Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

Μέχρι ο θάνατος να μας χωρίσει


Ήταν πρωί, περίπου 8:30, όταν ένας ηλικιωμένος περίπου 80 χρονών, με ράμματα στον αντίχειρά του, έφτασε στο νοσοκομείο. Είπε ότι ήταν βιαστικός, και ότι είχε ένα άλλο ραντεβού στις 9:00.
Η νοσοκόμα που τον ανέλαβε, τον έβαλε να καθίσει κάπου,
Γνωρίζοντας, ότι θα έπαιρνε πάνω από μια ώρα, για να τον δει κάποιος γιατρός. Τον είδε να κοιτάει επίμονα το ρολόι του και επειδή δεν ήταν και πολύ απασχολημένη, αποφάσισε να δει τη πληγή του. Μετά από προσεκτική εξέταση, σιγουρεύτηκε πως η πληγή στον αντίχειρα είχε επουλωθεί και έτσι ενημέρωσε τους γιατρούς, για να αφαιρέσουν τα ράμματα.
Μετά την επέμβαση για την αφαίρεση των ραμμάτων, ρώτησε η νοσοκόμα τον ηλικιωμένο κύριο, για ποιο λόγο ήταν τόσο βιαστικός και που ήταν το ραντεβού του.
Ο ηλικιωμένος απάντησε πως το ραντεβού του ήταν στο γηροκομείο, όπου βρισκότανε η γυναίκα του, για να πάρει πρωινό μαζί της. Κάθε μέρα ακριβώς στις 9:00 συνήθιζε να επισκέπτεται την γυναίκα του, για να πάρουν μαζί πρωινό. Συνεχίζοντας, ενημέρωσε την νοσοκόμα, πως επειδή η γυναίκα του ήταν θύμα της άνοιας, χρειαζότανε την φροντίδα του γηροκομείου, επειδή λόγω της επιβάρυνσης της υγείας της, αδυνατούσε να εξυπηρετήσει τον εαυτό της!
- Σε ποιο στάδιο είναι η άνοιά της, μπορεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον, σας θυμάται εσάς, όταν σας συναντάει, ρώτησε, όσο μπορούσε περισσότερο διακριτικά η νοσοκόμα τον ηλικιωμένο κύριο.
- Δυστυχώς, απάντησε ο ηλικιωμένος κύριος, τα τελευταία πέντε χρόνια η σύζυγός μου δεν μπορεί να αναγνωρίσει κανέναν από την οικογένειά μας, ούτε εμένα, ούτε τα παιδιά μας, ούτε τα εγγόνια μας!
- Και γιατί συνεχίζετε να πηγαίνετε κάθε πρωί, αφού δεν ξέρει η γυναίκα σας ποιος είστε, με απορία ρώτησε η νοσοκόμα.
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε, χάιδεψε το χέρι της νοσοκόμας
και είπε:
- Δεν με γνωρίζει αυτή, αλλά εγώ εξακολουθώ να ξέρω, ποια είναι!

Τετάρτη 6 Μαΐου 2020

Κόλαση και Παράδεισος


Ένας πολεμοχαρής Σαμουράϊ κάποτε προκάλεσε ένα δάσκαλο του Ζεν, να του εξηγήσει την έννοια του Παράδεισου και της Κόλασης. Όμως, ο μοναχός του απάντησε με περιφρόνηση.
- Δεν είσαι παρά ένας τιποτένιος, δεν μπορώ να χάνω τον καιρό μου με σένα και τους ομοίους σου!
Με θιγμένο εγωισμό ο Σαμουράϊ τράβηξε οργισμένος το σπαθί του από το θηκάρι και ακουμπώντας το στον λαιμό του μοναχού, ούρλιαξε.
- Θα μπορούσα να σε σκοτώσω γι αυτήν σου την αναίδεια.
- Αυτό, είπε ήρεμα ο μοναχός, μοιάζει να είναι η Κόλαση!
Ξαφνιασμένος κι αναγνωρίζοντας πόσο αλήθεια ήταν αυτό, που του έλεγε ο Δάσκαλος, σχετικά με την οργή που τον είχε κυριέψει , ο Σαμουράϊ ηρέμησε , έκρυψε το σπαθί στο θηκάρι και υποκλίθηκε, ευχαριστώντας τον μοναχό, για την βαθιά γνώση, που μοιράστηκε μαζί του.
- Κι αυτό, συνέχισε ο μοναχός, μοιάζει να είναι ο Παράδεισος!
Η αιφνίδια συνειδητοποίηση από τον Σαμουράϊ της ίδιας του της ταραχής δείχνει την καίρια διαφορά, ανάμεσα στο να καταλαμβάνεσαι από ένα συναίσθημα και στο να αντιλαμβάνεσαι, ότι παρασύρεσαι από αυτό.
Η ρήση του Σωκράτη για την ανάγκη αυτογνωσίας, γνώριζε τον εαυτό σου, εκφράζει αυτόν ακριβώς τον θεμέλιο λίθο της συναισθηματικής νοημοσύνης. Να αντιλαμβάνεσαι δηλαδή τα συναισθήματά σου, μόλις γεννηθούν μέσα σου, να τα αναγνωρίζεις, χωρίς να τα κρίνεις, αλλά και χωρίς να επιτρέπεις σε αυτά, να υπαγορεύουν την συμπεριφορά και τις πράξεις σου.

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Η σακούλα με τις πατάτες


Μια μέρα στην τάξη έγινε κουβέντα, για το πόσο απαραίτητο είναι, να μην κρατάμε θυμό μέσα μας, αλλά να κοιτάμε, πως θα απαλλαγούμε από αυτόν. Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές, να το δούνε αυτό πρακτικά.
- Αύριο, είχε πει, να φέρετε όλοι στο σχολείο μια πλαστική σακούλα και ένα μικρό σακί με πατάτες. Οι μαθητές τον κοίταξαν έκπληκτοι, αλλά γνώριζαν, πως ποτέ δεν αστειευότανε με τέτοια θέμα. Έτσι την άλλη μέρα ο καθένας μαθητής έφερε στην τάξη, ότι είχε ζητήσει ο δάσκαλος.
Τότε εκείνος είπε:
- Κάθε φορά που τσακώνεστε με κάποιον κι αποφασίζετε, να μην τον συγχωρέσετε, να παίρνετε μια πατάτα, να γράφετε πάνω της το όνομα εκείνου και την ημερομηνία και να την βάζετε μέσα στην πλαστική σακούλα.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, που μερικές σακούλες εμφανώς φαινότανε, να έχουν βαρύνει και αρκετές άρχισαν να μυρίζουν άσχημα. Κάποιες πατάτες είχαν αρχίσει να σαπίζουν!
Επιπλέον ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές, την πλαστική σακούλα με τις πατάτες να την κουβαλάνε συνεχώς μαζί τους, όπου κι αν πηγαίνανε, στον δρόμο, στο λεωφορείο, στο σχολείο, στα ψώνια, παντού. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να δείξει, ότι δεν πρέπει να ξεχνάει κάποιος το βάρος που κουβαλάει, όταν δεν συγχωρεί, να έχει την επίγνωση κάθε στιγμή. Οι πατάτες που άρχισαν να σαπίζουν, σηματοδοτούσαν τον αρνητισμό και τον πόνο, που αναπτύσσονται μέσα στην ψυχή, αυτού που επιλέγει, να μη συγχωρέσει.
Αυτοί που δεν συγχωρούν, ίσως το κάνουν επειδή θεωρούν, πως η συγχώρεσή τους είναι ένα δώρο προς αυτόν που τους πλήγωσε και αρνούνται να του το προσφέρουν! Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική, διότι το να συγχωρέσει κάποιος, είναι ένα δώρο που το κάνει στον ίδιο του τον εαυτό, επειδή με τον τρόπο αυτόν απαλλάσσεται από ένα περιττό βάρος.
Την επόμενη φορά λοιπόν, που θα θεωρήσουμε πολύ δύσκολο, το να συγχωρέσουμε κάποιον, ας θυμηθούμε να ελέγξουμε, μήπως η σακούλα μας παραβάρυνε και η άσχημη μυρωδιά της μας ακολουθεί παντού!

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Η κρυμμένη θειότητα των ανθρώπων


Κάποια εποχή, όλοι οι άνθρωποι ήσαν θεοί. Όμως καταχράστηκαν τόσο πολύ τη θειότητά τους, ώστε ο Μπράχμα, ο κύριος των θεών, αποφάσισε να τους αφαιρέσει την θεία εξουσία και να την κρύψει σε ένα σημείο, όπου θα ήταν αδύνατο, να την ξαναβρούν. Το μεγάλο πρόβλημα που ανέκυψε, λοιπόν, ήταν το να βρεθεί μία ασφαλής και απρόσιτη στους ανθρώπους κρύπτη.
Όταν οι ελάσσονες θεοί κλήθηκαν σε συμβούλιο, για να επιλύσουν αυτό το πρόβλημα, πρότειναν:
- Ας θάψουμε την θειότητα του ανθρώπου μέσα στη γη.
Όμως, ο Μπράχμα διαφώνησε:
- Όχι, δεν αρκεί, γιατί ο άνθρωπος θα σκάψει και θα την βρει.
- Σ’ αυτή τη περίπτωση, ας ρίξουμε την θειότητά του στα τρίσβαθα των ωκεανών!
- Όχι, γιατί αργά ή γρήγορα ο άνθρωπος θα εξερευνήσει τα βάθη όλων των ωκεανών και είναι βέβαιο, πως μια μέρα θα την ξαναβρεί και θα την επαναφέρει στην επιφάνεια.
Τότε, οι ελάσσονες θεοί κατέληξαν:
- Δεν ξέρουμε πού να την κρύψουμε, γιατί δε φαίνεται να υπάρχει πάνω στη γη ή μέσα στη θάλασσα κάποιος τόπος, στον οποίο να μη φθάσει κάποια μέρα ο άνθρωπος!
Τότε ο Μπράχμα είπε:
- Να, τι θα κάνουμε με την θειότητα του ανθρώπου. Θα την κρύψουμε στα τρίσβαθα του ίδιου του εαυτού, γιατί εκεί είναι το μόνο μέρος, όπου δεν θα σκεφθεί να ψάξει!
Κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του την θειότητά του, που είναι το σημείο, με το οποίο συνδέεται με τον Θεό και όλα τα άλλα δημιουργήματα Του. Τις περισσότερες φορές όμως ο εγωισμός του και η μέριμνα για τα πρόσκαιρα, τον κάνουν και ξεχνάει, να αναζητήσει και να βρει την θειότητα μέσα του. Γι’ αυτό και νομίζει, πως είναι σαν νησί απομονωμένο από οτιδήποτε στο περιβάλλον του και δεν μπορεί, να διακρίνει τα νήματα και τις κλωστές, που συνδέουν τη θειότητα μέσα του, με τις θειότητες του περιβάλλοντός του!

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

Η επίτευξη της γαλήνης της ψυχής


- Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ; Ρώτησε ο σοφός δάσκαλος τον οδοιπόρο, που ζητούσε απεγνωσμένα, να τον συναντήσει.
- Εγώ θέλω γαλήνη, απάντησε μελαγχολικά εκείνος.
Ο δάσκαλος πήρε ένα ξύλο κι έγραψε στο χώμα, "Εγώ θέλω γαλήνη"!
- Κοίταξε τώρα πόσο απλό είναι, είπε στον οδοιπόρο και διέγραψε με μια κίνηση το "Εγώ". Σβήνεις πρώτα το εγώ. Είναι αδύνατον να βρει γαλήνη, αυτός που πιστεύει, ότι είναι αποκομμένος από τον Θεό και τους συνανθρώπους του. Το εγώ πάντα νιώθει, ότι απειλείται κι έτσι φοβάται και αντιστέκεται.
Με μια δεύτερη κίνηση ο δάσκαλος διέγραψε και το "θέλω".
- Το θέλω δηλώνει επιθυμία, ανάγκη και προσκόλληση. Όταν τρέχεις πίσω από τις επιθυμίες σου, ποτέ δε θα γίνεις ευτυχισμένος. Είναι η γνωστή επίδραση του κουνουπιού. Αν σε ένα δωμάτιο υπάρχουν δέκα κουνούπια κι εσύ σκοτώσεις τα εννιά, το δέκατο κουνούπι δε θα σε αφήσει, να κοιμηθείς. Έτσι είναι και οι επιθυμίες. Όσες και να ικανοποιήσεις, πάντα θα υπάρχει κάποια επιθυμία, που δε θα σε αφήνει να κοιμηθείς!
Ο σοφός δάσκαλος έσβησε το "Εγώ" και το "θέλω" και είχε μείνει μοναχά η Γαλήνη!

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Η δασκάλα


Ένας καθηγητής Πανεπιστημίου στο μάθημα της κοινωνιολογίας ζήτησε από μια ομάδα φοιτητών του, να κάνουν μια εργασία. Συγκεκριμένα τους ζήτησε, να πάρουν συνέντευξη από τουλάχιστον διακόσιους μαθητές ηλικίας από 12 έως 17 ετών, που φοιτούσαν στο γυμνάσιο και στο λύκειο, της περισσότερο φτωχογειτονιάς της πόλης. Τους πρότεινε, να αποφασίσουν οι ίδιοι το ερωτηματολόγιο και τους ζήτησε για τον καθένα από τους μαθητές της φτωχογειτονιάς, που θα έπαιρναν συνέντευξη, να εκτιμήσουν γραπτά, την μελλοντική εργασιακή πορεία του.
Και για τους 200 μαθητές η ομάδα των φοιτητών κατέληξε, πως δεν είχαν καμία πιθανότητα περαιτέρω εξέλιξης!
Τα αποτελέσματα της έρευνας καταχωρήθηκαν στο ανάλογο αρχείο της Πανεπιστημιακής Σχολής.
Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, ένας άλλος καθηγητής κοινωνιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου, έτυχε να ανακαλύψει αυτήν την παλιότερη έρευνα. Ζήτησε από τους δικούς του φοιτητές, να την συνεχίσουν, αναζητώντας τους διακόσιους μαθητές και βρίσκοντας την εργασιακή και γενικότερη εξέλιξή τους.
Οι φοιτητές μπόρεσαν και βρήκαν το συντριπτικό ποσοστό των εφήβων μαθητών, περίπου 180. Σύμφωνα με ότι ανακάλυψαν οι φοιτητές, οι 176 ήταν επιτυχημένοι δικηγόροι, γιατροί και επιχειρηματίες, με βαθμό επιτυχίας μάλιστα πολύ πιο πάνω από τον μέσο όρο!
Έκπληκτος ο καθηγητής από την εξέλιξη αυτή, αποφάσισε να συνεχίσει την έρευνα σε μεγαλύτερο βάθος. Ευτυχώς όλοι αυτοί, που αφορούσε η έρευνα, συνέχισαν να ζουν στην ίδια και σε κοντινές πόλεις. Ήταν εύκολο λοιπόν για τον καθηγητή να επικοινωνήσει με τον καθένα από αυτούς και να τους κάνει μια μοναδική ερώτηση:
«Πού αποδίδεις την επιτυχημένη εργασιακή πορεία σου;»
Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση ήταν επενδυμένη με συναίσθημα:
«Σε μια δασκάλα μου στο Δημοτικό!»
Η δασκάλα ζούσε ακόμα, έτσι ο καθηγητής πήγε και τη βρήκε. Ρώτησε την ηλικιωμένη, αλλά με καθαρή σκέψη γυναίκα, ποια ήταν η μαγική συνταγή, που χρησιμοποίησε, για να ανασύρει αυτά τα παιδιά από τα χαμόσπιτα και να τα εκτοξεύσει στα ύψη, που είχαν φτάσει.
Στα μάτια της δασκάλας φάνηκε μια λάμψη και στα χείλη της άνθισε, αχνά, ένα χαμόγελο.
«Είναι πολύ απλό», είπε. «Τα αγάπησα αυτά τα παιδιά».

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Τι είναι η αγάπη


Κάποτε υπήρχε ένα ζευγάρι, που αγαπιόταν πάρα πολύ.
Ο άντρας λάτρευε τη γυναίκα και της το έδειχνε με κάθε ευκαιρία. Η γυναίκα του ήταν όμορφη, ευαίσθητη αλλά φιλάσθενη.
Ο άνδρας χρειάστηκε να φύγει στον πόλεμο, όπου πέρασε πολλές δυσκολίες και παρ’ ολίγο να χάσει και τη ζωή του.
Προσευχόταν καθημερινά, να τον αφήσει ο Θεός να ζήσει, για να γυρίσει ξανά στην πολυαγαπημένη του γυναίκα.
Όλη του η σκέψη ήταν, να την σφίξει στην αγκαλιά του κι αυτό του έδινε κουράγιο να αντέξει την πείνα, το κρύο και τις κακουχίες και τους κινδύνους των μαχών.
Όταν τέλειωσε ο πόλεμος, γεμάτος χαρά, ξεκίνησε για το σπίτι του.
Στο δρόμο όμως συνάντησε έναν οικογενειακό φίλο, που τον συλλυπήθηκε, για τη συμφορά που τους βρήκε.
- Ποια συμφορά; Ρώτησε αυτός όλο ανησυχία.
- Δεν το έμαθες; Η γυναίκα σου έπαθε μια μολυσματική ασθένεια και έχει παραμορφωθεί το πρόσωπό της!
Ο άνδρας κάθισε στη μέση του δρόμου και έκλαψε πικρά.
Όταν έφτασε στο σπίτι του αργότερα το απόγευμα, η γυναίκα του κατάλαβε, πως ο αγαπημένος της σύζυγος είχε χάσει το φως του.
Θεώρησε, πως είχε τυφλωθεί στον πόλεμο σε κάποια μάχη.
Τον αγκάλιασε όμως με την ίδια αγάπη και έζησαν ευτυχισμένοι για 15 χρόνια.
Μετά η γυναίκα πέθανε και ο άνδρας αφού της έκλεισε τα μάτια, άνοιξε τα δικά του!
Για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια υποκρίθηκε τον τυφλό για να μην την πληγώσει.
Αυτό είναι αγάπη.
Να εθελοτυφλεί κάποιος με τη θέλησή του, για να μη πληγώσει!