Φορείς του Καλού
Ιστορία Πρώτη
Ένα φτωχό παιδί κατάφερε να σπουδάσει Νομική με την βοήθεια ενός ευκατάστατου φίλου της οικογένειάς του. Όταν έγινε διάσημος και πλούσιος δικηγόρος, μη ξεχνώντας το χρέος του, επικοινώνησε με τον ευεργέτη του και του πρότεινε, να του επιστρέψει όλα τα χρήματα, που χρειάστηκαν να δαπανηθούν για τις σπουδές του, προσαυξημένα φυσικά με τον ανάλογο τόκο. Ο ευεργέτης του του εξήγησε πως το χρέος του είναι πολύ μεγαλύτερο και μόνο ένας τρόπος υπάρχει να ξεχρεωθεί, να χρηματοδοτήσει ο δικηγόρος τις σπουδές φτωχών παιδιών. Έξυπνος ο δικηγόρος, έλαβε το μήνυμα, έψαξε και βρήκε δέκα φτωχά αγόρια και με δικά του έξοδα τα έστειλε στο Λονδίνο να σπουδάσουν Μηχανικοί, Δικηγόροι και Γιατροί. Αν λοιπόν αισθανόμαστε κι εμείς πως έχουμε χρέος, το οποίο δεν μπορούμε να το επιστρέψουμε στον ευεργέτη μας, είτε επειδή δεν το θέλει, είτε επειδή δεν τον βρίσκουμε, ας επιχειρήσουμε να ξεχρεώσουμε με τον τρόπο, που επέλεξε ο Δικηγόρος. Ας κάνουμε το καλό κι αυτό από μόνο του θα βρει κρίκους αλυσίδας για να σκορπιστεί παντού!
Ιστορία Δεύτερη
Ο πατέρας ήταν φαρμακοποιός και λόγω του πολέμου και της έλλειψης , χρειάζονταν τις υπηρεσίες του σε ένα μεγάλο νοσοκομείο. Υπήρχε ένα παράθυρο στο φαρμακείο, όπου οι άνθρωποι ερχόντουσαν να πληρώσουν. Ο πατέρας παρατηρούσε προσεκτικά τον άνδρα ή την γυναίκα, που ερχόταν να αγοράσει τα φάρμακα και κάνοντας κατάλληλες ερωτήσεις με διακριτικότητα, αντιλαμβανόταν αν μπορούσε να πληρωθεί για τα φάρμακα ή όχι. Σε όσους δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα φάρμακα, σημείωνε στην απόδειξη που τους έδινε, πως ήταν πληρωμένοι. Όταν η μητέρα αντιλήφθηκε αυτό που γίνεται άρχισε να τον ρωτάει, ποιος θα πληρώσει όλους αυτούς τους λογαριασμούς, Ο πατέρας της απαντούσε:
- Όσα πληρώνω για τους φτωχούς ανθρώπους, ο Θεός θα τα δώσει στα παιδιά σου!
Μια μέρα, ο γιος της οικογένειας ταξίδευε με ένα ΙΧ με τέσσερις άλλους ανθρώπους και από λάθος του οδηγού ξαφνικά το αμάξι βρέθηκε στο κενό και βούτηξε μέσα στην λάσπη ενός χειμάρρου σε βάθος 15 μέτρων περίπου κάτω από τον δρόμο. Ο γιος αποσβολωμένος και μετά από το πρώτο σοκ, αισθανόμενος καλά και χωρίς ίχνος σημαδιών τραυματισμού ή αίσθησης πόνου, γύρισε στους συνταξιδιώτες του και τους μίλησε, για να δει αν είναι καλά. Αλλά κανείς δεν απάντησε, ήταν όλοι νεκροί! Όταν επέστρεψε στο σπίτι, τον υποδέχθηκε με δάκρυα στα μάτια η μητέρα του και του είπε:
- Τώρα αντιλαμβάνομαι αυτό που έλεγε στον πόλεμο ο πατέρας σου, για το πως θα πάρει πίσω τα χρήματα, που έδινε για τα φάρμακα των φτωχών!






