Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Μικροί Διάλογοι με τον Δάσκαλο


– Πώς η πνευματικότητα μπορεί να βοηθήσει έναν κοσμικό άνθρωπο σαν εμένα; ρώτησε τον Δάσκαλο ένας επιχειρηματίας.
– Θα σε βοηθήσει να γίνεις πιο πλούσιος.
– Με πιο τρόπο;
– Θα σου μάθει να επιθυμείς λιγότερα.


– Θέλω να γίνω δάσκαλος της Αλήθειας.
– Και είσαι έτοιμος να ανέχεσαι τις κοροϊδίες, την απομόνωση και την πείνα μέχρι να γίνεις σαράντα πέντε ετών;
– Ναι, είμαι. Αλλά πες μου τι θα συμβεί μετά από αυτήν την ηλικία.
– Απλά θα το συνηθίσεις.


Ρωτήσανε κάποιον μαθητή:
– Γιατί πήγες στον Δάσκαλο; Μήπως αυτός θα σε βοηθήσει, να κερδίζεις χρήματα για τη ζωή σου;
– Όχι, αλλά με την βοήθειά του θα μάθω, τι πρέπει να κάνω με τη ζωή μου, όταν θα κερδίζω χρήματα!


– Είμαι πλούσιος, αλλά δεν είμαι ευτυχισμένος. Γιατί;
– Γιατί ξοδεύεις πάρα πολύ χρόνο, για να κερδίζεις χρήματα και δεν σου μένει χρόνος , για να χαρίζεις στον πλησίον σου την αγάπη!


– Ποιόν μπορούμε να καλοτυχήσουμε;
– Εκείνον που δεν έχει παραπάνω χρήματα, από όσα χρειάζονται, για να εξυπηρετήσει τις βασικές του ανάγκες επιβίωσης, αλλά και ούτε ελπίδα ή επιθυμία για να τα αποκτήσει, απάντησε ο Δάσκαλος.
Η σύζυγος του ιμάμη


Ήταν κάποτε ένας ιμάμης που, καθώς τα χρόνια περνούσαν, μεγάλωνε η φήμη του, για τα θαυμάσια έργα του στα πνευματικά αλλά και στα πρακτικά ζητήματα.
Κάποια μέρα, αποφάσισε να παντρευτεί. Προς κατάπληξη όλων όσων τον ήξεραν, διάλεξε σαν σύζυγό του τη γυναίκα με το χειρότερο χαρακτήρα σ’ όλη τη γύρω περιοχή!
Κάποιος περιπλανώμενος έμπορος, που τον επισκέφτηκε λίγο καιρό μετά το γάμο του αυτό, δεν μπόρεσε να κρατήσει την περιέργειά του, όταν είδε αυτό τον τόσο καλοσυνάτο άνθρωπο, να τον διακόπτει κάθε τόσο και να τον κριτικάρει μια κουτή γυναίκα.
Παρακάλεσε λοιπόν τον οικοδεσπότη του, να του εξηγήσει την αιτία.
Ο ιμάμης είπε:
«Αδελφέ, όταν βυθίζεσαι κάτω από το φανερό, το επιφανειακό, πολλά πράγματα ξεκαθαρίζουν. Οι πολυλογίες της γυναίκας μου, μπορεί να μ’ εμποδίζουν, να γίνω πολύ κυριαρχικός. Χωρίς αυτήν, η ιδιότητά μου σαν σοφού θα μπορούσε, να με κάνει πολύ αλαζονικό. Εκτός από αυτό, υπάρχει πάντα η πιθανότητα, ότι η γυναίκα αυτή μπορεί να ανακαλύψει, παραβάλλοντας τη δική της συμπεριφορά με τη δική μου, ότι θα μπορούσε να μετριάσει την αγένειά της, τη σκληρότητά της και να εξασφαλίσει έτσι την ουράνια ευλογία της!»
«Η μίμηση του σοφού είναι αληθινά κάτι, που πρέπει να το εξασκεί κανείς», είπε ο έμπορος στον εαυτό του. Είχε συγκινηθεί βαθιά από την εξήγηση του δερβίση και μόλις γύρισε στην πατρίδα του, παντρεύτηκε τη γυναίκα με το χειρότερο χαρακτήρα, που μπορούσε να βρει!
Αυτή τον εξευτέλιζε μπροστά στους φίλους, στους συγγενείς και στους πελάτες του. Αλλά η δική του πραότητα μεγάλωνε πιο πολύ από τη δική της περιφρόνηση και το χλευασμό.
Πριν περάσουν πολλοί μήνες, η γυναίκα του εμπόρου τρελάθηκε. Είχε τόσο πολύ συνηθίσει να τρομοκρατεί τους άλλους, χωρίς να της φέρνουν καμιά αντίδραση, ώστε κάποια μέρα άρχισε έναν καβγά με μια γυναίκα πολύ χειρότερη από αυτή στην κακία  κι εκείνη τη σκότωσε.
Ο χήρος έμπορος ξαναπήρε πάλι τη ζωή της περιπλάνησης και τελικά βρέθηκε άλλη μια φορά στο σπίτι του ιμάμη, όπου και διηγήθηκε την περιπέτεια με τον γάμο του.
Ο ιμάμης είπε:
«Αν με είχες ρωτήσει, αντί να βιαστείς να εφαρμόσεις μιαν αρχή που μισοκατάλαβες, θα σου είχα πει, ότι αυτό δεν ήταν ένας γενικός κανόνας και θα σε συμβούλευα επιπλέον, πώς να το βάλεις σε πράξη στην δική σου  περίπτωση. Προσπαθώντας να κάνεις καλό στον εαυτό σου, έκανες κακό σε άλλους!»

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Μικρά και πνευματώδη


Ζητήσανε από έναν θεατρικό συγγραφέα, να διευκρινίσει ένα δυσνόητο σηµείο κάποιου διαλόγου σε θεατρικό έργο του, που θα ανέβαινε στην θεατρική σκηνή. Ο σκηνοθέτης της παράστασης πίστευε, πως το κοινό δεν θα το καταλάβαινε.
Ο συγγραφέας απάντησε ψυχρά:
«Τότε το κοινό πρέπει να το ξαναδεί και δεύτερη φορά».
Ο σκηνοθέτης αντέτεινε, ότι πολλοί άνθρωποι δεν είχαν τη δυνατότητα να πάνε ούτε µια φορά στο θέατρο, πόσο µάλλον δύο. Ο συγγραφέας του απάντησε ακόµα πιο ψυχρά:
«Τότε να δηµιουργήσουν οι κυβερνώντες ένα κοινωνικό καθεστώς, στο οποίο να μπορούν!»


Κάποιοι με διακριτικό τρόπο πληροφόρησαν έναν ποιητή , πως ένας φίλος του τον κακολογούσε σ' όλο τον κόσμο.
«Αφήστε τον» απάντησε ο ποιητής. «Καλύτερα έτσι. Το κακό θα ήταν να µε κακολογεί όλος ο κόσµος σ' εκείνον».


Στον δεύτερο γάµο της μια κυρία παντρεύτηκε έναν καθηγητή αρχαιολογίας στο πανεπιστήµιο του Λονδίνου.
«Είµαι τυχερή! Παντρεύτηκα αρχαιολόγο. Όσο θα γερνάω, τόσο πιο συναρπαστική θα µε βρίσκει ... »


Τα αυτιά κάποιου ήταν χαρακτηριστικά µεγάλα. Σε κάποιον που τον κορόιδεψε , έδωσε µια πληρωµένη απάντηση:
«Είναι αλήθεια πως για άνθρωπος έχω πολύ µεγάλα αυτιά, αλλά πρέπει να παραδεχτείτε, πως κι εσείς έχετε πολύ µικρά αυτιά για γάιδαρος».
Λούσιμο στον Γάγγη


Μια φορά κι έναν καιρό ένας πάμπτωχος νεαρός αγρότης απεφάσισε να κάνει ένα δώρο στους υπέργηρους γονείς του, να τους πάει να λουστούν για πρώτη και στερνή φορά, στα ιερά νερά του Γάγγη.
Παίρνει ένα χοντρό κλαρί, δένει στα άκρα του δύο ψάθινα καλάθια, βάζει τη μητέρα του στο ένα καλάθι, τον πατέρα του στο άλλο, φορτώνεται το ζυγό στον τράχηλο και ξεκινά για το προσκύνημα.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σε μια εύφορη κοιλάδα.
Eκεί είχε βγει για κυνήγι τίγρη, μαζί με τους αυλικούς του, ο μαχαραγιάς της περιοχής, ο οποίος, βλέποντας κάτι να σαλεύει ανάμεσα στα φυλλώματα, σημαδεύει με το τόξο του και σκοτώνει το νεαρό αγρότη.
Πλησιάζει αντικρίζει τον νεκρό και την παράξενη πατέντα του.
Mέσα από τα καλάθια ακούει αδύναμα κλαψουρίσματα. Eίναι τα σαστισμένα γεροντάκια, που σηκώνουν τα κεφαλάκια τους σαν τις κόμπρες και του αφηγούνται όλη την ιστορία.
O μαχαραγιάς δε διστάζει. Aφήνει το τόξο και τη φαρέτρα, φορτώνεται στους ώμους του το ζυγό με τα καλάθια και συνεχίζει το μακρύ οδοιπορικό του νεκρού παλικαριού, αγνοώντας τους συμβούλους του, που του υπενθυμίζουν, ότι μπορεί να εξασφαλίσει στους γέροντες ένα πολυτελές και άνετο ταξίδι μέχρι το Γάγγη.
O Ινδός βασιλιάς δε ζήτησε προφορικά συγνώμη, δεν πρόσφερε χρηματική αποζημίωση, αλλά σήκωσε ο ίδιος το φορτίο, που του αναλογούσε, όχι μόνο για την προσωπική του εξιλέωση, αλλά για να διδάξει τους υπηκόους του, τι σημαίνει συντριβή και μετάνοια, τι σημαίνει δίκαιο και άδικο.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Ο κυνηγός


Ένας κυνηγός πήρε µια µέρα το όπλο του και βγήκε για κυνήγι. Περπατώντας στο δάσος, έφτασε κάποια στιγµή σε µία λίµνη.
Πλησίασε προσεκτικά και λίγο πιο πέρα, στα ρηχά, είδε µια µεγάλη αγριόπαπια. Αµέσως έπεσε στο έδαφος και άρχισε να σέρνεται, όσο πιο αθόρυβα µπορούσε προς το θήραµα.
Σε λίγο δεν τον χώριζαν παρά λίγα µέτρα από το στόχο του, που έβλεπε πολύ καθαρά, κρυµµένος πίσω από τα καλάµια, που φύτρωναν στην άκρη της λίµνης. Σήκωσε το όπλο του, σηµάδεψε και ξαφνικά πρόσεξε, ότι η αγριόπαπια ήταν ακίνητη και προσηλωµένη σε κάτι µπροστά της. Καθώς ο κυνηγός ήταν σε ένα ύψωµα, µπορούσε να δει, ότι ήταν ένας µικρός βάτραχος πάνω σε ένα νούφαρο, που επέπλεε στο νερό. Η αγριόπαπια ήταν έτοιµη να καρφώσει το βάτραχο µε το ράµφος της!
Τότε το βλέµµα του κυνηγού πήγε στο βάτραχο και είδε, ότι κι αυτός επίσης ήταν ακίνητος, έτοιµος να ορµήσει σε ένα µεγάλο έντοµο στην επιφάνεια του νερού λίγα εκατοστά µακρύτερα.
Ο κυνηγός µας τέντωσε το κεφάλι του και τότε είδε, ότι και το έντοµο ήταν έτοιµο να χυµήξει σε ένα µικρότερο έντοµο µπροστά του, που καθόταν στην επιφάνεια του νερού, το οποίο µε τη σειρά του ήταν έτοιµο να χυµήξει σε κάτι ακόµη πιο µικρό ζωντανό µπροστά του!
Ξαφνικά ο κυνηγός ένιωσε, σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Αργά, σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε ψηλά, στον ουρανό. Δέος και τρόµος τον πληµµύρισαν. Πέταξε το όπλο του και άρχισε να τρέχει!
Ασκήσεις σιωπής


Τέσσερις φίλοι ασκούνταν για χρόνια στο διαλογισµό. Μια µέρα αποφάσισαν, για να δυναµώσουν την άσκησή τους, να επισκεφθούν ένα µοναστήρι Ζεν και να µείνουν εκεί για ένα χρονικό διάστηµα.
Πριν ξεκινήσουν όµως, σαν ένα είδος προετοιµασίας, πήραν την απόφαση, να τηρήσουν επτά µέρες σιωπής. 'Ετσι εγκαταστάθηκαν σε µια ήσυχη πανσιόν και ξεκίνησαν την άσκησή τους.
Την πρώτη µέρα κανείς τους δεν µίλησε για ώρες. Όµως µόλις έπεσε για τα καλά η νύχτα, ένας τους δεν άντεξε και κάποια στιγµή φώναξε στον ξενοδόχο:
«Άναψε επιτέλους τα φώτα!»
Έκπληκτος ένας από τους άλλους τρεις ακούγοντας το φίλο του να σπάει τη σιωπή, είπε:
«Συµφωνήσαµε να µην πούµε ούτε λέξη».
«Είστε ανόητοι. Γιατί µιλάτε;» τους επέπληξε ο τρίτος.
Αμέσως ο τέταρτος φίλος συμπλήρωσε :
«Είµαι ο µόνος που δεν µίλησε!»

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Υπάρχει λάθος στον συλλογισμό;


Σε μια μικρή πόλη έφτασε ένας πλούσιος ταξιδιώτης.
Στο ξενοδοχείο άφησε στον ιδιοκτήτη ένα χαρτονόμισμα των 100 ευρώ σαν προκαταβολή για την διαμονή του και ανέβηκε να δει τα δωμάτια.
Ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου παίρνει το χαρτονόμισμα και τρέχει στον χασάπη, για να του εξοφλήσει το χρέος, που είχε από το κρέας, που πήρε για την κουζίνα του ξενοδοχείου.
Ο χασάπης με τη σειρά του με το ίδιο χαρτονόμισμα εξοφλεί το χρέος που είχε στον κτηνοτρόφο, που του προμηθεύει τα προς σφαγή ζώα.
Ο κτηνοτρόφος ξοφλάει στον έμπορο το χρέος του από τις ζωοτροφές.
Ο έμπορος τρέχει στην ντόπια ιερόδουλη και της ξοφλάει το δάνειο , με το οποίο τον διευκόλυνε , όταν βρέθηκε με έλλειψη ρευστού.
Η ιερόδουλη τρέχει στον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου και του δίνει το χρέος της, για τα δωμάτια που νοίκιαζε για τους πελάτες της.
Εκείνη την ώρα που ξαναπαίρνει το χαρτονόμισμα των 100 ευρώ στα χέρια του ο ξενοδόχος , κατεβαίνει τις σκάλες του κλιμακοστασίου ο πλούσιος ταξιδιώτης, που πληροφορεί τον ξενοδόχο πως δεν θα μείνει τελικά στο ξενοδοχείο , επειδή του τηλεφωνήσανε να επιστρέψει επειγόντως στο σπίτι του. Ζητάει λοιπόν πίσω την προκαταβολή και φυσικά ο ξενοδόχος του επιστρέφει το χαρτονόμισμα των 100 ευρώ.
Ο πλούσιος ταξιδιώτης μπορεί να μην μπόρεσε να γνωρίσει τις χαρές της μικρής πόλης , αλλά το σύντομο πέρασμά του από αυτήν απάλλαξε τους κατοίκους από όλα τα χρέη τους, χωρίς να ζημιωθεί κανείς!