Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Γίνε λίμνη


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας σοφός γέροντας δάσκαλος.
Είχε βαρεθεί να ακούει τον μαθητή του να παραπονιέται συνεχώς, έτσι μια μέρα αποφάσισε να τον στείλει, να του φέρει λίγο αλάτι.
Όταν εκείνος γύρισε πίσω, ο δάσκαλός του είπε να ρίξει μια γερή δόση σε ένα ποτήρι και μετά να το πιει.
- Τι γεύση έχει;
- Αλμυρή, είπε ο μαθητής.
Τότε ο δάσκαλος είπε στο νεαρό να πάρει μια χούφτα αλάτι και μετά να το ρίξει στην κοντινότερη λίμνη. Ο μαθητής έκανε, ότι του είπε. Αμέσως μετά ο δάσκαλος του είπε, να πάρει με το ποτήρι νερό από την λίμνη και να δοκιμάσει τη γεύση του:
- Έχει γεύση φρεσκάδας το νερό από τη λίμνη, απάντησε ο μαθητής.
- Το αλάτι το ένιωσες καθόλου;
- Όχι απάντησε ο μαθητής.
Ο δάσκαλος έπιασε τα χέρια του μαθητή και είπε:
- Ο πόνος στη ζωή είναι καθαρό αλάτι. Η ποσότητα του πόνου παραμένει η ίδια. Όμως η ποσότητα της αλμύρας που δοκιμάζουμε, εξαρτάται κάθε φορά από το δοχείο εκείνο, μέσα στο οποίο βάζουμε τον πόνο. Έτσι, το μόνο πράγμα, που έχεις να κάνεις όταν υποφέρεις, είναι να διευρύνεις την αίσθηση των πραγμάτων. Πάψε να είσαι σαν το ποτήρι. Γίνε σαν την λίμνη!
Όλοι έχουμε την τάση να πιστεύουμε, ότι ο δικός μας πόνος πονάει πιο πολύ. Κι όταν πονάμε γινόμαστε ακόμα περισσότερο το κέντρο του κόσμου. Και το αποτέλεσμα; Ο πόνος αυξάνεται, διότι είναι γνωστό, πως σε ότι εστιαζόμαστε δε συρρικνώνεται, αλλά μεγεθύνεται. Όσο μικρότερο το ποτήρι, τόσο μεγαλύτερος ο πόνος. Όσο πιο κοντινή η απόσταση από όπου τον βιώνουμε, τόσο πιο απέραντος μοιάζει!
Αν όμως βυθίσουμε τον πόνο μας στη απύθμενη λίμνη του πανανθρώπινου πόνου και μετά κοιτάξουμε τη λίμνη από το απέναντι βουνό, θα συνεχίσει να έχει την ίδια ένταση, την ίδια σημαντικότητα και το ίδιο βάθος;
Ας δοκιμάσουμε μήπως μπορούμε να υιοθετήσουμε αυτήν την θεώρηση, την επόμενη φορά που κάτι μας πληγώσει και μας τραυματίσει!

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Αυγό, Καρότο, Κόκκοι Καφέ


Μία κοπέλα πήγε ένα βράδυ λυπημένη στη μητέρα της. Της μίλησε για τη ζωή της και τα προβλήματά της. Είχε κουραστεί, να προσπαθεί ν’ αλλάξει τη ζωή της και να απογοητεύεται. Νόμιζε, πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, ένα άλλο νέο προέκυπτε.
Η μητέρα της, αφού την άκουσε, πήγε στην κουζίνα, γέμισε τρία δοχεία με νερό και έβαλε το καθένα σε δυνατή φωτιά. Γρήγορα το νερό στα δοχεία άρχισε να βράζει.Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα, στο δεύτερο έβαλε αυγά και στο τελευταίο έβαλε κόκκους καφέ.Τα άφησε λίγο να βράσουν, χωρίς να πει ούτε λέξη.
Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω απ’ το νερό και τα έβαλε σ’ ένα μπωλ και τα αυγά σ’ ένα άλλο. Μετά άδειασε τον καφέ σ’ ένα φλιτζάνι.
Γυρνώντας στην κόρη της την ρώτησε:
- Τι βλέπεις;
- Καρότα, αυγά και καφέ, της απάντησε η κόρη.
- Άγγιξε τα καρότα.
Η κοπέλα τα άγγιξε και παρατήρησε, ότι ήταν μαλακά.
Μετά της ζήτησε να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. Αφού έβγαλε τα τσόφλια, παρατήρησε ότι το αυγό ήταν σφιχτό.
Στο τέλος, η μητέρα ζήτησε απ’ την κόρη της, να πιει μια γουλιά καφέ.
Η κόρη χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμά του και τη ρώτησε:
- Τι σημαίνουν όλα αυτά μητέρα;
Η μητέρα της εξήγησε, ότι το καθένα απ’ αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή βραστό νερό. Το καθένα όμως αντέδρασε διαφορετικά.
Το καρότο μπήκε μέσα στο νερό δυνατό και σκληρό αλλά μαλάκωσε κι έγινε αδύναμο.
Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα είχε προστατέψει το υγρό εσωτερικό του, αλλά αφού μπήκε στο βραστό νερό, το εσωτερικό του σκλήρυνε.
Όμως οι κόκκοι του καφέ ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους στο βραστό νερό, άλλαξαν το νερό!
- Ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ, ρώτησε την κόρη της. Όταν η δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς αντιδράς; Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;
Είσαι το καρότο που φαίνεται δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου; Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως είχες «υγρό» πνεύμα, αλλά μετά από έναν θάνατο, έναν χωρισμό, μία οικονομική δυσκολία ή μια άλλη δοκιμασία σκλήρυνες; Μήπως το περίβλημά σου μοιάζει το ίδιο, αλλά μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα;
Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος στην πραγματικότητα αλλάζει το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες, που προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, αυτός απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του. Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα είναι άσχημα, εσύ αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου, ανυψώνεις τον εαυτό σου σε άλλο επίπεδο, βγάζεις το άρωμά σου!
Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;
Ελπίζω να έχεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκιά, αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατή, αρκετή λύπη για να παραμείνεις ανθρώπινη και αρκετή ελπίδα για να σε κάνει ευτυχισμένη.
Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν απαραιτήτως τα καλύτερα. Απλώς κάνουν το καλύτερο που μπορούν, με αυτά που τους συμβαίνουν στη διαδρομή τους.
Όταν γεννήθηκες, έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν.
Ζήσε τη ζωή σου έτσι ώστε στο τέλος εσύ να είσαι αυτή, που θα χαμογελά όταν όλοι γύρω σου θα κλαίνε!
Οι Φίλοι


Ένας άνδρας, το άλογό του και ο σκύλος του, είχαν πεθάνει και βρέθηκαν σε κάποιον δρόμο. Αυτός ο δρόμος ήταν πολύ μεγάλος, ο ήλιος έκαιγε και κάποια στιγμή κουράστηκαν και διψούσαν πολύ.
Κάπου πιο κάτω είδαν μια τεράστια μαρμάρινη πύλη, πολύ όμορφη. Μπαίνοντας από αυτήν την πύλη, συνάντησαν ένα μονοπάτι, στρωμένο με χρυσές πέτρες, που οδηγούσε σε ένα σιντριβάνι, το οποίο έτρεχε κρυστάλλινο νερό!
Εκεί στο σιντριβάνι υπήρχε ένας φύλακας:
- Καλημέρα, είπε ο άνδρας.
- Καλημέρα, του απάντησε ο φύλακας.
- Ποιο είναι αυτό το όμορφο μέρος;
- Εδώ είναι ο Παράδεισος.
- Α, πολύ καλά, αλλά διψάω πολύ!
- Μπορείς να μπεις και να πιεις όσο θέλεις.
- Το άλογό μου και ο σκύλος μου διψάνε επίσης.
- Λυπάμαι, αλλά εδώ δεν επιτρέπονται τα ζώα, είπε ο φύλακας.
Ο άνδρας απογοητεύτηκε, γιατί διψούσε πολύ, αλλά δεν μπορούσε να πιει νερό και να αφήσει τους φίλους του, να διψάνε. Έτσι, συνέχισε πάλι να περπατάει στο δρόμο, όπου μετά από μια μεγάλη ανηφόρα και ακόμη πιο κουρασμένοι και διψασμένοι φτάσανε σε μια φάρμα, όπου υπήρχε μια παλαιά πύλη μισάνοιχτη. Μπαίνοντας, συνέχισαν σε έναν χωματόδρομο, όπου δεξιά και αριστερά υπήρχαν δύο δέντρα, που έκαναν μια μεγάλη σκιά. Κάτω από το ένα από τα δύο δέντρα υπήρχε ένας άνθρωπος ξαπλωμένος, ο οποίος φορούσε και ένα καπέλο. Φαινόταν να κοιμόταν.
- Καλημέρα είπε ο άνδρας.
- Καλημέρα, απάντησε ο άνδρας με το καπέλο.
- Εγώ, το άλογό μου και ο σκύλος μου διψάμε πολύ.
- Εκεί στις πέτρες υπάρχει μια πηγή, μπορείτε να πιείτε όσο θέλετε.
Ο άνδρας με τα ζώα επιτέλους ήπιαν νερό και φεύγοντας ο άνδρας είπε:
- Ευχαριστώ πάρα πολύ.
- Να έρχεστε όποτε θέλετε, απήντησε.
- Α, συγνώμη, από περιέργεια, πως λέγεται αυτό το μέρος;
- Παράδεισος, απάντησε ο άνθρωπος.
- Παράδεισος; Αλλά ο φύλακας εκεί πιο κάτω στην
μαρμάρινη πύλη μου είπε, ότι εκεί ήταν ο Παράδεισος!
- Εκεί δεν είναι ο Παράδεισος αλλά η Κόλαση.
Ο άνδρας τρόμαξε και είπε:
- Αλλά αυτή η ψεύτικη πληροφορία μάλλον δημιουργεί μεγάλα μπερδέματα στους ταξιδιώτες!
- Όχι, όχι, καθόλου. Στην πραγματικότητα αυτοί που την δίνουν, μας κάνουν μεγάλη χάρη, γιατί εκεί μένουν μόνο εκείνοι, που είναι ικανοί να παρατήσουν τους καλύτερους φίλους τους!

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

Οι υποτακτικοί του ασκητή


Ήταν ένας ασκητής κι είχε δύο υποτακτικούς. Προσπαθούσε πολύ να τους ωφελήσει και να τους κάνει καλούς. Είχε, όμως, την ανησυχία, αν όντως προχωρούν στην πνευματική ζωή, αν προοδεύουν κι αν είναι έτοιμοι για τη Βασιλεία του Θεού. Περίμενε ένα σημάδι γι’ αυτό απ’ τον Θεό, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση.
Κάποια ημέρα θα γινόταν αγρυπνία στην εκκλησία μιας άλλης σκήτης, που απείχε πολλές ώρες απ’ τη δική τους. Έπρεπε να γίνει πορεία μες στην έρημο. Έστειλε τους υποτακτικούς του απ’ το πρωί, ώστε να φθάσουν νωρίς, για να τακτοποιήσουν την εκκλησία, κι ο Γέροντας θα πήγαινε τ’ απόγευμα.
Οι υποτακτικοί είχαν προχωρήσει αρκετά, όταν ξαφνικά άκουσαν βογγητά. Ήταν ένας άνθρωπος βαριά τραυματισμένος και ζητούσε βοήθεια:
- Πάρτε με, σας παρακαλώ, τους έλεγε, γιατί εδώ είναι ερημιά, κανείς δεν περνάει, ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει; Εσείς είστε δύο. Σηκώστε με και οδηγήστε με στο πρώτο χωριό.
- Δεν μπορούμε! του είπαν. Βιαζόμαστε να πάμε για την αγρυπνία. .
- Πάρτε με, σας παρακαλώ! Αν μ’ αφήσετε, θα πεθάνω, θα με φάνε τα θηρία.
- Δεν μπορούμε! Πρέπει να πάμε στο καθήκον μας.
Κι έφυγαν.
Τ’ απόγευμα ξεκίνησε ο Γέροντας για την αγρυπνία. Πέρασε απ’ τον ίδιο δρόμο. Έφθασε και στο μέρος, που ήταν ο τραυματισμένος. Τον βλέπει, τον πλησιάζει και του λέει:
- Τι έπαθες, άνθρωπε του Θεού; Τι έχεις; Από πότε είσαι εδώ; Δεν σε είδε κανείς;
- Πέρασαν το πρωί δύο μοναχοί και τους παρακάλεσα να με βοηθήσουν, αλλά βιαζόντουσαν να πάνε στην αγρυπνία.
- Θα σε πάρω εγώ. Μην ανησυχείς!
- Δεν μπορείς εσύ, είσαι γέροντας, δεν μπορείς να με σηκώσεις, αδύνατον!
- Όχι, θα σε πάρω! Δεν μπορώ να σ’ αφήσω! Θα σκύψω, και συ στηρίξου πάνω μου και λίγο-λίγο θα σε πάω στο κοντινό χωριό. Λίγο σήμερα, λίγο αύριο θα φθάσω.
Και τον πήρε με μεγάλη δυσκολία κι άρχισε να βαδίζει με το βάρος εκείνο μες στην άμμο πάρα πολύ δύσκολα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και σκεπτόταν: «Έστω και σε τρεις ημέρες θα φθάσω».
Καθώς όμως προχωρούσε, άρχισε να νιώθει το φορτίο του πιο ελαφρό, πιο ελαφρό και σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε, σαν να μην κρατάει τίποτα. Τότε γυρίζει πίσω να δει τι συμβαίνει και βλέπει με έκπληξη πάνω του έναν άγγελο.
Ο άγγελος του λέει:
- Μ’ έστειλε ο Θεός να σε πληροφορήσω, ότι οι δύο υποτακτικοί σου δεν είναι άξιοι της Βασιλείας του Θεού, γιατί δεν έχουν αγάπη!

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Ο ζητιάνος κι ο θεολόγος


Κάποιος θεολόγος ακατάπαυστα παρακαλούσε το Θεό, να του φανερώσει κάποιον άνθρωπο, που θα μπορούσε να του δείξει τον πιο σίγουρο δρόμο για τη Βασιλεία των Ουρανών.
Κάποια μέρα, στο αποκορύφωμα της προσευχής άκουσε μια φωνή:
– Πήγαινε και έξω από την Εκκλησία θα βρεις τον άνθρωπο που ζητάς.
Πηγαίνει λοιπόν ο θεολόγος βιαστικά στην Εκκλησία, όπου βρίσκει ένα γέρο ζητιάνο με κουρελιασμένα ρούχα και πληγωμένα γόνατα:
– Καλό και ευτυχισμένο πρωινό, γέροντα.
– Ποτέ δεν είχα κακό και δυστυχισμένο πρωινό.
Αμήχανα ο θεολόγος προσπαθεί να συνεχίσει:
– Εύχομαι ο Θεός να σου δίνει κάθε αγαθό!
– Πάντοτε ο Θεός μου δίνει, ότι αγαθό χρειάζομαι.
Φανερά παραξενεμένος τώρα ο θεολόγος λέει στον γέρο ζητιάνο:
– Τι συμβαίνει με σένα, γέροντα; Εγώ σου δίνω ευχές κι εσύ φαίνεται πως κακοκαρδίζεσαι!
– Σε ευχαριστώ για τις ευχές σου, αλλά δεν αισθάνομαι πως είμαι δυστυχής, παρά το γεγονός ότι φαίνεται, πως δεν μου περισσεύουν τα υλικά αγαθά . Ζω σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Για ότι θέλησε ο Θεός να μου δώσει, ποτέ δεν δυσανασχέτησα και επιλέγω να είμαι ευγνώμων και ευχαριστημένος!
– Από που ήλθες εσύ, γέροντα, εδώ;
– Από τον Θεό.
– Και που Τον συνάντησες;
– Εκεί που Τον άφησα, στην αγαθή θέληση.
– Ποιος είσαι, γέροντα και που ανήκεις;
– Όποιος κι αν είμαι, είμαι ικανοποιημένος με την κατάστασή μου, γιατί βασιλιάς είναι αυτός, που κυβερνά και διευθύνει τον εαυτό του, προσπαθώντας να ακολουθήσει, όχι το δικό του θέλημα, αλλά το θέλημα του Θεού!
Ο θεολόγος αποδέχθηκε τελικά, πως ο δρόμος του ζητιάνου ήταν ο μόνος σίγουρος για τον Ουρανό, δηλαδή η τελεία παράδοση στο θέλημα τού Θεού!
Η ησυχία της σιωπής


Σ΄ένα μοναχικό ερημίτη έφτασαν μια μέρα κάποιοι επισκέπτες.
Τον ρώτησαν:
- Τι νόημα έχει η ζωή σου στην ησυχία;
Ο μοναχός εκείνη τη στιγμή μόλις έβγαζε νερό από ένα βαθύ πηγάδι.
Είπε:
-Κοιτάξτε στο πηγάδι, τι βλέπετε;
Εκείνοι κοίταξαν:
- Τίποτα.
Μετά από λίγο ο μοναχός τούς είπε ξανά:
- Κοιτάξτε στο πηγάδι, συνεχίζετε να μη βλέπετε τίποτα;
Εκείνοι κοίταξαν πάλι κάτω.
- Όχι, τώρα βλέπουμε τα πρόσωπά μας!
Και ο μοναχός απάντησε:
- Βλέπετε πριν, όταν έβγαλα νερό, το νερό ήταν ταραγμένο. Τώρα είναι ήρεμο. Αυτή είναι η εμπειρία της ησυχίας. Βλέπεις τον εαυτό σου!

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Γιατί φωνάζουμε ο ένας στον άλλον


Μια μέρα, ένας σοφός ρώτησε τους μαθητές του:
- Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;
- Επειδή χάνουν την ψυχραιμία τους, απάντησε κάποιος.
- Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν, αφού ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους, επέμεινε ο σοφός.
- Γιατί θέλουν, να τους ακούσει, είπε ένας άλλος μαθητής.
- Και γιατί δεν μπορεί, να του μιλήσει με χαμηλή φωνή, ρώτησε πάλι ο δάσκαλος.
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά καμιά δεν τον ικανοποίησε.
- Ξέρετε γιατί ουρλιάζουν δυο άνθρωποι, όταν είναι θυμωμένοι, τους είπε τότε. Επειδή όταν θυμώνουν, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ. Έτσι, για να μπορέσει ο ένας ν’ ακούσει τον άλλο, πρέπει να φωνάξει δυνατά, ώστε να καλύψει την απόσταση. Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά πρέπει να φωνάξουν, για ν” ακουστούν.
Το αντίθετο γίνεται, για παράδειγμα, όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι. Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνίσουν. Μιλούν σιγανά και τρυφερά, επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές μάλιστα είναι τόσο κοντά, που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν. Ψιθυρίζουν μονάχα. Κι όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή, δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχτούν. Έτσι συμβαίνει πάντα κι όταν δυο άνθρωποι που αγαπιούνται, πλησιάζει ο ένας τον άλλον.
Όταν συζητάτε, λοιπόν, μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μη λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα έρθει μια μέρα, που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη, ώστε τα λόγια σας δεν θα βρίσκουν πια το δρόμο του γυρισμού!