Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Γιατί φωνάζουμε ο ένας στον άλλον


Μια μέρα, ένας σοφός ρώτησε τους μαθητές του:
- Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;
- Επειδή χάνουν την ψυχραιμία τους, απάντησε κάποιος.
- Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν, αφού ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους, επέμεινε ο σοφός.
- Γιατί θέλουν, να τους ακούσει, είπε ένας άλλος μαθητής.
- Και γιατί δεν μπορεί, να του μιλήσει με χαμηλή φωνή, ρώτησε πάλι ο δάσκαλος.
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά καμιά δεν τον ικανοποίησε.
- Ξέρετε γιατί ουρλιάζουν δυο άνθρωποι, όταν είναι θυμωμένοι, τους είπε τότε. Επειδή όταν θυμώνουν, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ. Έτσι, για να μπορέσει ο ένας ν’ ακούσει τον άλλο, πρέπει να φωνάξει δυνατά, ώστε να καλύψει την απόσταση. Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά πρέπει να φωνάξουν, για ν” ακουστούν.
Το αντίθετο γίνεται, για παράδειγμα, όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι. Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνίσουν. Μιλούν σιγανά και τρυφερά, επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές μάλιστα είναι τόσο κοντά, που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν. Ψιθυρίζουν μονάχα. Κι όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή, δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχτούν. Έτσι συμβαίνει πάντα κι όταν δυο άνθρωποι που αγαπιούνται, πλησιάζει ο ένας τον άλλον.
Όταν συζητάτε, λοιπόν, μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μη λέτε λόγια που σας απομακρύνουν, γιατί θα έρθει μια μέρα, που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη, ώστε τα λόγια σας δεν θα βρίσκουν πια το δρόμο του γυρισμού!

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Οι δυο μοναχοί


Σε ένα ησυχαστήριο δυο μοναχοί ζούσαν για χρόνια απλά κι αγαπημένα.
Ένα απόγευμα μετά τον Εσπερινό, καθισμένοι στην σκιά του μεγάλου δέντρου της αυλής τους, πρόσεξαν ένα πουλί, που καθότανε στα κλαδιά.
– Τι ωραίο χελιδόνι, είπε ο ένας.
– Μα είναι κόρακας, δεν το βλέπεις, απάντησε ο άλλος.
– Εσύ δεν βλέπεις καλά. Επαναλαμβάνω πως είναι χελιδόνι.
– Μα στραβός είσαι αδελφέ μου και δεν βλέπεις, πως είναι κόρακας;
Χελιδόνι ο ένας, κόρακας ο άλλος σε λίγο ανάψανε τα αίματα και βρέθηκαν σε σφοδρή αντιπαλότητα. Ανταλλάξανε λόγια σκληρά και προσβλητικά, λίγο έλειψε να έρθουν στα χέρια και να χειροδικήσει ο ένας στον άλλο, αλλά ευτυχώς δεν φθάσανε μέχρι εκεί.
Μετά από το γεγονός αυτό οι δρόμοι τους χωρίσανε και η τόσων χρόνων αγαπημένη συμβίωσή τους έληξε με τον χειρότερο τρόπο.
Μετά από καιρό ο ένας από τους δυο μοναχούς δεν άντεξε και εξομολογήθηκε στον πνευματικό του, το περιστατικό που συνέβη, ζήτησε την βοήθειά του και τον παρακάλεσε να του εξηγήσει, πως βρέθηκε σε τόσο σφοδρή αντιπαλότητα με τον μέχρι εκείνη τη στιγμή αγαπημένο συγκάτοικο κι αδελφό του.
Πήρε την εξήγηση:
– Ο διάβολος, που δεν θέλει την ενότητα και την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων, έκανε ώστε ενώ κοιτούσατε και οι δύο το ίδιο πουλί, ο ένας να το βλέπει σαν χελιδόνι κι ο άλλος σαν κόρακα. Οι δυο σας πέσατε στην παγίδα, που σας έστησε ο πονηρός και ο εγωισμός του καθενός σας , παράβλεψε το δέσιμο και την αγάπη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή σας ένωνε και αφήσατε τη διχόνοια να μπει ανάμεσά σας , για ένα ζήτημα ευτελούς σημασίας. Ακόμη και σήμερα ο εγωισμός σας δεν επιτρέπει να βρεθείτε και να ζητήσει συγχώρεση και να συγχωρεθεί ο ένας από τον άλλον!
Δεν είναι λίγες οι φορές που παθαίνουμε το ίδιο. Ωστόσο, αν και μπορούμε να προφασιστούμε χιλιάδες λόγους για να δικαιολογήσουμε τις ενδεχόμενες αστοχίες μας, το να εμμένουμε σ’ αυτές , παρά το γεγονός πως αντιλαμβανόμαστε το λάθος μας και να μην ζητάμε συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών είναι ασυγχώρητη επιλογή. Μόνο με την συγγνώμη και τη συγχώρεση γίνεται η αποτίναξη των δεσμών του εγωισμού και της περηφάνιας μας και μας δίνετε η δυνατότητα της ελευθερίας.
Τι να κάνεις, αλήθεια, το δίκαιό σου, όταν χαλάσεις τη σχέση σου με το συνάνθρωπό σου; Ποιο «δίκαιο» μπορεί να σου δώσει χαρά και ζωή; Γιατί άλλο να αισθανθείς ικανοποίηση με τη «νίκη σου κατά του αντιπάλου» και άλλο να γεμίσει η καρδιά σου με ευρυχωρία και ανάπαυση. Δεν είναι πιο λογικό να θέλεις τα ανώτερα βιώματα; Δεν είναι καλύτερα να αδικηθείς και να νιώσεις ενότητα, παρά να δικαιωθείς και να απομονωθείς;
Το «συγγνώμη» και το «συγχώρα με», που ο Χριστός μάς καλεί να ζητάμε, μας οδηγεί στο δικό Του κόσμο, όπου η ειρήνη της καρδίας και η γλυκύτητα της παρουσίας Του κάνουν πραγματικότητα την «εντός ημών Βασιλεία» Του. Να γιατί είπε, ότι «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί». Αυτή η Βασιλεία γίνεται δωρεά, σ’ όσους μπορούν να συγχωρούν, όπως Εκείνος, να αγαπούν όπως Εκείνος, να πορεύονται δηλαδή όπως Εκείνος!
Μια δασκάλα διηγείται


Σήμερα στο σχολείο έπρεπε να καλύψω το κενό ενός συναδέλφου, που έλειπε. Μπήκα λοιπόν στην τάξη και πρότεινα στα παιδιά, να παίξουμε ένα παιχνίδι.
Τους ζήτησα να φανταστούν, πως είμαστε κάτοικοι της Σμύρνης και μαθαίνουμε, πως θα πρέπει να φύγουμε από τα σπίτια μας και δεν θα γυρίσουμε ποτέ σ' αυτά. Σκεφτείτε, λοιπόν, είπα στα παιδιά, πως έχετε το δικαίωμα να πάρετε μόνο ένα μόνο αντικείμενο από το σπίτι σας και γράψτε το με το όνομά σας σε ένα χαρτί.
Γεμίσαμε λοιπόν ένα κουτί με 22 χαρτάκια. Στη συνέχεια τους είπα, ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι έλεγαν, πως είμαστε, ότι είναι και οι επιθυμίες μας, ακόμη κι ο ίδιος ο Χριστός είπε, πως όπου είναι το μυαλό μας, εκεί είναι και ο θησαυρός μας. Άρα ότι γράψατε στο χαρτί, αυτό είστε.
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους αιφνιδιασμένα.
Χώρισα, λοιπόν, τρεις ομάδες και τις έγραψα στον πινάκα. Στην πρώτη έγραψα ''υλικά αντικείμενα''.
- Αν έχετε γράψει αντικείμενα, για να πάρετε μαζί σας από το σπίτι, στο οποίο δεν θα γυρίσετε ποτέ, σκεφτείτε, τους είπα, πως όταν πεθαίνουμε, δε μας χρησιμεύουν σε τίποτα.
Στη δεύτερη ομάδα ζωγράφισα την γαλανόλευκη σημαία μας και τους εξήγησα, πως αυτοί που σκέφτηκαν να πάρουν ένα αντικείμενο, που να συμβολίζει την Ελλάδα μας, έχουν γνήσια ελληνική ψυχή.
Στην τρίτη και τελευταία ομάδα χάραξα ένα σταυρό και τους εξήγησα, πως αυτοί που σκέφτηκαν να πάρουν κάποια Αγιογραφία , έδειξαν πως είναι από επιλογή Χριστιανοί.
Τα παιδιά ανήσυχα μου ζήτησαν, να ξαναπάρουν πίσω τα χαρτάκια για να συμπληρώσουν κάτι. Φάνηκε, πως άρχισαν να αντιλαμβάνονται, πως η πρώτη τους επιλογή , ίσως δεν ήταν πραγματικά αυτή που ήθελαν!
Αφού αρνήθηκα με γλυκό τρόπο να δώσω πίσω τα χαρτάκια, τους υπενθύμισα, πως ο οδοντίατρος όταν φροντίζει να έχουμε γερά δόντια, μπορεί να μας πονέσει στην διάρκεια που το κάνει. Όμοια και η δασκάλα τους μπορεί να τους πονέσει με αυτό το παιχνίδι, μα ο δρόμος που θα μας οδηγήσει στο να βρούμε, ποιοι είμαστε και να διορθωθούμε οπού χρειάζεται, είναι δύσκολος.
Τα μικρά μου αγγελούδια το δέχτηκαν και συνέχισαν. Διάβαζα μεγαλόφωνα τι έγραψε κάθε παιδί ονομαστικά και ένα-ένα σηκωνόταν και μόνο του και έγραφε στον πινάκα σε ποια ομάδα άνηκε!
Στο τέλος, λοιπόν, διαπιστώσαμε, ότι από τους 22 μόνο 7 έγραψαν, ότι θα έπαιρναν ένα αντικείμενο ελληνικό η χριστιανικό. Και η μικρή Έλλη σήκωσε το χέρι της και μου είπε:
- Καλά λέει ο μπαμπάς μου κύρια, ότι οι άνθρωποι γίναμε καταναλωτές και απομακρυνθήκαμε από Αρχές κι Αξίες!
Χαμογέλασα απλά και κυρίως ανακουφίστηκα, που τα παιδιά φάνηκε πως κατάλαβαν το νόημα, που είχε το παιγνίδι που παίξανε.
Μου ζήτησαν να το ξαναπαίξουμε αυτό το παιχνίδι και αφού τα κοίταξα τρυφερά τους είπα:
- Αυτή ήταν μία πρόβα. Αν πότε βρεθείτε στην ανάγκη να διαλέξετε πραγματικά, κάτι που θέλετε να σώσετε και να το έχετε μαζί σας, είναι σίγουρο, πως η επιλογή σας δεν θα σας κάνει να το μετανιώσετε!

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Η αγάπη της μάνας


Ένα κορίτσι ρώτησε κάποια κυρία, αν της αρέσει το φόρεμα που φοράει.
- Είναι πολύ όμορφο, απάντησε εκείνη.
- Η μαμά μου, μου το έφτιαξε, είπε το κoριτσάκι με μάτια γεμάτα δάκρυα.
- Μπράβο! Είναι όντως πολύ όμορφο. Αλλά θα μου πεις γιατί κλαις;
- Μόλις το έφτιαξε η μαμά μου, έφυγε. Πήγε πολύ μακριά.
- Καλά τώρα, μη στεναχωριέσαι. Κάνε υπομονή. Είμαι σίγουρη ότι σε λίγες μέρες θα είστε και πάλι μαζί!
- Όχι, δεν καταλάβατε, Ο μπαμπάς μου είπε, ότι δεν θα ξανάρθει. Είναι στον ουρανό με τον παππού!
Η γυναίκα κατάλαβε.
Γονάτισε, πήρε απαλά το κoριτσάκι στην αγκαλιά της και μίλησαν για λίγο για τη μαμά, που έφυγε για πάντα.
Τότε ξαφνικά το μικρό κoρίτσι έκανε κάτι πολύ περίεργο.
Σταμάτησε ξαφνικά να κλαίει, σηκώθηκε, περπάτησε μερικά βήματα και άρχισε να τραγουδάει. Τραγουδούσε τόσο σιγά, σαν να ψιθύριζε. Ήταν ο πιο γλυκός, ο πιο όμορφος ήχος, που είχε ακούσει ποτέ η γυναίκα. Σαν το κελάηδισμα ενός πουλιού!
Όταν σταμάτησε το τραγούδι του, εξήγησε στη γυναίκα:
- Η μαμά μου συνήθιζε, να μου το τραγουδάει αυτό το τραγούδι, πριν φύγει μακριά. Με έβαλε να της υποσχεθώ, να το τραγουδάω και εγώ κάθε φορά, που θα μου λείπει και θα κλαίω. Μου είπε ότι όταν το κάνω, θα σταματάω να κλαίω.
Κοίταξε με αυτά τα πελώρια μάτια του τη γυναίκα, χαμογέλασε, σήκωσε τα χέρια της ψηλά και της είπε:
- Είδατε; Το τραγούδησα και τώρα τα μάτια μου είναι στεγνά. Δεν έχουν δάκρυα!
Καθώς η γυναίκα σηκώθηκε για να φύγει, το μικρό κoρίτσι της άρπαξε το μανίκι.
- Κυρία, μπορείτε να μείνετε μόνο για ένα λεπτό; Θέλω να σας δείξω κάτι.
- Φυσικά, τι θέλεις να μου δείξεις;
Το κoριτσάκι έσκυψε και της έδειξε ένα σημείο στο φόρεμα της.
- Εδώ ακριβώς φίλησε η μαμά το φόρεμά μου. Και εδώ, και εδώ, και συνέχισε να της δείχνει σημεία στο φόρεμα του.
- Η μαμά είπε, ότι έβαλε όλα αυτά τα φιλιά στο φόρεμά μου, ώστε να μπορώ να τα έχω κάθε φορά, που θα μου λείπει και θα κλαίω!.
Η περαστική γυναίκα τότε συνειδητοποίησε, ότι δεν κοίταζε απλά ένα φόρεμα. Κοίταζε μια μητέρα, που γνώριζε, ότι θα φύγει από τη ζωή και ότι δεν θα μπορεί πια, να αγκαλιάζει και να φιλάει την κορούλα της. Έτσι, πήρε όλη την αγάπη, που είχε για το όμορφο κoριτσάκι της και την χώρεσε σε ένα φόρεμα.
Συνειδητοποίησε, ότι δεν έβλεπε πια ένα παιδί, που ένιωθε υπερηφάνεια για το φόρεμα, που του έφτιαξε η μαμά του. Είχε μπροστά της ένα παιδί, τυλιγμένο με την αγάπη της μητέρας του.
Η αγάπη της μάνας είναι όμορφη!

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Παραβάσεις του Θείου Νόμου


Αν επιθυμείς να γνωρίσεις τον εαυτό σου, τις παραβάσεις του Θείου Νόμου, τις κακίες σου, τα αμαρτήματά σου, άρχισε να εξετάζεις με προσοχή:
α) Την γλώσσα σου
Πόσα αμαρτήματα δεν διαπράττει η γλώσσα! Λέγει το ψεύδος, που πολλοί το έχουν για τίποτε στην ημερήσια διάταξη. Σκέψου μήπως η γλώσσα σου κινήθηκε να διαβάλλει και να συκοφαντήσει άλλον, οπότε του έβλαψες την τιμή και την υπόληψη, τον πλήγωσες ηθικώς, του προξένησες κακό χειρότερο και από τον φόνο. Μήπως μολύνεται η γλώσσα σου με την κατάκριση;
Εξέτασε τη γλώσσα σου επίσης μήπως ψευδόρκησε ή επιόρκησε. Ορκίσθηκες εις τον Θεόν, ότι θα πεις την αλήθεια και είπες το ψέμα χωρίς να υπολογίσεις, ότι επικαλέστηκες τον Θεό μάρτυρα ή έδωσες υπόσχεση, ότι θα την τηρήσεις και όμως την παρέβεις. Σε αυτό το αμάρτημα είναι ένοχοι και όσοι κάνουν όρκους τυχαίους έστω και αν είναι αληθινοί οι όρκοι. Για παράδειγμα (Μα τον Θεό. Να μη χαρώ τα παιδιά μου κλπ.)
Άλλο αμάρτημα της γλώσσας είναι η βλασφημία. Τρομερό αμάρτημα. Τόσο τρομερό που ούτε ο διάβολος, ο οποίος όλα τα αμαρτήματα τα κάνει, βλασφημεί. Ακόμα να εξετάσεις τη γλώσσα σου μήπως είναι ένοχη στα αμαρτήματα της αισχρολογίας, ανήθικων ασμάτων, της ευτραπελίας και αργολογίας.
β) Τα χέρια σου
Ναι θα τα εξετάσεις εάν είναι καθαρά. Από τι; Από την κλοπή και από τις άλλες αδικίες που γίνονται με διάφορα μέσα. Όπως την νοθεία, την απάτη κ.λ.π. και εάν γίνονται σε βάρος είτε ενός είτε πολλών. Λέω πολλών γιατί στις μέρες μας πολλοί δεν θεωρούν αμαρτία να κλέψουν το Δημόσιο ή διάφορους οργανισμούς. Πρέπει να ξέρεις όμως ότι το κάθε ξένο που έχεις είναι φωτιά που θα σε κάψει. Τι κάνεις όταν πέσουν κάρβουνα επάνω σου; Τα πετάς.
Επίσης σκέψου μήπως τα χέρια σου έγραψαν ανώνυμες επιστολές για να προκαλέσεις ζημιά σε άλλο, μήπως έδειραν ή χρησιμοποιήθηκαν για απόπειρα αυτοκτονίας ή έγιναν αιτία φόνου κατά οποιονδήποτε τρόπο. Θα εξετάσεις ακόμα τα χέρια σου, μήπως προκειμένου να ευεργετήσουν και να εργαστούν το καλό, είναι σφικτά.
γ) Τα πόδια σου
Πηγαίνουν τα πόδια σου τας Κυριακάς και τας μεγάλας εορτάς εις την Εκκλησίαν; Δεν γνωρίζεις, ότι το να μη προσεύχεται κανείς, είτε ατομικώς εις το σπίτι, είτε ομαδικώς εις την Εκκλησίαν είναι αμάρτημα;
Είναι αναγκαίος ο εκκλησιασμός. Τόσον αναγκαίος ώστε η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος επιβάλλει αφορισμόν, σε όποιον δεν εκκλησιάζεται, άνευ απολύτου ανάγκης, επί τρεις συνεχείς Κυριακάς.
δ) Τα μάτια σου
Αμαρτάνει ο άνθρωπος και με τα μάτια, όταν βλέπει άσεμνα πράγματα, διαβάζει μυθιστορήματα και ρυπαρογραφήματα, ή παρακολουθεί ανήθικα θεάματα. Δια του τρόπου αυτού επέρχεται θάνατος ψυχικώς.
ε) Την καρδιά σου
Την καρδιά σου θα ερευνήσεις περισσότερο. Γιατί στην καρδιά φωλιάζουν τόσα και τόσα πάθη και αμαρτήματα. Γίνεται κέντρο κακών και έδρα παθών. Τοιαύτα πάθη είναι: Η μνησικακία και το μίσος. Ο φθόνος και η ζηλοτυπία, φοβερά πάθη που βασανίζουν τον αμαρτωλόν και τον αποξενώνουν από τον Θεόν της αγάπης. Ο θυμός και η οργή, που στενοχωρούν τον άνθρωπον, τον τυφλώνουν και τον οδηγούν και εις τον φόνον. Η πλεονεξία η οποία είναι ειδωλολατρία. Η υπερηφάνεια και η κενοδοξία.
Πάθος και μάλιστα φοβερώτατον είναι η ανηθικότης, η οποία μαστίζει σήμερον την κοινωνίαν. Τα ανήθικα αμαρτήματα απομακρύνουν από τον Θεόν της αγάπης και φέρνουν την οργήν . Πάθος της καρδίας ωσαύτως είναι και η απιστία, που τυφλώνει τον άνθρωπον και δεν βλέπει την αλήθειαν. Απιστεί ο άνθρωπος προς τον Θεόν, αρνείται τις χριστιανικές διδασκαλίες και το περίεργον είναι, ότι καταφεύγει εις τας μαντείας, τας μαγείας (ξόρκια) και λοιπάς σατανικάς ενεργείας, δια τας οποίας η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος επιβάλλει επιτίμια όχι μικρά. Επίσης αμαρτία είναι η ολιγοπιστία, η ανησυχία δια το μέλλον μας. Αυτό σημαίνει άρνησιν της Θείας Προνοίας. Να φροντίζωμεν, ναι χωρίς όμως να ανησυχώμεν.
Παράλληλα καλό είναι να ερευνήσεις προσεκτικά τον εαυτό σου, δια να ιδείς πως φέρεσαι ως οικογενειάρχης, ως επαγγελματίας, ως άνθρωπος κατέχων μιαν θέσιν εις την κοινωνίαν. Το αξίωμα σου το χρησιμοποιείς δια την εξυπηρέτησιν και των άλλων; Είσαι εξυπηρετικός; Έχεις πνεύμα αγάπης; Ο ίδιος ο Χριστός δεν ήρθε για να τον υπηρετήσουν αλλά για να υπηρετήσει.
Θα εξετάσεις όχι μόνον τι κακό έκαμες, αλλά και αν δεν έπραξες το καλόν, ενώ είχες την δυνατότητα.
Τίποτα δεν είναι χειρότερο από την αμαρτία και τίποτε δεν είναι ανώτερο από την μετάνοια.
«Μίλα όταν έχεις κάτι καλύτερο από την σιωπή».

Τα ψέματα που μια μάνα μόνο λέει


Σίγουρα η αγάπη που νιώθει μία μάνα για το παιδί της, δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο είδος αγάπης. Παρά τις όποιες δυσκολίες και τα εμπόδια, οι μανάδες πάντα καταφέρνουν να βάλουν πρώτα τα παιδιά τους, ακόμη και αν οι ίδιες καταλήξουν ''τελευταίες''.
'' Η ιστορία ξεκίνησε όταν ήμουν παιδί. Η οικογένειά μου ήταν πολύ φτωχή και ποτέ δεν είχαμε αρκετό φαγητό. Η μητέρα μου πάντα μου έδινε το δικό της πιάτο κι έλεγε:
- Φάε αυτό το ρύζι γιε μου, εγώ δεν πεινάω!
Αυτό ήταν το πρώτο ψέμα της μητέρας μου.
Καθώς μεγάλωνα, η μητέρα μου περνούσε τον ελεύθερο χρόνο της, ψαρεύοντας σε ένα ποτάμι. Έτσι με τα ψάρια που έπιανε, μπορούσε να μου προσφέρει ένα καλύτερο φαγητό, για να έχω καλύτερη σωματική ανάπτυξή και υγεία. Καθώς έτρωγα, κάθονταν δίπλα μου και έτρωγε και αυτή, ότι κρέας έμενε στα αποφάγια μου στα ψαροκόκαλα. Όταν της πρόσφερα από το φαγητό μου, έλεγε:
- Φάε το φαγητό σου γιε μου, δεν μου αρέσουν εμένα τα ψάρια! Αυτό ήταν το δεύτερο ψέμα.
Αργότερα για να μπορέσω να σπουδάσω, έψαξε και βρήκε μία δεύτερη δουλειά. Ανακύκλωνε παλιά κουτιά από χαρτόνι και αυτό της έδινε κάποια επιπλέον χρήματα, για να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ ξύπνησα και την βρήκα με ένα μικρό κερί να δουλεύει ακόμη. Της είπα να έρθει για ύπνο, αλλά μου απάντησε, πως δεν είναι κουρασμένη!
Αυτό ήταν το τρίτο της ψέμα.
Όταν έφτασαν οι τελικές εξετάσεις, ζήτησε άδεια από τη δουλειά της, για να με συνοδεύσει. Με περίμενε μέσα στη ζέστη για ώρες και όταν τελείωσα, ήρθε κοντά μου και μου προσέφερε ένα μπουκάλι κρύο νερό. Την είδα κουρασμένη και εξαντλημένη και της πρότεινα, να το πιει εκείνη ή ακόμη και να το μοιραστούμε. Η απάντησή της ήταν:
- Δεν διψάω γιε μου, πιες το εσύ να δροσιστείς!
Αυτό ήταν το τέταρτο ψέμα της μητέρας μου.
Μετά το θάνατο του πατέρα μου, η μητέρα μου έπρεπε να βρει τρόπο, να καλύψει τις ανάγκες μας. Η κατάσταση της οικογένειάς μας χειροτέρευε και δυστυχώς όλα τα βάρη περνούσαν από πάνω της. Κάποιοι γείτονες της έλεγαν, ότι πρέπει να παντρευτεί ξανά και να φτιάξει τη ζωή της από την αρχή. Αυτή όμως απαντούσε καλοσυνάτα:
- Δεν είμαι εγώ για τέτοια, είμαι μεγάλη γυναίκα με παιδί και δεν χρειάζομαι δεύτερο άντρα!
Αυτό ήταν το πέμπτο ψέμα της μητέρας μου.
Αφού τελείωσα τις σπουδές μου και έπιασα δουλειά, ήταν ώρα για τη μητέρα μου να ξεκουραστεί, αλλά δεν τον δέχτηκε. Πήγαινε κάθε μέρα στη λαϊκή αγορά και πουλούσε κάποια λαχανικά, για να καλύπτει τις δικές της ανάγκες. Εγώ δούλευα μακρυά και κάθε μήνα με το που έπαιρνα το μισθό μου, της ετοίμαζα ένα δέμα με τρόφιμα και διάφορα καλούδια, της έβαζα και ένα φάκελο με λεφτά και της τα έστελνα. Αυτή όμως τις περισσότερες φορές, κρατούσε τα πάντα εκτός από τα λεφτά. Με την πρώτη ευκαιρία μου τα έστελνε πίσω και μου έγραφε:
- Αγόρι μου δεν χρειάζομαι χρήματα, δόξα τον Θεό έχω αρκετά, για να ζήσω. Κράτησε τα εσύ, που είσαι νέος και έχεις ανάγκες! Αυτό ήταν το έκτο της ψέμα.
Μετά από λίγα χρόνια δουλειάς, συγχρόνως με μεταπτυχιακές σπουδές, μία μεγάλη εταιρεία εμφανίστηκε στο δρόμο μου, η οποία με προσέλαβε με πολύ καλό μισθό και μου χρηματοδότησε το διδακτορικό, που πάντα ονειρευόμουν. Τότε γύρισα και είπα στη μητέρα μου, ότι η τύχη μας χαμογέλασε. Της ζήτησα να έρθει μαζί μου, να σταματήσει να δουλεύει και επιτέλους, να απολαύσει και αυτή κάποιες όμορφες στιγμές στην ζωή της. Εκείνη όμως μου είπε:
- Άσε με γιε μου στον τόπο μου, εγώ είμαι μια χαρά, κοίτα να κάνεις εσύ τη ζωή σου καλύτερη και μην κοιτάς εμένα!
Αυτό ήταν το έβδομο ψέμα που μου είπε.
Στα γεράματά της απέκτησε την κακιά αρρώστια στο στομάχι. Σε εμένα όμως δεν είπε τίποτα. Μία μέρα όμως αποφάσισα να πάω την δω, χωρίς να την προειδοποιήσω. Όταν μπήκα στο σπίτι αμέσως κατάλαβα, ότι κάτι δεν πάει καλά. Γερασμένη και εξασθενημένη καθόταν στο κρεβάτι, προσπαθούσε να γελάσει, αλλά φαινόταν, ότι υπέφερε από πόνους.
Καθώς με κοιτούσε, με έπιασαν τα κλάματα, δεν άντεξα.Τότε μου έπιασε τρυφερά το χέρι, το κράτησε μέσα στο δικό της προστατευτικά, όπως έκανε, όταν μικρός κάναμε περιπάτους και μου είπε ψιθυριστά με γλυκιά φωνή :
- Γιε μου μην κλαις και μην στεναχωριέσαι, εγώ είμαι μια χαρά! Εκείνη τη στιγμή έγειρε και έκλεισε τα μάτια της για τελευταία φορά.
Αυτό ήταν το τελευταίο ψέμα της! ''

Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Η συγχώρεση


Κάποτε κάλεσαν μια γυναίκα στη Φλόριντα, να μιλήσει για την προσωπική της ιστορία.
Τη γυναίκα αυτή τη βίασαν, την πυροβόλησαν στο κεφάλι, την ακρωτηρίασαν βάναυσα και την άφησαν να πεθάνει. Κατά περίεργο τρόπο η γυναίκα αυτή άντεξε το μαρτύριο και επιβίωσε.
Η πληγή στο κεφάλι της προκάλεσε μόνιμη τύφλωση! Η δημοσιογράφος που ανέλαβε να την παρουσιάσει, περιέγραψε την πίκρα που έπρεπε να νιώθει αυτή η γυναίκα, όπως και τις ανεπούλωτες πληγές, που θα τη συνόδευαν στην υπόλοιπη ζωή της.
-Όχι ,όχι, διαμαρτυρήθηκε η γυναίκα μέσα σε γενική κατάπληξη. Τον έχω συγχωρέσει.Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να αφαίρεσε μια νύχτα από τη ζωή μου. Αρνούμαι όμως, να του δώσω ολόκληρη τη ζωή μου!
Όλοι έχουμε νιώσει, πως πληγωθήκαμε στη ζωή μας. Νιώσαμε πως μας προδώσανε, μας ποδοπατήσανε, μας πονέσανε! Επιλέγουμε όμως να συγχωρούμε, επειδή συγχωρώ σημαίνει, πως αρνούμαι να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου με βαριά καρδιά, με μίσος, με κακία, με εκδικητική διάθεση.
Η συγχώρεση λυτρώνει τις καρδιές μας, τις καθαρίζει!
Άλλωστε κανείς δεν είναι τέλειος. Όλοι είμαστε άνθρωποι, ικανοί να κάνουμε λάθη και να αδικήσουμε κι εμείς πρώτοι τους ανθρώπους δίπλα μας!
Πραγματικά κάποιες φορές οι πληγές φαντάζουν ανεπούλωτες και οι μνήμες μπορεί να πονούν ακόμη. Όταν όμως επιλέγουμε να μη συγχωρούμε , ζούμε το πλήγμα των άλλων προς εμάς ξανά και ξανά, δεν επιτρέπουμε τον εαυτό μας να γαληνέψει, δεν προχωράμε παρακάτω, αλλά κάνουμε κύκλο γύρω-γύρω , σαν τον σκύλο, που κυνηγάει την ουρά του!
Η συγχώρεση είναι μια πράξη θέλησης. Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Απαιτεί μεγάλο ψυχικό υπόβαθρο, κουράγιο και τσαγανό!
Δεν μπορούμε να αποφύγουμε την μνήμη του πόνου, που μας προκάλεσαν κάποιοι στη ζωή μας. Μπορούμε όμως να την αντιμετωπίσουμε και να την εκλογικεύσουμε, ώστε να μη προκαλεί αρνητικά συναισθήματα μέσα μας.
Μπορεί να μας πόνεσαν πολύ. Μπορεί να μας έκλεψαν μια μέρα ή ακόμα και τη μισή ζωή μας. Ας μην τους δώσουμε όμως και την υπόλοιπη απλόχερα!
Κάποιος είπε κάποτε:
- Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο, για να κοιμάμαι. Αντί για προβατάκια, μετράω όλους όσους με πληγώσανε και με στενοχωρέσανε και τους συγχωρώ έναν-έναν, όλους.
Ακόμη κι ο Θεός εμάς τους ίδιους έβαλε κριτές στα αμαρτήματα. Αν συγχωρέσουμε λίγα, λίγα θα συγχωρεθούν δικά μας, αν συγχωρέσουμε πολλά , θα συγχωρεθούνε πολλά κι αν «... ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών…» τότε κι Ο Θεός θα συγχωρέσει όλες τις δικές μας αστοχίες, εκούσιες κι ακούσιες!