Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Ο αετός και το σκαθάρι


Ένας αετός κυνηγούσε κάποτε έναν λαγό με τόσο μεγάλη ταχύτητα και επιδεξιότητα, που όλα έδειχναν, ότι το άτυχο ζώο, δεν θα αργούσε να πέσει στα νύχια του. Κατατρομαγμένος, απελπισμένος και κουρασμένος από το τρέξιμο ο λαγός συνάντησε ξαφνικά στον δρόμο του ένα μικροσκοπικό σκαθάρι και προσπέφτοντας στα πόδια του, είπε:
- Σε παρακαλώ, προστάτεψέ με από τον αετό και βοήθησέ με, να γλιτώσω τη ζωή μου.
Το σκαθάρι λυπήθηκε τον λαγό, του έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε, ότι θα του συμπαρασταθεί. Πράγματι, όταν ο αετός πλησίασε το θήραμά του το σκαθάρι μπήκε ανάμεσα σε αυτόν και το λαγό και του φώναξε:
- Αυτό το πλάσμα είναι υπό την προστασία μου. Άσε το να ζήσει και ψάξε κάπου αλλού για την τροφή σου.
Ο αετός όμως ακούγοντας τα γενναία λόγια του σκαθαριού και βλέποντας το μικρό μέγεθός του, γέλασε αυτάρεσκα, έκανε μια χαψιά το λαγό και πέταξε μακριά, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες του μικροσκοπικού εντόμου.
Το σκαθάρι όμως πήρε πολύ βαριά αυτή την προσβολή. Ανέβηκε λοιπόν στην απόκρημνη φωλιά, όπου προστάτευε τα αυγά του αετός και τα έσπρωξε όλα στον γκρεμό, για να σπάσουν!
Από τότε ο αετός δεν κατάφερε να ξαναποκτήσει παιδιά γιατί, όσο καλά και αν προστάτευε τη φωλιά του, κάθε φορά που γεννούσε αυγά και απομακρυνόταν για να βρει τροφή, το σκαθάρι ανέβαινε, πετώντας μέχρι εκεί και του τα έσπαγε όλα.
Απελπισμένος, ο αετός απευθύνθηκε στο Δία του οποίου ήταν το σύμβολο και ζήτησε την προστασία του. Ο Δίας λοιπόν πήρε τα αυγά του αετού στην αγκαλιά του και υποσχέθηκε να τα προστατεύει, μέχρι αυτά να εκκολαφθούν και να προσέχουν πλέον μόνα τους τον εαυτό τους.
Το σκαθάρι όμως δεν πτοήθηκε ούτε από τον νέο γιγαντιαίο και ισχυρό προστάτη των αυγών. Μάζεψε μια μικρή μπάλα κοπριά, πέταξε μέχρι τον Όλυμπο και την έριξε πάνω στο μπράτσο του Δία. Εκνευρισμένος τότε εκείνος, έπιασε τον βόλο αυτής της βρωμιάς με το άλλο του χέρι και τον πέταξε μακριά. Πάνω στη βιασύνη του όμως, ξέχασε τα αυγά του αετού, που κρατούσε και αυτά έπεσαν κάτω, σπάζοντας για άλλη μια φορά!
Αυτός ο μύθος ειπώθηκε από τον Αίσωπο πριν από πολλούς αιώνες. Η υπεροψία των πλούσιων και ισχυρών όμως, που νομίζουν ότι η δύναμή τους και μόνο αρκεί για να υποτάξει τον φτωχό και τον αδύνατο, εξακολουθεί να ματώνει αθώους και από τις δύο πλευρές.
Όσοι από εμάς θεωρούμε, πως δεν είμαστε αρκετά δυνατοί, για να σταματήσουμε το κακό, ας εφιστούμε την προσοχή στο περιβάλλον μας, σχολιάζοντας τη ματαιότητά του!

Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

Χείρα βοηθείας



Κάποτε, μια μητέρα που επιθυμούσε να ενθαρρύνει τον γιο της, ο οποίος μάθαινε πιάνο, αγόρασε εισιτήρια για μια παράσταση που θα έδινε κάποιος διάσημος πιανίστας. Όταν έφτασαν στην αίθουσα συναυλιών, κάθισαν στις μπροστινές θέσεις και κοίταξαν το πιάνο, που βρισκόταν πάνω στη σκηνή. Ύστερα από λίγο η μητέρα έπιασε κουβέντα με έναν φίλο και το αγόρι βρήκε την ευκαιρία, να ξεγλιστρήσει.
Μόλις πλησίασε η ώρα έναρξης της συναυλίας, τα φώτα στην αίθουσα άρχισαν να χαμηλώνουν, άναψαν οι προβολείς και μόνο τότε όλοι παρατήρησαν το αγόρι, που καθόταν στο πιάνο και προσπαθούσε να παίξει ένα νανούρισμα. Η μητέρα του ένιωσε πολύ αμήχανα, αλλά προτού προλάβει να αντιδράσει, εμφανίστηκε στη σκηνή ο πιανίστας και πλησίασε γρήγορα το πιάνο.
Ο πιανίστας ψιθύρισε σιγανά στο αγόρι:
- Μην σταματάς. Συνέχισε να παίζεις!
Ύστερα, άρχισε να συνοδεύει το αγόρι στη μελωδία με το αριστερό του χέρι. Σύντομα, χρησιμοποιώντας και τα δυο του χέρια έφτιαξε μια αυτοσχέδια κι ευχάριστη μουσική συνοδεία. Μαζί, ο έμπειρος πιανίστας και ο νεαρός αρχάριος μάγεψαν το πλήθος με την όμορφη μουσική τους!
Σε όλη μας τη ζωή λαμβάνουμε κάποια χείρα βοηθείας, μερικές φορές το συνειδητοποιούμε, άλλες όχι. Επίσης, κι εμείς οι ίδιοι έχουμε αμέτρητες ευκαιρίες να βοηθήσουμε τους άλλους, μερικές φορές θα θέλαμε να αναγνωρίσουν τη βοήθειά μας, άλλες όχι. Τα περισσότερα από αυτά που καταφέρνουμε, είναι επειδή μαθαίνουμε από τους άλλους κι έχουμε την υποστήριξή τους.
Ας προσφέρουμε λοιπόν όπου μπορούμε μια χείρα βοηθείας, γνωρίζοντας πως βοηθώντας τους άλλους, βοηθάμε και τους εαυτούς μας!

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

Η σφαγή του Διστόμου και ο Ελληνικός Πολιτισμός


Όταν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, δεν πήγαν και τόσο καλά τα πράγματα, αφού μια γερμανική μονάδα κατάφερε να περικυκλωθεί από αντάρτες ακριβώς στην περιοχή του Διστόμου. Σκέφτηκα, ότι αυτό ίσως θεωρηθεί από τους Έλληνες ως ευκαιρία για αιματηρή εκδίκηση, πόσο μάλλον που η περιοχή εδώ και καιρό είχε αποκοπεί από κάθε παροχή βοήθειας σε τρόφιμα. Ετοίμασα λοιπόν φορτηγά με τα αναγκαία τρόφιμα, έστειλα μήνυμα στο Δίστομο για την άφιξή μας και έτσι βρεθήκαμε στο δρόμο για εκεί, για άλλη μια φορά, η Κλειώ και εγώ.
Όταν φτάσαμε στα όρια του χωριού, μας συνάντησε μια επιτροπή, με τον παπά στη μέση. Έναν παλαιών αρχών πατριάρχη, με μακριά, κυματιστή, λευκή γενειάδα. Δίπλα του στεκόταν ο αρχηγός των ανταρτών, με πλήρη εξάρτυση. Ο παπάς πήρε το λόγο και μας ευχαρίστησε εκ μέρους όλων που ήρθαμε με τρόφιμα. Μετά πρόσθεσε: «Εδώ είμαστε όλοι πεινασμένοι, τόσο εμείς οι ίδιοι, όσο και οι Γερμανοί αιχμάλωτοι. Τώρα, εάν εμείς λιμοκτονούμε, είμαστε τουλάχιστον στον τόπο μας. Οι Γερμανοί δεν έχουν χάσει μόνο τον πόλεμο, είναι επιπλέον και μακριά από την πατρίδα τους. Δώστε τους το φαγητό που έχετε μαζί σας, έχουν μακρύ δρόμο μπροστά τους». Σ’ αυτή του τη φράση γύρισε η Κλειώ το βλέμμα της και με κοίταξε. Υποψιαζόμουν τι ήθελε να μου πει με αυτό το βλέμμα, αλλά δεν έβλεπα πλέον καθαρά. Απλά στεκόμουν κι έκλαιγα!
{ Ο επικεφαλής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα, Σουηδός Στούρε Λιννέρ, γράφει για το Δίστομο στο βιβλίο του «Η Οδύσσειά μου» }
Ο νεαρός αθλητής


Ο μύθος αναφέρει για κάποιον νεαρό αθλητή, που επιζητούσε συνεχώς τη δόξα και η νίκη σήμαινε τα πάντα γι’ αυτόν.
Κάποιος γέροντας σοφός, συγγενής της οικογενείας του νεαρού αθλητή, ήρθε για να παρακολουθήσει έναν αγώνα δρόμου, που γινότανε στην ιδιαίτερη πατρίδα του αθλητή. Πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί, για να παρακολουθήσει να αγωνίζεται ένα δικό τους παιδί, από τα δικά τους μέρη, προσδοκώντας να δούνε τον νεαρό αθλητή να νικάει.
Ο αγώνας ξεκίνησε και φαινόταν δύσκολος, αλλά ο νεαρός αρκετά σίγουρος για τον εαυτό του και τις δυνάμεις του κι αποφασισμένος να νικήσει, τελικά τερμάτισε πρώτος. Το πλήθος ενθουσιασμένο ζητωκραύγαζε και τον επευφημούσε. Ο σοφός γέρος όμως παρέμεινε σιωπηλός, χωρίς να εκφράσει την παραμικρή αντίδραση. Φυσικά, ο νεαρός ακόμα κι έτσι ένιωθε υπερήφανος και σπουδαίος.
Όταν ξεκίνησε ο δεύτερος αγώνας, ο νεαρός αθλητής κατάφερε να τερματίσει ξανά πρώτος και να νικήσει τους άλλους δυνατούς αθλητές. Το πλήθος τον αποθέωσε ξανά ενώ ο σοφός γέρος παρέμεινε και πάλι σιωπηλός. Εκείνος πάντως, δεν έπαψε να αισθάνεται υπερήφανος και σπουδαίος.
Τότε ο νεαρός άρχισε να ζητά να γίνει και τρίτος αγώνας, αλλά δεν απέμεναν άλλοι αθλητές για να τον συναγωνιστούν. Εκείνη τη στιγμή ο σοφός γέρος έφερε μπροστά του δύο καινούριους αντιπάλους, μια ηλικιωμένη και ασθενική γυναίκα κι έναν τυφλό. Ο νεαρός απόρησε κι άρχισε να διαμαρτύρεται, αλλά ο σοφός επέμενε κι έτσι ο αγώνας ξεκίνησε. Ο μοναδικός που τερμάτισε ήταν εκείνος, αφού οι άλλοι δύο στέκονταν ακόμα στη γραμμή εκκίνησης. Ο νεαρός πλέον ήταν κατενθουσιασμένος, ο κόσμος όμως αυτή τη φορά παρέμεινε σιωπηλός.
- Τι συμβαίνει; Γιατί οι άνθρωποι δεν χαίρονται με την επιτυχία μου;
- Επανέλαβε τον αγώνα, του απάντησε ο σοφός, αλλά αυτή τη φορά φρόντισε να φτάσετε στο τέρμα και οι τρεις μαζί!
Ο νεαρός, αφού σκέφτηκε λίγο, στάθηκε ανάμεσα στον τυφλό και την ηλικιωμένη γυναίκα και τους πήρε από το χέρι. Ο αγώνας ξεκίνησε και αυτός άρχισε να περπατά πολύ αργά, οδηγώντας και τους άλλους δύο μέχρι τη γραμμή τερματισμού. Όταν πέρασαν την γραμμή τερματισμού, το πλήθος άρχισε ενθουσιασμένο να τον επευφημεί. Ο σοφός χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι του. Ο νεαρός ένιωθε υπερήφανος για άλλη μια φορά.
- Δεν καταλαβαίνω! Για ποιόν ζητωκραυγάζει το πλήθος; Για ποιόν από τους τρεις;
Ο σοφός γέρος τον κοίταξε στα μάτια, έβαλε τα χέρια του στους ώμους του και του απάντησε:
- Νεαρέ μου, σε αυτόν τον αγώνα κέρδισες πολύ περισσότερα, απ’ όσα έχεις κερδίσει σε όλους τους άλλους. Για την συμπεριφορά σου ζητωκραυγάζει το πλήθος κι όχι για τον νικητή!
Πολλές φορές το ευ αγωνίζεσθαι, συγκινεί τους θεατές, περισσότερο από ότι η νίκη και για τον λόγο αυτόν μένει για καιρό στη μνήμη τους.

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

Στην αγκαλιά του Θεού


Μια νύχτα κάποιος άνθρωπος ονειρεύτηκε, ότι περπατούσε στην παραλία μαζί με τον Θεό. Στον ουρανό άστραφταν σκηνές από την ζωή του. Για κάθε σκηνή παρατήρησε δύο ζευγάρια από χνάρια πάνω στην άμμο. Το ένα ανήκε σε αυτόν και το άλλο ανήκε στον Θεό.
Όταν η τελευταία σκηνή της ζωής του άστραψε εμπρός του, εκείνος κοίταξε πίσω στα χνάρια της άμμου. Παρατήρησε, ότι πολλές φορές στο μονοπάτι της ζωής του υπήρχε μόνο το ένα ζευγάρι από τα χνάρια. Παρατήρησε ακόμα, ότι τούτο συνέβαινε στις χειρότερες και πιο θλιβερές στιγμές της ζωής του.
Αυτό στ’ αλήθεια τον ενόχλησε και ρώτησε τον Θεό σχετικά με αυτό:
- Θεέ μου, είπες ότι εφ’ όσον αποφάσισα να σε ακολουθήσω, Εσύ θα περπατούσες μαζί μου σε όλη τη διάρκεια του διαδρομής. Παρατήρησα όμως, πως στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου υπάρχει μόνο ένα ζευγάρι χνάρια στην άμμο. Δεν καταλαβαίνω, γιατί όταν σε χρειαζόμουν περισσότερο, Εσύ με εγκατέλειψες».
- Αγαπημένε μου, ακριβέ μου γιε, Εγώ σ’ αγαπώ και ποτέ δεν θα σε εγκατέλειπα. Τις στιγμές της δοκιμασίας και του πόνου σου, εκεί που βλέπεις μόνο το ένα ζευγάρι από τα χνάρια στην άμμο, είναι τότε που Εγώ, σε κουβαλούσα στην αγκαλιά μου!

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Τι δεν είναι βάρος


Υπήρχε ένας Ινδός ασκητής, που ξεκίνησε πριν πολλά χρόνια για ένα προσκύνημα στους ινδικούς ιερούς ναούς στα Ιμαλάια. Είναι πολύ δύσκολη διαδρομή για να φτάσει κανείς στους ναούς αυτούς κι εκείνη την εποχή ήταν ακόμη πιο δύσκολη. Τα μονοπάτια είναι στενά, καλυμμένα από αιώνιο χιόνι, στο πλάι υπάρχουν γκρεμοί βάθους χιλιάδων μέτρων, λίγο να γλιστρούσαν τα πόδια κι έπεφτες.
Ο προσκυνητής είχε κουραστεί αρκετά, αν και κουβαλούσε λίγες αποσκευές, διότι το να κουβαλήσεις πολλές αποσκευές σε εκείνα τα ύψη, κάνει το βάδισμα πολύ πιο επίπονο. Καθώς ο αέρας λιγοστεύει, ακόμη και να ανασάνεις γίνεται δύσκολο. Μπροστά του, είδε ένα κορίτσι, όχι μεγαλύτερο από δέκα ετών, να κουβαλά ένα μικρό αγόρι, πολύ παχύ, στους ώμους της. Ίδρωνε, ανέπνεε βαριά, κι όταν ο προσκυνητής πέρασε δίπλα της, της είπε:
- Κόρη μου, πρέπει να είσαι κουρασμένη. Κουβαλάς τόσο βάρος!
Το κορίτσι απάντησε κάπως απότομα:
- Εσύ κουβαλάς βάρος. Εγώ κουβαλάω τον μικρό μου αδελφό και δεν μου είναι βάρος!
Στη ζυγαριά βέβαια, δεν φαίνεται η διαφορά είτε βάλεις το μικρό σου αδελφό είτε μια βαλίτσα, δεν έχει σημασία, η ζυγαριά θα δείξει βάρος. Η καρδιά όμως δεν είναι ζυγαριά. Το κορίτσι είχε δίκιο:
- Εσύ κουβαλάς βάρος, όχι εγώ. Αυτός είναι ο μικρότερος αδελφός μου και τον αγαπάω!

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Το καλάθι με τα ψάρια


Υπάρχει μια παλιά Ινδική ιστορία για μια φτωχή γυναίκα που πουλούσε ψάρια.
Μια μέρα έβρεχε πολύ και η γυναίκα αυτή με το καλάθι της που είχε ψάρια, βρήκε καταφύγιο κάτω από ένα δέντρο, μπροστά από το σπίτι ενός μεγάλου έμπορου λουλουδιών. Η καταιγίδα ήταν πολύ δυνατή και καθώς άρχισε να σκοτεινιάζει, ο ανθοπώλης συμφώνησε, να την φιλοξενήσει στην αποθήκη, που είχε στην αυλή, για περάσει τη νύχτα.
Η γυναίκα κοιμήθηκε στο έδαφος, όπως συνηθίζεται στην Ινδία. Όσο κοιμόταν είχε αφήσει το καλάθι με τα ψάρια στο πλευρό της. Στη μέση της νύχτας, οι υπάλληλοι του ανθοπώλη άρχισαν να στοιβάζουν φρέσκα γιασεμιά μέσα στην αποθήκη. Όταν δεν είχαν άλλο χώρο να στοιβάξουν τα λουλούδια, κάποιος μετακίνησε το καλάθι με τα ψάρια από δίπλα της και το έβαλε μακριά από αυτήν στην γωνία του δωματίου.
Η ώρα περνούσε και η έντονη μυρωδιά από τα φρέσκα γιασεμιά πλημμύρισε το δωμάτιο. Η γυναίκα ξύπνησε από τον ύπνο, νιώθοντας ένα αίσθημα δυσφορίας. Αντιλήφθηκε πως την δυσφορία της την προξένησε η οσμή των φρέσκων γιασεμιών! Ήταν συνηθισμένη να κοιμάται κάθε βράδυ με τη φρικτή μυρωδιά των ψόφιων ψαριών. Όταν αυτή η μυρωδιά έφυγε και το ευωδιαστό άρωμα των φρέσκων γιασεμιών εισχώρησε στους οσφρητικούς τις αδένες, το σώμα αντέδρασε, ξύπνησε και δυσφόρησε! Μισοζαλισμένη πήγε κοντά στο καλάθι με τα μπαγιάτικα ψάρια της και κοιμήθηκε εκεί. Το πρωί ξύπνησε και πήρε το δρόμο της.
Όλοι μας κρατάμε διαφορετικά καλάθια με ψάρια κοντά στο στήθος μας. Ο καθένας ξέρει, ότι πολύ λίγα πράγματα μυρίζουν χειρότερα από τα ψόφια ψάρια και επίσης γνωρίζουμε, πόσο υπέροχα μυρίζει το γιασεμί. Κι εξακολουθούμε να μη θέλουμε να απαλλαγούμε από τα καλάθια με ψάρια μας και να απολαύσουμε το φρέσκο άρωμα των γιασεμιών. Αυτό συμβαίνει εξ αιτίας της δύναμης της συνήθειας.
Δυσκολευόμαστε να απαλλαγούμε από τις παλιές συνήθειες και τάσεις. Μπορεί να δυσφορούμε εξ αιτίας τους, αλλά δεν προχωράμε στην αλλαγή τους, φοβούμενοι το άγνωστο. Κανείς μας δεν θέλει να ξεβολευτεί. Τα μυαλά μας δεν δέχονται νέους τρόπους σκέψης. Αυτό το ξέρουμε καλά. Δεν μας πειράζει να γυρίζουμε ξανά και ξανά σε φαύλους κύκλους, εφ’ όσον είμαστε σε οικείο έδαφος, αλλά δεν θέλουμε να ρισκάρουμε, δοκιμάζοντας νέους τρόπους να κάνουμε πράγματα.
Είναι πάντα οι άνθρωποι που αμφισβητούν τις συμβάσεις και σκέφτονται διαφορετικά, οι τολμηροί, αυτοί τα γερά νεύρα και τις μεγάλες αντοχές, που πάνε μπροστά, βρίσκοντας νέους τρόπους, για να λύνουν παλιά προβλήματα.
Δεν υποστηρίζει κανείς, πως δεν πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί, ακόμη και να αμφισβητούμε τις νέες ιδέες. Αν χρησιμοποιούμε καθιερωμένη μεθοδολογία, η οποία αντιλαμβανόμαστε, πως μας εξυπηρετεί όλο και λιγότερο και κάτι νέο προκύψει, χρειάζεται να βάζουμε τη νέα πρόταση κάτω από το μικροσκόπιο, για μια ενδελεχή ανάλυση. Η άμεση και χωρίς αμφισβήτηση αποδοχή, δεν είναι σημάδι ενός υγιούς ορθολογικού μυαλού, αλλά δεν μπορούμε να απορρίψουμε κάτι μόνο και μόνο, επειδή είναι καινούριο, ακόμη περισσότερο όταν το παλιό παύει να μας χρησιμεύει.
Οι άνθρωποι που έχουν συνηθίσει να βάζουν το μυαλό τους σε νέα κανάλια σκέψης, δεν έχουν κανένα πρόβλημα στην αξιολόγηση νέων ιδεών. Ας επιχειρήσουμε να τους μοιάσουμε!