Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Το σβησμένο κερί


Ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι, που ήταν πολλά χρόνια μαζί και αγαπούσε πάρα πολύ ο ένας τον άλλον!
Δυστυχώς μια μέρα το κορίτσι πέθανε! Το αγόρι δεν μπορούσε να το πιστέψει, τα δάκρυά του δεν σταματούσαν να πέφτουν ούτε λεπτό!
Την αγαπούσε όσο τίποτα! Ήταν πάντα θλιμμένος και έκλαιγε συνεχώς! Οι φίλοι του τον συμπαθούσαν πολύ και δεν ήθελαν να τον βλέπουν να κλαίει!
Μια μέρα το αγόρι είδε ένα όνειρο:
Ονειρεύτηκε την κοπέλα του στον ουρανό, μαζί με άλλες πολλές κοπέλες, ντυμένες στα λευκά!
Παρατήρησε όμως, ότι όλες οι κοπέλες κρατούσαν στα χέρια τους από ένα αναμμένο κερί, ενώ το κερί της κοπέλας του ήταν σβησμένο!
Τότε πήγε κοντά της και την ρώτησε:
- Όλες οι κοπέλες έχουν από ένα αναμμένο κερί, εσένα το κερί σου γιατί είναι σβηστό;
Τον πλησίασε το κορίτσι και του είπε:
- Σε παρακαλώ σταμάτα να κλαις, μόλις ανάβω το δικό μου το κερί, τα δάκρυά σου το σβήνουν!

Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Ένα βήμα την φορά


Μια φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα, που είχε μπει ήδη στην έκτη δεκαετία της ζωής της, παρατήρησε, πως πέρασε όλη της τη ζωή σε μια μικρή πόλη και ποτέ δεν εκπλήρωσε το όνειρό της, που ήταν να ταξιδέψει και να δει τον κόσμο.
Μια μέρα αποφάσισε, πως τώρα ήρθε η ώρα. Πούλησε όλα της τα υπάρχοντα και κράτησε μόνο λίγα πράγματα, τα οποία χρειαζόταν να έχει μαζί της. Τα έβαλε σε ένα σακίδιο και ξεκίνησε το ταξίδι της.
Τις πρώτες μέρες όλα ήταν υπέροχα και έβλεπε τα πάντα με δέος και θαυμασμό. Επιτέλους ζούσε τη ζωή, που ήθελε!
Όμως μετά από λίγες εβδομάδες άρχισε να την καταβάλλει μια περίεργη αίσθηση. Ένιωθε χαμένη και της έλειπε η παλιά της ζωή. Καθώς τα πόδια της άρχισαν να πληγιάζουν και να βαραίνουν σε κάθε της βήμα, η διάθεσή της χειροτέρευε. Κάποια στιγμή σταμάτησε να περπατάει, έβγαλε το σακίδιο από την πλάτη, έπεσε στο έδαφος και άρχισε να κλαίει. Όλα εκείνα που κάποτε φάνταζαν όμορφα τώρα τις προκαλούσαν δυστυχία, δυσφορία και ταλαιπωρία. «Δεν έχω τίποτε. Δε μου έμεινε τίποτε. Έχασα τα πάντα», έλεγε και ξαναέλεγε δυνατά στον εαυτό της. Τελείως τυχαία πίσω από έναν θάμνο ήταν ξαπλωμένος ένας μοναχός, που φημιζόταν για τις σοφές του κουβέντες και για τη βοήθεια, που πρόσφερε στους ανθρώπους. Βλέποντας τη γυναίκα να φωνάζει και να κλαίει, αποφάσισε ότι χρειάζεται να τη βοηθήσει. Σηκώθηκε, έτρεξε προς το μέρος της, άρπαξε το σακίδιό της και άρχισε να τρέχει. Έκπληκτη και τρομαγμένη η γυναίκα παρατήρησε το σκηνικό και άρχισε να φωνάζει και να κλαίει ακόμη πιο δυνατά. «Στο σακίδιο ήταν όλα μου τα υπάρχοντα. Και τώρα πράγματι δεν έχω τίποτε. Έχασα ότι είχα και δεν είχα».
Μετά από δέκα λεπτά η γυναίκα μάζεψε τις δυνάμεις τις και ξεκίνησε να περπατάει. Στο μεταξύ ο μοναχός πέρασε μέσα από ένα μονοπάτι, βγήκε ξανά στο δρόμο και άφησε το σακίδιο λίγα μέτρα πιο πέρα από το σημείο, που καθόταν νωρίτερα η γυναίκα. Όταν η γυναίκα κατάφερε, μέσα από τα δακρυσμένα της μάτια να διακρίνει το σακίδιο, η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Αυτά που νόμιζε ότι έχασε μια για πάντα, ήταν τώρα ακριβώς μπροστά στα μάτια της. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Κοίταξε στον ουρανό και είπε: «Σε ευχαριστώ. Είμαι τόσο ευγνώμων. Τώρα σίγουρα έχω όλα όσα χρειάζομαι, για να συνεχίσω».
Να θυμόμαστε πάντα, πως κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας σε αυτόν τον πλανήτη, θα υπάρξουν στιγμές, όπου αναπόφευκτα θα απογοητευτούμε και θα αποθαρρυνθούμε. Εκείνες τις στιγμές μπορεί να μας φαίνεται, ότι έχουμε χάσει τα πάντα και ότι κανείς δεν υπάρχει, που να μπορεί να μας εμπνεύσει και να μας παρακινήσει να προχωρήσουμε, για να συναντήσουμε τα όνειρά μας. Αλλά όπως η γυναίκα στην ιστορία, όλοι μας έχουμε ένα σακίδιο γεμάτο προμήθειες, το οποίο μπορεί να είναι οι φίλοι μας, η οικογένειά μας, ο/η σύντροφος μας, άνθρωποι που θαυμάζουμε κτλ.
Όταν αισθανόμαστε αποκαρδιωμένοι, είναι καλό να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε το σακίδιο με τις προμήθειες που έχουμε, το εξωτερικό δίκτυο υποστήριξης, πριν μας το πάρουν, για να καταλάβουμε, ότι αυτό που είχαμε ήταν πολύτιμο. Μπορούμε να βουτήξουμε στην καρδιά μας και στο νου μας, το εσωτερικό δίκτυο υποστήριξης και να δούμε την απεριόριστη δύναμη, που έχουμε για να σηκωθούμε και να προχωρήσουμε, ακόμη κι αν πιστεύουμε, ότι την έχουμε χάσει.
Όποια κι αν είναι η κατάσταση, πάντα είχαμε και πάντα έχουμε αυτό που χρειάζεται, για να κάνουμε το επόμενο βήμα. Όπως είπε, πάνω κάτω, κι ο Επίκουρος: «Μη απαξιώνεις αυτά που έχεις, επειδή επιθυμείς όσα δεν έχεις. Να θυμάσαι, πως αυτά που έχεις σήμερα, κάποτε ήταν αυτά που ήλπιζες να έχεις».
Ας συνεχίσουμε λοιπόν. Ένα βήμα τη φορά!

Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Τα εμπόδια σαν ευκαιρίες


Ο ιδιοκτήτης μιας μεγάλης εταιρείας κατασκευής παπουτσιών, αποφάσισε να κάνει μια προσπάθεια επέκτασης της επιχείρησής του. Έστειλε λοιπόν τον διευθυντή πωλήσεων σε μια χώρα της Αφρικανικής Ηπείρου, ώστε να διερευνήσει το ενδεχόμενο, να δημιουργηθούν εκεί εργοστάσια παραγωγής παπουτσιών για τον ντόπιο πληθυσμό.
Την ίδια στιγμή, ο ιδιοκτήτης μιας άλλης μεγάλης εταιρείας έμαθε την πρόθεση του ανταγωνιστή του και αποφάσισε να πράξει το ίδιο, να στείλει τον διευθυντή πωλήσεων κι αυτός στην ίδια χώρα.
Οι δύο διευθυντές έφτασαν περίπου την ίδια περίοδο, έκαναν πολλές επαφές και σε μία εβδομάδα επικοινώνησαν με τους εργοδότες τους, για να δώσουν αναφορά.
Ο ένας διευθυντής είπε:
- Η επίσκεψη ήταν αποτυχία. Δεν υπάρχει καμία προοπτική, για να φτιάξουμε εργοστάσιο. Οι ντόπιοι εδώ δεν φοράνε καν παπούτσια!
Ο άλλος διευθυντής είπε:
- Χτυπήσαμε φλέβα χρυσού! Ο ντόπιος πληθυσμός δεν φοράει καν παπούτσια. Οπότε, θα αγοράσουν όλοι!
Δύο άνθρωποι, με τις ίδιες σπουδές, επισκέφθηκαν την ίδια χώρα και αντίκρισαν την ίδια πραγματικότητα. Για τον έναν η πραγματικότητα σηματοδοτούσε την αποτυχία, για τον άλλον σηματοδοτούσε μια ευκαιρία.
Έτσι συμβαίνει και στην καθημερινή μας ζωή. Κάποιοι βλέπουν παντού δυσκολίες και τρέχουν να φύγουν από αυτές και κάποιοι άλλοι βλέπουν ευκαιρίες και προσπαθούν να τις αδράξουν και να τις εκμεταλλευτούν!

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

Να είσαι ο εαυτός σου


Ήταν κάποτε ένα όμορφο και εντυπωσιακό κόκκινο τριαντάφυλλο, το οποίο όμως, φοβόταν όσο τίποτα άλλο την απόρριψη. Ήθελε να το αγαπούν όλοι, να βρίσκεται σε συμφωνία με κάθε περιβάλλον και να μη προκαλεί καμία χρωματική αντίθεση. Έτσι, αποφάσισε να παρουσιαστεί σαν λευκό, για να ταιριάζει με τα πάντα. Σκέφτηκε ότι το λευκό είναι μια ασφαλής επιλογή, ένα ευέλικτο και προσαρμοστικό χρώμα, γιατί μπορεί να συνδυαστεί με τα πάντα και έτσι θα μπορούσε να το προστατέψει από την πιθανή απόρριψη. Πίστεψε, λοιπόν, ότι θα έπαιρνε αποδοχή και αναγνώριση από τα άλλα λουλούδια, τα οποία θα το ήθελαν σίγουρα στο περιβάλλον τους.
Έκανε, όμως, ένα λάθος. Θεώρησε ότι το λευκό σημαίνει υποστηρίζω τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα σημαίνει δεν έχω άποψη, άρα απέχω. Και το να μη μπορεί κάποιος να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί σου, δε σε κάνει αξιαγάπητο αλλά βαρετό και αδιάφορο. Το λευκό στην πραγματικότητα, σημαίνει ότι κρύβω την πραγματική ταυτότητά μου, χάνω την ιδιαιτερότητα μου και στερώ από τους άλλους τη δυνατότητα, να με αγαπήσουν για αυτό που είμαι και όπως μου αξίζει. Δεν έφταιγε, βέβαια, και το ίδιο, γιατί έτσι του είχαν μάθει. Του είχαν πει, ότι σημασία έχει να μη ξεχωρίζεις και να μην προκαλείς, αλλά να ταιριάζεις με τους περισσότερους.
Πέρασε καιρός, ώσπου ήρθε η ώρα, που το κόκκινο τριαντάφυλλο διαπίστωσε το λάθος του στην πράξη. Τα σημάδια της φθοράς ήταν πλέον ορατά. Με τον καιρό, άρχισε να μαραίνεται, γιατί κανείς δεν του έδινε σημασία, αντιθέτως όλοι το θεωρούσαν μια δεύτερη επιλογή, μια ακόμα εναλλακτική λύση. Μέχρι και το ίδιο άρχισε να αμφιβάλει για τον εαυτό του και για το αν άξιζε να αγαπηθεί. Η αλήθεια είναι, πως δε λάμβανε την αγάπη και το ενδιαφέρον που θεωρούσε ότι του άξιζε, όμως, σε αυτό είχε και εκείνο ένα μερίδιο ευθύνης, γιατί δεν άφηνε να βγει προς τα έξω η πραγματική, ξεχωριστή του φύση.
Προτιμούσε να μένει προφυλαγμένο πίσω από την ασφάλεια του λευκού. Αγνοούσε, όμως, ότι αυτό το ασφαλές λευκό λειτουργούσε παράλληλα ως πανοπλία, που το εμπόδιζε να έρθει σε ουσιαστική επαφή με άλλα τριαντάφυλλα σαν και εκείνο. Γιατί βρέθηκε δίπλα σε πολλά κόκκινα τριαντάφυλλα, αλλά δεν τον αναγνώρισαν. Και αντίστοιχα συνάντησε πολλά λευκά τριαντάφυλλα, που ήταν κατά βάθος κόκκινα. Δεν το φαντάστηκε, ότι ήταν σαν και εκείνο.
Μέχρι που το κόκκινο τριαντάφυλλο, ένα βήμα πριν μαραθεί τελείως, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα και να αποκαλύψει την πραγματική του φυσιογνωμία. Έτσι και αλλιώς ήταν ένα βήμα πριν τον όλεθρο, δεν είχε να φοβηθεί κάτι. Μόνο προς το καλύτερο θα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα. Τότε άνοιξε τα πέταλά του και βγήκε προς τα έξω το κόκκινο χρώμα του. Τότε ήταν η στιγμή που ξαναγεννήθηκε και βρήκε την αγάπη που έψαχνε τόσο καιρό, η οποία παρεμπιπτόντως ήταν μπροστά του, αλλά το ίδιο ήταν τόσο ερμητικά κλειστό, που δε μπορούσε να τη δει.
Η ιστορία με το κόκκινο τριαντάφυλλο, που ήθελε να γίνει λευκό, είναι μια αναλογία, που αφορά την προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος για κοινωνική αποδοχή, συχνά παραμελώντας ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητάς του και εν τέλει βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την προσωπική του ευτυχία. Είναι αδύνατον να γίνουμε αποδεκτοί από όλους, ας στρέψουμε λοιπόν την προσοχή μας, προς αυτούς που θεωρούμε εμείς σημαντικούς. Αν προσπαθήσουμε οι σχέσεις, που μας ενδιαφέρουν, να βασίζονται στην αγάπη και στον σεβασμό, ευκολότερα θα μας αποδέχονται οι άλλοι όπως πραγματικά είμαστε, όπως κι εμείς θα τους αποδεχόμαστε, για αυτό που είναι κι όχι για αυτό, που προσδοκάμε εμείς να είναι!

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Η αλλαγή του εαυτού μας είναι επιλογή


- Έχω τόσα πολλά προβλήματα, που δεν ξέρω από πού να αρχίσω, είπε ο άντρας με μια έκφραση δυστυχίας στο πρόσωπό του. Τίποτε δεν πάει καλά στη ζωή μου. Συνέχεια βρίσκω τον εαυτό μου μπερδεμένο σε καταστροφικές σχέσεις. Ξέρω πως μάλλον προσελκύω λάθος ανθρώπους, αλλά πώς μπορώ να το σταματήσω; Ενώ έχω καταλάβει το πρόβλημά μου, καταλήγω να σχετίζομαι πάντα με λάθος ανθρώπους.
Ο γέροντας άκουγε με προσοχή τον άντρα, που συνέχιζε με την ίδια διάθεση αυτολύπησης. Κατά τη διάρκεια μιας παύσης τον ρώτησε:
- Πώς νιώθεις για το ύψος σου;
- Το ύψος μου; Δεν το σκέφτομαι καθόλου. Μια χαρά είναι το ύψος μου. Γιατί;
- Γιατί για όλους εμάς, που δεν γεννηθήκαμε δέσμιοι της αρρώστιας, είπε ο γέροντας, υπάρχει ορθάνοιχτος μπροστά μας ένας ολόκληρος κόσμος επιλογών. Έχω συλλογιστεί για καιρό πάνω σε αυτό το θέμα και τώρα καταλαβαίνω, πως το μόνο πράγμα, για το οποίο δεν έχουμε επιλογή στη ζωή μας, είναι το μπόι μας. Αυτό είναι το μοναδικό πράγμα, που είναι δεδομένο, αλλά μερικές φορές συμβαίνει να παραπονιόμαστε για το μπόι μας!
- Θα ήταν πολύ ανόητο να παραπονιέται κανείς για κάτι τέτοιο, είπε ο προσκυνητής από τη θέση υπεροχής που του έδιναν όλα αυτά τα σοβαρά προβλήματα, που είχε να αντιπαραθέσει.
- Είναι πραγματικά πολύ ανόητο, αφού δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να το αλλάξουμε, χαμογέλασε ο γέροντας. Όχι όμως πιο ανόητο από το να παραπονιόμαστε για όλα εκείνα τα προβλήματα της ζωής μας, που συμβαίνουν, επειδή εμείς επιλέγουμε να μην αλλάξουμε γνώμες, πεποιθήσεις, συμπεριφορές!

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

Η αδικοχαμένη ανεψιά του καπετάνιου


Σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Έφτασε όμως η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ.
Η κόρη του, μια εξαιρετική κοπέλα, έφτασε ο καιρός, να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της. Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες.
Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, συντρόφευαν και κουβέντιαζαν.
Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε:
– Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε!
Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται.
Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, να του λέει:
- Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου, τον καπετάνιο, ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι, που μου έστειλε!
Ο ιερέας , όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση. Το βράδυ άρχισε να διηγείται το όνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως ο ιερέας του είπε, ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί, για το ψάρι που της έστειλε, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν, μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον, σαστισμένος ψιθύρισε:
–Θεέ μου!
Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, ξανακάθησε στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή:
– Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, για την εξόδιο ακολουθία. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος! Εκείνη την ώρα έφθασε ένας φίλος μου ψαράς. Του είχα πει, όταν έπιανε καλό ψάρι, να μου το έφερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο. Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα, « δεν θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανεψιά μου! » Ο άνθρωπος όταν τ’ άκουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα, « όμως, να, στο πληρώνω και συ δώσε το σε κανένα φτωχό για την ψυχή της! » Εκείνος πήρε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε κι έφυγε γρήγορα. Το περιστατικό αυτό δεν το είπα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μου έστειλε τις ευχαριστίες της!
Ο καπετάνιος σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του. Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του.
–Δοξασμένο το όνομά Σου Πολυέλεε Κύριε, ψιθύρισε ο ιερέας και αγκάλιασε τον αδελφό του με το βλέμμα του!

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Η ομορφότερη ζωγραφιά στη γη


Ένας καλλιτέχνης ήθελε να βρει και να ζωγραφίσει το ωραιότερο πράγμα στη γη. Ψάχνοντας να το βρει, ρώτησε έναν ιερέα, που του είπε, πως η πίστη είναι το ωραιότερο στη γη, επειδή αυτή στηρίζει τους ανθρώπους. Στην συνέχεια ο καλλιτέχνης ρώτησε έναν γεωργό, που του μίλησε για την ελπίδα, η οποία χαροποιεί τον άνθρωπο. Τέλος μια εργάτρια που ρωτήθηκε από τον καλλιτέχνη, επέμενε πως η αγάπη είναι το ωραιότερο πράγμα, επειδή αυτή διώχνει κάθε λύπη.
Πίστη, Ελπίδα, Αγάπη σκέφθηκε ο καλλιτέχνης. Πώς όμως μπορώ, να ζωγραφίσω μαζί αυτά τα τρία;
Την ώρα που έμπαινε στο σπίτι του, στάθηκε με έκσταση μπροστά σε ένα ζωντανό πίνακα, τους γονείς του, την γυναίκα του, τα παιδιά του!
Στο μέτωπο των γονέων του είδε την πίστη.
Στο χαμόγελο των παιδιών του την ελπίδα.
Στα μάτια της γυναίκας του λαμποκοπούσε η αγάπη.
Η καρδιά του σκίρτησε.
Να το ωραιότερο πράγμα στην γη! Αυτό θα ζωγραφίσω.
Και αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά η οικογενειακή του εστία.
Ένα απλό χαρούμενο σπιτάκι, που το κυβερνούσε, η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη!