Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Ο ελέφαντας στο τσίρκο


Στα μικρά παιδιά αρέσει να βλέπουν θεάματα στο τσίρκο και περισσότερο θεάματα με ζώα. Συνήθως τα εντυπωσιάζει ο ελέφαντας, στις επιδείξεις που κάνει του τεράστιου βάρους , όγκου και δύναμης, που έχει.
Ακόμη περισσότερο εντυπωσιάζει, όχι μόνο τα μικρά παιδιά, αλλά και τους μεγαλύτερους σε ηλικία, το γεγονός πως πριν ή μετά την παράσταση ο ελέφαντας στέκεται δεμένος συνεχώς σε ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μια αλυσίδα κρατάει φυλακισμένα τα πόδια του. Προκαλεί κατάπληξη το γεγονός, πως φαίνεται ο ξύλινος πάσσαλος να είναι τόσο αδύναμα στερεωμένος στο έδαφος και ο ελέφαντας με τη τόση δύναμή του, να μη προσπαθεί καν να τον ξηλώσει και να ελευθερωθεί!
Η εξήγηση του γιατί δεν απελευθερώνεται ο ελέφαντας από τα δεσμά του, ενώ είναι φανερό, πως μπορεί να το κάνει, είναι επειδή ο ελέφαντας είναι δαμασμένος.
Αυτό σημαίνει, πως όταν ο ελέφαντας ήταν πολύ μικρός, τον έδεναν οι άνθρωποι του τσίρκου σε ένα παρόμοιο παλούκι με την ίδια χοντρή αλυσίδα.
Σίγουρα τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι δεν ξεριζωνότανε από το έδαφος , εφ’ όσον ο μικρός ελέφαντας δεν είχε στην φάση αυτή, την δύναμη να το ξεριζώσει.
Αναγκαστικά λοιπόν φαίνεται, πως ο μικρός ελέφαντας παραδεχότανε την ανικανότητα του να απελευθερωθεί και υποτασσόταν στη μοίρα του!
Η ανάμνηση αυτή της ανικανότητας του μικρού ελέφαντα, τον ακολουθεί σε όλη τη μετέπειτα ζωή του και νομίζει πως θα συνεχίσει, να μην μπορεί να απελευθερωθεί, παρά το γεγονός πως η δύναμή του έχει πολλαπλασιαστεί, οπότε ούτε καν δοκιμάζει να ξεριζώσει τον πάσσαλο.
Η ανάμνηση της αδυναμίας, που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του, είναι χαραγμένη στη μνήμη του.
Και το χειρότερο είναι, ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση. Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε, να δοκιμάσει τις δυνάμεις του!

Τρίτη 14 Απριλίου 2020

Ο δρόμος για τη φώτιση


Ένας νεαρός άντρας, χτυπημένος από τη δυστυχία, πήγε σ’ ένα μακρινό μοναστήρι και είπε στον ηλικιωμένο δάσκαλο:
- Η ζωή με έχει απογοητεύσει. Ήθελα να επιτύχω τη φώτιση, για να ελευθερωθώ από τον πόνο, αλλά είμαι ανίκανος, για να τα καταφέρω μόνος μου. Αδυνατώ, να περάσω χρόνια ατελείωτα με διαλογισμό, λιτότητα και μελέτη. Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Υπάρχει ποιο γρήγορος δρόμος, για να πετύχει τη φώτιση, ένας άνθρωπος σαν κι εμένα;
- Υπήρξε κάτι στη ζωή σου, που πάνω του να συγκέντρωσες πραγματικά την προσοχή σου, ρώτησε ο δάσκαλος αντί να απαντήσει ευθέως.
- Γεννήθηκα σε πλούσια οικογένεια. Δε χρειάστηκε να δουλέψω ποτέ σκληρά. Το μόνο που με ενδιέφερε πραγματικά, ήταν το σκάκι. Αφιέρωνα σ’ αυτό σχεδόν όλο το χρόνο μου.
Ο δάσκαλος φώναξε έναν μαθητή του , να έρθει κοντά τους. Παράλληλα έδωσε εντολή κι έφεραν μια σκακιέρα και ένα κοφτερό σπαθί, που λαμπύριζε στον ήλιο. Ο δάσκαλος τοποθέτησε τα πιόνια του παιχνιδιού και είπε στον μαθητή του δείχνοντας το σπαθί:
- Μου υποσχέθηκες, πως θα με εμπιστευτείς, σε ότι κι αν σου ζητήσω, να κάνεις. Θέλω λοιπόν, να παίξεις μια παρτίδα σκάκι με αυτόν το νεαρό άντρα. Αν χάσεις, θα σου κόψω το κεφάλι μ’ αυτό το σπαθί. Αν κερδίσεις, θα κόψω το κεφάλι του αντιπάλου σου. Το μόνο που μπορώ να σου πω για τον αντίπαλό σου είναι, ότι δεν τον ενδιαφέρει η ζωή του, τόσο όσο τον ενδιαφέρει το σκάκι. Δεν έχει λοιπόν καμία αντίρρηση, να κοπεί το κεφάλι του και να χάσει τη ζωή του, εφ’ όσον χάσει την παρτίδα, που θα παίξετε αντίπαλοι.
Οι δύο άντρες κοίταξαν το δάσκαλο στα μάτια και είδαν ότι εννοούσε αυτά που έλεγε. Άρχισαν την παρτίδα. Ο νεαρός άντρας αισθάνθηκε από την αρχή τον ιδρώτα, να κυλάει στην πλάτη του, γιατί έπαιζε τη ζωή του στ’ αλήθεια. Η σκακιέρα γινόταν ολόκληρος ο κόσμος. Γινόταν ένα με τη σκακιέρα, ήταν η ίδια η σκακιέρα!
Στην αρχή βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Μετά ο αντίπαλός του, ο νεαρός μαθητής του γερο-δασκάλου, έκανε ένα λάθος, που έφερε το νεαρό άντρα σε πλεονεκτική θέση. Ο νεαρός άνδρας αμέσως το εκμεταλλεύτηκε, για να εξαπολύσει επίθεση. Η άμυνα του αντιπάλου του εξασθένησε, άρχισε να καταρρέει.
Ο νεαρός άντρας έριξε μια ματιά στον αντίπαλό του, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι. Είδε απέναντί του ένα πρόσωπο έξυπνο και τίμιο, ήρεμο και γαλήνιο, δίχως φόβο ή πανικό, παρόλο που καταλάβαινε πολύ καλά, πως κινδύνευε να χάσει την παρτίδα και κατ’ επέκταση τη ζωή του.
Ο νεαρός άνδρας σκέφτηκε τη δική του τη ζωή, που του φάνηκε αργόσχολη, αδιάφορη και χωρίς νόημα.
Και ξαφνικά αισθάνθηκε γεμάτος συμπόνια, για τον άνθρωπο που είχε απέναντί του!
Έκανε σκόπιμα μια λανθασμένη κίνηση, μετά και δεύτερη. Υπονόμευε έτσι την ίδια την άμυνά του.
Ήταν σίγουρο πως θα έχανε την παρτίδα.
Τότε ο δάσκαλος αναποδογύρισε απότομα τη σκακιέρα και τα πιόνια σκορπίστηκαν. Οι δύο παίκτες τον κοίταξαν έκπληκτοι.
- Δεν υπάρχει νικητής, ούτε ηττημένος, κανένα κεφάλι δεν θα πέσει, είπε ο δάσκαλος.
Γύρισε προς το νεαρό άντρα και πρόσθεσε:
- Δύο πράγματα είναι αναγκαία, για να επέλθει η φώτιση, η συγκέντρωση και η συμπόνια. Σήμερα τα διδάχθηκες για πρώτη φορά στη ζωή σου και τα δύο. Μην ξεχάσεις ποτέ τα μαθήματα που πήρες!

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Κοινή λογική


Επισκέπτεται κάποιος έναν σοφό και του λέει:
- Θέλω να μου διδάξεις τη σοφία σου, θέλω να γίνω σοφός. Θέλω κάθε στιγμή να μπορώ να παίρνω τη σωστή απόφαση. Τι πρέπει να κάνω, για να ξέρω ποια είναι η κατάλληλη αντίδραση σε κάθε κατάσταση;
Απαντάει ο σοφός:
- Πριν σου απαντήσω σ’ αυτό που ρωτάς, φαντάσου πως από μια καμινάδα βγαίνουν δύο άντρες. Το πρόσωπο του ενός είναι μουντζουρωμένο, του άλλου το πρόσωπο είναι καθαρό. Ποιος από τους δύο θα πάει να πλύνει το πρόσωπό του;
- Ε, καλά, είναι ολοφάνερο θα πάει να πλυθεί εκείνος, που το πρόσωπό του είναι βρώμικο.
- Το προφανές δεν είναι πάντοτε η κατάλληλη αντίδραση. Πήγαινε και ξανασκέψου το, του λέει ο σοφός.
Φεύγει ο άντρας, συλλογίζεται επί δεκαπέντε μέρες κι επιστρέφει ικανοποιημένος, για να πει στον σοφό:
- Τι ανόητος που ήμουν! Τώρα κατάλαβα, πως θα πάει να πλυθεί αυτός, που το πρόσωπό του είναι καθαρό. Γιατί αυτός που έχει καθαρό πρόσωπο, βλέπει ότι το πρόσωπο του άλλου είναι βρώμικο, οπότε συμπεραίνει, ότι και το δικό του θα είναι βρώμικο. Αντίθετα, αυτός που έχει βρώμικο πρόσωπο, βλέπει ότι το πρόσωπο του άλλου είναι καθαρό και θεωρεί πως και το δικό του πρέπει να είναι καθαρό. Γι’ αυτό δεν θα πάει να πλυθεί!
- Πολύ ωραία, ωστόσο, η εξυπνάδα και η λογική δεν μπορούν πάντοτε, να σου δώσουν μια συνετή απάντηση σχετικά με κάποια κατάσταση. Πήγαινε και ξανασκέψου το.
Φεύγει ο άντρας και πηγαίνει στο σπίτι του, για να σκεφτεί. Αφού περνούν άλλες δεκαπέντε μέρες, επιστρέφει και λέει στον σοφό:
- Τώρα ξέρω! Και οι δύο θα πλύνουν τα πρόσωπά τους! Αυτός που έχει καθαρό πρόσωπο, βλέποντας ότι το πρόσωπο του άλλου είναι βρώμικο, νομίζει ότι και το δικό του είναι βρώμικο και γι’ αυτό πάει να πλυθεί. Από την άλλη, αυτός που έχει βρώμικο πρόσωπο, βλέποντας τον άλλο να πλένει το πρόσωπό του, καταλαβαίνει πως το κάνει, επειδή είδε το βρώμικο πρόσωπο του συντρόφου του, οπότε συνειδητοποιεί, πως το πρόσωπό του είναι βρώμικο και πάει κι αυτός να πλυθεί!
Ο σοφός συλλογίζεται για λίγο και μετά λέει:
- Η αναλογία και η αντιστοιχία δεν σε βοηθάνε πάντοτε, να φτάσεις στην σωστή απάντηση.
- Δεν καταλαβαίνω, λέει ο άντρας.
Ο σοφός τον κοιτάζει καλοσυνάτα και προσθέτει:
- Πώς γίνεται, να βγουν δύο άντρες από την καμινάδα και ο ένας να βγει με βρώμικο πρόσωπο, ενώ ο άλλος με το πρόσωπο καθαρό;
Τις περισσότερες φορές, για να βρούμε τη σωστή απάντηση, το μόνο που χρειάζεται είναι κοινή λογική. Είναι η κοινή λογική που, χωρίς αμφιβολία, μας φωνάζει από το εσωτερικό μας εγώ, που είναι πιο σοφό, να χρησιμοποιήσουμε αυτό που έχουμε, για να ενισχύσουμε την δυνατότητά μας να φτάσουμε εκεί που θέλουμε.
Αν η κοινή λογική δεν μας διευκολύνει, να αποφασίσουμε τι χρειάζεται να κάνουμε, αν έχουμε την επιλογή, δεν κάνουμε τίποτε, μέχρι οι συνθήκες να επιτρέψουν. Αν το ζήτημα επείγει και δεν είναι στον δικό μας έλεγχο, να έχουμε τον απαραίτητο χρόνο, τότε την απόφασή μας θα την υπαγορεύσει η καρδιά μας!
Ο οδηγός και η γηραιά κυρία


Μόλις έφτασε στην διεύθυνση, που του είπε το κέντρο επικοινωνίας, ο οδηγός ταξί πάτησε την κόρνα του αυτοκινήτου του. Περίμενε υπομονετικά λίγα λεπτά και μη βλέποντας καμία κίνηση, κορνάρησε επανειλημμένα. Περίμενα μερικά λεπτά και κόρναρα ξανά. Μη βλέποντας πάλι καμία αντίδραση σκέφτηκε μήπως ήταν φάρσα η κλήση του ταξί, αλλά αντί να φύγει, κατέβηκε από το όχημα και περπάτησε μέχρι τη πόρτα του σπιτιού και χτύπησε το κουδούνι.
- Μισό λεπτό, απάντησε μια αδύναμη, ηλικιωμένη φωνή. Ακουγόταν σαν να σέρνει κάτι στο πάτωμα. Μετά από μια μικρή παύση, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε μια κυρία ηλικίας γύρω στα 90. Φορούσε ένα φόρεμα και ένα καπέλο με πέπλο, έμοιαζε με χαρακτήρα από παλιά ταινία. Είχε δίπλα της μια μικρή παλαιομοδίτικη βαλιτσούλα.
- Θα μπορούσες να πας την βαλίτσα μου στο αυτοκίνητο; Ο οδηγός πήρε την βαλίτσα , την πήγε μέχρι το ταξί και γύρισε για να βοηθήσει την κυρία. Σιγά-σιγά την οδήγησε στο ταξί, ακούγοντας συνεχώς την κυρία να τον ευχαριστεί, για την καλοσύνη του.
- Δεν κάνει τίποτα, προσπαθώ απλώς να συμπεριφέρομαι στους επιβάτες μου, όπως θα ήθελα να συμπεριφέρονται στην μητέρα μου, είπε ο οδηγός.
- Είσαι τόσο καλό παιδί! Σίγουρα η μητέρα σου είναι υπερήφανη για εσένα.
Μπαίνοντας στο ταξί η γηραιά κυρία έδωσε μια διεύθυνση στον οδηγό και τον παρακάλεσε να την πάει, οδηγώντας μέσω του κέντρου της πόλης.
- Δεν είναι η γρηγορότερη διαδρομή και φοβάμαι πως θα καθυστερήσουμε αρκετά, είπε ο οδηγός.
- Δεν βιάζομαι, η διεύθυνση που σας έδωσα, είναι η διεύθυνση ενός ασύλου, ενός γηροκομείου , απάντησε η κυρία με τρεμάμενη φωνή. Έχω χάσει όλη μου την οικογένεια, τα προβλήματα υγείας μου είναι σοβαρά, όλο και δυσκολότερα μπορώ να εξυπηρετήσω τον εαυτό μου και ο γιατρός μου συνέστησε , πως είναι καλύτερα να αφήσω το μοναχικό μου σπίτι και να πάω σε έναν χώρο, που θα υπάρχει η δυνατότητα να με προσέχουν. Εξ άλλου καταλαβαίνω πως δεν μου έμεινε και πολύς χρόνος! Ακούγοντάς την ο οδηγός ταξί έκλεισε διακριτικά το ταξίμετρο:
- Ποια διαδρομή θα θέλατε να ακολουθήσω;
Για τις επόμενες δύο ώρες η κίνηση του οχήματος ήταν στους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Στη διαδρομή η κυρία έδειξε στον οδηγό το κτήριο , που κάποτε ήταν ο χώρος εργασία της, την παλιά πολυκατοικία, στη μικρή γκαρσονιέρα της οποίας αυτή και ο σύζυγός της έμεναν όσο ήταν νιόπαντροι, ένα κατάστημα επίπλων, που παλαιότερα ήταν σχολή χορού, όπου έκανε μαθήματα όσο ήταν νέα.
Πολλές φορές παρακάλεσε τον οδηγό να επιβραδύνει μπροστά από κάποιο κτήριο ή κάποια γωνία, ενώ εκείνη κοιτούσε μέσα από το σκοτάδι, χωρίς να λέει κουβέντα!
- Κουράστηκα, ας πάμε τώρα στον προορισμό μας , είπε η κυρία καθώς η πρώτη αχτίδα του ήλιου γεννιόταν από τον ορίζοντα.
Όταν φθάσαμε στο κτήριο του γηροκομείου δύο νοσηλευτές βγήκαν έξω και ήρθαν προς το μέρος του οχήματος. Προφανώς ανέμεναν την άφιξή της.
Ο ταξιτζής πήρε από πορτμπαγκάζ και πήγε την βαλίτσα της κυρίας μέχρι την κεντρική είσοδο του γηροκομείου.
- Πόσο σας οφείλω;
- Τίποτα.
- Μα αυτή είναι η δουλειά σας, δεν μπορεί να την κάνετε χωρίς να πληρώνεστε!
Ο ταξιτζής αυθόρμητα έσκυψε και την αγκάλιασε. Σαν να το περίμενε η κυρία , τον αγκάλιασε σφιχτά:
- Σε ευχαριστώ για όλα του είπε.
Ο οδηγός πήρε τα δυο της χέρια στα δικά του χέρια και απαλά ακούμπησε τα χείλη του επάνω τους κι έφυγε μέσα στο αμυδρό πρωινό φως, με συντροφιά τις σκέψεις του:
- Τι θα συνέβαινε αν είχα αρνηθεί την κούρσα ή είχα κορνάρει άλλη μια φορά και είχα φύγει;
Κάνοντας μια φευγαλέα αναδρομή, συνειδητοποίησε ο οδηγός, πως αυτή η κούρσα ήταν, ότι από τα πιο σημαντικά, που είχε κάνει στη ζωή του!
Είμαστε προγραμματισμένοι να πιστεύουμε πως οι ζωές μας περιστρέφονται γύρω από τις μεγάλες μας στιγμές. Οι μεγαλύτερες στιγμές μας όμως, συνήθως έρχονται όταν δεν τις περιμένουμε!

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Η συμβουλή


Κάποτε υπήρξε ένας πολύ σοφός δάσκαλος. Από πολύ μακριά έρχονταν άνθρωποι, για ν’ ακούσουν τη συμβουλή του και τον σοφό του λόγο.
Μια φορά, τον επισκέφτηκε μια γειτόνισσα με το αγοράκι της:
– Ο γιος μου τρώει πάρα πολύ ζάχαρη. Προσπάθησα με πολλούς τρόπους να τον πείσω, ότι βλάπτει την υγεία του, ότι θα αρρωστήσει, αλλά αυτός δε μ’ ακούει. Σας παρακαλώ, πέστε του, πως κάνει κακό στον εαυτό του. Θα σας ακούσει, γιατί σας σέβεται πολύ.
Ο δάσκαλος κοίταξε το παιδί, είδε την αγάπη και την εμπιστοσύνη στα μάτια του και είπε:
– Πρέπει να έρθετε μετά από τρεις βδομάδες.
Η γυναίκα αμήχανη έφυγε με το παιδί της. Περίμενε, πως ο δάσκαλος θα έκανε αμέσως αυτό, που τον παρακάλεσε.
Πέρασαν οι τρεις βδομάδες, αλλά πάλι ο δάσκαλος δεν ήταν σε θέση να συμβουλέψει το παιδί και ζήτησε πάλι από την γειτόνισσα, να τον επισκεφτούν μετά από τρεις βδομάδες! Παρ' όλη την τόλμη της μητέρας να ρωτήσει, για ποιον λόγο δεν μπορεί να κάνει κάτι τόσο απλό ο δάσκαλος, εκείνος επανέλαβε την προτροπή του, να τον επισκεφτούν μετά από τρεις βδομάδες.
Όταν ήρθαν την τρίτη φορά, ο δάσκαλος είπε στο παιδί:
– Αγόρι μου, άκουσε τη συμβουλή μου. Μην τρως πολύ ζάχαρη, θα σε βλάψει.
– Δε θα το κάνω, σας το υπόσχομαι, απάντησε το παιδί.
Μετά απ’ αυτή τη συζήτηση η μητέρα είπε στο γιο της να την περιμένει έξω και όταν το παιδί έφυγε, ρώτησε τον δάσκαλο, γιατί δεν έδωσε από την πρώτη στιγμή τη συμβουλή, αλλά περίμενε να περάσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο δάσκαλος απάντησε:
- Καταλαβαίνω πως θεωρείς, πως ήταν πολύ εύκολο να δώσω τη συμβουλή στον γιο σου, αλλά σου ομολογώ πως δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να το κάνω, επειδή κι εμένα μου αρέσει πολύ η ζάχαρη και χρειάστηκαν έξι εβδομάδες για να μπορέσω να περιορίσω δραστικά, την ποσότητα που έτρωγα πριν. Χρειάστηκε λοιπόν πρώτα να απαλλαχθώ ο ίδιος, από την αδυναμία που είχα και μετά να συμβουλεύσω ανάλογα, για να το κάνουν κι οι άλλοι. Νόμιζα πως τρεις εβδομάδες ήταν αρκετός χρόνος, για να το κάνω, αλλά χρειάστηκε τελικά χρόνος διπλάσιος για να τα καταφέρω!
Ένα από τα γνωρίσματα του αληθινού Δάσκαλου είναι, ότι ποτέ δε θα συμβουλέψει κάτι, αν ο ίδιος δεν έχει περάσει μέσα από αυτό.
Ο Δάσκαλος είναι τίμιος πρώτα από όλα με τον εαυτό του. Τα λόγια του προέρχονται από την εμπειρία του και η σοφία ζει μέσα του, όχι στα γραπτά!
Οι δυο χτίστες


Κάποτε ένα μικρό αγόρι, γονατιστό μάζευε την άμμο με ένα πλαστικό φτυαράκι και την έβαζε μέσα σε ένα μπλε φανταχτερό κουβά. Μετά γύριζε ανάποδα τον κουβά και τον σήκωνε σιγά - σιγά. Προς μεγάλη χαρά του μικρού αρχιτέκτονα το αποτέλεσμα ήταν ένας μικρός πύργος.
Εργαζόταν όλο το απόγευμα, χτίζοντας τείχη, πολεμίστρες, γέφυρες. Στο τέλος είχε κατασκευάσει ένα πανέμορφο κάστρο.
Σε μια μεγάλη πόλη την ίδια ώρα με πολυσύχναστους δρόμους και κίνηση, ένας άνδρας κάθεται στο γραφείο του. Ανακατεύει χαρτιά επάνω στο γραφείο του, τα τακτοποιεί και τα χωρίζει σε εργασίες. Έχει το ακουστικό στον ώμο και όλη μέρα πατά τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο. Νούμερα ξεπηδούν από παντού και συμβόλαια υπογράφονται και για μεγάλη ικανοποίηση του άνδρα, δημιουργούνται κέρδη.
Όλη του τη ζωή θα εργάζεται. Τακτοποιώντας τα πλάνα. Προβλέποντας το μέλλον. Οι υποχρεώσεις θα είναι οι πύργοι. Το κεφάλαιο θα είναι οι γέφυρες. Μια ολόκληρη αυτοκρατορία θα κτιστεί.
Δύο κτίστες δύο κάστρων. Έχουν πολλά κοινά. Σχηματοποιούν κομμάτια σε έργα. Από το τίποτα δημιουργούν κάτι. Είναι επιμελείς και αποφασιστικοί.
Όμως ακριβώς εκεί τελειώνουν και οι ομοιότητες. Το αγόρι βλέπει το έργο ολοκληρωμένο, ενώ ο άνδρας το αγνοεί.
Καθώς πλησίαζε η πλημμύρα, το σοφό αγόρι σηκώθηκε όρθιο και άρχισε να χειροκροτεί. Δεν υπήρχε λύπη. Δεν υπήρχε φόβος. Δεν υπήρχε μετάνοια. Γνώριζε ότι αυτό θα συμβεί. Δεν εξεπλάγη. Κάθε φορά που το μεγάλο κύμα έσκαγε επάνω στο κάστρο και η θάλασσα απορροφούσε το έργο τέχνης, χαμογελούσε. Έπειτα, μάζεψε τα εργαλεία, έπιασε το χέρι του πατέρα του και πήγε στο σπίτι.
Από την άλλη ο άνθρωπος στο γραφείο, δεν είναι τόσο σοφός. Καθώς τα κύματα των ετών καταστρέφουν το κάστρο του, τρομοκρατείται. Σκύβει επάνω από το αμμώδες μνημείο για να το προστατέψει. Σταματά τα κύματα χτίζοντας αγωνιωδώς τείχη γύρω από το κάστρο του.
Μουσκεμένος από τις δυσκολίες και τρέμοντας σέρνεται στην ερχόμενη παλίρροια φωνάζοντας:
- Όχι στο δικό μου Κάστρο!
Ο ωκεανός όμως δεν απαντά. Τον αψηφά και συνεχίζει.
Τα παιδιά γνωρίζουν για τα κάστρα στην άμμο. Αν τα παρακολουθήσουμε ίσως κάτι μάθουμε κι εμείς. Ας συνεχίζουμε να χτίζουμε, αλλά ας το κάνουμε με την καρδιά του μικρού παιδιού. Όταν ο ήλιος πάει προς τη δύση του και η θάλασσα φουσκώσει, ας χειροκροτήσουμε αντί να λυπηθούμε, που τα κάστρα που χτίσαμε, γίνανε πάλι άμμος!
Αποδεχόμενοι την διαδικασία της ζωής , ας πάμε στο σπίτι μας, ας συνεχίσουμε την πορεία μας!

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Γίνε λίμνη


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας σοφός γέροντας δάσκαλος.
Είχε βαρεθεί να ακούει τον μαθητή του να παραπονιέται συνεχώς, έτσι μια μέρα αποφάσισε να τον στείλει, να του φέρει λίγο αλάτι.
Όταν εκείνος γύρισε πίσω, ο δάσκαλός του είπε να ρίξει μια γερή δόση σε ένα ποτήρι και μετά να το πιει.
- Τι γεύση έχει;
- Αλμυρή, είπε ο μαθητής.
Τότε ο δάσκαλος είπε στο νεαρό να πάρει μια χούφτα αλάτι και μετά να το ρίξει στην κοντινότερη λίμνη. Ο μαθητής έκανε, ότι του είπε. Αμέσως μετά ο δάσκαλος του είπε, να πάρει με το ποτήρι νερό από την λίμνη και να δοκιμάσει τη γεύση του:
- Έχει γεύση φρεσκάδας το νερό από τη λίμνη, απάντησε ο μαθητής.
- Το αλάτι το ένιωσες καθόλου;
- Όχι απάντησε ο μαθητής.
Ο δάσκαλος έπιασε τα χέρια του μαθητή και είπε:
- Ο πόνος στη ζωή είναι καθαρό αλάτι. Η ποσότητα του πόνου παραμένει η ίδια. Όμως η ποσότητα της αλμύρας που δοκιμάζουμε, εξαρτάται κάθε φορά από το δοχείο εκείνο, μέσα στο οποίο βάζουμε τον πόνο. Έτσι, το μόνο πράγμα, που έχεις να κάνεις όταν υποφέρεις, είναι να διευρύνεις την αίσθηση των πραγμάτων. Πάψε να είσαι σαν το ποτήρι. Γίνε σαν την λίμνη!
Όλοι έχουμε την τάση να πιστεύουμε, ότι ο δικός μας πόνος πονάει πιο πολύ. Κι όταν πονάμε γινόμαστε ακόμα περισσότερο το κέντρο του κόσμου. Και το αποτέλεσμα; Ο πόνος αυξάνεται, διότι είναι γνωστό, πως σε ότι εστιαζόμαστε δε συρρικνώνεται, αλλά μεγεθύνεται. Όσο μικρότερο το ποτήρι, τόσο μεγαλύτερος ο πόνος. Όσο πιο κοντινή η απόσταση από όπου τον βιώνουμε, τόσο πιο απέραντος μοιάζει!
Αν όμως βυθίσουμε τον πόνο μας στη απύθμενη λίμνη του πανανθρώπινου πόνου και μετά κοιτάξουμε τη λίμνη από το απέναντι βουνό, θα συνεχίσει να έχει την ίδια ένταση, την ίδια σημαντικότητα και το ίδιο βάθος;
Ας δοκιμάσουμε μήπως μπορούμε να υιοθετήσουμε αυτήν την θεώρηση, την επόμενη φορά που κάτι μας πληγώσει και μας τραυματίσει!