Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Ο μεγάλος Δάσκαλος


Οι γονείς ήταν εργάτες και οι δύο, εργαζόμενοι από την εφηβεία τους. Γνωρίστηκαν στη Γερμανία, διπλοβάρδιες στα εργοστάσια, αιματηρές οικονομίες για να αγοράσουν οικόπεδο, να χτίσουν σπίτι και να επιστρέψουν στην πατρίδα, όπου δεν είχαν τίποτα.
Τα δυο κορίτσια της οικογένειας μεγαλώσανε σχεδόν μόνες τους. Από την πρώτη Δημοτικού φτιάχνανε το πρωινό τους (όχι σαν αυτό το διαφημίσεων), κλειδώνανε το σπίτι, περπατούσανε 15 λεπτά ως τη στάση του λεωφορείου και πηγαίνανε στο σχολείο. Επιστρέφανε, ζεσταίνανε το φαγητό τους και στρωνότανε αμέσως στο διάβασμα. Οι γονείς έλειπαν από τα ξημερώματα και επέστρεφαν αργά το απόγευμα.
Η μητέρα μόλις επέστρεφε, πάντα έκανε την ίδια ερώτηση στις δυο κόρες της:
- Διαβάσατε τα μαθήματά σας;
Ήταν αγράμματη, οπότε δεν μπορούσε και να τις ελέγξει. Αν απαντούσανε τα κορίτσια καταφατικά, τους άφηνε να παίξουνε τον υπόλοιπο χρόνο που έμενε, μέχρι να πάνε για ύπνο. Αν καταλάβαινε, ότι δεν είχανε ακριβώς τελειώσει τα μαθήματα, έλεγε την φράση που έμεινε παροιμιώδης στην οικογένεια:
- Να καθίσετε να τελειώσετε το διάβασμα, εκτός αν θέλετε, να πάω να πλύνω τα κατσαρόλια!
Ο μύθος, που τα κορίτσια σαν παιδιά είχανε πιστέψει, ήταν πως η γονείς είχαν αγοράσει από ένα κατσαρόλι για την κάθε μία τους. Το κατσαρόλι ήταν ένα μεταλλικό σκεύος, στο οποίο οι γονείς έβαζαν το φαγητό τους, για να φάνε το μεσημέρι στο εργοστάσιο. Γιατί βέβαια δεν ξόδευαν δεκάρα, για να αγοράσουν οτιδήποτε από τις καντίνες. Είχαν πει λοιπόν οι γονείς στα κορίτσια, πως αν κάποια στιγμή καταλάβαιναν, πως δεν παίρνανε τα γράμματα, θα έπλεναν τα ωραία κατσαρόλια και την επόμενη μέρα θα πήγαιναν τα κορίτσια για μεροκάματο στο εργοστάσιο!
Τα κορίτσια μπορεί να μην γνώριζαν, τι διαφορά θα είχε η δουλειά, που θα έκαναν τελειώνοντας το σχολείο, από αυτή που έκαναν οι δικοί μου στο εργοστάσιο, αλλά ήξεραν, πως ο πατέρας τους όταν ήταν στο σπίτι, δεν ήταν σε θέση να κάνει τίποτε άλλο, εκτός από το να πέσει για ύπνο. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί όταν δεν μπορούσε να κοιμηθεί, τα νεύρα του ήταν σε τέτοιο χάλι, που τα κορίτσια κρατούσανε την αναπνοή τους, για να μην ακουστεί κιχ. Τα παπούτσια του πατέρα ήταν γεμάτα μεταλλικά ρινίσματα, (γρέζια τα έλεγε) και τα κορίτσια μαζί με τη μητέρα, τα βγάζανε ένα-ένα, για να μη χαλάσουν τα παπούτσια. Τα χέρια της μητέρας είχαν ρόζους και έτριβε κάθε βράδυ τα μπράτσα και τα δάχτυλά της βογκώντας.
Κάθε φορά λοιπόν που ακούγανε τα κορίτσια την απειλή για το κατσαρολάκι, ακόμη κι αν είχαν τελειώσει τα μαθήματά τους, έριχναν άλλη μια ματιά για καλό και για κακό!
Ακόμα κι όταν εκείνο το όνειρο της επιστροφής στην πατρίδα πραγματοποιήθηκε, τα πράγματα δεν άλλαξαν και πολύ. Πάλι η μικρή κόρη φορούσε τα ρούχα της μεγάλης αδελφής, πάλι τρώγανε παγωτό μία φορά την εβδομάδα (από το φτηνό), πάλι οι γονείς δούλευαν όλη μέρα και δεν ξεκουράζονταν ποτέ. Και τα κορίτσια το ίδιο!
Από 12 χρονών τα κορίτσια είχαν μάθει να μαγειρεύουνε, να καλλιεργούνε το περιβολάκι, να φροντίζουνε τα ζώα, να διορθώνουνε τις ελαφριές ηλεκτρικές και υδραυλικές βλάβες, να βάφουνε, μέχρι και να χτίζουνε, όταν ο πατέρας αποφάσισε, να σηκώσει άλλον έναν όροφο. Μόνοι τους. Εργάτης, τεχνίτης δεν πάτησε κανείς.
Στο μικρό, συνοικιακό χρωματοπωλείο, που είχανε οι γονείς , τα κορίτσια μάθανε να ζυγίζουνε, να τιμολογούνε, να συναλλάσσονται με τους πελάτες, να παραλαμβάνουνε από τους προμηθευτές.
Η μοναδική πολυτέλεια των κοριτσιών και στη Γερμανία και στην Ελλάδα ήταν το ποδήλατο. Μόνο που δεν είχανε πολύ χρόνο να το χαρούνε, γιατί ακόμα κάθε απόγευμα η μητέρα κράδαινε το κατσαρόλι! Και τα κορίτσια έπρεπε να είναι εντάξει με το σχολείο. Και λέξεις όπως φροντιστήριο ήταν απαγορευμένες.
- Αν είναι να θες σαράντα πέντε μάστορες κι εξήντα μαθητάδες, άστο! Πάρε το κατσαρόλι σου, να έχεις και το κεφάλι σου ήσυχο, έλεγε η μητέρα
Το κατσαρόλι, λοιπόν, όσο και αν λεγότανε σαν απειλή, έμαθε πολλά πράγματα στα κορίτσια, περισσότερα από όσα μπορούσαν να φανταστούν οι γονείς. Ακόμη κι όταν έφυγαν οι γονείς πρόωρα από την ζωή, τα κορίτσια, γυναίκες πλέον, συνέχιζαν να ακούνε τον μεταλλικό του ήχο!
Το κατσαρολάκι έμαθε στα κορίτσια να εκτιμούν τους ανθρώπους, που εργάζονται καταπονώντας το σώμα τους και να τους σέβονται απεριόριστα. Εξοικείωσε τα κορίτσια με την ιδέα της χειρονακτικής εργασίας και όταν χρειάστηκε να εργαστούν, για να τελειώσουν το σχολείο και να σπουδάσουν, δεν δίστασαν και δεν ένιωσαν άσχημα να κάνουν την μαγείρισσα, την καθαρίστρια, την εργάτρια σε θερμοκήπιο και σε βιοτεχνία.
Η ιδέα του κατσαρολιού κρατούσε το μυαλό των κοριτσιών προσηλωμένο στον στόχο, σε αυτό που ήθελαν να κάνουν και βοήθησε να το πετύχουν, έστω και μερικά χρόνια αργότερα από το κανονικό. Τα έμαθε να εκτιμούν, αυτά που κερδίζει κανείς με τον ιδρώτα του, είτε εργάζεται σωματικά είτε πνευματικά, να μην τα σπαταλούν και να τα διαχειρίζονται ισορροπημένα. Δίδαξε στα κορίτσια να αποφεύγουν τον συγχρωτισμό τους με τους ανέντιμους ανθρώπους, που δεν ντρέπονται να κερδίζουν χρήματα χωρίς να εργάζονται ή που εκμεταλλεύονται την αγνότητα ανθρώπων όπως οι γονείς των κοριτσιών, για να κερδίζουν από τον κόπο τους, παριστάνοντας τους προστάτες τους.
Γέννησε μέσα στα κορίτσια τον έρωτα για την Παιδεία! Όχι την άγρα πτυχίων. Την αληθινή. Την αγάπη για την εργασία και την προσφορά. Την επιδίωξη της αξιοπρέπειας και της αυτάρκειας. Αυτά ονειρεύτηκαν τα κορίτσια να μεταδώσουν, σε όσους θα γινότανε μαθητές τους.
Το κατσαρόλι είναι το σύμβολο της πραγματικής ζωής. Θα νόμιζε κανείς πως ένα παιδί, ακούγοντας με τη φαντασία του τον μεταλλικό του ήχο, θα αποκτούσε φοβίες για τη φτώχεια, την χειρωνακτική εργασία, την ταπεινή καταγωγή. Θα έκανε όμως λάθος!
Για τα κορίτσια το κατσαρόλι είπε αυτά, που οι αγράμματοι γονείς δεν είχαν την ικανότητα, να εκφράσουν. Ο μοναδικός αξιοπρεπής τρόπος ζωής είναι να εργάζεσαι, να παράγεις, να προσφέρεις. Με κάποιον τρόπο χρειάζεται μόνος σου να γεμίζεις το κατσαρόλι σου, να κερδίσεις τη ζωή σου. Καθήκον σου είναι να το γεμίζεις. Δική σου απόφαση αν θα καταπονήσεις το πνεύμα ή το σώμα. Κάθε επιλογή αποδεκτή, αρκεί να είναι αυτό που ταιριάζει στον καθένα!

Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Εγκλωβισμός στο μεταλλείο


Έξι μεταλλωρύχοι εργάζονται σε μια πολύ βαθιά σήραγγα, για να βγάλουν ορυκτά από τα έγκατα της γης. Ξαφνικά, μια κατολίσθηση φράζει την έξοδο της σήραγγας και τους απομονώνει από τον έξω κόσμο. Μόλις γίνεται αυτό, με μια γρήγορη ματιά, χωρίς να πουν λέξη, εκτιμούν την κατάσταση.
Είναι όλοι τους πολύ έμπειροι και καταλαβαίνουν αμέσως, πως το μεγάλο πρόβλημα θα είναι το οξυγόνο. Με μια σχετική οικονομία ίσως το οξυγόνο τους φτάσει για τρεις, το πολύ τρεισήμισι ώρες εγκλωβισμού τους.
Ο κόσμος απέξω ξέρει πως είναι εκεί εγκλωβισμένοι, μια τέτοια κατολίσθηση όμως σημαίνει, ότι θα πρέπει να ανοίξουν τη σήραγγα από την αρχή, για να κατέβουν να τους βρουν. Θα προφτάσουν πριν τους τελειώσει ο αέρας;
Οι έμπειροι μεταλλωρύχοι αποφασίζουν, πως πρέπει να εξοικονομήσουν όσο γίνεται περισσότερο οξυγόνο.
Συμφωνούν να κάνουν την ελάχιστη δυνατή σωματική δαπάνη. Σβήνουν τις λάμπες που κρατούν και ξαπλώνουν στο πάτωμα, χωρίς να μιλάνε.
Βουβοί λόγω της κατάστασης και ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι, είναι δύσκολο να υπολογίσουν το πέρασμα του χρόνου. Συμπτωματικά, ένας μόνο έχει ρολόι. Σ’ αυτόν λοιπόν απευθύνονται όλες οι ερωτήσεις: Πόση ώρα πέρασε; Πόση απομένει;
Ο χρόνος αρχίζει να τους φαίνεται πως κυλάει αργά, τα δύο λεπτά τους φαίνονται μία ώρα. Η απελπισία πριν από κάθε απάντηση κάνει ακόμη μεγαλύτερη την ένταση που νιώθουν. Ο επικεφαλής των μεταλλωρύχων συνειδητοποιεί, πως αν συνεχίσουν έτσι, η αγωνία θα τους κάνει να αναπνέουν πιο γρήγορα κι αυτό μπορεί να τους σκοτώσει. Δίνει εντολή , λοιπόν, εκείνον που έχει το ρολόι, να ελέγχει, εκείνος μόνο, το πέρασμα της ώρας. Κανένας πλέον δεν θα κάνει ερωτήσεις, θα τους ενημερώνει εκείνος κάθε μισή ώρα.
Αυτός, εκτελώντας τη εντολή, παρακολουθεί το ρολόι του. Και μόλις περνάει η πρώτη μισή ώρα, λέει πέρασε μισή ώρα. Ένα μουρμουρητό ακούγεται, η αγωνία τους πλανιέται στον αέρα.
Ο κάτοχος του ρολογιού καταλαβαίνει, πως όσο περνάει η ώρα, θα είναι όλο και πιο φοβερό να τους ανακοινώνει, ότι πλησιάζει το τελευταίο λεπτό. Χωρίς να το συζητήσει με κανέναν, αποφασίζει πως δεν τους αξίζει να βασανίζονται, μέχρι να πεθάνουν. Έτσι, την επόμενη φορά που τους ανακοινώνει τη μισή ώρα, έχουν στην πραγματικότητα περάσει 45 λεπτά.
Δεν υπάρχει τρόπος να καταλάβουν τη διαφορά κι έτσι δεν αμφιβάλλει κανείς.
Αφού βλέπει ότι πέτυχε το τέχνασμα, την τρίτη ενημέρωση την κάνει μία ώρα μετά. Έτσι συνεχίζει αυτός με το ρολόι, κάθε μία ολόκληρη ώρα να τους ενημερώνει, πως έχει περάσει μόνο μισή.
Στο μεταξύ, η ομάδα που επιχειρεί το έργο της διάσωσης, ξέρει σε ποιον θάλαμο έχουν παγιδευτεί και ξέρουν, επίσης, ότι θα είναι πολύ δύσκολο να φτάσουν εκεί, πριν περάσουν τουλάχιστον τέσσερις ώρες.
Φτάνουν, τελικά, μετά από τεσσερισήμισι ώρες. Το πιθανότερο είναι να βρουν τους έξι μεταλλωρύχους νεκρούς. Βρίσκουν ζωντανούς τους πέντε.
Ένας πέθανε από ασφυξία, εκείνος που είχε το ρολόι!
Να τι δύναμη έχουν οι πεποιθήσεις στη ζωή μας.
Να τι μπορούν να μας κάνουν οι εξαρτήσεις μας.
Κάθε φορά που κατασκευάζουμε τη βεβαιότητα, ότι κάτι ανεπανόρθωτα καταστρεπτικό θα μας συμβεί κι ας μην ξέρουμε πώς, αλλά ακόμη κι αν γνωρίζουμε τον τρόπο, αυτό που στην ουσία κάνουμε, είναι ότι προκαλούμε, πάμε γυρεύοντας, βοηθάμε και σίγουρα δεν κάνουμε το παραμικρό για να μη μας συμβεί στ’ αλήθεια κάτι, έστω και λίγο από το κακό, που είχαμε προβλέψει.
Παρεμπιπτόντως, όπως στην παραπάνω ιστορία, ο μηχανισμός λειτουργεί και αντίστροφα. Όταν νομίζουμε, ή μάλλον έχουμε την πεποίθηση, ότι με κάποιον τρόπο μπορούμε να πάμε μπροστά, οι πιθανότητες να προχωρήσουμε, πολλαπλασιάζονται.
Είναι φανερό, πως αν η ομάδα διάσωσης είχε κάνει 12 ώρες να φτάσει, δεν θα μπορούσαν ούτε να διανοηθούν, πως θα έβρισκαν ζωντανούς τους μεταλλωρύχους. Δεν υποστηρίζει κανείς, πως από μόνη της η θετική στάση είναι ικανή, να αποτρέψει το μοιραίο ή να αποφύγει μια τραγωδία. Αυτό που γίνεται φανερό είναι, πως οι πεποιθήσεις μας καθορίζουν χωρίς αμφιβολία τον τρόπο, που ο καθένας μας αντιμετωπίζει τις δυσκολίες.
Άλλωστε είτε πιστεύουμε πως μπορούμε, είτε πιστεύουμε πως δεν μπορούμε, δίκιο έχουμε!

Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

Όλα δεν αγοράζονται με χρήματα


Ο Βίκτωρ ήταν ένας πολύ επιτυχημένος επαγγελματίας, που είχε δική του αλυσίδα καταστημάτων γυναικείας μόδας. Είχε σπίτια σε δυο χώρες, έκανε συλλογή από αυτοκίνητα αντίκες και ταξίδευε τακτικά. Φαινόταν, ότι ζούσε την τέλεια ζωή.
Θεωρούσε, πως η σκληρή δουλειά και η αφοσίωση ήταν αυτά, που μετρούσαν στην ζωή. Επειδή στάθηκε πολύ τυχερός οικονομικά, θεωρούσε πως ήξερε τα πάντα για την αφθονία. Μέχρι που κάποτε προσγειώθηκε απότομα.
Ο Βίκτωρ ήταν παντρεμένος και είχε δυο δίδυμα αγόρια.
Από την αρχή τους συμπεριφερότανε πολύ σκληρά, επειδή πίστευε πως όπως αυτός έμαθε να δουλεύει σκληρά από μικρός, έτσι έπρεπε και εκείνοι να μάθουν να δουλεύουν σκληρά. Αλλά ότι και να κάνανε οι γιοι του, αυτός δεν ήταν ευχαριστημένος και συνεχώς τους παρατηρούσε και τους μάλωνε, ξεχνώντας πολλές φορές ότι ήταν παιδιά! Παρά το γεγονός πως δεν τα στέρησε από υλικά αγαθά, απέφυγε να τους δείξει πως τους αγαπάει και τους εκτιμάει. Ήταν τόσο σίγουρος πως έτσι έπρεπε να κάνει, που όταν τολμούσε η γυναίκα του, να του επισημάνει την σκληρή και τυραννική πολλές φορές συμπεριφορά του, εκείνος την διέκοπτε, λέγοντάς της, πως ήξερε καλά τι κάνει!
Όταν τα αγόρια έγιναν 19 χρονών, εξαφανίστηκαν! Σπούδαζαν και οι δυο σε κολέγιο και διέμεναν στο πατρικό σπίτι. Τη μια νύχτα ήταν σπίτι, το επόμενο πρωί είχανε φύγει. Στην μητέρα τους είπαν πως έφυγαν, επειδή δεν άντεχαν την συμπεριφορά του πατέρα τους και θεωρούσαν, ότι δεν τους αγαπούσε. Είχαν κρατήσει επαφή με την μητέρα τους και την ενημέρωναν τακτικά, πως ήταν καλά.
Όταν ο Βίκτορας έμαθε για ποιο λόγο έφυγαν οι δίδυμοι, λύγισε. Βεβαίως και τους αγαπούσε, αλλά όσο κι αν έψαξε στη μνήμη του δεν βρήκε ούτε μια φορά, που να τους το είπε. Μόνο σκληρά λόγια και παρατηρήσεις μπορούσε να θυμηθεί!
Τα αγόρια έμεναν μαζί. Ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο, δουλεύοντας από δω και από κει, συνήθως όπου υπήρχαν παραλίες με ιστιοσανίδες.
Η μητέρα τους πήγαινε και τους έβλεπε στα διάφορα μέρη που βρίσκονταν. Αρνιότανε να συναντηθούν με τον πατέρα τους, όπως και να πάρουν χρήματα από αυτόν ή την μητέρα τους. Ο Βίκτορας έδινε στη γυναίκα του γράμματα για να τους τα δώσει, αλλά ποτέ δεν του απάντησαν, σε όσα αυτός τους έγραψε!
Έξι χρόνια είχαν ήδη περάσει. Κάποια μέρα η γυναίκα του είπε στον Βίκτορα, πως οι γιοι τους βρισκόταν σε ένα εξωτικό νησί στην νοτιοανατολική Ασία και υποσχέθηκε να μην τους πει, αν ο Βίκτορας ήθελε να πάει να τους συναντήσει.
Όταν ο Βίκτορας πήγε στο νησί, έμαθε πως οι γιοι του είχαν ένα μικρό σκάφος, το οποίο μετέφερε τουρίστες στα ανοικτά, για να ψαρέψουν. Ναύλωσε το σκάφος για μια ολόκληρη μέρα και οι γιοι του έκπληκτοι αντίκρισαν τον πατέρα τους σαν πελάτη!
Ανοιχτήκανε στα βαθιά με την βάρκα, ο Βίκτωρ και οι δυο γιοι του, αλλά δεν ψαρέψανε καθόλου. Απλώς πλέανε ολόγυρα με τη βάρκα και μιλούσανε συνεχώς. Ο Βίκτωρ για πρώτη φορά τους είπε όλα αυτά, που τόσα χρόνια δεν τους ανέφερε, ότι είναι ότι πολυτιμότερο έχει στη ζωή του και πως τους αγαπάει βαθιά.
Αγκαλιαστήκανε και κλάψανε.
Πέρασε τις επόμενες δυο βδομάδες μαζί τους και του υποσχεθήκανε, πως τα Χριστούγεννα θα γύριζαν στο πατρικό, για να γιορτάσουνε μετά από τόσα χρόνια πάλι μαζί. Όταν γεμάτος χαρά το ανακοίνωσε τηλεφωνικά ο Βίκτωρ στην γυναίκα του, εκείνη πονηρά του είπε, πως ήδη το γνώριζε κι άρχισε κιόλας και ετοιμασίες γι’ αυτό.
Ο Βίκτωρ επιτέλους κατάλαβε, πως δεν είναι το παν να κερδίσει κάποιος χρήματα, επειδή η αφθονία δεν βρίσκεται στα λεφτά, επειδή ουσιαστικά αφθονία έχεις, όταν δεν στερείσαι όλα αυτά, που δεν μπορείς να αγοράσεις με όλα τα χρήματα του κόσμου, επειδή στην ζωή προσφέρονται δωρεάν, όπως η αγάπη, η εκτίμηση, ο σεβασμός, η συντροφικότητα, ο χρόνος και όλα, που αντιστοιχούν σε αυτά!

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Το δύσκολο χειρουργείο


Ο χειρουργός μπήκε βιαστικός στο νοσοκομείο, αφού δέχτηκε κλήση για μια επείγουσα και δύσκολη επέμβαση. Φόρεσε γρήγορα τη ρόμπα του και κατευθύνθηκε προς το χειρουργείο, όπου στην αίθουσα αναμονής συνάντησε τον πατέρα του παιδιού, που θα χειρουργούσε.
Εκείνος μόλις αντίκρισε το γιατρό του φώναξε με αγωνία:
- Γιατί έκανες τόση ώρα να έρθεις; Είσαι εντελώς ανεύθυνος; Η ζωή του γιου μου κινδυνεύει.
Ο γιατρός τον κοίταξε στα μάτια και απάντησε:
- Συγνώμη, δεν ήμουν στο νοσοκομείο, αλλά ήρθα όσο μπορούσα πιο γρήγορα, μόλις με κάλεσαν. Και τώρα ας ηρεμήσουμε, για να κάνω και εγώ τη δουλειά μου.
- Να ηρεμήσω; Αν ήταν ο γιος σου τώρα σ’ εκείνο το δωμάτιο, θα ηρεμούσες; Αν ο γιος σου πέθαινε τώρα, τι θα έκανες;
- Θα επαναλάμβανα, ότι είπε ο Ιώβ στη Βίβλο, από τη σκόνη ερχόμαστε και στη σκόνη καταλήγουμε, ο Κύριος έδωσε, και ο Κύριος αφαίρεσε, ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου. Πηγαίνετε τώρα να προσευχηθείτε για το γιο σας κι εμείς θα κάνουμε το καλύτερο με τη βοήθεια του Θεού!
- Να δίνεις συμβουλές, όταν δεν σε αφορά κάτι, είναι τόσο εύκολο, μουρμούρισε ο πατέρας.
Το χειρουργείο κράτησε αρκετές ώρες κι ύστερα πρώτος ο γιατρός βγήκε και ανακοίνωσε στον πατέρα χαρούμενα:
- Δόξα στον Θεό, ο γιος σας σώθηκε. Αν θέλετε περισσότερες πληροφορίες, ρωτήστε τη νοσοκόμα.
Χωρίς να περιμένει απάντηση από τον πατέρα, ο γιατρός συνέχισε να περπατάει στο διάδρομο.
Ο πατέρας είπε στην νοσοκόμα, που τον πλησίασε για να τον ενημερώσει σχετικά:
- Μα πως μπορεί να είναι τόσο αλαζόνας; Δεν μπορούσε να περιμένει λίγα λεπτά για να τον ρωτήσω για την κατάσταση του γιου μου;
Η νοσοκόμα απάντησε με δάκρυα στα μάτια:
- Ο γιος του σκοτώθηκε χτες σε τροχαίο ατύχημα. Ήταν στην κηδεία του, όταν τον καλέσαμε για την εγχείρηση και τώρα που έσωσε τη ζωή του δικού σας γιου, έφυγε τρέχοντας για να επιστρέψει στην κηδεία του παιδιού του!
Κάποιες φορές απαιτείται μεγάλη εσωτερική δύναμη, για να μην κρίνεις τον συνάνθρωπό σου. Επειδή όμως ποτέ δεν γνωρίζεις πραγματικά, τι συμβαίνει στη ζωή του άλλου ανθρώπου και τι μπορεί αυτός να περνάει εκείνη τη στιγμή, μη βιάζεσαι ποτέ να κρίνεις. Η σιωπή του νου είναι ο μοναδικός καθρέπτης, που αντανακλά την πραγματικότητα της κατάστασης και η αγάπη είναι το κύριο φίλτρο, που πρέπει να χρησιμοποιούμε, όταν αναρωτιόμαστε για τον εαυτό μας και για τους άλλους.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Μην τα παρατάς ποτέ


Υπήρχε κάποτε ένα μικρό παιδί, που τον γνωρίζανε οι περισσότεροι με το παρατσούκλι του, που ήταν Σπάρκι. Ο Σπάρκι δεν τα πήγαινε καθόλου καλά στα μαθήματα του σχολείου. Ακόμα και στον αθλητισμό δεν τα κατάφερνε, παρόλο που έτυχε να συμπεριληφθεί στην ομάδα γκολφ του γυμνασίου του, η απόδοσή του ήταν κακή.
Όλη την εφηβεία του την πέρασε μοναχικά και δύσκολα. Δεν ήταν πως δεν τον συμπαθούσαν οι συμμαθητές του, αλλά τους ήταν τελείως αδιάφορος, σαν να μην υπήρχε. Του προξενούσε μεγάλη έκπληξη, αν κάποιος συμμαθητής του τον χαιρετούσε, δεν κατάφερε να κάνει σχέσεις με κορίτσια, επειδή φοβότανε μήπως τον περιγελάσουν και τον απορρίψουν.
Ο Σπάρκι αισθανόταν, πως ήταν ένας αποτυχημένος και αποδέχτηκε αυτήν την αίσθηση και συμβιβάστηκε με την αναπόφευκτη μετριότητά του.
Ωστόσο, υπήρχε κάτι που ήταν σημαντικό για τον Σπάρκι και αυτό ήταν το σχέδιο. Ήταν περήφανος για τα έργα τέχνης του. Κανείς δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται, όμως αυτό δεν είχε σημασία για αυτόν. Στα μέσα του λυκείου, υπέβαλε στο βιβλίο, που εξέδιδε το σχολείο κάθε χρόνο, κάποια κινούμενα σχέδια για δημοσίευση. Οι συντάκτες απέρριψαν τα σχέδια του. Παρά την αποτυχία, ο Σπάρκι ήταν πεπεισμένος για την ικανότητά του να σχεδιάζει. Αποφάσισε λοιπόν να γίνει καλλιτέχνης.
Έτσι, αφού τελείωσε το λύκειο, ο Σπάρκι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στα στούντιο του Γουόλτ Ντίσνεϊ. Οι υπεύθυνοι των στούντιο ζήτησαν δείγματα της δουλείας του και τον απέρριψαν. Μία ακόμη ένδειξη, ότι ήταν ένας αποτυχημένος!
Αλλά ο Σπάρκι δεν τα παράτησε. Σκέφτηκε όλη αυτή την απογοήτευση, που ένιωθε για την απόρριψή του από τους άλλους, να την διηγηθεί σαν ιστορία με κινούμενα σχέδια. Ο κύριος χαρακτήρας ένα μικρό αγόρι, που σε οτιδήποτε καταπιανότανε, γνώριζε την αποτυχία, συμβόλιζε την μόνιμα αποτυχημένη ζωή του. Ήταν η πρώτη φορά, που ο Σπάρκι γεύθηκε την επιτυχία, την αποδοχή και την αναγνώριση του ταλέντου και της επιμονής του.
Πολλοί γνωρίζουν αυτόν τον χαρακτήρα των κινουμένων σχεδίων του Σπάρκι, που αναγνωρίζεται πλέον σαν ένα πολιτιστικό φαινόμενο του είδους. Οι αναγνώστες και οι θεατές ταυτίζονται με αυτό το αξιαγάπητο αποτυχημένο παιδί. Ίσως επειδή θυμίζει στον καθένα από εμάς οδυνηρές και ενοχλητικές στιγμές από την παιδική μας ηλικία, τον πόνο μας, αλλά και την ανθρωπιά μας!
Ο διάσημος αυτός χαρακτήρας είναι ο Τσάρλι Μπράουν. Ο Σπάρκι, το μικρό αγόρι, του οποίου οι πολλές αποτυχίες δεν τον απέλπισαν και δεν τον απέτρεψαν, από το να συνεχίζει να προσπαθεί , το έργο του οποίου απορρίφθηκε ξανά και ξανά, είναι ο πολύ επιτυχημένος σκιτσογράφος Τσαρλς Σουλτς!
Η ζωή βρίσκει κάποιο τρόπο, έναν τρόπο, για όλους μας, ακόμα και για τους ηττημένους. Η ιστορία του Τσαρλς Σουλτς μας θυμίζει μια πολύ σημαντική αρχή στη ζωή. Κατά διαστήματα, όλοι αντιμετωπίζουμε δυσκολίες και αποθάρρυνση. Όμως έχουμε την επιλογή, για το πώς θα αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες. Αν είμαστε επίμονοι, εάν κρατάμε σταθερά την πίστη μας κι αν συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε τα μοναδικά ταλέντα, που μας έδωσε ο Θεός, κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί. Οι ικανότητες μας και τα ταλέντα μας μπορεί να φανούν μέσα από τις δυσκολίες. Στο τέλος, δεν υπάρχουν χαμένοι από τον Θεό. Κάποιοι νικητές απλώς χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αναδειχθούν!

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Οι έγνοιες του ξυλουργού


Μόλις είχε τελειώσει μια δύσκολη μέρα για τον ξυλουργό, που δούλευε για την ανακαίνιση ενός παλιού σπιτιού στο χωριό. Όλα του είχαν πάει στραβά εκείνη την ημέρα.
Το πρωί είχε μείνει από μπαταρία το αυτοκίνητο του, οπότε καθυστέρησε να πάει στην δουλειά του, στη συνέχεια χάλασε το ηλεκτρικό πριόνι και στο τέλος της ημέρας διαπίστωσε, ότι είχε ξεφουσκώσει το λάστιχο του αυτοκινήτου. Ο ιδιοκτήτης του παλιού σπιτιού προσφέρθηκε, να πάει τον ξυλουργό στο σπίτι του.
Σε όλη τη διάρκεια του δρόμου, ο ξυλουργός παρέμεινε σιωπηλός. Όταν έφτασε στο σπίτι του, προσκάλεσε τον εργοδότη του να μπει, για να γνωρίσει την οικογένειά του. Καθώς περπατούσανε προς την είσοδο του σπιτιού, ο ξυλουργός σταμάτησε για λίγα λεπτά μπροστά από ένα μικρό δέντρο, αγγίζοντας τις άκρες των κλαδιών με τα δύο του χέρια.
Μεμιάς, η διάθεση του άλλαξε. Μπήκε στο σπίτι χαμογελαστός, τον υποδέχθηκαν η γυναίκα και τα παιδιά του, τους φίλησε και τους αγκάλιασε με θέρμη.
Λίγο αργότερα στο μπαλκόνι, όπου πίνανε ένα κρασάκι, ο εργοδότης , μη μπορώντας να συγκρατήσει την περιέργειά του, ρώτησε τον ξυλουργό, γιατί σταμάτησε μπροστά στο δέντρο στην είσοδο. Ο ξυλουργός απάντησε:
– Αχ, αυτό είναι το δέντρο των προβλημάτων μου. Ξέρω, ότι δεν μπορώ να αποφεύγω τις στεναχώριες στη δουλειά μου. Όμως είναι δικές μου έγνοιες, όχι της γυναίκας μου ούτε των παιδιών μου.
Μόλις επιστρέφω σπίτι, κρεμάω τα προβλήματα μου στα κλαδιά αυτού του δέντρου. Το επόμενο πρωί, πριν ξεκινήσω για τη δουλειά μου, τα ξαναμαζεύω.
Όμως συμβαίνει κάτι περίεργο. Το πρωί όταν βγαίνω και τα ψάχνω, κάποια από τα προβλήματα έχουν εξαφανιστεί, ενώ κάποια άλλα μου φαίνονται αρκετά ελαφρύτερα, σε σχέση με το προηγούμενο βράδυ!

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

Τα τρία ερωτήματα - Λέων Τολστόι


Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε, ότι αν ήξερε πάντοτε την κατάλληλη στιγµή, για να δίνει την αμέριστη προσοχή του, αν ήξερε ποιοι είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι, για να επιζητά την συντροφιά τους και πάνω από όλα αν ήξερε πάντοτε, ποιο είναι το σημαντικότερο πράγµα, που χρειαζότανε να κάνει, δε θα αποτύχαινε, σε ότι επιχειρούσε.
Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το βασίλειό του, ότι θα έδινε σπουδαία αµοιβή σ’ εκείνον που θα του απαντούσε στα ερωτήματα, ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, ποιοι είναι οι πιο αναγκαίοι άνθρωποι και πως θα μπορούσε να ξέρει, ποιό είναι το πιο σπουδαίο πράγµα να κάνει.
Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις στα ερωτήματα.
Σ’ απάντηση του πρώτου ερωτήματος, κάποιοι είπαν ότι, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να φτιάξει προκαταβολικά ένα πρόγραµµα ηµερών, µηνών και ετών και να το ακολουθήσει πιστά. Μόνον έτσι, είπαν αυτοί, θα µπορούσε να γίνει το κάθε τι στην κατάλληλη στιγµή. Άλλοι δήλωσαν ότι θα ήταν αδύνατο να αποφασίσει κανείς εκ των προτέρων την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, αλλά αν δεν αφήσει τον εαυτό του να απορροφηθεί σε µάταιες ενασχολήσεις, θα µπορούσε πάντοτε να προσέχει τι συµβαίνει και τότε να κάνει ότι θα ήταν αναγκαίο. Άλλοι πάλι είπαν, ότι όσο κι αν πρόσεχε ο βασιλιάς ότι συµβαίνει, θα ήταν αδύνατο σε έναν άνθρωπο να αποφασίζει σωστά, ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, γι’ αυτό θα έπρεπε να έχει ένα συµβούλιο από σοφούς ανθρώπους, που θα τον βοηθούσαν να καθορίσει την κατάλληλη στιγµή για κάθε τι.
Αλλά πάλι, άλλοι του είπαν ότι υπάρχουν συγκεκριμένα πράγµατα που δε θα µπορούσαν να περιµένουν να εξεταστούν από ένα συµβούλιο και για τα οποία πρέπει κανείς να αποφασίσει αµέσως, αν θα τα επιχειρήσει ή όχι. Για να µπορεί όµως κανείς να το αποφασίσει αυτό, πρέπει εκ των προτέρων να γνωρίζει, τι πρόκειται να συµβεί. Μόνο µάγοι µπορούν να το κάνουν αυτό και γι’ αυτό, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να συµβουλεύεται µάγους.
Εξ ίσου ποικίλες ήταν οι απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτηµα. Μερικοί είπαν ότι οι άνθρωποι που χρειάζεται περισσότερο ο βασιλιάς είναι οι σύµβουλοί του, άλλοι οι ιερείς, άλλοι οι γιατροί, ενώ άλλοι είπαν, ότι πιο αναγκαίοι είναι οι πολεµιστές.
Στο τρίτο ερώτηµα για το ποιά είναι πιο σπουδαία ενασχόληση, µερικοί απάντησαν, ότι πιο σπουδαίο πράγµα στο κόσµο είναι οι επιστήµες. Άλλοι είπαν, ότι είναι η πολεµική επιδεξιότητα και άλλοι υποστήριξαν, ότι είναι η θρησκευτική λατρεία.
Όλες οι απαντήσεις ήταν διαφορετικές και ο βασιλιάς δε συµφώνησε σε καµία απ’ αυτές και σε καµία δεν έδωσε σηµασία. Αλλά θέλοντας ακόµη να βρει τις σωστές απαντήσεις, αποφάσισε να συµβουλευτεί έναν ερηµίτη πολύ γνωστό για την σοφία του.
Ο ερηµίτης ζούσε σ’ ένα δάσος, απ’ το οποίο δεν αποµακρυνόταν ποτέ και δε δεχόταν παρά τους απλούς ανθρώπους.
Έτσι ο βασιλιάς ντύθηκε απλά ρούχα και πριν φτάσει στο κελί του ερηµίτη, κατέβηκε απ’ τ’ άλογό του, άφησε πίσω τη φρουρά του και πήγε µόνος του. Όταν πλησίασε ο βασιλιάς, ο ερηµίτης έσκαβε τη γη µπροστά στην καλύβα του. Όταν είδε το βασιλιά, τον χαιρέτησε και συνέχισε να σκάβει.
Ο ερηµίτης ήταν άνθρωπος ασθενικός και αδύνατος και κάθε φορά που σφήνωνε την αξίνα του στην γη για να σηκώσει λίγο χώµα, ανάπνεε βαριά.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε:
- Ήρθα σε σένα σοφέ ερηµίτη για να σε ρωτήσω τρία πράγµατα: Πώς θα µάθω να κάνω το κατάλληλο πράγµα στην κατάλληλη στιγµή, ποιοι είναι οι άνθρωποι που χρειάζοµαι περισσότερο και εποµένως ποιους θα πρέπει να προσέχω περισσότερο από τους άλλους και ποιες υποθέσεις είναι πιο σπουδαίες και χρειάζονται περισσότερο προσοχή.
Ο ερηµίτης άκουσε το βασιλιά, αλλά δεν έδωσε καµιά απάντηση. Μόνο έφτυσε στις παλάµες του και ξανάρχισε το σκάψιµο.
- Είσαι κουρασµένος, είπε ο βασιλιάς, σε µε να πάρω την αξίνα και να δουλέψω εγώ λίγο για σένα.
Ο ερημίτης ευχαρίστησε τον βασιλιά και δίνοντας του την αξίνα, κάθησε στο χώμα. Όταν έσκαψε ο βασιλιάς δύο αυλάκια, σταµάτησε και επανέλαβε τα ερωτήµατά του. Ο ερηµίτης και πάλι δεν απάντησε, αλλά σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του να πάρει την αξίνα και είπε:
- Ξεκουράσου τώρα λίγο και άσε µένα να δουλέψω.
Ο βασιλιάς όµως δεν του έδωσε την αξίνα και συνέχισε να σκάβει. Πέρασε µια ώρα και άλλη µια. Ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω απ’ τα δέντρα και ο βασιλιάς στο τέλος σφήνωσε την αξίνα στο χώµα και είπε:
- Ήρθα σε σένα σοφέ άνθρωπε για µια απάντηση στα ερωτήµατά µου. Αν δεν µπορείς να µου δώσεις καµία, πες το µου να γυρίσω στο σπίτι µου.
- Να, κάποιος έρχεται τρέχοντας, είπε ο ερηµίτης, ας δούµε ποιος είναι.
Ο βασιλιάς γύρισε και είδε ένα γενειοφόρο άνδρα να έρχεται τρέχοντας από το δάσος, σφίγγοντας µε τα χέρια του το στοµάχι του, απ’ το οποίο έτρεχε ποτάµι το αίµα. Όταν πλησίασε το βασιλιά, έπεσε λιπόθυµος στο χώµα, βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγµό. Ο βασιλιάς και ο ερηµίτης ξεκούµπωσαν τα ρούχα του. Υπήρξε ένα µεγάλο τραύµα στο στοµάχι του. Ο βασιλιάς το έπλυνε όσο καλύτερα µπορούσε και το έδεσε µε το µαντήλι του και µε µια πετσέτα, που τού έδωσε ο ερηµίτης. Αλλά το αίµα δε σταµατούσε να τρέχει και ο βασιλιάς ξανά και ξανά άλλαζε τον επίδεσµο, µουσκεµένο από καυτό αίµα, τον έπλενε και ξανάδενε το τράυµα. Όταν σταµάτησε να τρέχει το αίµα, ο πληγωµένος συνήλθε και ζήτησε κάτι να πιει. Ο βασιλιάς έφερε φρέσκο νερό και του το έδωσε. Στο µεταξύ ο ήλιος έδυσε και άρχισε να κρυώνουν. Έτσι ο βασιλιάς µε τη βοήθεια του ερηµίτη µετέφερε τον πληγωµένο στην καλύβα και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ο πληγωµένος, έκλεισε τα µάτια του και ησύχασε, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο κουρασµένος απ’ το περπάτηµα και τη δουλεία που είχε κάνε, που κάθισε στο κατώφλι και τον πήρε και αυτόν ο ύπνος τόσο βαθιά, ώστε κοιµήθηκε συνέχεια όλη την καλοκαιριάτικη νύχτα.
Όταν ξύπνησε το πρωί, πέρασε πολλή ώρα πριν µπορέσει να θυµηθεί που ήταν, ή ποιος ήταν ο άγνωστος γενειαφόρος άνδρας που ήταν ξαπλωµένος στο κρεβάτι και τον κοίταζε έντονα και µε φλογισµένα µάτια.
- Συγχώρεσέ µε, είπε ο γενειοφόρος άνδρας µε µια ασθενική φωνή, όταν είδε ότι ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε.
- Δε σε ξέρω και δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω, είπε ο βασιλιάς.
- Εσύ δε µε ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω. Είµαι αυτός ο εχθρός σου, που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση από σένα, γιατί εκτέλεσες τον αδελφό του και κατάσχεσες την περιουσία του. Ήξερα πως είχες πάει µόνος σου να δεις τον ερηµίτη και αποφάσισα να σε σκοτώσω στην επιστροφή. Αλλά πέρασε η ηµέρα και δεν γύρισες. Έτσι βγήκα απ’ την ενέδρα µου και έπεσα στους φρουρούς σου και αυτοί µε αναγνώρισαν και µε τραυµάτισαν. Τους ξέφυγα, αλλά θα είχα πεθάνει απ’ την αιµορραγία, αν εσύ δεν είχες φροντίσει το τραύµα µου. Εγώ ήθελα να σε σκοτώσω κι εσύ µου έσωσες την ζωή. Τώρα, αν ζήσω, κι αν το θέλεις κι εσύ, θα σε υπηρετήσω σαν ο πιο πιστός σου σκλάβος και θα ζητήσω απ’ τους γιους µου να κάνουν το ίδιο. Συγχώρεσέ µε.
Ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστηµένος, που είχε συµφιλιωθεί τόσο εύκολα µε τον εχθρό του και που είχε κάνει ένα φίλο και όχι µόνο τον συγχώρεσε, αλλά είπε ότι θα έστελνε τους υπηρέτες του και το προσωπικό του γιατρό να τον φροντίσουν και υποσχέθηκε να του ξαναδώσει την περιουσία του.
Αφού έφυγε απ’ τον πληγωµένο ο βασιλιάς, πήγε έξω στον εξώστη και κοίταξε τριγύρω να βρει τον ερηµίτη. Ήθελε πριν φύγει, να τον παρακαλέσει ακόµη µια φορά, να απαντήσει στα ερωτήµατα, που του είχε κάνει. Ο ερηµίτης ήταν έξω γονατισµένος και φύτευε σπόρους στ’ αυλάκια, που ‘χαν σκαφτεί την προηγούµενη µέρα.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε:
- Για τελευταία φορά σε παρακαλώ απάντησε στα ερωτήµατά µου, σοφέ άνθρωπε.
- Μα έχουν ήδη απαντηθεί, είπε ο ερηµίτης, σκύβοντας ακόµα στ’ αδύνατα πόδια του και κοιτάζοντας προς το βασιλιά που στεκόταν µπροστά του.
Ο βασιλιάς ρώτησε:
- Πως απαντήθηκαν; Τι εννοείς;
- Αν δεν είχε λυπηθεί χθες την αδυναµία µου και δεν είχες σκάψει για µένα τ’ αυλάκια, αλλά είχες φύγει, αυτός ο άνθρωπος θα σου είχε επιτεθεί και θα είχες μετανιώσει, που δεν έµεινες µαζί µου. Έτσι η πιο σπουδαία στιγµή ήταν, όταν έσκαβες τ’ αυλάκια, εγώ ήµουν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και η περισσότερο σπουδαία ενέργεια ήταν, πως μου έκανες καλό. Ύστερα, όταν αυτός ο άνθρωπος ήρθε σε µας, η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν τον φρόντιζες, γιατί αν δεν είχες δέσει το τραύµα του, θα πέθαινε χωρίς να συµφιλιωθεί µαζί σου. Έτσι αυτό ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και αυτό που έκανες γι’ αυτόν ήταν η πιο σπουδαία δουλειά.
Να θυµάσαι λοιπόν: Υπάρχει µόνο µία στιγµή, που είναι η πιο σπουδαία, το παρόν. Είναι η πιο σπουδαία στιγµή, γιατί είναι η µόνη, πάνω στην οποία έχεις κάποια δύναµη. Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός, µαζί µε τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει, αν θα έχει ποτέ πάρε- δώσε µε κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγµα είναι να του κάνεις καλό, γιατί µόνο γι’αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’ αυτόν τον κόσµο!


tag