Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Η δύναμη της ευχής


Ένας ασκητής έστελνε τον υποτακτικό του, να πουλήσει το εργόχειρο του στις Καρυές. Εκεί ο υποτακτικός του άκουσε στο Πρωτάτο ωραιότατες ψαλμωδίες, μουσική κ.λ.π.
Μια μέρα λέει στον γέροντά του:
- Γέροντα έχω ένα λογισμό. Εμείς εδώ πέρα στην έρημο δεν κάνουμε τίποτα. Να δεις πως εκεί υμνούν τον Θεό. Ψαλμωδίες, πράγματα, χορωδίες. Εμείς εδώ μόνο κομποσχοίνι, μόνο « Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού, Ελέησον ημάς! »
Τον παίρνει ο Γέροντας τότε μια άλλη μέρα και του λέει:
- Ας πάμε παιδί μου, να δούμε τι κάνουν αυτοί οι πατέρες στο Πρωτάτο. Να κάνουμε κι εμείς το δικό τους τυπικό.
Και όταν πήγαν σκύβει ο γέροντας και λέει ψιθυριστά στο αυτί του υποτακτικού του:
- Πράγματι τέκνο, εδώ δοξάζουν τον Θεό!
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και πιάνει δυνατός σεισμός. Σείστηκαν τα σύμπαντα.
Τότε αμέσως οι ψάλτες άφησαν τα μουσικά βιβλία και τα «τεριρέμ» και άρχισαν να τραβούν κομποσχοίνι, φωνάζοντας « Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού, Ελέησον ημάς! »
- Γέροντα πάμε να φύγουμε, πάμε στη δουλεία μας, στην ησυχία μας, στο καλύβι μας, λέει τότε ο υποτακτικός. Αυτό που κάνουμε εμείς, είναι ανώτερο από τα ψαλτικά!

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Η ένωση με τον Θεό


Κάποτε κάποιος ασκητής, εγκατέλειψε τους υπόλοιπους συνασκητές του και πήγε στην έρημο, για να γίνει ησυχαστής. Ο λογισμός του απαιτούσε να αφοσιωθεί μέρα νύχτα στη μελέτη και θεωρία του Θεού, επειδή πίστευε, ότι θα μπορούσε μέσα στην ερημιά και στη γαλήνη της ησυχίας, να ενωθεί με τον Θεό χωρίς μέριμνες και χωρίς σκοτούρες.
Ύστερα όμως από δύο τρεις ημέρες, δεν μπορεί κανένας να αντέξει και παραπάνω εδώ που τα λέμε, σε κάποια στιγμή των ιερών του στοχασμών, ο ασκητής αισθάνθηκε κοντά του κάποια παρουσία.
Ένα μικρό ποντίκι είχε ανεβεί στην μπαλωμένη και τρύπια παντούφλα του και περιεργαζόταν το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του ασκητή. Έτσι αποσπάσθηκε η προσοχή του και ήταν αδύνατον να κρατήσει σταθερό το νου του, στην ενθύμηση του Θεού και στην προσευχή του. Ο ασκητής σκέφτηκε, «εγώ άφησα τα πάντα για να επικοινωνώ αμέριμνα και σωστά με τον Θεό και να έρχεται τώρα, να μου κάνει χαλάστρα ένας ποντικός!».
Αμέσως μετά φωνάζει νευριασμένος στο ποντίκι:
- Γιατί βρε σιχαμένο διακόπτεις την προσευχή μου;
- Γιατί πεινάω, απαντάει το ποντίκι!
Ο ησυχαστής, δίχως να αναρωτηθεί, πως γίνεται και μιλάει το ποντίκι με ανθρώπινη φωνή, ανταπαντάει εκνευρισμένα:
- Φύγε από δω βρε μαγαρισμένο, εγώ προσπαθώ με χίλιους κόπους να δω, πως θα ενωθώ με τον Θεό και συ έρχεσαι να μου ζητήσεις, να ασχοληθώ με την κοιλιά σου; Συγχρόνως κλωτσάει δυνατά το ποντίκι ο ησυχαστής και το πετάει στην απέναντι γωνία της σπηλιάς του.
Τότε το ποντίκι γυρίζει και με πολύ ηρεμία, αφού κοιτάει στα μάτια τον ασκητή, του λέει με ανθρώπινη φωνή:
– Μάθε το μια για πάντα, αν δεν μπορείς να συναναστραφείς με τους γύρω σου, δηλαδή με τον πλησίον σου, ειδικότερα αν δεν μπορείς να του σταθείς στα προβλήματά του, να τον συμπονέσεις και να τον παρηγορήσεις στις κακοτυχίες του, να απαλύνεις τον πόνο του, αν πονάει, να του δώσεις τροφή, νερό και στέγη, αν πεινάει, διψάει, ή είναι άστεγος, τότε, ποτέ μα ποτέ δεν θα μπορέσεις να ενωθείς με τον Θεό της αγάπης και του ελέους. »
Αμέσως μετά εξαφανίστηκε ο ποντικός από τα μάτια του ησυχαστή!
Η ελεημοσύνη του Ντοστογιέφσκι


Κάποτε ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκι βγήκε για τον απογευματινό του περίπατο. Ενώ κόντευε να νυχτώσει, ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι του και του ζήτησε βοήθεια.
Ο Ντοστογιέφσκι ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.
Ο μεγάλος συγγραφέας κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε:
- Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα, να σου προσφέρω!
Και ο γέρο ζητιάνος απαντά:
- Ευχαριστώ πολύ. Αυτό που μου δίνεις, δύσκολα μου το δίνουν άλλοι. Ελάχιστες φορές βάλανε στα χέρια μου το νόμισμα της καλοσύνης. Το παίρνω και σε ευγνωμονώ για αυτό!
Ας αναζητήσουμε τα νομίσματα της καλοσύνης και της αγάπης και αντί να τα αποθησαυρίσουμε, ας τα μοιράσουμε στους γύρω μας!

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Τα τρία δέντρα


Ήταν μια φορά σε ένα δάσος τρία δέντρα. Το καθένα από αυτά είχε για τον εαυτό του έναν οραματισμό!
Το πρώτο επιθυμούσε, να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο ξυλόγλυπτο, όμορφα σκαλισμένο, που μέσα του θα φυλάσσεται ένας πολύτιμος θησαυρός.
Το δεύτερο δέντρο ήθελε, να αξιωνόταν να γίνει στα χέρια ενός καλού ναυπηγού ένα μεγάλο καράβι και όμορφο, που θα μετέφερε βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα, που θα έκανε ταξίδια υψηλών προσώπων.
Το τρίτο δέντρο έλεγε, ότι το μόνο που θα ήθελε, ήταν να γίνει το πιο ψηλό και πιο δυνατό δέντρο του δάσους, έτσι ώστε οι άνθρωποι, που θα βλέπουν το ύψος του στην κορυφή του λόφου, να σκέπτονται τον ουρανό και τον Θεό.
Όμως πέρασαν τα χρόνια και τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως αλλιώς.
Πήγαν υλοτόμοι και έκοψαν το πρώτο δέντρο και ενώ εκείνο οραματιζόταν και ποθούσε, να γίνει όμορφο ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς, ο ξυλουργός το έκανε παχνί για τα άχυρα της τροφής των ζώων του στάβλου.
Το δεύτερο δέντρο, που ήθελε να γίνει ωραίο καράβι, για να μεταφέρει βασιλιάδες, έγινε ένα μικρό ψαροκάικο, που το χρησιμοποιούσαν φτωχοί ψαράδες για να ψαρεύουν.
Το τρίτο δέντρο, που ήθελε να μείνει το ψηλότερο του δάσους, το έκοψε κάποιος ξυλοκόπος και το έβαλε στην αποθήκη του.
Περνούσαν τα χρόνια και τα δέντρα απογοητευμένα από την εξέλιξη των πραγμάτων, ξέχασαν ακόμη και τα όνειρά τους.
Όμως κάποια ημέρα ένας άντρας και μια γυναίκα ήλθαν στο στάβλο, που ήταν εκείνο το ξύλινο παχνί με τα άχυρα, και η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι και το τοποθέτησαν στο παχνί, που είχε φτιαχτεί από το πρώτο δέντρο.
Ήταν ο Ιωσήφ και η Παναγία, η Θεοτόκος, οι οποίοι απόθεσαν σε εκείνο το ξύλινο παχνί, όχι απλώς διαμάντια και χρυσάφια αλλά τον ίδιο το Θεό, που είχε γίνει άνθρωπος για εμάς. Έτσι αξιώθηκε αυτό το παχνί, η φάτνη, να δεχτεί μέσα της το θησαυρό των θησαυρών, τον ίδιο τον Θεό!
Στο μικρό ψαροκάικο, που είχε γίνει από το δεύτερο δέντρο, μετά από πολλά χρόνια μπήκαν κάτι ψαράδες μαζί με το δάσκαλο τους, ο οποίος ήταν κουρασμένος και είχε κοιμηθεί. Είχαν ανοιχτεί στην θάλασσα, όταν ξέσπασε μια μεγάλη τρικυμία. Πάνω στο φόβο τους οι φτωχοί ψαράδες, ξύπνησαν τον αρχηγό τους και Εκείνος μόλις είδε την φουρτουνιασμένη θάλασσα, την διέταξε να ηρεμήσει. Και η θάλασσα γαλήνεψε αμέσως!
Ήταν ο Χριστός μαζί με τους μαθητές του, στη λίμνη Γεννησαρέτ.
Έτσι και το δεύτερο δέντρο, που είχε φιλοδοξήσει να γίνει μεγάλο πλοίο, που θα μετέφερε υψηλά πρόσωπα και βασιλιάδες, αξιώθηκε να μεταφέρει τον Βασιλέα των Βασιλέων, τον ίδιο τον Χριστό με τους μαθητές Του.
Και το τρίτο δέντρο, που ήταν στην αποθήκη του ξυλουργού, μια ημέρα το πήραν και έκαναν έναν σταυρό, στο οποίο σταύρωσαν τον Χριστό.
Έτσι το δέντρο αυτό έγινε πιο ψηλό, από ότι είχε επιθυμήσει. Έφθασε στον ουρανό και στον Θεό.
Τελικά τα δέντρα της ιστορίας απέκτησαν, όχι μόνο αυτό που ήθελαν και ποθούσαν, αλλά ασυγκρίτως περισσότερα, από αυτά που σχεδίαζαν.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Ο κλόουν


Ο Πέτρος στα νιάτα του ήταν σπουδαίος κλόουν. Τα χρόνια όμως πέρασαν, γέρασε και δεν έβρισκε πια δουλειά. Απελπισμένος και για να μη πεθάνει της πείνας, πήρε το δρόμο για ένα μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία. Ίσως οι καλόγεροι να τον φιλοξενούσαν για λίγο. Πραγματικά, ο ηγούμενος τον κράτησε εκεί, για να βοηθάει στις εργασίες του μοναστηριού.
Ο Πέτρος χάρηκε. Κι ήθελε να ευχαριστήσει την Παναγία γι’ αυτό. Δεν ήξερε όμως γράμματα, για να μπορεί να διαβάζει στα μεγάλα βιβλία και να Της ψέλνει ύμνους, όπως οι καλόγεροι.
Αλλά κάτι σκέφτηκε να κάνει κι αυτός!
Κι ένα μεσημέρι, που οι καλόγεροι ησύχαζαν στα κελιά τους, ο Πέτρος χάθηκε. Ο ηγούμενος, θέλοντας να τον στείλει σε κάποια εργασία, έψαξε να τον βρει. Τον γύρεψε παντού, μα δεν φαινόταν πουθενά.
Κάποια στιγμή ο ηγούμενος πέρασε και μπροστά απ’ τη δυτική πόρτα της εκκλησίας κι απ’ το μεγάλο τζάμι της έριξε μία γρήγορη ματιά μέσα στην εκκλησία. Είδε τον Πέτρο μπρός στη μεγάλη εικόνα της Παναγίας να κάνει τούμπες και χίλια δύο ακροβατικά. Μια περπατούσε με τα χέρια, μια ισορροπούσε μόνο πάνω στο ένα χέρι, μια κυλούσε στηριγμένος στις άκρες των ποδιών και των χεριών σαν τροχός!
Ο ηγούμενος αναστατώθηκε, απ’ αυτά που έβλεπε. Τα πέρασε για μεγάλη ασέβεια κι ήταν έτοιμος, να του βάλει τις φωνές. Ήταν ακριβώς η στιγμή που ο Πέτρος, ακουμπώντας μόνο πάνω στο κεφάλι του, έπαιζε στα πόδια του, τα γυρισμένα προς τα πάνω, το παλιό του μπαστούνι των κλόουν. Κι είχε αναψοκοκκινίσει το γέρικο πρόσωπό του κι είχαν φουσκώσει οι φλέβες του λαιμού του και ποτάμι έτρεχε ο ιδρώτας από το μέτωπό του.
Έτοιμος ήταν να του βάλει τις φωνές ο ηγούμενος. Μα εκείνη τη στιγμή του φάνηκε, πως είδε την Παναγία εκεί από τη μεγάλη εικόνα, ν’ απλώνει το χέρι της, να σκύβει και με την άκρη του μανδύα της να σκουπίζει τον ιδρώτα από το πρόσωπο του Πέτρου!
Ανατρίχιασε ο ηγούμενος. Γονάτισε, σταυροκοπήθηκε και ψιθύρισε τρέμοντας:
- Συγχώρεσε με, Παναγία μου. Εσύ ξέρεις, ποιος σε τιμά και σε δοξάζει καλύτερα!

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Ο διάδοχος του βασιλιά λιονταριού


Κάποτε το λιοντάρι ήταν άρρωστο και βρισκόταν στη σπηλιά του. Εκεί του κρατούσε παρέα η αλεπού.
Κάποια στιγμή το λιοντάρι πείνασε και της λέει:
- Κυρά Μάρω για να μπορέσω να γίνω καλά πρέπει να μου φέρεις να φάω τον μεγάλο όνο, που τριγυρνάει στο δάσος.
Αυτή μη θέλοντας να τον κακοκαρδίσει ξεκίνησε για το δάσος και κάποια στιγμή συνάντησε τον γάιδαρο, δίπλα σε ένα ρυάκι να τρώει.
- Θα έμαθες του λέει ότι ο βασιλιάς είναι στα τελευταία του. Αποφάσισε λοιπόν να σε κάνει διάδοχό του. Έλα λοιπόν μαζί μου στη σπηλιά του για να σου το ανακοινώσει.
Ο γάιδαρος χάρηκε και πράγματι ξεκίνησε για τη σπηλιά του λιονταριού. Αυτό πεινασμένο καθώς ήταν, μόλις ο όνος έκανε να μπει μέσα της, όρμησε αλλά δεν κατάφερε να τον πιάσει, παρά μόνο με τα νύχια του τού γρατσούνισε το αυτί!
Μόλις το είδε αυτό η αλεπού απογοητεύτηκε.
- Κρίμα τον κόπο μου βασιλιά μου! Βιάστηκες, έπρεπε να περιμένεις, να μπει για τα καλά μέσα στη σπηλιά.
Το λιοντάρι που είχε εξαντληθεί από τη πείνα, της λέει:
- Δεν σε φοβάμαι εσένα αλεπού. Είσαι πασίγνωστη για την εξυπνάδα και την πονηριά σου. Είμαι σίγουρος, πως θα βρεις τρόπο να τον ξαναφέρεις στη σπηλιά. Και έννοια σου, μόλις γίνω καλά θα σου το ανταποδώσω.
Πράγματι η αλεπού ξεκίνησε πάλι, για να βρει τον γάιδαρο.
Τον βρίσκει σε ένα ξέφωτο να τρώει χορτάρι και με ύφος θιγμένου του λέει :
- Καλά τι έπαθες εσύ και έφυγες έτσι ξαφνικά;
- Φύγε από εδώ, της λέει εκνευρισμένος ο γάιδαρος. Με κορόιδεψες! Με παγίδευσες για να με φάει το λιοντάρι.
- Το λιοντάρι, του λέει η αλεπού, ήθελε απλώς να σου πει στο αυτί κάποια κρατικά μυστικά. Αλλά εσύ το παρεξήγησες. Τώρα θα κάνει βασιλιά το λύκο, που θα είναι ένας τύραννος. Αν θέλεις να προλάβουμε το κακό, έλα μαζί μου στη σπηλιά, μόλις που προλαβαίνουμε.
- Μου λες αλήθεια, της λέει ο γάιδαρος, μου το ορκίζεσαι;
- Σου ορκίζομαι, του λέει η αλεπού, στο χορτάρι που τρως.
Ο γάιδαρος πείστηκε και ξεκίνησαν για τη σπηλιά.
Το λιοντάρι είχε πάρει το μάθημά του και περίμενε, το γαϊδούρι να μπει για τα καλά μέσα στη σπηλιά του κι όταν αυτό έγινε, του όρμηξε.
Την ώρα που το έτρωγε, κύλησε το μυαλό του γαϊδάρου κι η αλεπού το άρπαξε κρυφά και το έφαγε.
Όταν το λιοντάρι έψαξε και δεν βρήκε το μυαλό, ρώτησε την αλεπού, μήπως αυτή το είχε πάρει και η αλεπού του απάντησε:
-Περιμένεις να βρεις μυαλό βασιλιά μου σε ένα ζώο, που μπήκε στη φωλιά σου δυο φορές για να το φας;
Αν με κοροϊδέψεις την πρώτη φορά, ντροπή σου! Αλλά αν με κοροϊδέψεις και δεύτερη φορά, ντροπή μου!

Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Η Εντεκάδα Της Αλάνας


Πριν πολλά χρόνια, όταν ο καιρός έφτιαχνε, όταν το καλοκαίρι άρχιζε να πλησιάζει, με την έναρξη και της θερινής ώρας, οι μέρες ήταν πλέον μεγαλύτερες!
Και τι σήμαινε όταν ήμασταν 10-15 χρονών, ότι οι μέρες ήταν μεγαλύτερες;
Περισσότερη μπάλα!
Το παιχνίδι λοιπόν κρατούσε περισσότερο. Οι μανάδες έβγαιναν πιο αργά, έξαλλες, στις εξώθυρες των σπιτιών, για να μας φωνάξουν να μαζευτούμε.
Και παρόλο που εκείνα τα ματς δεν έληγαν ποτέ ισόπαλα, ας όψεται «η τελευταία φάση» και το «όποιος το βάλει», πάντοτε τελείωναν, όταν έπεφτε το σκοτάδι!
Μισό λεπτό όμως. Τι γινόταν μέχρι να τσουλήσει η μπάλα στο χώμα/το γαρμπίλι/το τσιμέντο ή τέλος πάντων οποιαδήποτε επιφάνεια διέθετε το αυτοσχέδιο τότε γήπεδο;
Πως λυνόταν το πρόβλημα της απουσίας προπονητή;
Και πως επιλεγόταν το ποιος θα παίξει πού;
Ας κάνουμε λοιπόν «βηματάκια» να δούμε ποιος θα διαλέξει πρώτος, ας συμφωνήσουμε πρώτα, αν θα παίξουμε «με τους παλιούς ή τους καινούργιους» και ας θυμηθούμε τον τρόπο, που βγάζαμε σε ποια θέση θα παίξει ποιος.
Τερματοφύλακας (Νο 1): Ο χοντρός (ή ο πιο πιτσιρικάς)
Δεν χρειαζόταν να το παιδέψουμε. Πριν καν ξεκινήσει η κουβέντα, ο φαγανός της παρέας είχε πάρει ήδη θέση κάτω από τα δοκάρια, ή μάλλον ανάμεσα στις σχολικές τσάντες, ή στις στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη πέτρες. «Πού να τρέχεις», σκεφτόταν και από μέσα μας όλοι συμφωνούσαμε μαζί του. Αν δεν υπήρχε μπουλούκος, η αγγαρεία έπεφτε συνήθως στον μικρότερο. Με ψεύτικες παραινέσεις του τύπου «σ’ έχω δει, είσαι καλός» και τη δέσμευση «κάθε τρία γκολ θα αλλάζουμε», που ποτέ δεν επρόκειτο να τηρηθεί!
Δεξί μπακ (Νο 2): Ο πιο τεμπέλης
Δεν πολύ-τρελαινόταν κιόλας να παίξει. Βαριόταν να κινείται, αλλά επειδή θα βαριόταν περισσότερο αν καθόταν μόνος του, ερχόταν «για την παρέα». Ράθυμος, νωχελικός και χωρίς καμία διάθεση να «σκιστεί», δεν επρόκειτο να κάνει σπριντ ούτε για συμπαίκτη, που του είχε γυρίσει η γλώσσα. Τα πόδια του δεν έμπαιναν ποτέ στη φωτιά, πήγαινε πάντα σαν μη μου άπτου στις φάσεις και ήταν ο μοναδικός που γυρνώντας στο σπίτι, η μάνα του δεν φώναζε για τα ματωμένα του γόνατα!
Αριστερό μπακ (Νο 3): Ο πιο άμπαλος
Υπό κανονικές συνθήκες δεν θα έπρεπε να περνάει ούτε έξω από την αλάνα. Χωρίς ίχνος ταλέντου και με καμία μυρωδιά από μπάλα, δεν μπορούσε να κοντρολάρει ούτε τη μεγάλη φουσκωτή της NIVEA. Έλα όμως που ήταν φιλαράκι και δεν μας έκανε καρδιά, να τον αφήσουμε έξω. Ή ακόμα κι αν μας  έκανε καρδιά, έλα που δεν συμπληρώναμε. Οπότε τον βάζαμε σε μια θέση με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος. Και κάναμε τον σταυρό μας να μην παίζει ο «καλός» των άλλων από δεξιά!
Κόφτης (Νο 4): Το «τσεκούρι»
Μπορεί να ήταν ο νταής της παρέας. Μπορεί να ήταν εκείνος που μανούριαζε ευκολότερα. Μπορεί να ήταν εκείνος ο γορίλας ξάδερφός σου που είχε μείνει 3-4 τάξεις και φρόντιζε, αν κάποιοι άλλοι είχαν προλάβει, να πάνε πριν από εσάς στην αλάνα, να τους διώξει για χατίρι σας. Μπορεί και όλα αυτά μαζί! Σημασία δεν είχε ο (οξύθυμος) χαρακτήρας του. Σημασία είχε ότι ο αντίπαλος το σκεφτόταν δυο φορές να πλησιάσει, και καμιά να τον ντριπλάρει, υπό τον φόβο να πάρει τα πόδια στη σάκα του. Ή ο παίκτης περνάει ή η μπάλα, ποτέ και τα δύο μαζί!
Στόπερ (Νο 5): Ο «εγώ παίζω μόνο άμυνα»
Ο ανάποδος της υπόθεσης. Ενώ όλα τα παιδάκια ονειρεύονταν να βάζουν γκολ, εκείνος ονειρευόταν αποκρούσεις πάνω στη γραμμή. Ενώ όλοι τσακώνονταν, ποιος θα παίξει μπροστά, εκείνος έκανε ήδη διατάσεις στα μετόπισθεν. Μετρημένος και σοβαρός, απέφευγε τις περιττές ενέργειες. Σε κατάσταση κινδύνου έστελνε χωρίς ενδοιασμό την μπάλα στα περιστέρια. Και πάντα έτοιμος να θυσιαστεί, θα έτρωγε χώμα ή θα έσερνε τα μπούτια του στο γαρμπίλι, αν χρειαζόταν, για ένα σωτήριο τάκλιν!
Αμυντικό χαφ (Νο 6): Αυτός με τη μεγαλύτερη αντοχή
Το παιδί-λάστιχο. Ο υπερκινητικός που δεν έβαζε κώλο κάτω. Λεπτός και ξερακιανός, ο καλύτερος (μακράν) στο κυνηγητό και μονίμως ιδρωμένος στην ανάπαυλα! Δεν τον ενδιέφερε τόσο να δημιουργήσει ή να σκοράρει, όσο το να βρίσκεται συνέχεια στις φάσεις. Δίνοντας την εντύπωση στον αντίπαλο, ότι είχε έρθει να παίξει με τα τρίδυμα αδέρφια του, βρισκόταν παντού. Κι ήταν λυτρωτικός για την ομάδα στις συχνές περιπτώσεις, που χανόταν η επίθεση και κανείς δεν γυρνούσε πίσω!
Δεξί εξτρέμ (Νο 7): Ο πιο γρήγορος
Δεν είχε σημασία αν ήξερε πολλή μπάλα. Αν τελείωνε καλά τις φάσεις. Είχε ένα τεράστιο προσόν. Και έπρεπε οπωσδήποτε να το εκμεταλλευτούμε! Με φάτσα σκανδαλιάρη και ταχύτητα Βέγγου, μπορούσε να προλάβει ακόμα και μπαλιά του άμπαλου (βλέπε αριστερό μπακ). Μπορούσε να καλύψει τα κενά του τεμπέλη (βλέπε δεξί μπακ). Και βάζοντας το κεφάλι κάτω, το μόνο που είχε να φοβηθεί, διότι του συνέβαινε συχνά, ήτανε να τελειώσει κάποια στιγμή το γήπεδο!
Επιθετικό χαφ ( Νο 8): Ιδιοκτήτης μπάλας
Δεν του κουνιόταν κανένας. Τον είχαν όλοι με το καλό. Στις εποχές όπου η μπάλα δεν ήταν καθόλου δεδομένη και εναλλακτική λύση ήταν το πατημένο κουτάκι, ο ιδιοκτήτης ήταν σχεδόν ιερό πρόσωπο. Ο απόλυτος νταβατζής. Όπου ήθελε παίζαμε, όποτε ήθελε ξεκινούσαμε, όποια θέση ήθελε έπαιρνε κι αν τσατιζόταν, έπαιρνε την μπάλα κι έφευγε! Καταπιέζοντας λοιπόν την οργή που νιώθαμε για την εξάρτηση από εκείνον, κάναμε τα στραβά μάτια. Και τον αφήναμε να βολοδέρνει «κάπου στην επίθεση», με την ελπίδα κάποιου συγκυριακού γκολ, που θα τον κρατούσε ικανοποιημένο.
Σέντερ-φορ (Νο 9): Πάντοτε φορούσε φανέλα γνωστού παίκτη.
Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις, αν ήταν περισσότερο «λεζάντας» ή «απατεώνας». Όσο τον έβλεπες να «παίζει», τόσο πειθόσουν, ότι τελικά ήταν και τα δυο. Σαν βιδωμένος με ούπα στην αντίπαλη περιοχή και με το χέρι μόνιμα υψωμένο, για να ζητάει την μπάλα, παραμόνευε για κάποια προβολή τεράστιας δυσκολίας πάνω στη γραμμή, για να πανηγυρίσει έξαλλα το γκολ, δείχνοντας το όνομα στη φανέλα του και υπονοώντας, χωρίς ίχνος τσίπας, ότι είχε οποιαδήποτε ομοιότητα με εκείνον, που έγραφε η φανέλα του!
Δεκάρι ( Νο 10): Ο καλύτερος παίκτης
Ο ηγέτης της ομάδας. Αυτός που όλοι του έβγαζαν το καπέλο και κατά βάθος τον ζήλευαν και λίγο. Εννοείται ότι έπαιζε σε ομάδα και εννοείται, ότι φρόντιζε να το υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία! Πριν ξεκινήσει το παιχνίδι, έπαιρνε την μπάλα, έκανε μερικά «ποδαράκια» και με περισπούδαστο ύφος έβγαζε το πόρισμα, «καλή είναι». Κι αφότου γινόταν η σέντρα, έκανε πλάκα στα άλλα παιδάκια, επιχειρώντας, αν επρόκειτο περί τσόγλανου, να τα ντριπλάρει και με ταπεινωτικό τρόπο.
Αριστερό εξτρέμ ( Νο 11): Ο μοναδικός αριστεροπόδαρος
Εδώ τα κουκιά ήταν μετρημένα. Εκείνοι που είχαν το αριστερό και για άλλες χρήσεις, πέραν του να περπατάνε, ήταν ελάχιστοι. Οπότε ο σπάνιος  αριστεροπόδαρος κέρδιζε χωρίς ιδιαίτερο ανταγωνισμό τη θέση. Όχι ότι δεν την άξιζε βέβαια. Γιατί στην πλειοψηφία τους τα παιδάκια που την κλωτσούσαν μ’ αυτό το ευλογημένο πόδι, ήξεραν, πού να στείλουν την μπάλα, με στιλ και χωρίς φόβο, ότι θα πάει στο τζάμι κάποιου γείτονα, που θα απειλεί να τη σκίσει!