη:
- Τα χρήματα είναι δικά σου. Στον λαδέμπορο να ρίξετε πενήντα ραβδιές, παρήγγειλε στους ραβδούχους ο δικαστής.
Τέλος ο δικαστής κάλεσε τον βασιλιά και τον ζητιάνο.
- Θα γνωρίσεις το άλογό σου ανάμεσα σ’ άλλα είκοσι; ρώτησε ο δικαστής τον βασιλιά.
- Θα το γνωρίσω.
- Κι εσύ;
- Κι εγώ θα το γνωρίσω, είπε ο ζητιάνος.
- Ακολούθησε με , παρήγγειλε ο δικαστής στον βασιλιά.
Πήγανε στο στάβλο. Ο βασιλιάς γνώρισε αμέσως το άλογό του ανάμεσα στ’ άλλα είκοσι και το έδειξε στο δικαστή.
Μετά ο δικαστής κάλεσε το ζητιάνο στο στάβλο και είπε και σ’ αυτόν να αναγνωρίσει το άλογό του. Ο ζητιάνος γνώρισε αμέσως το άλογο και το έδειξε στο δικαστή.
Τότε ο δικαστής γύρισε στη θέση του και είπε στον βασιλιά:
- Το άλογο είναι δικό σου. Να το πάρεις. Όσο για το ζητιάνο, δώστε του πενήντα ραβδιές.
Όταν τέλειωσε το δικαστήριο, ο δικαστής τράβηξε στο σπίτι του κι ο βασιλιάς τον ακολούθησε.
- Τι συμβαίνει λοιπόν; Μήπως δεν είσαι ευχαριστημένος με την απόφασή μου; τον ρώτησε ο δικαστής.
- Όχι, είμαι ευχαριστημένος, είπε ο βασιλιάς. Θέλω μόνο να μάθω, πώς κατάλαβες, πώς η γυναίκα ήταν του γραμματικού κι όχι του χωρικού, πώς τα χρήματα ήταν του χασάπη κι όχι του λαδά και πώς το άλογο ήταν δικό μου κι όχι του ζητιάνου.
- Να πώς έμαθα για τη γυναίκα. Την κάλεσα το πρωί και της είπα "Βάλε μελάνι στο μελανοδοχείο μου". Εκείνη πήρε το μελανοδοχείο, το έπλυνε και σβέλτα έβαλε μελάνι. Πάει να πει, πως τη δουλειά αυτή την είχε συνηθίσει να την κάνει. Επομένως ο γραμματικός είχε δίκιο.
Για τα χρήματα πάλι, να πώς έμαθα την αλήθεια. Έβαλα αποβραδίς τα νομίσματα σε μια κούπα με νερό και σήμερα το πρωί κοίταξα να δω αν υπήρχε λάδι. Αν τα νομίσματα ήταν του λαδά, θα είχανε λάδι από τα χέρια του τα λαδωμένα. Αλλά στο νερό δε βρέθηκε ίχνος λαδιού. Πάει να πει, πως ο χασάπης είχε πει την αλήθεια.
- Για το άλογο ήταν πιο δύσκολο να μάθω την αλήθεια, γιατί ο ζητιάνος, όπως κι εσύ, αναγνώρισε αμέσως το άλογο ανάμεσα στ’ άλλα είκοσι. Μα εγώ δε σας πήγα στο στάβλο, για να δω αν θα γνωρίσετε το άλογο, αλλά για να δω ποιον από τους δυο, θα γνωρίσει το άλογο! Όταν το πλησίασες εσύ, γύρισε το κεφάλι του και το τέντωσε προς εσένα, ενώ όταν το άγγιξε ο ζητιάνος, ζάρωσε τ’ αυτιά του και σήκωσε το πόδι του. Από αυτό κατάλαβα, πως εσύ είσαι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του αλόγου.
Τότε ο βασιλιάς γεμάτος θαυμασμό, του είπε:
- Δεν είμαι έμπορος κύριε δικαστά. Είμαι ο βασιλιάς της χώρας! Ήρθα εδώ, για να δω με τα μάτια μου, αν είναι σωστά, όσα λένε για σένα. Και είδα, πως είσαι στ’ αλήθεια ένας σοφός δικαστής. Ζήτησέ μου, ότι επιθυμείς και θα το έχεις ως ανταμοιβή.
- Δε χρειάζομαι ανταμοιβή, απάντησε ο δικαστής. Είμαι ευχαριστημένος, που με παινεύει ο ίδιος ο βασιλιάς μου!

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Καλοσύνη


Ότι είναι να γίνει, θα γίνει


Κάποτε δόθηκε η ευκαιρία σε έναν ευγενικό και τίμιο έμπορο, να αποκτήσει ένα φορτίο σκόνης χρυσού σε χαμηλή τιμή, ώστε όταν το μεταπωλούσε να τριπλασίαζε την περιουσία του. Αφού μέτρησε προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά, είδε ότι η συμφωνία ήταν επικερδής και η μόνη περίπτωση για να αποτύχει θα ήταν αν η Μοίρα στρεφόταν εναντίον του. Δεν αποκάλυψε την απόφασή του να προβεί στην συμφωνία, ούτε καν στην οικογένειά του, όπως αρμόζει σ' έναν οξυδερκή και προσεκτικό άνθρωπο, που κρατάει προσεκτικά μυστικά τα σχέδιά του , μέχρι να είναι σε θέση να τα υλοποιήσει.
Ένα πρωινό πριν καλά-καλά χαράξει ο έμπορος ξύπνησε τον μεγάλο του γιο, σέλωσαν δύο άλογα και ξεκίνησαν για το σημείο συνάντησης με τους πωλητές του φορτίου χρυσού, αφού είπαν και οι δυο μια σύντομη προσευχή για τον δρόμο. Στο άλογο του πατέρα εκατέρωθεν του σαμαριού υπήρχαν κρεμασμένες δύο δερμάτινες τσάντες, που είχαν μέσα το αντίτιμο για το φορτίο χρυσού.
Το βράδυ σταμάτησαν σ' ένα πανδοχείο, για να φάνε και να περάσουν την νύχτα. Μπαίνοντας στο χάνι, κάθισαν σε ένα τραπέζι και παρήγγειλαν για να φάνε. Δίπλα τους ήταν μια παρέα ανθρώπων, που εμφανώς ήταν μεθυσμένοι . Οι άνθρωποι της παρέας ξαφνικά άρχισαν να βρίζουν, να απειλούν , να μαλώνουν μεταξύ του και άρχισαν να βγαίνουν μαχαίρια.
- Θα γίνει φασαρία, ας φύγουμε, είπε ο έμπορος.
Απομακρύνθηκαν γρήγορα λοιπόν, μέχρι που η φασαρία και οι φωνές δεν ακούγονταν πια. Ο πατέρας σταμάτησε το άλογό του , κάτι συλλογίστηκε και είπε:
- Σταμάτα! Επιστρέφουμε!
Στο πανδοχείο επικρατούσε νεκρική σιγή. Κανένας δεν είχε μείνει ζωντανός. Μόνο πτώματα και λίμνες αίματος. Ο πανδοχέας και οι υπάλληλοι είχαν φύγει ή είχαν κρυφτεί.
Τότε ο έμπορος κατευθύνθηκε στο τραπέζι, που είχαν καθίσει νωρίτερα, σήκωσε από τον πάγκο τις δύο δερμάτινες τσάντες και τις έριξε στον ώμο του. Ο γιος δεν είχε αντιληφθεί ως τότε τις τσάντες, που είχαν αφήσει πίσω στην βιασύνη τους.
Ανέβηκαν πάλι στα άλογά του ο έμπορος και ο γιος του και απομακρύνθηκαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Άρχισε να χαράζει όταν σταμάτησαν σε ένα απόμερο σημείο κι εκεί ο πατέρας άνοιξε τις τσάντες και άρχισε σιωπηλά, να μοιράζει το περιεχόμενο σε δύο ίσα μέρη.
Εξασφαλίζοντας πως η κάθε τσάντα είχε ίσης αξίας περιεχόμενο με την άλλη, ο έμπορος είπε στον γιο του:
- Εδώ είναι δύο ίσα μερίδια. Πάρε όποια τσάντα θέλεις και δέσε την στη σέλα σου. Εσύ θέλω να γυρίσεις στο σπίτι, εγώ θα συνεχίσω, για να συναντήσω τους πωλητές του χρυσού και ίσως τους πίσω να μου δώσουν το μισό φορτίο, αφού έχω το μισό αντίτιμο. Αν δεν γυρίσω σε τρεις μέρες στο σπίτι, μάλλον δεν θα πρόκειται να γυρίσω ποτέ, οπότε θα γίνεις εσύ αρχηγός της οικογένειάς.
Ο μεγάλος γιος επέστρεψε στο πατρικό σπίτι κι επειδή ο πατέρας του δεν εμφανίστηκε, ανέλαβε αυτός την ευθύνη της οικογένειας. Μετά από λίγο καιρό αποφάσισε να πάρει όλη την οικογένεια και να μετοικήσουν στην πρωτεύουσα ενός ισχυρού βασιλείου.
Στο βασίλειο αυτό κάθε χρόνο γινότανε μια μεγάλη γιορτή. Κατά τη διάρκεια της γιορτής υπήρχε το έθιμο, φτωχοί, ορφανά, μοναχικοί ηλικιωμένοι ή ξένοι από μακρινούς τόπους, χωρίς στέγη για την νύχτα, να ήταν προσκαλεσμένοι από τις οικογένειες της πόλης να φάνε και να φιλοξενηθούν στα σπίτια τους. Την παράδοση τιμούσαν εξίσου και τα παλάτια των πλουσίων και οι καλύβες των φτωχών.
Ο πιο έντιμος και σεβάσμιος κάτοικος της πόλης, πριν τη δύση του ήλιου, απευθυνόταν στους συμπολίτες του, παρακαλώντας τους, να στείλουν στο δικό του σπίτι, όσους οι ίδιοι αδυνατούσαν να φιλοξενήσουν. Τα πλούτη αυτού του ανθρώπου ήταν αμύθητα, τα καραβάνια του ταξίδευαν στα πιο μακρινά μέρη της χώρας, τα καράβια του αρμένιζαν σε πολλά μέρη του κόσμου, η ομορφιά απ' τα μαρμάρινα παλάτια του με τους μεγάλους κήπους και τα δροσερά συντριβάνια, θάμπωναν τα μάτια. Ο πλούτος του τού εξασφάλιζε τιμές και σεβασμό, η ευγενική, στοργική ψυχή του και η σοφία του, του εξασφάλιζαν καθολική αγάπη. Οι ελεημοσύνες προς τους φτωχούς, ποτέ δεν μειώνονταν, ποτέ δεν εγκατέλειπε έναν άτυχο φίλο σε στιγμές ανάγκης και οι συμβουλές του στα πιο δύσκολα θέματα ήταν τόσο διορατικές και πολύτιμες, που ακόμα και ο βασιλιάς τις λάμβανε υπόψη του.
Ακούγοντας το αίτημά του, ένας συμπολίτης του είπε:
- Ένας απ' τους υπηρέτες μου, μού διηγήθηκε κάτι, γυρίζοντας απ' τα λουτρά. Ένας ξένος άντρας, υπέργηρος και άπορος, με μόνη περιουσία του μια δερμάτινη σακούλα, τα κουρέλια που έκρυβαν την γύμνια του και παλιά σκισμένα σανδάλια, βγαίνοντας από το λουτρό και αναζητώντας τα υπάρχοντά του, για να ντυθεί και να φύγει, αντιλήφθηκε, πως κάποιος του τα είχε κλέψει! Όλοι οι παρόντες οργίστηκαν και τον συμπόνεσαν αλλά η κατάπληξη που ένιωσαν ξεπέρασε κάθε συναίσθημά τους, όταν είδαν το πρόσωπο τού γέρου να είναι κάθε άλλο παρά λυπημένο ή θυμωμένο. Έλαμπε από χαρά και ευθυμία. Σήκωσε τα χέρια του και ευχαρίστησε το Θεό και την μοίρα με λόγια τόσο εξαίσια, ειλικρινή και παθιασμένα, που σώπασαν έκπληκτοι και απομακρύνθηκαν από εκείνον.
Ο φημισμένος και πλούσιος άντρας κούνησε το κεφάλι του και είπε:
- Δεν ξέρουμε αν είναι τρελός ή άγιος. Φέρε τον στο σπίτι μου φίλε μου όσο πιο σύντομα μπορείς και θα είναι επίτιμος καλεσμένος στο γεύμα μου.
Ο γέρος ζητιάνος οδηγήθηκε στο σπίτι τού πλούσιου άνδρα. Ο οικοδεσπότης τον συνάντησε στην αυλή, πήρε με σεβασμό το χέρι του και υποστηρίζοντάς τον, τον οδήγησε στην τραπεζαρία, όπου τοποθέτησε τον σεβάσμιο άνδρα στην κορυφή του τραπεζιού και πήρε όλα τα πιάτα από τους υπηρέτες, για να σερβίρει τον επίτιμο καλεσμένο με την καλύτερη μερίδα από όλα τα πλούσια εδέσματα.
Όλοι οι παρόντες ήταν ευχαριστημένοι, βλέποντας την λάμψη της ευγένειας στο πρόσωπο του ηλικιωμένου και ο οικοδεσπότης, που συγκινήθηκε απ' τα γκρίζα του μαλλιά και την ήρεμη χαρά του, τον ρώτησε:
- Πες μου, σεβάσμιε, αν μπορώ να σε χαροποιήσω εκπληρώνοντας κάποια ευχή σου μεγάλη ή μικρή.
Και ο γέροντας απάντησε μ' ένα χαμόγελο:
- Φέρε όλα σου τα παιδιά και τα παιδιά των παιδιών σου κοντά μου για να τους δώσω τις ευχές μου!
Και οι τέσσερις μεγάλοι γιοί του φημισμένου εμπόρου και τα εννέα νεαρά εγγόνια του, τον πλησίασαν ένας-ένας κατά ηλικία και ο καθένας γονάτισε μπροστά στα πόδια του και ο γέρος άνδρας έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι του καθενός.
Αφού τελείωσε αυτό το τελετουργικό, ο οικοδεσπότης ζήτησε απ' τον γέροντα να ευλογήσει και τον ίδιο. Εκείνος, όχι μόνο του έδωσε τις ευλογίες του, αλλά τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
Ο φημισμένος έμπορος σηκώθηκε πλημμυρισμένος συναισθήματα και είπε:
- Συγχώρα με σεβάσμιε για την ερώτηση, που θα σου κάνω και πίστεψέ με, δεν με οδηγεί η περιέργεια. Απ' την στιγμή που μπήκες στο σπίτι μου, σε κοιτώ επίμονα, δεν μπορώ να πάρω το βλέμμα μου από το πρόσωπό σου, που μου φαίνεται όλο και πιο οικείο και αγαπητό κάθε στιγμή. Μήπως θυμάσαι, να έχουμε συναντηθεί στο μακρινό παρελθόν;
- Χαίρομαι που μου κάνεις αυτήν την ερώτησή παιδί μου και θα ήθελα να σου κάνω με την σειρά μου μια ερώτηση. Θυμάσαι ένα απόμερο σημείο μέρος τού δάσους, δίπλα σ' ένα ρυάκι, δυο άλογα δεμένα σ' ένα δέντρο και δύο ανθρώπους σ' ένα κυκλικό ξέφωτο - τον πατέρα με τον γιό του - που άδειασαν τις τσάντες τους, που ήταν γεμάτες με πολύτιμους λίθους και χρυσάφι και τα μοίρασαν όλα σε δύο ίσα μέρη;

Κι ο έμπορος γονάτισε στο έδαφος μπροστά στο γέροντα και φίλησε την γη και αναφώνησε καθώς σηκώθηκε:
- Πατέρα μου αγαπημένε, ευχαριστώ τον Θεό τον Μεγαλοδύναμο που σ' έφερε στα μέρη αυτά. Κοίταξε, εδώ είναι το σπίτι σου κι εδώ είμαι κι εγώ με τα παιδιά μου και τους υπηρέτες σου.
Και στάθηκαν αγκαλιασμένοι για ώρα με δάκρυα χαράς να τρέχουν. Όλοι ήταν δακρυσμένοι. Όταν ηρέμησαν, ο σπουδαίος έμπορος, ρώτησε τον πατέρα του:
- Πες μου τώρα πατέρα, γιατί εκείνη την μέρα πριν τόσο πολύ καιρό, μοίρασες όσα είχαμε και γιατί είπες πως θα χωριστούμε για μεγάλο διάστημα, αν όχι για πάντα;
Ο γέροντας απάντησε:
- Όταν ξεκινήσαμε, είχαμε με το μέρος μας απαράμιλλα καλή τύχη, αν θυμάσαι. Δεν έπαυα να ευλογώ τον Θεό από φόβο, πως θα μας ζηλέψει η μοίρα. Όταν επιστρέψαμε σε κείνο το πανδοχείο και βρήκα άθικτες τις τσάντες μας, αν και εκτεθειμένες σε κοινή θέα και σε πιθανή κλοπή, κατάλαβα πως η τύχη είχε ξεπεράσει οτιδήποτε είχε συμβεί ποτέ σε θνητό και ότι μας επιφύλασσε μεγάλη σειρά από ατυχίες και θλίψεις. Για να σώσω εσένα, τον πρωτότοκο γιό μου από την επερχόμενη συμφορά, αποφάσισα να σε αφήσω παίρνοντας την αναπόδραστη μοίρα μου μαζί μου, γιατί όπως λένε, είναι τρελός αυτός, που αναζητάει καταφύγιο από την καταιγίδα κάτω από ένα δέντρο, αυτός που προσελκύει τον κεραυνό. Δες την δυστυχία και την εξαθλίωση που έπεσαν πάνω μου μετά τον χωρισμό μας και πες μου αν δεν φάνηκα μυαλωμένος, που έπραξα έτσι τότε.
Όλοι οι ακροατές υποκλίθηκαν στον ηλικιωμένο, θαυμάζοντας την σοφία του και την μεγάλη του αγάπη για την οικογένεια, που είχε αφήσει.
Ένας από τους μεγαλύτερους και πιο αξιοσέβαστους καλεσμένους τον ρώτησε:
- Γιατί χάρηκες σήμερα τόσο πολύ, αντί να θρηνήσεις, μόλις αντιλήφθηκες, πως τα μοναδικά πράγματα που είχες στην κατοχή σου, τα είχαν κλέψει; Σε ικετεύω, μην εξοργιστείς με την αδιάκριτη ερώτησή μου, αλλά σε παρακαλώ απάντησέ μου.
Ο γέροντας του απάντησε με καλοσυνάτο χαμόγελο:
- Χάρηκα τόσο, γιατί είχε φθάσει για μένα εκείνη η στιγμή, που η μοίρα μου είχε κουραστεί, να με καταδιώκει. Μπορεί κανείς να φανταστεί κάποιο ον πιο άτυχο και άπορο από έναν ζητιάνο, που του κλέβουν την τσάντα με τα υπάρχοντά του; Καμία μεγαλύτερη κακοτυχία δεν θα μπορούσε πλέον, να πέσει πάνω μου. Ορίστε! Δεν είχα δίκιο; Δεν βρήκα την ίδια κιόλας μέρα, τον γιο μου και τα παιδιά του και τα παιδιά των παιδιών του; Και τώρα μπορώ να ζήσω μέχρι το τέλος των ημερών μου μέσα σε αγάπη, ευχαρίστηση και ηρεμία χωρίς φόβο, πως θα προκαλέσω πάνω τους κακή τύχη.
Όλοι υποκλίθηκαν πάλι και φώναξαν με μια φωνή:
- Κισμέτ. Κανένας δεν μπορεί να αποφύγει την μοίρα του, το πεπρωμένο του. Ότι είναι να γίνει, θα γίνει

tag